Η πονηρή αντιαριστερή σφοδρότητα

Γράφει ο Δημήτρης Σεβαστάκης για την Αυγή

Αναδύεται ένας πρωτόγονος και σφοδρός αντικομμουνισμός, μια μανιασμένη αντιαριστερή ρητορική. Δεν έχει σχέση μόνο με την αναπαλαίωση του εμφυλιοπολεμικού μίσους όσο με την πονηρή οργάνωση μιας φραγής.

Κανένας δεν επιτρέπεται να περάσει τα σύνορα προς την Αριστερά. Όσο χάνεται η κοινωνική αποδοχή τής κυβέρνησης τόσο πρέπει να εντείνονται οι «απαγορεύσεις» προς μια πιο αριστερή λύση. Συμβολικές, αισθητικές, νομικές κ.λπ. απαγορεύσεις. Κατακλυσμός από δηλητηριώδη κείμενα, παράθεση λογοκριμένων διαλόγων (όπου ο καλός νικάει τον κακό αριστερό), εμπάθεια και συμπλέγματα. Υπάρχει φυσικά και μια έλλειψη πολιτικής καλλιέργειας που καταφεύγει σε έναν ακραίο λόγο αφού δεν μπορεί να οργανώσει επιχείρημα. Αλλά ούτως ή άλλως ζούμε μια πολιτική περίοδο όπου κυριαρχεί το μετα-επιχείρημα. Ο ισχυρισμός και η μπουνιά είναι μορφές τού νέου επιχειρήματος.

«’Φαγαν πολύ κόσμο οι αντάρτες», «ο κίναιδος Άρης», «απλυταριό» κ.λπ. Κάποιος μπορεί να τα θεωρήσει ως στοιχεία παρωχημένα, λουμπενικά και γεροντικά. Εντούτοις υπάρχουν αυτοί που διαθέτουν ευθύγραμμη σκέψη και λειτουργία, που τα παραλαμβάνουν όχι ως τερατωδίες, αλλά ως έναν φυσικό, αληθινό και πρέποντα τσαμπουκά προς την Αριστερά.

Είναι αλήθεια ότι η Νεοδεξιά, ας πούμε η μετακαραμανλική Δεξιά, έχει την αίσθηση ενός ιστορικού δικαίου που πρέπει να ανακτηθεί, ενός δικαίου του τύπου «αρκετά τους χαϊδέψαμε τους αριστερούς», «τους δώσαμε θάρρητα». Αυτή η μορφή Νεοδεξιάς περιφρονεί τους δημοκρατικούς δεξιούς, τους θεωρεί μαλακούς, χαϊβάνια που έδωσαν χώρο και θάρρος στην Αριστερά. Αυτή η πρωτόγονη και εμπαθής στάση τυλίγει και την «ακίνδυνη», γι’ αυτούς, Αριστερά (τις διάφορες εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, ακόμα και τα μικρά αριστερά κόμματα που αποσπούν μικρό μερίδιο εκλογικής πίτας). Όλοι στο σακί. Γιατί ο νέος αντιαριστερός λόγος έχει απόλυτη ανάγκη την περίφραξη κι αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά με χοντροκομμένους, εύληπτους όρους, με όρους πολιτικού ρατσισμού. Πρόκειται για μια έξυπνα επιλεγμένη επιθετική άμυνα που προσπαθεί να εξασφαλίσει την παντοτινή εξουσία.

Τι αντιτάσσεις; Έναν απλοϊκό αντίλογο του τύπου «είσαι και φαίνεσαι», του τύπου «στα μούτρα τα δικά σου»; Μα έτσι τροφοδοτείς ακριβώς αυτό το πεδίο αντιπαράθεσης που θέλει ο αντίπαλος. Αντιτάσσεις ένα σεμνό και δυνατό επιχείρημα ορθής κριτικής; Μα (θα σου πουν) «δεν φτάνει στον κόσμο ούτε είναι κατανοητό, άσε που αφήνει ένα μέρος του κοινού σου με την πικρή γεύση τής ήττας ότι δεν αντιγυρίζεις την μπουνιά». Ανεβάζεις ό,τι επιλέγει ο κόσμος ως πεδίο σύγκρουσης; Πας με το μέρος κάθε διαμαρτυρίας; Μα θα το βρεις μπροστά σου – το είδαμε το έργο το 2012 – 2019. «Ε, και;» θα πει κάποιος. «Αυτό δεν έκαναν κι αυτοί; ‘Μακεδονικό’, προσφυγικό, συντάξεις, κινδυνολογία…»

Σιγά – σιγά, όσες εναλλακτικές απαντήσεις και να παραθέσεις, διαπιστώνεις ότι οι όροι του παιχνιδιού είναι υπονομευμένοι. Είτε παίζεις με τους όρους τού αντιπάλου, είτε αδρανείς, είτε σιωπάς. Και είναι γεγονός ότι μπορεί να υπάρξει μια έξαρση σε ένα επιμέρους πρόβλημα, αλλά μετά ακολουθεί σιωπή. Συχνά αφήνονται πράγματα στην τύχη τους. Όπως δεν υπήρχε σύνδεση και ύφανση μιας συμπαγούς κυβερνητικής λειτουργίας την περίοδο 2015 – 2019, έτσι δεν υπάρχει ύφανση μιας συντονισμένης και καλοπλεγμένης αντιπολιτευτικής λειτουργίας τώρα. Συχνά. Όχι πάντα, όχι σε όλα.

Στην κυβερνητική περίοδο πολλές αποφάσεις αναστέλλονταν από μια εξοργιστική γραφειοκρατική αδράνεια συμβούλων ή και υπουργών, που, προκειμένου να μην βάλουν μπελά στο κεφάλι τους, άφηναν να λιμνάσει ένα θέμα ή δεν καταλάβαιναν το κοινωνικό τέμπο. Ε, αυτά τα χούγια εξακολουθούν. Η δημοκρατία συγχέεται με την ανοργανωσιά, η ηπιότητα με την παράλυση και η δύναμη με την τραχύτητα. Το σκέλος τού απόλυτου συντονισμού, της πειθαρχίας, της συνέχειας και της διασύνδεσης των μετώπων, της λειτουργικότητας εντέλει είναι η βασική διέξοδος και για την επικοινωνία και για τη σχέση με την κοινωνία.

Σχολιάστε Ελεύθερα