Ο βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο Μητσοτάκης

Γράφει ο Κώστας Βαξεβάνης για το Documento

Βρισκόµαστε στη φάση που ούτε οι δηµοσκοπήσεις µπορούν να κάνουν τίποτε. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν µπορεί να αντλήσει καµία υπεροχή από νούµερα και στατιστικές και κάθε προσπάθεια για να δείξει ότι υπερέχει πολιτικά ή προσωπικά εκλαµβάνεται πια ως στάση αλαζονείας και ναπολεοντισµού.

Περισσότερο και από τις φωτιές που έκαψαν τη χώρα και αµαύρωσαν το προφίλ του, τη ζηµιά την έχει κάνει ο ίδιος στον εαυτό του µε τους χειρισµούς και τον πολυσυζητηµένο ανασχηµατισµό. Ο πρωθυπουργός δεν έχει εκτεθεί επειδή έκανε γκάφα µε τον Αποστολάκη, όπως ίσως θέλουν να λένε οι αναλυτές περί του Μαξίµου. Ο Μητσοτάκης έχει ακέραιη την ευθύνη πρωτίστως γιατί επιχείρησε να απαντήσει µε επικοινωνία στη βαρύτητα των πολιτικών στιγµών αλλά και γιατί λειτούργησε µε αλαζονεία και κουτοπονηριά.

Επί µία βδοµάδα το περιβάλλον του πρωθυπουργού άφηνε να διαρρέουν πληροφορίες για ανασχηµατισµό-έκπληξη. Και πραγµατικά η έκπληξη του Μητσοτάκη θα ήταν να αποσπάσει τον πρώην υπουργό του ΣΥΡΙΖΑ και να το εµφανίσει ως νίκη, η οποία µάλιστα υπονοεί τη διάθεσή του για συναίνεση. Στην πραγµατικότητα έστηνε µια επικοινωνιακή παγίδα, γιατί ουδέποτε ήρθε σε επαφή µε την αντιπολίτευση για να συζητήσει αυτήν τη συναίνεση που επικαλέστηκε εκ των υστέρων ότι τον ενδιέφερε στον τοµέα του υπουργείου Πολιτικής Προστασίας. Τελικά έπεσε ο ίδιος στον λάκκο που µε µανία και αλαζονεία έσκαβε.

Τις επαφές µε τον πρώην αρχηγό ΓΕΕΘΑ και υπουργό Βαγγέλη Αποστολάκη έκανε πρόσωπο έµπιστο του Κυρ. Μητσοτάκη. Την ηµέρα του ανασχηµατισµού, στις 7.28 το πρωί, ο πρώην υπουργός Αµυνας µε µήνυµά του έκανε ξεκάθαρο ότι δεν θέλει να είναι υπουργός γιατί δεν ικανοποιούνται οι απαιτήσεις του να είναι κοινής αποδοχής, υπουργός ευρείας συναίνεσης. Παρ’ όλα αυτά, ο Μητσοτάκης πιστεύοντας ότι αυτό θα γίνει επειδή αυτό ήθελε, ή επειδή δεν έβλεπε τίποτε άλλο πέρα από την ανάγκη του να παγιδεύσει τον Τσίπρα, ανακοίνωσε µερικές ώρες αργότερα την υπουργοποίηση του Αποστολάκη.

Με την υπουργοποίηση του Αποστολάκη περίµενε να στρέψει τη δηµοσιότητα στη µεγαλοπρεπή νίκη του, την οποία πιθανόν να πρόβαρε στον καθρέφτη. Πίστευε ότι έτσι θα κατάφερνε να αφήσει στην άκρη τα τρία πραγµατικά µηνύµατα του ανασχηµατισµού. Πρώτο, την παραδοχή ήττας στους δύο βασικούς τοµείς της πολιτικής του (φωτιές και πανδηµία) µε την αποµάκρυνση του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη και του Βασίλη Κικίλια. ∆εύτερο, τη µετατροπή της Νέας ∆ηµοκρατίας, στο ανώτερο µάλιστα κυβερνητικό επίπεδο, σε µια περίεργη ζούγκλα όπου διασταυρώνονται τα εκσυγχρονιστικά ζώα της σηµιτικής πανίδας µε τα γουρούνια της ακροδεξιάς. Τρίτο, την υπουργοποίηση του ακροδεξιού Πλεύρη, που πλευρίτωσε τελικώς την κυβέρνηση ακόµη και µε δηµοσιεύµατα στο εξωτερικό και ανακοινώσεις του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συµβουλίου.

Η επιλογή Πλεύρη δεν είναι µόνο η επιβράβευσή του για τον ρόλο (παρασκηνιακό) στην υπόθεση Novartis και (πρωταγωνιστικό) στην προανακριτική Καλογρίτσα και ταυτόχρονα το µήνυµα στο ακροδεξιό κοινό που αρχίζει να αµφισβητεί τον Μητσοτάκη. Είναι η απόφαση να αναθέσει στον Θάνο Πλεύρη τον βρόµικο ρόλο της ιδιωτικοποίησης της υγείας, που πρέπει να προχωρήσει ταυτόχρονα µε το ασφαλιστικό Πινοτσέτ που µόλις ψήφισε. Οταν ολοκληρωθεί η αποστολή ο Πλεύρης είναι εύκολο να ενοχοποιηθεί και να αποπεµφθεί ως βεβαρυµένος.

Ακόµη και αυτοί που θέλουν να φωνάξουν σήµερα «ζήτω ο Μητσοτάκης» ξέρουν ότι ο Μητσοτάκης ως βασιλιάς δεν υπάρχει. Είναι εκτεθειµένος ως αλαζόνας, ως εγωπαθής πολιτικά και ετοιµόρροπος. Σίγουρα δεν είναι τυχαίο ότι αµέσως µετά τον ανασχηµατισµό το in.gr του Μαρινάκη έγραψε ότι «αυτά παθαίνει όποιος δίνει σηµασία στην επικοινωνία και όχι στην πολιτική», ενώ αποκάλεσε το περιβάλλον του Μητσοτάκη «Λουδοβίκους». Το επίσης κυβερνητικό και αρκούντως πετσωµένο liberal.gr περιέγραψε τον Μητσοτάκη ως εντολοδόχο επιχειρηµατιών που έκανε ανασχηµατισµό όπως του επέβαλαν ο Βαρδινογιάννης και ο Λάτσης. Πιο υποτιµητικό δηµοσίευµα δεν έχει υπάρξει για πρωθυπουργό.

Ο Μητσοτάκης λοιπόν, από ψηλά όπως θέλει να πιστεύει, αντιµετωπίζει πλέον το χάος. Και τι κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ; Αυτό που κάνει εδώ και χρόνια. Εκφράζει µια πολιτική αντιπαράθεση µε µόνη δοµηµένη φωνή αυτή του Αλέξη Τσίπρα, αλλά περιστασιακά και χωρίς συνέχεια. Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ είναι ο µόνος που «παράγει τίτλους» στις εφηµερίδες µε όσα λέει, έχοντας δίπλα του έναν ΣΥΡΙΖΑ που αδυνατεί (ή µήπως αρνείται;) να παραγάγει πολιτική. Τα πρωτοκλασάτα στελέχη του κόµµατος, άλλοτε πρώτοι υπουργοί, άντε να ανεβάσουν καµιά ανάρτηση στο Facebook εν µέσω διακοπών. Στην πραγµατικότητα δεν υπάρχει γειωµένο κόµµα που να µπορεί να επεξεργαστεί όσα συµβαίνουν και να τα µετατρέψει σε πολιτική. Υπάρχουν απλώς οµάδες έτοιµες να κρίνουν εαυτούς και αλλήλους αλλά όχι να δοµήσουν πολιτική.

Η όποια αναζήτηση της πολιτικής που πρέπει να εφαρµόσει ο ΣΥΡΙΖΑ εξαντλείται στα διοικητικά κλιµάκια, στη µηχανιστική αναζήτηση των στοιχείων που θα προσελκύσουν τον µεσαίο χώρο. Το θέµα όµως δεν είναι να βρεθεί η τεχνητή συµπόρευση µε τον µέσο όρο της ευµετάβλητης µάζας. Αυτό δεν συνιστά πολιτική προόδου και εξουσίας αλλά σύγχυση. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να οδηγήσει ή ακόµη καλύτερα να εµπνεύσει αυτό τον χώρο µε τη σαφή διατύπωση της πολιτικής που είναι ωφέλιµη για τους πολίτες.

Οσοι έχουν πληγεί από την πολιτική Μητσοτάκη και δεν εµπιστεύονται τον ΣΥΡΙΖΑ δεν θα στραφούν εκεί πολιτικά µε ολίγον από τη λεγόµενη κεντροαριστερά ή από περσόνες που εκπροσωπούν µόνο τη σταθερή τους συνήθεια να είναι ασταθείς. Αντιθέτως, όσο ασταθείς είναι πολιτικά οι µάζες τόσο εναποθέτουν την τύχη τους σε αποφασιστικά πρόσωπα και υποσχόµενες πολιτικές. Η εύκολη λύση είναι να διαβάζει το επιτελείο της Κουµουνδούρου τις δηµοσκοπήσεις και να στρέφει το καράβι κατά το ρεύµα του µεσαίου χώρου. Η δύσκολη αλλά πραγµατική λύση είναι να δηµιουργήσει πολιτική µε την οποία θα συµφωνήσει αυτός ο χώρος όπως και η πλειοψηφία των Ελλήνων.

∆εν είναι δύσκολο να πέσει ο Μητσοτάκης. Ο βασιλιάς έχει πεθάνει νωρίς και σε λίγο δεν θα είναι κανένας διατεθειµένος να πάει ούτε στην κηδεία του. Το µόνο που µπορεί να κρατήσει τον Μητσοτάκη στην εξουσία είναι η αδυναµία του ΣΥΡΙΖΑ να βρει τον πολιτικό λόγο και κυρίως την πολιτική πρακτική που θα τον ξαναφέρουν στο προσκήνιο ως αποφασιστική (έχει σηµασία το αποφασιστική) δύναµη εξουσίας.

Σχολιάστε Ελεύθερα