«Λιποτάκτες»

Γράφει ο Δημήτρης Σεβαστάκης για την Αυγή

Νιώθω ότι του χρωστάω. Όπως οι περισσότεροι. Ο καθένας για δικούς του λόγους. Ο Θεοδωράκης αποτελεί ένα είδος πνευματικού δικαιώματος του καθενός. Γιατί καθόρισε τον καθένα.

Μπόρεσε να προσχωρήσει σε πολλά κόμματα, να εγκαταλείψει πολλά κόμματα και να συγχωρεθεί από όλους. Μεγάλο μουσικό ταλέντο με σημαντικό έργο (ευρύ μέρος του οποίου είναι γνωστό σε ελάχιστους), με συχνά δυσεξήγητες πολιτικές επιλογές αλλά με μια συγχωρητική διάθεση απ’ όλους. Υπήρξαν και αυτοί που κατά καιρούς τον επέκριναν, μέχρι να τον ξαναγκαλιάσουν στην επόμενη πολιτική τους συνάντηση.

Διέθετε ένα είδος πολιτικής σκέψης που περισσότερο στηριζόταν στη διαίσθηση παρά στη λογική ανάλυση. Ήξερε πού να πάει, χωρίς πάντα να κερδίζει από τη μετακίνηση. Συγχρόνως ανώριμος και υπερώριμος πολιτικά. Αλλά είναι σίγουρο, γράφουν και θα γράψουν όλοι για τις πλευρές του βίου του. Σαν να συγκροτούνται (συγκροτούμαστε) οι ίδιοι, σε αναφορά με αυτόν.

Το ερώτημα όμως νομίζω ότι τίθεται, όχι πάνω στον Μίκη, όσο σε εμάς. Πού μένουμε, πού κατοικούμε; Τι μας μένει, στην πολιτιστική πέτρα που ορίζει ο θάνατός του;

Δεν είναι ακριβώς ερημιά, αφού έχει αφήσει πολλά μουσικά παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα. Και αυτός και ο Μάνος Χατζιδάκις. Και αναφέρω και τους δύο, γιατί άνθισαν ο ένας στο κλίμα που διαμόρφωνε ο άλλος. Αλλά και οι μεταγενέστεροι σημαντικοί συνθέτες, που με ένα βαθύ μουσικό συνδυασμό έγιναν συνομήλικοι των «γεννητόρων». Γιατί όλοι μαζί, μουσικοί γονείς, παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα, ξαναποτίζουν το πολιτιστικό κλίμα. Γιατί τα παιδιά και τα εγγόνια, οι απόγονοι του «Έντεχνου», αναπτύσσουν μουσικά τους γεννήτορες.

Θα υπήρχε ανάμεσά τους και καλλιτεχνική αντιζηλία και κάποια αγωνία για τη μουσική πληθωρικότητα του άλλου. Αλλά αυτό είναι τέχνη. Να φωτίζεσαι από το καλλιτεχνικό μέγεθος που νομίζεις ότι σε απειλεί.

Με ενδιαφέρει η πολιτική διάσταση αυτού του μουσικού φαινομένου, δηλαδή εκτός της προσωπικότητας του Μίκη, της ανταλλαγής, της διάχυσης, της επιρροής και των ιδεών. Και πολιτική διάσταση δεν ήταν μόνο η ιδιότυπη Αριστερά που πρέσβευε ο Θεοδωράκης, ούτε οι συχνές πολιτικές προσχωρήσεις ή αποσκιρτήσεις του, αλλά αυτή η δύναμη του έργου, να στρογγυλοκάθεται και να καθορίζει το βίωμα του καθενός. Όχι μόνο τη μουσική συγκίνηση, αλλά τη μνήμη, τη νύχτα, τη λύπη του καθενός. Να νιώθει ο καθένας τη μουσική του Θεοδωράκη ως συνθεμένη μόνο για εκείνον, για τη προσωπική του τραγωδία, για τον προσωπικό του θρίαμβο. Ο Μίκης γινόταν έτσι και κοινόκτητος και ιδιοκτήτης ενός συλλογικού αισθήματος.

Δεν μπορεί να κριθεί μόνο αισθητικά όσο ως στοιχείο μιας πλατιάς και ελπιδοφόρας συνέγερσης. Αυτό ήταν η δύναμή του: ο συνειρμός, τα δίκτυα νοημάτων με τα οποία ιδρυόταν εντός σου.

Είναι γεγονός ότι όλοι «δεσμεύουμε» τα μουσικά μας ακούσματα και σε πολιτικές αποφάσεις. Οι εμπλεκόμενοι με την Αριστερά ιδίως. Πολιτικό γεγονός είναι ούτως ή άλλως προσωπικό γεγονός.

Όταν ήμουνα βρέφος, οι δικοί μου έβαζαν να ακούσω τους «Λιποτάκτες», σαν νανούρισμα. Με έπαιρνε ο ύπνος. Αργότερα κατάλαβα ότι το έργο ήταν πλέον μηχανισμός ανάκλησης του πατέρα μου και της μάνας μου. Ότι αποτελούσε μια προϋπόθεσή μου αυτό το λιτό έργο, σε ποίηση του αδελφού του. Τα κλειδιά και του «Άξιον Εστί» και του «Επιταφίου» και των «Επιφανίων», αλλά και του «Μεγάλου Ερωτικού» και των «Ορνίθων» του Μάνου και του έργου των σημαντικών του έντεχνου και του Ντεσάου και του Βάιλ και του Άισλερ και του Μπερλιόζ και του Μάλερ και του Έλινγκτον και του Σοστακόβιτς και τόσων άλλων, τα κρατούσαν οι «Λιποτάκτες».

Αυτός ο κρυμμένος ιστός προετοίμαζε μια ενότητα βαθύτερη και οριστικότερη: ας πούμε, την αγάπη.

Σχολιάστε Ελεύθερα