Το αδιατύπωτο αίτημα του συνανήκειν

Γράφει ο Δημήτρης Σεβαστάκης για την Αυγή

Στη ΔΕΘ περιγράφεται η φιλοσοφία της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής του καθενός. Έχω ένα ερώτημα που νομίζω πως σχετίζεται με τις αποκλίνουσες απαντήσεις που, εκ των πραγμάτων, δίνουν τα κόμματα. Πώς διατυπώνεται η κοινωνική επιθυμία; Πώς, δηλαδή, οι πολίτες μπορούν να απευθυνθούν στην κυβέρνηση και στα κόμματα, να διατυπώσουν, να διεκδικήσουν αυτό που στη συνέχεια θα αποτελέσει το πρόπλασμα των πολιτικών και οικονομικών αποφάσεων και παραταξιακών θέσεων; Αφού οι παραδοσιακές συνδικαλιστικές συνθέσεις, οι σωματειακές δομές, έχουν αποδυναμωθεί. Συνήθως εκπίπτουν σε μια μικρή γραφειοκρατία, που συνομιλεί με την κεντρική εξουσία και διεκπεραιώνει.

Η δε τρομακτική ανεργία, με σχεδόν το 1/3 του κόσμου εκτός παραγωγής, αφήνει ελάχιστα περιθώρια για οργάνωση διεκδικητικών πλαισίων. Ποιος είναι ο μεσολαβητής, ο κωδικοποιητής μεταξύ λαού και κυβερνήσεων, κομμάτων εξουσίας κ.λπ.; Πώς μιλάνε οι εργαζόμενοι, οι πολίτες και πώς ακούει το πολιτικό σύστημα, πρωτίστως η κυβέρνηση; Για την τελευταία, η απάντηση μοιάζει απλή. Δεν ακούει. Ή, ακριβέστερα, ακούει ορισμένους ισχυρούς, κάποιους λομπίστες και κυρίως τον (διαμεσολαβημένο) λόγο του μητρικού κόμματος. Μέσω αυτού φτάνουν τα μηνύματα. Μέσω των παραγόντων του κόμματος.

Αυτό βέβαια είναι μορφή κώφωσης. Εντούτοις, έτσι δουλεύει το σύστημα. Επομένως, και υπό αυτούς τους όρους, δεν μπορεί να χαραχτεί παραγωγική πολιτική ακόμα και με τα χαρακτηριστικά της Δεξιάς. Η εύνοια (γιατί το κομματικό ή άλλο «δόντι» αυτή την παραμόρφωση προκαλεί) δεν αποτελεί πολιτικό σχεδιασμό ούτε μπορεί να συγκροτήσει οικονομική πολιτική. Αλλά ας πούμε ότι αυτά ισχύουν για τα παλιά, παραγοντικά κόμματα.

Η Αριστερά, όμως, πώς ακριβώς ακούει; Μόνο με μια γενική ευαισθησία; Με την ιστορική της παιδεία και τις παραδόσεις της; Η Δεξιά έχει ένα «μαγαζί» καλοστημένο, λειτουργικό (με τους όρους που περιέγραψα), που έχει τα πελατειακά χαρακτηριστικά και πυκνές οργανωτικές δυνάμεις. Χρησιμοθηρικές; Όχι εν όλω, αλλά και τέτοιες. Η Αριστερά σε ποιο πρωτόκολλο μπορεί να βασιστεί;

Το πρόβλημα δεν είναι να επινοήσει κάποιος επικοινωνιολόγος ένα σύνθημα που να συμπυκνώνεται σε ένα δίλημμα και να ορίζει την αφηγηματική διαφορά τής Αριστεράς από τη Δεξιά. Αυτό είναι χρήσιμο και καμιά φορά καίριο, αλλά δεν αρκεί. Το ζήτημα του τι ακούει η Αριστερά, πώς φτάνει η πληροφορία στα αυτιά της, πώς συντάσσεται το αίτημα δεν έχει να κάνει με την ευαισθησία της και την οξυμένη προσοχή της, αλλά με τις δομές διατύπωσης της (αντιφατικής) κοινωνικής επιθυμίας. Έχει να κάνει με τις μεγάλες μετατοπίσεις, ιδεολογικές, πολιτιστικές και εργασιακές, που έχουν επισυμβεί και που αλλάζουν πλήρως τις κοινωνικές διατυπώσεις. Που έχουν αλλάξει τον τύπο και τον πολιτισμό των «μαζών».

Τα παραδοσιακά οικονομικά αιτήματα δεν αρκούν για να συγκροτηθούν απαντήσεις στρατηγικού, όχι μόνο διαχειριστικού χαρακτήρα. Απαντήσεις που θα είναι κατανοητές και αποδεκτές αλλά και θα εξορθολογίζουν το χάος των κοινωνικών επιθυμιών. Γιατί ένα μεγάλο μέρος των αιτημάτων σχετίζεται με θεωρήσεις, με ιδεολογικούς υπερκαθορισμούς. Και το βλέπουμε ανάγλυφα το φαινόμενο που φωτίζει πλευρές των κοινωνικών διεργασιών. Αυτό που συμβαίνει και όχι αυτό που θέλουμε να συμβαίνει.

Για παράδειγμα, χάνουν τα παραδοσιακά κόμματα και ο κοινοβουλευτισμός από τη βαθιά οικονομική – πολιτιστική ανασφάλεια; Εξαφανίζεται το πρόβλημα από την ειδησεογραφία. Αφού δεν ειδησεογραφείται, παύει να επιδρά. Εντούτοις υπάρχει. Μια στρουθοκαμηλική συστημική άμυνα, που βλέπει απλώς τον κίνδυνο διαρροών. Σε ολόκληρη την Ευρώπη. Θέλω να πω ότι ζητήματα ταυτότητας και σινιάλων αποκτούν μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση της συνείδησης και των ιεραρχήσεων. Σε αυτά πώς απαντά κανείς, πώς επιδρά ενεργητικά στην εκλογίκευση, ώστε να μην στρέφονται μάζες στον πρωτοφασισμό;

Ικανοποιώντας απλώς ένα οικονομικό αίτημα δεν κερδίζεται ο πολίτης. Υπάρχουν ζητήματα πολιτιστικής τάξης που βασανίζουν και απασχολούν τους πολίτες. «Το συνανήκειν». (Θα συνεχίσω)

Σχολιάστε Ελεύθερα