Τα αμελή διαβάσματα

Γράφει ο Δημήτρης Σεβαστάκης για την Αυγή

Τα αμελή διαβάσματα. Τα μόνα παρηγορητικά, που δεν θυμίζουν σχολείο. Που δεν παρασύρονται από μια δογματική και αντιπαθητική φιλομάθεια. Ακατάστατα, παραβατικά, ηδονοθηρικά. Κλέβεις χρόνο από τον αυστηρό πατέρα που νομίζει ότι είσαι προσηλωμένος στη «Φυσική των ρευστών» μέσα στο δωμάτιο. Αυτό αγωνίζεσαι να κερδίσεις: διάβασμα απροσπέλαστο απ’ την ηθικολογία των επιμελών.

Πώς να διαβάσεις για την εξεταστική

Μπάνιο, μια γρήγορη ακουαρέλα απ’ το μεσημεριανό αρμυρίκι και στη μέση βιβλίο, ένα ποίημα, ένας στίχος που σε θυμάται. Επιστροφή στον Π. Κονδύλη «Μελαγχολία και πολεμική» εκδόσεις Θεμέλιο -διάσπαρτα κείμενα που συνθέτουν μια μορφή ποιητικής, σε επιμέλεια Κώστα Κουτσουρέλη, ή στο ηλιόλουστο «Στ’ αμπέλια» διά χειρός Σταύρου Ζουμπουλάκη, «Πόλις». Διάβασμα, αλλά όχι για πολύ. Μέχρι να καείς και να πρέπει να ξαναβουτήξεις.

Στο σχολείο ο εφιάλτης ήταν το διάβασμα – σάρωση. Διαβάζω τα πάντα. «Σελίδα 25 μέχρι 148, παραλείπουμε την Τέχνη και πάμε σελίδα 210 έως 313». Σαρωτική φωτογράφηση, ένα ηλίθιο και άκαμπτο σκάνερ. Επίσης ανασχετικός παράγων η θέση ανάγνωσης. Κάθεσαι στο γραφείο και πρέπει τώρα να διαβάσεις. Πόσες ώρες; Όσες κι ο συμμαθητής (τα έλεγαν οι γονείς από το τηλέφωνο). Το ανηδονικό και καταναγκαστικό διάβασμα, το αμόρφωτο και ακαλλιέργητο, άφηνε την πίκρα μιας υστέρησης. «Μέτριος μαθητής».

Τελειώνουν οι Πανελλαδικές, σχεδόν έχουν ολοκληρωθεί οι εξεταστικές στα πανεπιστήμια, η σχολική χρονιά έκλεισε κούτσα – κούτσα. Το διάβασμα μπορεί να ξαναβρεί τον δρόμο για τη σκέψη. Όχι να συγκρούεται μαζί της, να αντιδικεί, να ανταγωνίζεται τη σκέψη, αλλά να είναι το ίδιο η διαδοχή της.

Τα άταχτα παιδιά συνήθως δεν είχαν τέτοια προβλήματα. Άφηναν τη σχολική τσάντα στη γωνιά και ξανα-ασχολούνταν την άλλη μέρα μαζί της. Καμιά φορά αντικαθιστούσαν τα βιβλία των χθεσινών μαθημάτων με τα σημερινά. Τα άταχτα παιδιά είχαν πολύ πιο σοβαρά θέματα. Πώς θα ρίξουν τον αντίπαλο επιθετικό στο έδαφος, πώς θα κλέψουν μια πάσα, πώς θα εκβιάσουν το πέναλτι.

Όμως αυτή η προσήλωση στην επιθυμία οργάνωνε τη σκέψη τους αλλιώς, θεμελίωνε τα εκφραστικά τους μέσα, αφού αυτά βιδώνονταν στην επιθυμία: στο πιο σοβαρό αναγνωστικό, καλλιτεχνικό, ερευνητικό κίνητρο. Μπορούσε η παράβαση να γίνει αναγνωστικό πρωτόκολλο. Μπορούσε η αταξία να γίνει κοίτασμα μιας κλέφτρας οξυδέρκειας. Αρκεί να βρισκόταν ένας δάσκαλος, εξίσου άτακτος, ένας δάσκαλος που ξέρει το μονοπάτι ανάμεσα στα βάτα. Ένας αναγνώστης, δάσκαλος, εξίσου απρόοπτος, ένας αναγνωστικός χαφ.

Ξανά λοιπόν: Γ. Ρίτσος «Αργά πολύ αργά μέσα στη Νύχτα» από τον Κέδρο, μια ελεγεία του τέλους, με το εξαιρετικό υστερόγραφο της Χ. Προκοπάκη, ο ευφυής, συστηματικός και στυφός David Harvey, «Δεκαεφτά αντιφάσεις και το τέλος του καπιταλισμού», μετάφραση Ε. Αστερίου, από το Μεταίχμιο, ή τα διασκεδαστικά «Ξεχασμένα πρωτοσέλιδα» την ελληνική μικροϊστορία, του Γιάννη Ράγκου, από τις εκδόσεις Polaris, με ιστορίες εγκλημάτων, ηρωισμών, πολιτικών δραμάτων.

Στα βιβλία ζωγραφίζουμε επίσης, για να ολοκληρωθεί η αναγνωστική χαρά.



Categories: ΑΠΟΨΕΙΣ

Tags: ,

Σχολιάστε Ελεύθερα

Αρέσει σε %d bloggers: