Καλοντυμένος και χτενισμένος επεκτατισμός

Γράφει ο Δημήτρης Σεβαστάκης για το In.gr

Οσο πιο συντεταγμένη γίνεται η εξωτερική και στρατιωτική πολιτική της Τουρκίας, τόσο αφελείς κάποιες προσεγγίσεις της. Για παράδειγμα τον Ερντογάν τον έχουν πάρει οι σύμμαχοι από κακό μάτι (με την αφελή συνεπαγωγή ότι αυτό θα κρίνει τη στάση τους έναντι της Ελλάδας). Φυσικά πέραν της αφέλειας, να θεωρεί κανείς τις διακρατικές ως συναισθηματικές σχέσεις, υπάρχει και μια εγγενής πολιτική ικανότητα του ίδιου του Ερντογάν, να δημιουργεί κρίσεις, στην επίλυση των οποίων συμμετέχει και ο ίδιος, αμειβόμενος εν τέλει. Βιρτουόζος και ευλύγιστος σπεύδει να ρίξει μπουνιά, όταν δεν υπάρχει δυνατότητα ανταπάντησης.

Η σχέση με τη Ρωσία και τους S-400 (η ελεγχόμενη εξέγερση απέναντι στα νατοϊκά ειωθότα) γίνεται το διαβατήριο για την αναθεμελίωση των σχέσεων της Τουρκίας με το ΝΑΤΟ. Η εξοπλιστική απιστία γίνεται το τέχνασμα εξασφάλισης μιας γενικής «ενδο-δυτικής» επιείκειας. Εξάλλου, οι ψηφοφόροι του αμείβονται με τους εθνικιστικούς φαφλαταδισμούς, επουλώνοντας, μάλλον έτσι, κάποιες από τις οικονομικές πληγές της καθημερινότητας.

Δεν έχει υποστείλει καθόλου την πάγια εθνικιστική ρητορική, αφού το πρόβλημα για τη Δύση είναι να μην αποσκιρτήσει, όχι να μην απειλεί τους εντός του οίκου. Και με τον Μακρόν αμβλύνονται οι σχέσεις – με τα περί Λιβύης. Ητοι, αποψιλώνει την Ελλάδα από μια περίμετρο συμμαχικών ή παρηγορητικών παραγόντων.

Ξαναγυρίζουμε εκεί όπου βρίσκεται η φύση των σχέσεών μας, δηλαδή ο πυρήνας ισχύος. Εκτός από την πολλαπλή επιχειρηματική διείσδυση, παρουσίασε ηλεκτρικό αυτοκίνητο (θυμίζω ότι η Τουρκία έχει πλέον αυτοκινητοβιομηχανία), παρουσίασε πυραυλικό σύστημα που αφορά ιδίως τις ναυτικές δυνάμεις. Τα drones είναι γνωστά, οι υπόλοιπες στρατιωτικές, κυρίως, παραγωγές επίσης, η Τουρκία κερδίζει από την απειλή πολέμου και ως προς την τεχνογνωσία και ως προς τη βιομηχανική παραγωγή και ως προς την εμπορία και ως προς την πολιτική υπεραξία.

Είναι «δεσμευμένη» πολλαπλά στην απειλή πολέμου και αυτό δεν αίρεται από καμιά ελληνική ευγένεια ή ενδοτικότητα. Εχει παρέλθει ο καιρός των «δυσβάστακτων εξοπλισμών για τους δύο λαούς» που θα έκανε δελεαστική την ειρήνη. Σήμερα δυσβάστακτοι είναι οι εξοπλισμοί κυρίως για την ελληνική πλευρά. Η οποία αποβιομηχανοποιήθηκε εν όλω (η ΕΑΒ δυσκολεύεται να ανταποκριθεί σε έντονες παραγωγικές απαιτήσεις), η οποία εξαντλεί τα αποθέματα παραγωγικής επινοητικότητας και επενδυτικού οίστρου στα καφέ, στον στοιχηματζίδικο κύκλο και στα πάρτι στα γνωστά ελληνικά νησιά.

Σαν να γύρισε ο τροχός, στη μεθυσμένη και καταστροφική για τη χώρα δεκαετία του ’90. Οταν δηλαδή «κάηκε» η αποταμιευτική μέριμνα, νέκρωσε η ναυπηγική βιομηχανία, «υπαλληλοποιήθηκε, γραφειοκρατικοποιήθηκε» η αγροτική παραγωγή, μετακινήθηκε η χώρα από τη δημιουργία προϊόντος στην επιδότηση για την απλή επίκλησή του.

Η μεγάλη, γειτονική μας χώρα σύντομα θα καταψηφίσει τον Ερντογάν, θα εκλεγεί ένας ελπιδοφόρος δυτικόφιλος που θα πουλάει ακριβώς τα ίδια πολιτικά υλικά, αλλά θα επενδύει σε έργα σύγχρονης τέχνης. Κάποιοι θα καγχάζουν που τώρα «ανακάλυψαν τον Damien Hirst οι Τουρκαλάδες», μέχρι ένας καθεστωτικός τούρκος καλλιτέχνης να πάρει το πρώτο βραβείο στην Μπιενάλε της Βενετίας, με ένα έργο «αφιερωμένο στο ανθρώπινο πεπρωμένο, όπως το στοιχειοθετεί η μεταναστευτική κρίση». Ιμπεριαλισμός comme il faut. Θυμηθείτε με.

Σχολιάστε Ελεύθερα