Η φιλία και η ανεργία

Γράφει ο Δημήτρης Σεβαστάκης για την Αυγή

Χωράει η φιλία στις εργασιακές σχέσεις; «Φίλοι» και συγχρόνως «συνάδελφοι» γίνεται; Ή μήπως το «συνάδελφοι» είναι μια παρωχημένη, εξευγενιστική λέξη, πάνω στην κόλαση του 19ου αιώνα που αναβιώνει με ορμή και συστημική ηλιθιότητα; Συνεχίζω τις σκέψεις από το προηγούμενο κείμενο, για την εργασιακή ζούγκλα και τη ρευστοποίηση του δικαίου, δηλαδή της στοιχειώδους ρυθμιστικής δομής. Ενός πλαισίου από κανόνες που κυρίως προφυλάσσουν τον αδύναμο. Τον (σχεδόν) άστεγο θεσμικά. Βεβαίως έχουν κακοποιηθεί και η έννοια του δικαιώματος, και η έννοια του εργοδότη αλλά πριν απ’ όλα έχει κακοποιηθεί η έννοια της εργασίας.

Κάποιες φορές η διεκδίκηση στήνονταν πάνω είτε στην κλαδική είτε στην κομματική είτε στην προσωπική ιδιοτέλεια. «Να πάρουμε εμείς τη ρύθμιση (π.χ. ένα επίδομα για καρέκλα γραφείου που δεν έχει ISO ανατομικού σχεδιασμού) και άσε τους άλλους – ας πρόσεχαν ή ας έτρεχαν όπως εμείς». Τέτοια κουλτούρα διαβάθμισης της καπατσοσύνης και όχι της συλλογικότητας στρέβλωνε συχνά τη συσπείρωση, την επιμονή, την κομματικότητα (αφορά όλους τους κομματικούς χώρους). Συχνά η πάλη αναπτυσσόταν ερήμην των συμφερόντων και του κλάδου, και του κόμματος (μακροπρόθεσμα και του προσώπου).

Όμως το κατοχυρωμένο, θεσμισμένο εργασιακό δικαίωμα προφυλάσσει ακόμα και από τις στρεβλώσεις του, και από τις παραποιήσεις του. Αυτό το μίνιμουμ «ασφάλειας» (μια βάση πάνω στην οποία μπορούν να αναπτυχθούν και εναλλακτικές ερμηνείες δικαίου) δημιουργούσε περισσότερο ποιοτικούς όρους στην κοινωνική διαβούλευση, την εσωεργασιακή διαβούλευση, αλλά και την εσωκομματική δημοκρατία. Παρ’ όλο τον οικονομισμό που επηρέαζε συχνά κάθε διεκδίκηση αλλά και την κομματική εθιμοτυπία, εντούτοις, μερικές φορές το ερώτημα δικαίου (του κανόνα, της καταπάτησης, της διεκδίκησης κ.λπ.) βοηθούσε στην ιδεολογική εκφώνηση, αναγκαστικά έθετε κάποιους ποιοτικούς όρους στις πολιτικές αφηγήσεις. Η στήριξη μιας διεκδίκησης επέτρεπε τη μεγαλύτερη αφομοίωση ενός προβλήματος που έμμεσα γινόταν ευρύτερο.

Στην υβριδική ελληνική οικονομία οι όροι και οι ιδιότητες (η ταξική διαστρωμάτωση) δεν είναι τόσο κάθετα διαμερισματοποιημένα. Ο εργοδότης συχνά είναι εργοδότης του εαυτού του ή των παιδιών του. Μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις που εργοδότης είναι εργαζόμενος και αφεντικό. «Μπακαλόγατος» και μπακάλης. Συγχρόνως.

Θα σας γράψω ένα παράδειγμα. Βοηθούσε από τη δεκαετία του ’50 στο μαγαζί που ήταν πεταλωτήριο, πουλούσε χύμα τσιμέντο και πετρέλαιο. Αργότερα έγινε κληρονόμος του άκληρου πεταλά. Έκανε το μαγαζί «ειδών οικοδομής». Από ούπα και στριφώνια, μέχρι δραπανοκατσάβιδα και πένσες. Από χρώματα οικοδομής, μέχρι αλυσίδες για βάρκες ή αντικλείδια για αφηρημένους και κάρβουνα για μερακλωμένους ψήστες. Τα παιδιά του επίσης μπήκαν στη δουλειά, παρακολουθούν τις εξελίξεις στη χημεία των χρωμάτων, χρησιμοποιούν λογισμικό και φόρμες για να έχουν αξιόπιστο logistic. Ακολούθησαν τον πατέρα αμβλύνοντας τις «ροζιασμένες» καθηλώσεις του.

Σ’ αυτή την επιχειρηματική δομή οι έννοιες δικαίωμα, εργασία, ωράριο αποκτούν τελείως διαφορετικά, άτυπα χαρακτηριστικά. Παράλληλα όμως, στα υπερμεγέθη πολυεθνικά καταστήματα ειδών οικοδομής, σπιτιού κ.λπ. οι έννοιες δικαίωμα, εργασία, ωράριο μεταλλάσσονται. Από την ενδοοικογενειακή συνεννόηση της μικροεπιχείρησης πάμε στο «κανένα δικαίωμα», γιατί γεμίζουν οι θυρίδες από e-mails ανθρώπων που ζητούν δουλειά. Ανθρώπων που δεν διαλέγουν, θέλουν οποιαδήποτε δουλειά. Που, πέρα από τα λίγα χρήματα, θέλουν να νιώσουν ενταγμένοι κάπου, θέλουν να ξανανιώσουν χρήσιμοι, ότι δεν είναι τελειωμένοι και losers. Το «κανένα δικαίωμα» θεμελιώνεται στον ίλιγγο μιας τέτοιας ολοκληρωτικής απόρριψης. Δεν υπάρχεις και δεν χωράς πουθενά. Κανένα επίδομα δεν μπορεί να παρηγορήσει έναντι μιας θεμελιώδους εργασιακής, αξιακής απόρριψης.

Πάνω λοιπόν στη συγγένεια, την εγγύτητα, τη γερή φιλία ή στο χαώδες σύστημα που οργανώνεται πάνω στην ανεργία και την απελπισία ταλαντεύονται οι εργασιακές σχέσεις, χωρίς πλέον το ενεργό δίκαιο εργασίας που θα μετριάζει και θα επιτρέπει. Το Εργασιακό Δίκαιο τορπιλίζεται πολιτιστικά, καταργείται από την πραγματικότητα, δεν χρειάζεται να το παραλείψουν στα εξεταζόμενα μαθήματα στις νομικές σχολές.

Σχολιάστε Ελεύθερα