Αλ. Τσίπρας: Η επένδυση στη Δημόσια Παιδεία δεν είναι απλώς ιδεολογική στάση, αλλά ηθική υποχρέωση

Ομιλία του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία στην παρουσίαση του βιβλίου που έχει επιμεληθεί ο Κώστας Γαβρόγλου, «Τα κοινά της Παιδείας»

Να ευχαριστήσω θερμά όλους τους συντελεστές αυτού του βιβλίου, το οποίο είναι εξαιρετικά χρήσιμο, κατά την άποψή μου, ως μια συλλογική αποτίμηση των πεπραγμένων στα τέσσερα, τεσσεράμισι χρόνια, σε ένα πολύ κρίσιμο υπουργείο, το υπουργείο Παιδείας, αλλά κυρίως γιατί έρχεται να μας θυμίσει πράγματα τα οποία έχουμε την τάση να τα απωθούμε από τη μνήμη μας διότι όλες τις άσχημες εμπειρίες είναι απολύτως φυσιολογικό να προσπαθούμε να τις απωθούμε.

Νομίζω όμως ότι δεν έχουμε το δικαίωμα να ξεχάσουμε τι συνέβη εκείνα τα τέσσερα, τεσσεράμισι χρόνια. Και δεν έχουμε δικαίωμα να το ξεχάσουμε για να βγάλουμε συμπεράσματα όχι για το τότε, αλλά για το σήμερα και το αύριο,

Προφανώς οι ομιλητές θα κάνουν μια ενδελεχέστερη αποτύπωση των όσων το βιβλίο περιγράφει, εγώ θέλω να σταθώ όμως σε ορισμένα κρίσιμα συμπεράσματα. Διότι αναφέρομαι σε μια σκληρή περίοδο, που την βίωσαν ως σκληρή οι περισσότεροι συμπολίτες μας, μια περίοδο χρεοκοπίας που μας οδήγησε στον αναγκαστικό δανεισμό και στην επιβολή των μνημονίων. Δηλαδή σε μια διακυβέρνηση μέσα σε ένα διαρκές πλέγμα εκβιασμών μέσω της διαδικασίας που ονομάστηκε διαπραγμάτευση. Και είχε ως στόχο την επιβολή παντού, σε όλους τους τομείς της πολιτικής, σε όλους τους τομείς της διακυβέρνησης πολιτικές επιλογές που είχαν όμως συγκεκριμένο πρόσημο, ιδεολογικό και ταξικό. Δεν ήταν μια διαδικασία που είχε μονάχα ως στόχο τη δημοσιονομική εξισορρόπηση, αλλά και την επιβολή συγκεκριμένων πολιτικών με πρόσημο ιδεολογικό και αυτό μας θυμίζει αυτό το βιβλίο. Διότι ιδιαίτερα ο χώρος της παιδείας είναι ένας χώρος, στον οποίο βεβαίως υπάρχει δημοσιονομικό αποτύπωμα, αλλά το κυρίαρχο είναι το ιδεολογικό αποτύπωμα. Έχει μεγάλη αξία να μελετήσει κανείς ξανά, να ξαναδεί, να θυμηθεί και να μελετήσει τόσο αυτή την τεχνοτροπία της διαπραγμάτευσης, όσο και τον μηχανισμό της επιβολής. Και το βιβλίο αυτό μας το δείχνει νομίζω, εξαιρετικά ευδιάκριτα.

Νομίζω ότι μέσα από το βιβλίο φαίνεται ότι οι στόχοι της τρόικα δεν ήταν, όπως είπα πριν, ουδέτεροι πολιτικά και ιδεολογικά, αλλά ούτε και αθώοι, σε σχέση με τις εσωτερικές πιέσεις παραγόντων της οικονομικής και πολιτικής ζωής και πολλές φορές καθόλου συμβατές και με τη βασική έγνοια που θα έπρεπε να είναι η δημοσιονομική ισορροπία.

Ας πάω λοιπόν κατευθείαν στα συμπεράσματα:

Συμπέρασμα πρώτο: Τα μνημόνια και ο μηχανισμός της διακυβέρνησης υπό διαρκή εκβιασμό, εκτός από μια βαθιά αντιδημοκρατική διαδικασία αποτέλεσαν ταυτόχρονα για πολλούς και μια ευκαιρία. Μια αφορμή και μια ευκαιρία. Μια αφορμή για πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις να επιβάλουν τις πιο ακραίες εκφάνσεις ενός νεοφιλελεύθερου οικονομικού προτάγματος. Ιδιαίτερα δε όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ, αφορμή και ευκαιρία να εμποδιστεί με κάθε τρόπο η υλοποίηση μιας αριστερής πολιτικής.

Και νομίζω ότι δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη αυτού από τα όσα παρουσιάζει το βιβλίο, όσα συνέβησαν στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων την περίοδο της διακυβέρνησής μας, αλλά και πόσα είχαν συμβεί στο χώρο της παιδείας, όταν εμείς ήρθαμε στη διακυβέρνηση.

Το πλήγμα που δέχτηκε η δημόσια παιδεία στη περίοδο των μνημονίων ήταν εξαιρετικά ισχυρό. Όλο αυτό το οικοδόμημα που στηρίζει την κοινωνική κινητικότητα, κλονίστηκε συθέμελα. Οι δυνάμεις αυτές, τις οποίες περιέγραψα πιο πριν, βρήκαν μια καλή ευκαιρία να επιτεθούν σε ένα πυρηνικό στοιχείο του κοινωνικού συμβολαίου της μεταπολίτευσης. Διότι η παιδεία των πολλών δεν χωρά σε έναν κόσμο που κινείται γύρω από τα συμφέροντα των λίγων. Εκπαιδευτικοί λοιπόν απολύθηκαν, πριν αναλάβουμε εμείς, σχολεία έκλεισαν ή συγχωνεύτηκαν, πανεπιστήμια άρχισαν να λειτουργούν με τους ελάχιστους δυνατούς πόρους, χωρίς υποδομές, χωρίς καθηγητές, χωρίς υλικό, ακόμα και χωρίς κόλλες για να δώσουν τα παιδιά εξετάσεις. Μια επένδυση της ελληνικής κοινωνίας προς τις νέες γενιές, τα παιδιά της που χρειάστηκε δεκαετίες, πήρε μόνο πέντε χρόνια για να ξηλωθεί. Σε αυτό το περιβάλλον αναλάβαμε και σε αυτό το περιβάλλον κυβερνήσαμε και είναι εξαιρετικά χρήσιμο που το βιβλίο αυτό μας το θυμίζει. Γιατί τείνουμε να το ξεχνάμε και είναι φυσιολογικό.

Αναλάβαμε σε ένα λαβύρινθο προβλημάτων, εκβιασμών, συνεχών απειλών για την οικονομία. Και σε αυτό το περιβάλλον αποφασίσαμε να βάλουμε κάποιες προτεραιότητες. Μια από αυτές τις προτεραιότητες ήταν η παιδεία. Και όχι τυχαία. Θα έλεγα ήταν στην κορυφή των προτεραιοτήτων μας.

Θα διαβάσετε λοιπόν σε αυτό το βιβλίο για όλο το πεδίο των παρεμβάσεων που έγιναν από τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ σε διαρκή σύγκρουση και σε διαρκή ”πόλεμο”, διαπραγματευτικό “πόλεμο” με τους δανειστές μας. Από τη θεσμοθέτηση και εφαρμογή της υποχρεωτικής δίχρονης προσχολικής εκπαίδευσης, τις δομικές αλλαγές στο γυμνάσιο και την τρίτη λυκείου, τη νέα αρχή στην τεχνική εκπαίδευση, την εκπαίδευση των προσφυγόπουλων, τη στήριξη της ειδικής αγωγής με την ίδρυση νέων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και την ίδρυση του ΕΛΙΔΕΚ, στα πλαίσια μιας πρωτοφανούς τα τελευταία χρόνια προσπάθειας στα πανεπιστημιακά ερευνητικά κέντρα και ινστιτούτα.

Παρεμβάσεις που έγιναν με πυξίδα το όραμα μας για μια ισχυρή δημόσια παιδεία. Και παρεμβάσεις που ακριβώς έχουν πολύ μεγαλύτερη αξία, διότι υλοποιήθηκαν μέσα σε ένα περιβάλλον πρωτοφανούς στενότητας δημοσιονομικών πόρων και διαρκών εκβιασμών.

Το δεύτερο συμπέρασμα: Είναι ακριβώς η απώθηση που σας είπα ξεκινώντας την παρέμβαση μου. Ότι ξεχνάμε εύκολα. Και αναρωτιέμαι σήμερα βλέποντας τα όλα αυτά. Έχουν περάσει μόλις δυόμιση χρόνια που πήγαν αλήθεια όλοι αυτοί οι εκβιασμοί και όλες αυτές οι δραματικές στιγμές; Λες και δεν τις περάσαμε ποτέ. Εμείς κυβερνήσαμε κάτω από έναν διαρκή εκβιασμό χρεοκοπίας, σήμερα η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη και της Νέας Δημοκρατίας κυβερνά ανέμελη με τις ίδιες όμως τις συνταγές της χρεοκοπίας. Σε ότι αφορά το ιδεολογικό πρόσημο των μεταρρυθμίσεών της, υλοποιεί όλα όσα οι δανειστές έβαλαν πάνω στο τραπέζι σε όλους τους τομείς και πίεσαν υπό την απειλή της χρεοκοπίας να υλοποιήσουμε και εμείς αντισταθήκαμε και δεν τα υλοποιήσαμε. Και τα υλοποιεί τώρα, όλα. Στο χώρο της ενέργειας βλέπετε τι γίνεται. Ξεπουλάνε όλα όσα εμείς με μεγάλες μάχες και πιέσεις κρατήσαμε υπό δημόσιο έλεγχο. Τον ΑΔΜΗΕ, τον ΔΕΔΔΗΕ, την ΔΕΠΑ Υποδομών, τώρα το 17% της ΔΕΗ. Στην Υγεία επαναφέρουν την ιδιωτικοποίηση υπηρεσιών υγείας ακόμη και σε αυτή την περίοδο, εν μέσω πανδημίας. Στην Παιδεία το έχουν τερματίσει, με κορυφαία επιλογή τη συρρίκνωση και απαξίωση του δημόσιου πανεπιστήμιου και την εφαρμογή της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής που αφήνει φέτος 40 χιλιάδες περίπου μαθητές εκτός πανεπιστήμιου. Στην εργασία και στο ασφαλιστικό θα έλεγα ότι πάνε ένα βήμα παρακάτω από τις επιλογές τότε του ΔΝΤ. Στα δημοσιονομικά όμως, θα έλεγα ότι τα πράγματα είναι σχεδόν αντίστροφα. Όχι βέβαια σε ότι αφορά μέτρα στήριξης της κοινωνίας, εκεί λεφτά δεν υπάρχουν και όποιος προτείνει παρεμβάσεις για τη στήριξη της κοινωνίας, είτε είναι λαϊκιστής είτε έχει λεφτόδεντρα, υπάρχει όμως σχεδόν πάντα δημοσιονομικός χώρος για φοροαπαλλαγές στα κέρδη των επιχειρήσεων, στα μερίσματα, τη μεγάλη περιουσία και υπάρχουν δισεκατομμύρια με το τσουβάλι για εξοπλιστικά προγράμματα. Και με αφορμή τις χθεσινές ανακοινώσεις της κυβέρνησης για τα εξοπλιστικά προγράμματα, θα ήθελα να θυμηθώ πως εμείς αντιμετωπίζαμε και το τελευταίο ευρώ, τη δυσκολία που είχαμε και την έγνοια που είχαμε να μην ξεφύγουμε και εκτροχιαστούμε και πώς σήμερα αντιμετωπίζει η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, δυο χρόνια μετά. Αυτό κατά την άποψη μου δεν δικαιολογείται από το γεγονός ότι πράγματι εμείς πετύχαμε μια σημαντική κατάκτηση, τη ρύθμιση του χρέους και ανοίξαμε ένα δεκαετή διάδρομο χαμηλών αποπληρωμών του χρέους. Αλλά είναι ένδειξη, κατά τη γνώμη μου, της αδιαφορίας αυτών που σήμερα κυβερνάνε για την επόμενη ημέρα. Και αυτή είναι η μεγάλη διαφορά. Δεν είναι μόνο ιδεολογικές οι διαφορές μας. Αυτή είναι μια μεγάλη μας διαφορά, όχι ιδεολογική αλλά ηθική. Κυβερνάνε με ορίζοντα το τέλος της δικής τους θητείας και με στόχο να κάνουν όσο περισσότερα “deals” και όσες περισσότερες “business” μπορούν. Κυβερνήσαμε με στόχο να ξαναβγάλουμε τη χώρα σε ξέφωτο και να επενδύσουμε σε επόμενες γενιές. Και για αυτό εμείς φροντίσαμε, ήμασταν η μοναδική κυβέρνηση στη μεταπολίτευση που άφησε μια παρακαταθήκη δημόσιων οικονομικών που κανένας δεν μπορεί να μας κατηγορήσει ότι αφήσαμε καμένη γη, το αντίθετο. Αλλά αν δεν υπήρχε αυτή η παρακαταθήκη δεν ξέρω που θα βρισκόταν η χώρα την περίοδο της πανδημίας.

Μιας λοιπόν και λέω για την επένδυση στο μέλλον, να κλείσω με αυτό. Η παιδεία για μας είναι το έργο που αποδεικνύει την προσήλωση μας σε αυτό που ονομάζουμε επένδυση στο μέλλον.

Η δημόσια παιδεία είναι το όχημα της προοπτικής, χωρίς αυτή δεν μπορούμε να προχωρήσουμε.

Χωρίς την προοπτική η Ελλάδα θα δημιουργήσει γενιές χαμένες στην παραίτηση, στην απόγνωση, στη φυγή. Οι δεκαετίες που έρχονται θα φέρουν τις κοινωνίες μας μπροστά σε πολύ μεγάλα υπαρξιακά προβλήματα. Από την κλιματική κρίση μέχρι το μεταναστευτικό. Και από την απειλή του αυταρχισμού μέχρι τις νέες προκλήσεις που βάζει η νέα τεχνολογία.

Τα νέα ερωτήματα δεν πρέπει να απαντηθούν από δήθεν πεφωτισμένες ελίτ που παίρνουν αποφάσεις εν μέσω λήθης, άγνοιας, αλλά και φόβου για τις κοινωνίες μας. Οι απαντήσεις πρέπει να προκύψουν μέσα από τη γνώση και την καλλιέργεια μιας νέας κουλτούρας που θα προτάσσει την επιστημονική αλήθεια, την κοινωνική αλληλεγγύη και την ειρηνική συνύπαρξη.

Η ύπαρξη λοιπόν ισχυρών δημόσιων συστημάτων εκπαίδευσης είναι αναγκαία συνθήκη για να βρούμε αυτές τις απαντήσεις, για να νικήσουμε το μίσος και το φόβο, την παραπληροφόρηση και τον φονταμενταλισμό. Το μίσος και τον φόβο. Δείτε τι έγινε χθες και σήμερα στη Σταυρούπολη της Θεσσαλονίκης, όπου ένα δημόσιο σχολείο, ΕΠΑΛ, στην πραγματικότητα έχει καταληφθεί από ομάδες νεοναζί και το υπουργείο Παιδείας νίπτει τας χείρας του. Η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας κρατά ίσες αποστάσεις. Καταδικάζει τη βία από όπου και αν προέρχεται. Δεν καταδεικνύει από που προέρχεται η βία και με αυτό τον τρόπο, ουσιαστικά, προκειμένου να μην χάσει αυτό το ακροατήριο της ακροδεξιάς, ουσιαστικά υποθάλπει ή αφήνει να εξελίσσεται μια πηγή έντασης και σύγκρουσης μέσα στο πιο ευαίσθητο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας που είναι τα σχολεία μας.

Όσοι λοιπόν σήμερα, και κλείνω γιατί είπα ότι δεν είναι για να μιλήσω εγώ σήμερα, αλλά για να ακούσουμε τους βασικούς ομιλητές, όσοι λοιπόν σήμερα πολεμούν την δημόσια παιδεία δεν υψώνουν μόνο φραγμούς απέναντι στη γνώση, δεν υψώνουν μόνο φραγμούς απέναντι στη μόρφωση, αλλά υψώνουν και ένα τείχος απέναντι στην ίδια την πρόοδο αυτού του τόπου.

Η επένδυση της δημόσιας παιδείας δεν είναι απλά μια ιδεολογική στάση, αλλά θα έλεγα μια ηθική υποχρέωση και σε ότι μας αφορά θα είμαστε εδώ για να συνεχίσουμε σε αυτό το δρόμο που χαράξαμε με σχέδιο και όραμα απέναντι στον κόσμο της εκπαίδευσης και απέναντι στους νέους ανθρώπους αυτού του τόπου. Ελπίζω ότι χωρίς μηχανισμούς εκβιασμού την επόμενη φορά που θα μας δοθεί η δυνατότητα θα έχουμε την ευκαιρία να εφαρμόσουμε και να υλοποιήσουμε στο σύνολο της μια πολιτική που θα αναδεικνύει τη βασική σύγκρουση απέναντι στις ανισότητες και στους μηχανισμούς παραγωγής της και την ολόπλευρη ενίσχυση της δημόσιας παιδείας στη χώρα μας. Από το νηπιαγωγείο και τον παιδικό σταθμό έως την τριτοβάθμια εκπαίδευση και τα ερευνητικά κέντρα.

Θα ακούσω με προσοχή τις παρεμβάσεις όλων των ομιλητών.

Ευχαριστώ.

Σχολιάστε Ελεύθερα