25 Σεπτεμβρίου 1849: Πεθαίνει ο Νικηταράς-ο απένταρος και ξεχασμένος επαναστάτης του 1821

Εφέτος γιορτάζουμε τα 200 χρόνια από την απελευθέρωση της πατρίδας μας από τον Τουρκικό ζυγό, επί της ουσίας γιορτάζουμε τα 200 χρόνια από την επανάσταση που έδωσε το πρώτο ελληνικό κράτος το 1828. Για να φτάσουμε όμως σε αυτό το αποτέλεσμα κάποιοι άνθρωποι αγωνίστηκαν, και βέβαια οφείλουμε να τους θυμόμαστε, ακόμα και αν δεν τους φερθήκαμε όπως πρέπει όσο ήταν εν ζωή. Μια τέτοια περίπτωση ήταν και ο Νικηταράς Σταματελόπουλος, ο αγωνιστής του 1821 που έφυγε από τη ζωή το 1849 φτωχός και απένταρος.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα πό την αρχή, ο Νικηταράς γεννήθηκε το 1781 στη Μεσσηνία, οι γονείς του ήταν ο Σταματέλος, γνωστός ως «Τουρκολέκας», αγωνιστής της περιοχής του Λεονταρίου, και μητέρα του η Σοφία Δημητρίου Καρούτσου από τον Άκοβο του Λεονταρίου, δευτερότοκη θυγατέρα και αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Αικατερίνης, και της Μαρίας, συζύγου του Ακοβίτη Γιωργάκη Μεταξά (Απομνημονεύματα Θ. Κολοκοτρώνη), καθώς και της συζύγου του Δημητρίου Κάρτσωνα από τα Αρφαρά, το όνομα της οποίας είναι άγνωστο. Από τα αδέλφια του Νικηταρά γνωστά είναι ο Ιωάννης Τουρκολέκας (1805-1816, άγιος-νεομάρτυρας της Εκκλησίας που μαρτύρησε από τους Τούρκους) και ο Νικόλαος Σταματελόπουλος.

Γεννήθηκε στο χωριό Μεγάλη Αναστάσοβα των Πισινών Χωριών του Μυστρά (σημερινή Νέδουσα Μεσσηνίας, στους πρόποδες του Ταϋγέτου, 25 χιλιόμετρα από την πόλη της Καλαμάτας, όπως μας διηγείται ο ίδιος στα απομνημονεύματά του που κατέγραψε ο Γεώργιος Τερτσέτης. Στη σελ. 1 αυτών των απμνημονευμάτων αναφέρει: «Εγεννήθηκα εις ένα χωριό Μεγάλη Αναστάσοβα αποδώθε από του Μυστρά προς την Καλαμάτα. Ο προπάππος μου ήτον Προεστός και ο πατέρας μου έφυγε δεκαέξι χρόνων και επήγε με τα στρατεύματα τα Ρούσικα στην Πάρο και ήτον πολεμικός. Τον εσκότωσαν εις την Μονεμβασιά μαζί με έναν αδελφό και μ’ έναν κουνιάδο μου. Από ένδεκα χρόνων, μαζί με τον πατέρα μου, έσερνα άρματα. Ετουφέκισα έναν Τούρκο στο Λεοντάρι.».

Διωγμένος και επικηρυγμένος ο πατέρας του, κατέφυγε σε μικρό συνοικισμό του Λεονταρίου, το σημερινό χωριό Τουρκολέκα της Μεγαλόπολης. Εκεί γεννήθηκαν οι γιοι του Νικόλαος και Γιάννης (1805), αδέλφια του Νικηταρά. Ο Γιάννης θανατώθηκε βάναυσα από τους Τούρκους το 1816 μαζί με τον πατέρα του Σταματέλο στη Μονεμβασιά και αγιοκατατάχθηκε αργότερα από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως Άγιος Ιωάννης ο Τουρκολέκας.

Ο Νικηταράς από πολύ νεαρή ηλικία εντάχθηκε ως “μπουλουξής” (επικεφαλής μπουλουκιού) στο σώμα του περιώνυμου κλέφτη Ζαχαριά, όπου διακρίθηκε για την ανδρεία του. Το 1805, μετά το διωγμό των κλεφταρματολών του Μοριά, πήγε στη Ζάκυνθο που τότε την κατείχαν Ρώσοι. Εκεί εντάχθηκε στα Τάγματα που είχαν ιδρυθεί και πολέμησε στην Ιταλία εναντίον του Ναπολέοντα. Αργότερα επέστρεψε στα Επτάνησα και υπηρέτησε τους Γάλλους που τα είχαν καταλάβει με την Συνθήκη του Τίλσιτ. Το 1808, επέστεψε στο Μοριά μαζί με τον θείο του Κολοκοτρώνη για να βοηθήσει τον Αλή Φαρμάκη, που τον καταδίωκε ο Βελή πασάς. Στη συνέχεια, ασχολήθηκε με τη στρατολογία Αλβανών Τσάμηδων, στο πλαίσιο του σχεδίου των Γάλλων για τη δημιουργία ελληνοαλβανικού κράτους. Μετά την κατάληψη των Επτανήσων από τους Βρετανούς, κατατάχθηκε ως αξιωματικός στα Ελληνικά Τάγματα υπό τον Ρίτσαρντ Τσωρτς και εστάλη στη νότια Ιταλία, για να πολεμήσει τον Βοναπάρτη. Όταν τα Τάγματα διαλύθηκαν παρέμεινε στη Ζάκυνθο.

Στις 18 Οκτωβρίου του 1818, ενώ βρισκόταν στην Καλαμάτα, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Ηλία Χρυσοσπάθη. Ο Νικηταράς δεν κράτησε το οικογενειακό επώνυμο Σταματέλος, αλλά το έτος 1818, μετά τη μύησή του στη Φιλική Εταιρεία, το υποκοριστικό Σταματελόπουλος. Το παράδειγμά του ακολούθησε και ο αδελφός του Νικόλας. Στον ελληνικό λαό όμως έμεινε με το αγαπημένο του προσωνύμιο Νικηταράς, που του αποδόθηκε μετά τη Μάχη στα Δερβενάκια και υιοθέτησε ως επώνυμο ο γιος του Ιωάννης μετά το 1854.

Με την έκρηξη της Επανάστασης, πήρε μέρος στην πρώτη μάχη που δόθηκε στο Βαλτέτσι της Αρκαδίας στις 24 Απριλίου του 1821 (είχε προηγηθεί συμπλοκή στο Λεβίδι). Μετέπειτα, στη Μάχη των Δολιανών, ο Νικηταράς που κρατούσε με 450 άντρες τα Άνω Δολιανά, κατάφερε να αποκρούσει χιλιάδες Τούρκους που επιτέθηκαν με τη βοήθεια πυροβολικού. Επειδή έπεσαν πολλοί Τούρκοι από το χέρι του εκείνη την ημέρα, οι άντρες του τον ονόμασαν “Τουρκοφάγο”. Διακρίθηκε και στις μάχες που ακολούθησαν, όπου συνεργάστηκε με τον θείο του, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, κυρίως δε στην πολιορκία και την άλωση της Τριπολιτσάς, και σε άλλες μάχες στη Στερεά Ελλάδα. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους αγωνιστές της Επανάστασης του 1821. Συντηρούσε δικό του σώμα ενόπλων με άνδρες που προέρχονταν από διάφορα μέρη της Ελλάδας.

Συμμετείχε στην αντιμετώπιση του Δράμαλη στην Πελοπόννησο. Όταν οι Έλληνες κατέστρεψαν τη στρατιά του Δράμαλη στα στενά των Δερβενακίων, ο Νικηταράς μαζί με τους Δημήτριο Υψηλάντη και Παπαφλέσσα είχε καταλάβει τη χαράδρα γύρω από τον Άγιο Σώστη, απ’ όπου θα περνούσαν οι Τούρκοι, προκαλώντας τους μεγάλη καταστροφή. Κατά τη διάρκεια της μάχης μάλιστα έσπασε τρία σπαθιά, και όταν έσπασε και το τελευταίο, λένε ότι το χέρι του έπαθε αγκύλωση και χρειάστηκε γιατρός για να του το ανοίξει και να βγάλει το σπαθί. Καθώς ο Δράμαλης υποχωρούσε προς το Άργος, ο Νικηταράς κατέλαβε την οχυρή θέση Αγιονόρι και σκότωσε πολλούς Τούρκους που προσπάθησαν να διαφύγουν μέσω αυτής. Συνετέλεσε στο να υποχωρήσει τελικά ο Δράμαλης, υφιστάμενος πανωλεθρία (26-28 Ιουλίου 1822).

Ο Νικηταράς πήρε μέρος σε πολλές ακόμη μάχες, μέχρι που απελευθερώθηκε η χώρα. Με την απελευθέρωση εντάχθηκε στο Κόμμα των Ναπαίων (ρωσόφιλων), όπου άνηκε εκεί τόσο επί Καποδίστρια όσο και επί Όθωνα. Η ελληνική κυβέρνηση όμως, φοβούμενη ότι το ρωσόφιλο κόμμα επεδίωκε να αντικαταστήσει τον βασιλιά Όθωνα με κάποιον Ρώσο πρίγκηπα, συνέλαβε τον Νικηταρά το 1839 και τον καταδίκασε σε ενάμιση χρόνο φυλάκιση, την οποία εξέτισε στις φυλακές της Αίγινας. Ο Νικηταράς είχε εμπλακεί σε συνωμοσία εναντίον του Όθωνα, και είχε προδοθεί η δράση των συνωμοτών από ένα πρώην μέλος της συνομωσίας. Στην επακόλουθη δίκη που ακολούθησε δεν προσκομίστηκαν, αφού είχαν προλάβει να τα καταστρέψουν, ενοχοποιητικά στοιχεία τα οποία να μπορούσαν να αποδείξουν έστω τη σύσταση «μυστικής εταιρείας», γι’ αυτό και αθωώθηκε.

Όταν αποφυλακίστηκε, η υγεία του όμως ήταν εξασθενημένη από τα βασανιστήρια που υπέστη κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του. Έπασχε από διαβήτη χωρίς να το γνωρίζει, με αποτέλεσμα να χάσει σε μεγάλο βαθμό την όρασή του. Του χορηγήθηκε άδεια επαιτείας στο χώρο όπου υπάρχει σήμερα ο ναός της Ευαγγελίστριας Πειραιώς, κάθε Παρασκευή. Το 1843, όταν ο βασιλιάς Όθωνας αναγκάστηκε να δώσει Σύνταγμα στην Ελλάδα, του απονεμήθηκε ο βαθμός του υποστρατήγου, μαζί με μία πενιχρή σύνταξη. Κατόπιν, το διάστημα 7/9/1844 – 20/12/1844 διετέλεσε Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, και το 1847 διορίστηκε Γερουσιαστής. Απεβίωσε στις 25 Σεπτεμβρίου του 1849 σε ηλικία 68 ετών. Τελευταία του επιθυμία ήταν να ταφεί δίπλα στον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Ο Νικηταράς βίωσε την αχαριστία και την αγνωμοσύνη του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, το οποίο του αρνήθηκε σύνταξη ώστε να ζει αυτός και η οικογένειά του ευπρεπώς και αντί αυτού, του χορηγήθηκε «άδεια επαιτείας». Ο άλλοτε Τουρκοφάγος των Δολιανών και πολέμαρχος στα Δερβενάκια, ζητιάνευε για να ζήσει έξω από τον ναό της Ευαγγελίστριας του Πειραιά κάθε Παρασκευή, όπως γράψαμε και παραπάνω. Έξι χρόνια πριν από τον θάνατό του πήρε τιμητική σύνταξη και τον βαθμό του Αντιστράτηγου. Ο Νικηταράς είχε δανείσει στο Ελληνικό έθνος 12.225 φοινίκια και 105.000 γρόσια, τα οποία διεκδικούσε και διεκδίκησε και η οικογένειά του μετά το θάνατό του, αλλά ποτέ δεν τα έλαβαν.

Ρώτησε κάποτε τον Νικηταρά ο Τερτσέτης πώς κι έμεινε φτωχός και δεν πήρε ποτέ του λάφυρα από τις μάχες. Ο Νικηταράς απάντησε: «Πραματευτής δεν ήμουνα. Η μοίρα μου το θέλησε να γίνω καπετάνιος. Μα δε θα ήτανε σωστό να κάμω πραμάτεια το καπετανιλίκι μου για να καζαντίσω…»!

Το απόβραδο της 24ης Σεπτεμβρίου του 1849, ζήτησε από την γυναίκα του να τον βγάλει στο λιακωτό ν’ αντικρίσει για τελευταία φορά το ηλιοβασίλεμα και η Αγγελίνα παραξενεύτηκε: «Μα τι να δεις Νικήτα μου, αφού δεν βλέπεις;» Και εκείνος της απάντησε: «Να νιώσω το τελευταίο ηλιοβασίλεμα στην θάλασσα»…

Σχολιάστε Ελεύθερα