Λαθροχειρία και φανατισμός

Γράφει ο Δημήτρης Σεβαστάκης για το In.gr

Η πολιτική, λόγω και του βαθύτατα εδραιωμένου αντικοινοβουλευτισμού, έχει επινοήσει τερτίπια ώστε να κρύβεται πίσω από λάμψεις.

Η πολιτική και αρκετά πρόσωπα που την κατοικούν δεν είναι θελκτικά στα μάτια των πολιτών, γι’ αυτό και η κυβέρνηση, με ευφυΐα μηχανορράφου, επινοεί υποκατάστατα, αντίτυπα. Αφθαρτα πρόσωπα από άλλους χώρους – τον χώρο της επιστήμης, της τέχνης, τα μεταμφιέζει σε αντιπροσώπους της. Φορτώνει πάνω τους μέρος της επικοινωνιακής διεκπεραίωσης. Την άνοιξη ο κ. Τσιόδρας (ακούσια) κατά κάποιον τρόπο «εικονοποίησε» την κυβέρνηση, ώστε οι τυχόν επιστημονικοί ή οργανωτικοί διαφωνούντες με τη διαχείριση της πανδημίας να τσουβαλιαστούν στον ρόλο της αντιπολίτευσης, κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ.

Παλιό κόλπο, αυτό των ρόλων, του καλού και του κακού. Ο κ. Τσιόδρας ενσωμάτωνε όλα τα θετικά στερεότυπα που ακουμπούσαν τέλεια το συντηρητικό κοινό. Επιστημονική ποιότητα, φυσική σεμνότητα, ιεροψαλτική δεινότητα, ενδυματολογική παράδοση. Ο κ. Τσιόδρας, έτσι όπως «σκηνοθετήθηκε» την άνοιξη, θα μπορούσε να είναι ο πρωταγωνιστής στα αναγνωστικά δημοτικού σχολείου της δεκαετίας του ’60.

Οταν απεσύρθη από το φυλάκιο επικοινωνίας (μάλλον διαφωνώντας), επινοήθηκαν διάφορα πρόσωπα που κατά διαστήματα φορτώνονταν τον ρόλο του κυβερνητικού. Στιγμιαία και η κυρία Πρωτοψάλτη. Κατά τη γνώμη μου, χωρίς τα ίδια τα πρόσωπα να το επιλέγουν. Τελευταία, ο Μανώλης Κορρές. Να σημειώσουμε ότι εκτός από επιστημονική ποιότητα, διαθέτει και μια μεγάλη ικανότητα να χρησιμοποιεί γνώσεις από διασταυρούμενες επιστημονικές περιοχές, είναι παραστατικός συζητητής, καταπληκτικός σχεδιαστής (για όσους δεν το ξέρουν) και ταυτίζεται ερευνητικά με το εθνόσημο που συνιστά η Ακρόπολη. Μέσα από την καταναγκαστική «ανάθεση» στον Μανώλη Κορρέ, όλες οι επιστημονικές ή αισθητικές διαφωνίες για τις διαστρώσεις στην Ακρόπολη βαφτίστηκαν «οι άλλοι». Οχι τα άλλα πρόσωπα, οι άλλες απόψεις, αλλά γενικά και αξιωματικά, «οι άλλοι». Κάποιος πιο γλαφυρός το βελτίωσε σε «συριζαϊκό τσούρμο».

Για την Ακρόπολη θα επανέλθω σε επόμενο κείμενο, γιατί τώρα με ενδιαφέρει η κουτοπόνηρη επινόηση «υποκατάστατων» προσώπων, στα οποία φορτώνεται πολιτικός ρόλος, χωρίς να κουβαλάνε το γήρας της πολιτικής, αλλά χωρίς και να μπορούν να ελέγξουν την παράσταση.

Φθείρει βέβαια την προσωπικότητά τους η κατάχρηση – ουσιαστικά συμβαίνει μια ακύρωση παραδείγματος – αφού μετακινούνται σε κάτι που τα ίδια τα πρόσωπα δεν επέλεξαν. Η πολιτική, λόγω και του βαθύτατα εδραιωμένου αντικοινοβουλευτισμού, έχει επινοήσει τερτίπια ώστε να κρύβεται πίσω από λάμψεις. Την τακτική δε απόκρυψης και παραλλαγής τη χρησιμοποιεί συνεχώς. Οι συντομογραφίες τουίτερ και οι ατάκες, στη θέση της επιχειρηματολογίας, είναι μια μορφή απόκρυψης. Βάζουν «κλαδιά» για να μην τους δει το θήραμα.

Εκείνο όμως που έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον δεν είναι η αυτοσυντήρηση του πολιτικού συστήματος, αλλά η προθυμία διαφόρων εκλαϊκευτών να πλειοδοτήσουν. Αν τολμούσε κάποιος να εναντιωθεί πέρυσι σε ανακοίνωση του κ. Τσιόδρα, μαύρο φίδι που τον έφαγε. Αμέσως βρίσκονταν δεκάδες «ιατρίζοντες» (όχι ιατροί, αλλά πολεμικοί εκλαϊκευτές) που τον τσάκιζαν. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα με τους «αρχαιολογίζοντες». Δίνουν μια κειμενογραφική μάχη ενάντια σε αυτούς που δεν «δικαιούνται διά να ομιλούν».

Το δογματικό, φανατικό υπόστρωμα, δείχνει τα όρια μέσα στα οποία κινείται η κοινωνική διαβούλευση. Δείχνει και τα όρια μιας κουτοπονηριάς, που διεκδικεί τον ρόλο της νοημοσύνης.

Σχολιάστε Ελεύθερα