Απώλειες

Γράφει ο Δημήτρης Σεβαστάκης για την Αυγή

Οι απώλειες αριστερών κλονίζουν, γιατί, φαίνεται, κάτι βαθύτερο αποσταθεροποιούν. Δεν διεγείρουν μόνο μια αφάνταστη λύπη (ή δεν υπενθυμίζουν, όπως κάθε θάνατος, το δικό σου πεπερασμένο), όσο ανατρέπουν μια τάξη πραγμάτων. Την τάξη αγάπης. Γιατί με πολλούς συντρόφους και φίλους οι σχέσεις ήταν πρωτίστως αγαπητικές για να εξελιχθούν σε πολιτικές. Μπορεί να είναι και λίγο θεολογικό, αλλά με πολλούς η συμπόρευση είχε αρχίσει πολύ πριν γνωριστούμε και συνεχίστηκε ακόμα και μετά από τις πολλές διασπάσεις του χώρου. Γιατί συμπόρευση δεν σημαίνει συμφωνία, όσο συν – αγρύπνηση.

Οι πολιτικές νεολαίες της Αριστεράς, για πολλές δεκαετίες, διαμόρφωναν έναν τόπο πολιτισμού και παρέας. Σχέσεις αφισοκόλλησης και ταβέρνας. Εργασίας εθελοντικής, ποίησης και μουσικής. Τσιτατολόγοι και βαθύνοες, επιθετικοί καριερίστες και έξοχοι. Οι ηλικίες των διασπάσεων, οι ηλικίες των κινητοποιήσεων, οι ηλικίες των διαφωνιών, οι πίκρες και οι απρέπειες, οι αλληλοστήριξη στα δύσκολα, οι καιροσκοπισμοί μερικών, η συνέπεια άλλων, όλα σ’ αυτό το αμάλγαμα που τελικά συντρίβεται από μια απώλεια, που θεωρεί ακόμα ανεξήγητη τη φυγή κάποιου.

Έχει κατηγορηθεί η Αριστερά για μιζεραμπιλισμό, ότι καθηλώνεται στη θρηνητική πλευρά της Ιστορίας.  Ότι περισσότερο άνετα νιώθει στη λύπη πάρα στη χαρά. Τόσο που η χαρά να θεωρείται κάτι μη επαρκώς αριστερό. «Πώς χαίρεσαι όταν ο κόσμος υποφέρει;» Μερικοί δίνουν εξήγηση ότι το βίωμα της ήττας αναδύεται σαν φάντασμα και στοιχειώνει τη φιλοσοφία και την κοσμοθέαση της Αριστεράς. Τα ποιήματά της, τα μουσικά έργα, το θέατρο, το σινεμά τα στοιχειώνει η λύπη, ο θρήνος. Αυτό εντείνει τον πεισιθάνατο και μελαγχολικό αριστερό λόγο. Επανάσταση υπήρξε ο θρίαμβος της λύπης λοιπόν;

Το γεγονός όμως είναι ότι η απώλεια γίνεται ενίοτε και κρίση. Ηττοπαθές σύνδρομο για κάποιους, ένδειξη ποιότητας για άλλους.

Παίρνω και δεν παίρνω αφορμή από την απώλεια της Δώρας Καλλιπολίτη.  Όχι μόνο γιατί είναι επώδυνη. Συνδεθήκαμε στο τμήμα Πολιτισμού, κατάλαβα τη βαθιά βιωματική της σύνδεση με ό,τι εννοούσε ως ανανεωτική Αριστερά, κατάλαβα και την καθαρή επιθυμία της να ζει στον ευρύ χώρο, εννοώντας τον καμιά φορά διαφορετικά από άλλους, εντούτοις εμμένοντας. Αυτή η βαθιά ρίζα δεν είναι εξήγηση μιας αφηρημένης ενότητας, αλλά εξήγηση για το δέσιμο μέσα από διαφορές μερικών ανθρώπων του χώρου. Αυτών που είναι πάντα έτοιμοι, πάντα εκεί που πρέπει, πάντα στην ανάγκη, διαρκώς στην επαγρύπνηση.  Όπως η Δώρα και τόσοι άλλοι.

Κάποιοι λένε ότι η λύπη δεν αποτελεί σχέδιο για το μέλλον ούτε δημιουργεί ενότητα ιδεών, αλλά την αμυντική ενότητα πένθους. «Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους» το είπε με άλλο τρόπο ο Μανώλης Αναγνωστάκης.

Τη δυνατότητα να νιώθεις τη φυγή ενός άλλου ως δική σου απώλεια, αυτή πρέπει να υπερασπίζεται η Αριστερά. Αυτό καταλαβαίνω ότι ιστορικά θέλει να πει. Αυτό να εισφέρει. Η απώλεια του άλλου να είναι δική σου, προσωπική απίσχναση.

Τι κάνουμε τώρα; Φεύγουν σιγά – σιγά ακριβοί φίλοι, σύντροφοι. Τι κόμμα θέλουμε; Θα γίνουμε αυτοί ή οι άλλοι; Θα είμαστε έτσι ή αλλιώς; Ποια μορφή είναι η ενδεδειγμένη; Η κατάλληλη, που θα συγκολλά όλα τα πρόσωπα, όλα τα ύφη, όλες τις εμμονές;

Οι απώλειες, οι φίλοι που φεύγουν, βάζουν τα ερωτήματα στις ορθές διαστάσεις, στα σωστά «κυβικά». Πολλές φορές εγωισμοί ή σχολαστικισμοί εμποδίζουν να απλώσεις το χέρι. Γιατί (και πρέπει να το παραδεχτείς μέσα στην οίησή σου) έχεις ανάγκη αυτό το απλωμένο χέρι. Στον σύντροφο. Στον συν – αγρυπνητή. Αυτή η τολμηρή χειρονομία (να ζητήσεις, να καλέσεις, να απευθυνθείς, να δηλώσεις την ανάγκη σου) σε χωράει, σε περιέχει και σε στερεώνει στα δύσκολα.

Σχολιάστε Ελεύθερα