Η ανορθολογική κανονικότητα

Γράφει ο Δημήτρης Σεβαστάκης για το In.gr

Η «κανονικότητα» είναι μια φαντασιακή κατασκευή, μια συρραφή από διάφορα στερεότυπα, από διάφορες εξιδανικευμένες, δυτικές κοινωνίες – ιδίως του Βορρά.

Η«κανονικότητα» έχει γίνει σχεδόν θρησκευτική σέχτα. Αναφέρονται όλοι σε αυτή με ευλάβεια και νοσταλγία, καταστρέφοντας συγχρόνως κάθε προϋπόθεσή της. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην τωρινή, αχαλίνωτη, χαρμάνα, μεταπεριοριστική κανονικότητα, με τους χιλιάδες συνωθούμενους πολίτες και τα νέφη από πτύελα πάνω από μια μάσκα-λαιμόκοψη ή στην κανιβαλική, επιθετική οδήγηση στους δρόμους ή τις αδικοπραξίες στον δημόσιο χώρο.

Ούτε αναφέρομαι στη λούφα σε παραλυμένους κανόνες και πειθαρχίες. Αναφέρομαι κυρίως στη νομοθετική παραγωγή, που ουσιαστικά μετατρέπει σε νόμο τη γενική ανομία που κυριαρχεί. Για παράδειγμα. Η καταστροφή κάθε εργασιακής ρύθμισης, κάθε μορφή εργασιακής κανονικότητας έχει αρχίσει πολλά χρόνια τώρα, αφού δύσκολα μπορεί να υπάρξει εργασιακό δίκαιο με 1,5 εκατομμύρια ανέργους έξω από την πόρτα. Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο στον παραβάτη, αυτόν που εκμεταλλεύεται την κρίση απασχόλησης για να φάει μεροκάματα και υπερωρίες ή στην ούτως ή άλλως συντριπτική εργασιακή πραγματικότητα, αλλά κυρίως στην πολιτική που τα θεσμοποιεί. Δηλαδή πέρα από την εργασία, καταστρατηγείται κάθε έννοια θεσμικής ισορροπίας – «κανονικότητας». Το ίδιο παρατηρεί κανείς στον χώρο του ποινικού πεδίου. Τα εγκλήματα απίστευτης έντασης, αγριότητας, τα οικονομικά εγκλήματα, τα εγκλήματα σεξουαλικής βίας που αγγίζουν ακόμα και κορυφαία στελέχη της κοινωνίας και του κράτους ή πολιτιστικά ινδάλματα βρίσκουν ως (γελοίο) νομοθετικό αντίβαρο π.χ. την πανεπιστημιακή Αστυνομία ή το αναίτιο μαυρόξυλο σε πολίτες.

Μια σινδόνη «κανονικότητας» σκεπάζει έναν απίστευτο και εξελισσόμενο κοινωνικό βρασμό, άκεντρο και ατομικιστικό. Ο επιθετικός οδηγικός εγωισμός είναι απλώς εχθροπάθεια προς ό,τι συστήνει το άλλο.

Μπορεί να με ειδοποιεί μια δική μου ανασφάλεια, αλλά νομίζω η κοινωνική συνοχή δεν κερδίζεται. Το ίδιο χαμένη φαίνεται και η υπόθεση της ανάπτυξης. Για παράδειγμα, στο βαρύ ερώτημα «πού είναι οι επενδύσεις» ποια απάντηση δίνεται; Ανοίγουν απίστευτος αριθμός καφέ, ντελιβεράδες κουβαλάνε καφέδες σε σπίτια, στα μηχανάκια έχουν επινοηθεί καταπληκτικοί τρόποι στηρίγματος του φραπέ, τεράστιοι αριθμοί κοιλαράδων «αθλουμένων» σέρνουν τα βήματα στο Ζάππειο με έναν φραπέ στο χέρι. Η ανάπτυξη στη χώρα μας είναι η φράπα. Είναι αυτό προοπτική; Μπορεί να εντοπίσει κανείς πολλές μορφές πολιτικού φορμαλισμού – μια πολιτική επιφανείας χωρίς κανένα βάθος – που όλες αναφέρονται σε μια αφηρημένη «αποκατάσταση», σε μια αφηρημένη «κανονικότητα», σε μια μελλοντική και πάντοτε επερχόμενη «ανάπτυξη». Αν δούμε την ιστορία μας, η πιο εκτεταμένη εκδοχή της κανονικότητας είναι η μεταφυσική επινόησή της. Η χώρα στάθηκε και κρατήθηκε λόγω της θέσης της, όχι λόγω των εσωτερικών ποιοτικών χαρακτηριστικών της οικονομίας και της παραγωγής της. Στάθηκε λόγω γεωπολιτικής τύχης.

Η «κανονικότητα» είναι μια φαντασιακή κατασκευή, μια συρραφή από διάφορα στερεότυπα, από διάφορες εξιδανικευμένες, δυτικές κοινωνίες – ιδίως του Βορρά. Την κατασκευάζει ο καθένας μέσα στην κούτρα του, με αναφορά παραστάσεις, απεικονίσεις, περιγραφές, δεν τη συγκροτεί έλλογα. Η αδυναμία ρεαλιστικής ανάλυσης διαμορφώνει μια «ανεργία», μια απραξία στοχασμού, δηλαδή σχεδιασμού. Στον πυρήνα της είναι θρησκοληψία, μια αναγωγή, μεγάλης νοηματικής χωρητικότητας. Ενώ είναι εκτεταμένη η χρήση της, φαίνεται δύσκολα περιγράψιμη έννοια. Εφόσον όμως μετατρέπεται κάθε στιγμή σε ένα πολιτικό και πολιτιστικό εργαλείο, αποκτά τον «ρεαλισμό» της χρησιμότητάς της. Αντιορθολογική κανονικότητα.

Σχολιάστε Ελεύθερα