Οι βιτριολικοί και οι λιβανιστές

Γράφει ο Δημήτρης Σεβαστάκης για το In.gr

Συχνά στην πολιτική η δουλεία είναι ανταλλακτική

Υπάρχουν αυτοί που συντάσσουν ημερήσιες ή εβδομαδιαίες μονογραφίες. Αφοσιώνονται σε ένα πρόσωπο και το βρίζουν. Προαποφασισμένοι, δεν είναι δύσκολο να βρουν μια αφορμή. Κάτι θα ξεφύγει απ’ το στόμα του «εχθρού», ένα μικρό γλίστρημα σε μια δήλωση, σε μια συνέντευξη, είναι αρκετό. Αλλά και σε μια προφυλαγμένη παρουσία του, χωρίς ολισθήματα και γκάφες, πάλι θα βρεθεί η αφορμή. Θα αντιδιασταλεί από τον συγγραφέα-ακτινοσκόπο του η σημερινή με μια παλιότερη δήλωση, για να στηθεί η κρεμάλα.

Οι γραφείς αυτού του τύπου είναι φανατικοί, γιατί δεν ανανεώνουν τη θεματολογία τους, οπότε πρέπει να κρατηθούν από τη φόρμα τους, από το ίδιο το γραπτό τους. Οταν κι αυτή τούς εγκαταλείψει (συχνά είναι εξαντλημένοι εκφραστικά), καταφεύγουν στη φωνασκία. Αναπότρεπτα, καταλήγουν στον φανατισμό, για να εξασφαλίζουν άλλοθι για τη φωνασκία. Μύλος. Μάλλον, ανεμόμυλος που καταλήγει στις αερολογίες.

Συμμετρικοί των υβριστών είναι οι κόλακες. Διατηρούν τον ίδιο ακριβώς μηχανισμό με τους υβριστές. Επιστρατεύουν τη γραφή  τους σε ένα πρόσωπο, το οποίο καταδιώκουν με λατρευτικά κείμενα. Ενίοτε καταλήγουν σε μια λατρεία μίσους.

Συχνά στην πολιτική η δουλεία είναι ανταλλακτική. Η περίοδος της αφοσίωσης και του αθώου έρωτα έχει παρέλθει, οπότε αυτό που περισσεύει είναι η χρησιμοθηρία. Οχι όμως πάντα. Σιγά σιγά ένα πολιτικό (ή  προβεβλημένο) πρόσωπο μπορεί να γίνει  ένα είδος υποκατάστατου του λείχοντος ή του κατακρημνιστή.

Τα μοντέλα γραφιά που προσπαθώ να περιγράψω καταστρέφουν το πιο ουσιαστικό στοιχείο της πολιτικής. Τη σύγκρουση, την οξεία ή αμβλεία κριτική, την ποιότητα του  επιχειρήματος, την υψηλή λειτουργία της ιδεολογικής σχάσης.

Τα μεταβάλλουν σε ένα πάρτι λιονταριών που κατασπαράζουν ή σε ένα πάρτι groupies. Οπως στους αντικομμουνιστικούς μετεμφυλιακούς «φιλανθρωπικούς» συλλόγους, ή στις παραεκκλησιαστικές συνάξεις με την υπηρετική πλειοδοσία προς την «Αρχή».

Η φτώχεια της κριτικής, ιδίως η «μονογραφική» στένωσή της, δεν οφείλεται ίσως στην ένδεια πολιτικής σκέψης αλλά στα ελλείμματα πολιτικής δεοντολογίας. Τέλος πάντων, δεν μπορεί κανείς να τα βάλει «με χωροφύλακα που πλήττει» ή κειμενογράφο σε ανασφάλεια (που μέσα του φωλιάζει η υποψία ότι αυτό που τον κρατά στην επιφάνεια δεν είναι η δύναμη της έκφρασής του, δεν είναι το ταλέντο – που μπορεί και να έχει ξεραθεί – αλλά η επικαιρογραφία και η στράτευση εναντίον).

Ο μονολιθικός γραφιάς μας χαίρεται όταν του πουν «καλά τού τα είπες». Γιατί, ξέχασα να πω, σε αυτό το κοινό απευθύνεται. Τους «καλά τού τα είπες». Προπεπεισμένους ανθρώπους, που θεμελιώνουν την ταυτότητά τους εντασσόμενοι στο οχλοκρατικό  «μάγισσα στην πυρά».

Διαδικτυακούς μασκοφόρους μιας αντιπολιτικής. Η κριτική φτώχεια οφείλεται στο ότι έτσι ακριβώς  διαδραματίζεται η πολιτική, εκεί κινείται, με οπαδούς, μπρατσάδες και λιντσαριστές. Αυτή ουσιαστικά «παραγγέλνει» τους υμνητές σχολιογράφους ή τους κειμενογραφικούς τραμπούκους.

Πάντα υπήρχε το φαινόμενο της «στρατευμένης» κειμενογραφίας. Το ενδιαφέρον είναι στο φαινόμενο, όχι στα στελέχη του. Η μετατόπιση από τη γραφή στον λίβελο ή στον ύμνο ωφελεί τον πιο αζήτητο, άρα τον πιο αδίστακτο. Τον γραφιά που γίνεται «μπρατσάς».

Σχολιάστε Ελεύθερα