Το Ολοκαύτωμα της Κλεισούρας 5 -6 Απριλίου 1944

Γράφει η Τασσώ Γαΐλα

Η Κλεισούρα  γνωστή κι ως Βλαχοκλεισούρα,είναι  ένα πανέμορφο ιστορικό χωριό της Καστοριάς στην Δυτική Μακεδονία κι αποτελεί μια ιστορική και σημαντική κωμοπόλη του βλάχικου ελληνισμού που ανέδειξε πολλά ιστορικά πρόσωπα κατά την εποχή της ακμής της. Βρίσκεται στο ανατολικό άκρο του νομού, στην είσοδο των ομώνυμων στενών, 34 χλμ. ανατολικά της Καστοριάς. 

Αυτό  το ξακουστό βλαχοχώρι που σύμφωνα με τους ιστορικούς κτίστηκε τον 15 αιώνα, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας αριθμούσε εξήμισι χιλιάδες (6.500) κατοίκους (σήμερα μόλις 260),  και αναδείχθηκε σε κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου της Δυτικής Μακεδονίας με τις χώρες της Βαλκανικής και τις Παραδουνάβιες περιοχές.

Εξέχουσα θέση κατείχε και στην πνευματική κίνηση της εποχής του Διαφωτισμού για το Γένος.

Κέντρο των Ελληνικών γραμμάτων στην περιοχή, η Κλεισούρα, με περιώνυμα σχολεία, γαλούχησε, μόρφωσε και καθιέρωσε σπουδαίους λογίους και επιστήμονες μέλη της Φιλικής Εταιρείας και άρχοντες της Μολδαβίας . Γενέθλια πόλη ηρώων του ’21 και των Μακεδονικού Αγώνα καθώς και εθνικών ευεργετών, ενώ οι μεγάλες διώροφες ή τριώροφες κατοικίες, οι περίτεχνοι ναοί και η πλούσια βιβλιοθήκη της (πυρπολήθηκε το 1866) ήταν τα σημάδια της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής της ακμής την εποχή εκείνη.

Σήμερα ελάχιστα από αυτά σώζονται, ύστερα από τις δύο μεγάλες καταστροφές, η μία πιο τραγική από την άλλη, που ανέκοψαν κάθε πρόοδο και σταμάτησαν την πορεία ανάπτυξής της.

Η μία, στις 2 Νοεμβρίου 1912, από τους Τούρκους, οι οποίοι την λεηλάτησαν και την πυρπόλησαν.Είχε δε προηγειθεί το πρώτο καταστροφικό πλήγμα στα 1878 από τα αιμοχαρή τουρκικά στίφη των Γκέγκηδων του Ισμαήλ αγά, τα οποία όμως κατατροπώθηκαν από τα αρματολικά σώματα που λημέριαζαν στο Μουρίκι. Ακολούθως, στις 22 Ιουλίου 1903 κατά την ψευδεπανάσταση του Ίλιντεν και στη συνέχεια στις 2 Νοέμβρη 1912 που λεηλατήθηκε από τους Τούρκους, όταν αυτοί οπισθοχωρούσαν από τη Μακεδονία. Η τριήμερη εκείνη λεηλασία, κατά την οποία καταστράφηκαν 400 από τις 700 οικίες της, σήμανε το τέλος μιας ένδοξης για την ιστορική Κλεισούρα εποχής, κατά την οποία ο ρόλος της κωμοπόλεως ήταν σημαντικότατος για τα γράμματα, τις τέχνες, τον πολιτισμό, το εμπόριο, αλλά και για τον ελληνισμό της ευρύτερης περιοχής της Δυτικής Μακεδονίας…

Και η άλλη, στις 5 Απριλίου 1944, από τους Γερμανούς, οι οποίοι την πυρπόλησαν, σκότωσαν και σφαγίασαν διακόσιες ογδόντα (280) αθώες ψυχές, κυρίως γυναικόπαιδα. 

Εδώ στην Κλεισούρα κι η Ιστορική Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου  η οποία κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908) αποτέλεσε ορμητήριο του Παύλου Μελά και άλλων οπλαρχηγών, καθώς και τόπο φιλοξενίας πολυάριθμων Μακεδονομάχων.Επίσης, υπήρξε καταφύγιο πολλών κατοίκων της Κλεισούρας κατά τη γερμανοβουλγαρική κατοχή και την περίοδο του Εμφυλίου .

Στην Κλεισούρα κι η μάχη-συντριβή του Ελληνικού Στρατού το ’41 από τους Γερμανούς. Ενώ μετά την οπισθοχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων της εποποιίας του 1940-1941, η ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας παραχωρήθηκε από τις δυνάμεις του Άξονα στην ιταλική κατοχή και εποπτεία με τη συμμαχία της Ρουμανίας. Ακολούθησε η εναλλαγή της κατοχικής ευθύνης και το πέρασμα από τους Ιταλούς στους Γερμανούς. Παράλληλα, την ίδια εποχή, αναπτύσσονται στην περιοχή τα πρώτα εθνικοαπελευθερωτικά σώματα με σπουδαιότερο και ισχυρότερο το ΕΑΜ.

ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ της Κλεισούρας ημέρα Τετάρτη 5 Απριλίου 1944 με την σφαγή αμάχων γυναικών, παιδιών κι ηλικιωμένων…

Το Ιστορικό (Απόσπασμα ομιλίας του Ν.Σιώκη).

…<Μια σπουδαία θυσία εκείνης της χρονικής περιόδου της γερμανικής κατοχής είναι και αυτή της ηρωικής κωμοπόλεως της Δυτικής Μακεδονίας, της Κλεισούρας, στις 5 Απρίλη 1944, που συγκαταλέγεται στις θυσίες των Καλαβρύτων Αχαΐας (13 Δεκεμβρίου 1943), του Φαναρίου Πρέβεζας, του Λουτρότοπου και του Κομμένου Άρτας (16 Αυγούστου 1943), του Διστόμου Λιβαδειάς (10 Ιουνίου 1944), του Δομοκού Λαμίας, και άλλων πόλεων και χωριών. Διακόσιες ογδόντα (280) αθώες ψυχές θυσιάστηκαν στο βωμό της ελευθερίας εκείνη την Τετάρτη του Απρίλη του 1944.

Το πρωινό εκείνο κανείς δε μπορούσε να φανταστεί το κακό που επρόκειτο να συμβεί. Αντιστασιακές ομάδες του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, που δρούσαν στην περιοχή με επικεφαλή το Σιατιστινό Αλέξη Ρόσιο, γνωστό ως καπετάν Υψηλάντη, είχαν πληροφορηθεί ότι μια γερμανική φάλαγγα από φορτηγά αυτοκίνητα επρόκειτο να περάσει την ημέρα εκείνη μεταφέροντας τα λάφυρα που οι αγκυλόσταυροι είχαν αποκομίσει από τη λεηλασία των εβραϊκών εμπορικών καταστημάτων της Καστοριάς με κατεύθυνση το Αμύνταιο˙ έτσι επέλεξαν το στενό στη θέση Νταούλι, θέση στρατηγική με πολλά φυσικά πλεονεκτήματα, και έστησαν ενέδρα. Όταν η εμπροσθοφυλακή της φάλαγγας έφτασε στην τοξωτή γέφυρα του Νταουλιού άρχισε μάχη που είχε σαν αποτέλεσμα να σκοτωθούν τρεις (3) προπομποί Γερμανοί μοτοσικλετιστές.

Σε λίγη ώρα κινήθηκε προς το σημείο αυτό ισχυρή κατοχική δύναμη κι έτσι η αντιστασιακή ομάδα αναγκάστηκε να υποχωρήσει, αφού πρώτα οι αντάρτες ακρωτηρίασαν οικτρά τους τρεις μοτοσικλετιστές και τους εγκατέλειψαν αιμόφυρτους παραταγμένους σε στάση προσοχής στη γέφυρα και αφού μετέφεραν τις μηχανές τους μέσα στην Κλεισούρα. Οι επικεφαλείς αξιωματικοί των Ναζί αντικρίζοντας το αποκρουστικό θέαμα των κατακρεουργημένων βέβηλα συντρόφων τους, οργίστηκαν αφάνταστα επιζητώντας άμεση εκδίκηση και σκληρά αντίποινα. Η στρατηγική του «προληπτικού» πυρός και σιδήρου, δηλαδή η εξόντωση κάθε δυνάμει εχθρού, για να μη διακυβευθεί «πολύτιμο γερμανικό αίμα», ακολουθείται και πάλι. Στόχος τους φυσικά το πιο κοντινό χωριό˙ η Κλεισούρα. Ειδοποιούν τα φρουραρχεία της Καστοριάς και της Κοζάνης, καθώς και το τάγμα των Ες-Ες της Πτολεμαΐδας και δίνουν εντολή να προβούν σε πράξεις αντιποίνων κατά του ανυποψίαστου άμαχου πληθυσμού, που εκείνη τη μέρα αποτελούνταν μόνο από γυναικόπαιδα και γέροντες, μια και οι άνδρες είχαν φροντίσει να απομακρυνθούν για ασφάλεια στα γύρω βουνά και στο Μοναστήρι της Παναγίας με την ελπίδα ότι η γερμανική δολοφονική μανία θα άφηνε άθικτους τους γέροντες και τα γυναικόπαιδα,

Οι αρχιτέκτονες όμως του εγκλήματος έστειλαν πρώτα μέσα στην αρχοντική κωμόπολη ανιχνευτές για να τους καθησυχάσουν ότι δεν θα τους πειράξουν ώστε να μην τραπούν σε φυγή. Οι κατακτητές δεν διστάζουν να δίνουν ακόμα και απατηλές «εγγυήσεις» για να τις αθετήσουν τη δεδομένη στιγμή. Πίσω τους ακολουθούσαν πάνοπλοι οι εκτελεστές και οι εμπρηστές των Ναζί. Τα Ες-Ες και οι γερμανοφορεμένοι Βούλγαροι κομιτατζήδες υπό την αρχηγία των Γερμανών διοικητών της Καστοριάς Ράισελ και Χίλντεμπραντ και την καθοδήγηση του βουλγαρίζοντα αρχικομιτατζή Κάλτσεφ, αφού πήραν το σύνθημα με φωτοβολίδα από το Νταούλι στις 3 μ.μ., άρχισαν να φονεύουν τους κατοίκους με αυτόματα, αμφίστομους πελέκεις και ξιφολόγχες και να πυρπολούν τα αρχοντικά με ειδική εμπρηστική σκόνη. Σπέρνουν το θάνατο χωρίς διάκριση. Ξεκοιλιάζανε έγκυες, λογχίζανε βρέφη αβάπτιστα και νήπια, κοπέλες σαν τα κρύα τα νερά έπεφταν νεκρές στο νωπό χορτάρι των αυλόγυρων από το καυτό μολύβι των πολυβόλων˙ μαζί με τις αρχόντισσες νοικοκυρές, έπεφταν νεκροί και οι σεβάσμιοι γέροντες κι οι γερόντισσες μέσα στα περίφημα αρχοντικά τους. Κανείς δεν μπόρεσε να σταματήσει τους αιμοδιψείς επιδρομείς από το φρικιαστικό έργο της ομαδικής σφαγής και πυρπολήσεως, ούτε και ο παπα-Γιώργης Μήτρας που με το σταυρό στο χέρι εκτελείται ως νεομάρτυρας και κατακρεουργείται. Μέσα στο δίωρο διάστημα που όριζε η διαταγή μετατρέπουν τα πάντα σε κόλαση σπέρνοντας το αίμα, τη φρίκη και το θάνατο και αφήνοντας πίσω τους διακόσια ογδόντα (280) αθώα θύματα, που κλείνουν τον ευρύ κατάλογο των νεκρών της Επιχείρησης Maigewitter (Μαγιάτικη καταιγίδα) τον Απρίλη του 1944.

Στο μεταίχμιο της δίωρης προθεσμίας είχαν στήσει στον τοίχο επτά (7) γυναίκες και τη στιγμή που το αυτόματο ετοιμαζόταν να κροταλίσει εκείνη ακριβώς τη στιγμή, γύρω στις 5 μ.μ., είχε ανάψει πάνω από την άμοιρη Κλεισούρα η φωτοβολίδα που σήμανε τη λήξη της ανείπωτης ανθρωποθυσίας και στάθηκε η σωτηρία των επτά γυναικών, που από τη μνήμη και την ψυχή τους δεν θα σβήσει ποτέ η εικόνα του Γερμανού των Ες-Ες με το κόκκινο απ’ το αίμα αδιάβροχο, αλλά και της νεκρής μάνας με το παιδί της στην αγκαλιά.

Ο σφαγέας της Κλεισούρας συνταγματάρχης Karl Schümers (Καρλ Σύμερς), διοικητής του 7ου Συντάγματος της 4ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας των Ες Ες, χαρακτηρίζεται ως άτεγκτος και άκαμπτος χαρακτήρας και η ωμότητα στη συμπεριφορά του οφείλεται στην πεποίθησή του ότι ο ελληνικός πληθυσμός περιέθαλπε και υποστήριζε τους αντάρτες και ως εκ τούτου γι’ αυτόν ήταν όλοι συνένοχοι στην αντίστασή τους κατά του Άξονα. Η απάνθρωπη συμπεριφορά του Karl Schümers (Καρλ Σύμερς) είχε σαν αποτέλεσμα ο πολιτικός εντεταλμένος του Γ΄ Ράιχ στα Βαλκάνια Herman Neubacher (Χέρμαν Νοϋμπάχερ) να ονομάσει την επιχείρηση στην Κλεισούρα «λουτρό αίματος» και να επισημάνει με οργή πως οι φρικαλεότητες που διεπράχθησαν παρέβαιναν τις πάγιες διαταγές περί αντιποίνων. Όσα όμως υποστήριξε ο Νοϋμπάχερ τα απέρριψε ως αβάσιμα ο Στρατιωτικός Διοικητής Θεσσαλονίκης – Αιγαίου, ενθαρρύνοντας έτσι τον Karl Schümers (Καρλ Σύμερς) να επαναλάβει με τους αιμοσταγείς άνδρες του λίγο αργότερα και στο Δίστομο παρόμοιες σφαγές αμάχων. Η μοίρα όμως του επιφύλασσε οικτρό τέλος, όταν το αυτοκίνητό του πάτησε νάρκη λίγο έξω από την Άρτα στις 18 Αυγούστου 1944.

Τις επόμενες μέρες οι κάτοικοι των γύρω περιοχών με τρόμο θα βλέπουν την πανέμορφη Κλεισούρα να καίγεται, τη φωτιά να συμπληρώνει το έργο της καταστροφής και να φωτίζει τις νύχτες της σκλαβιάς. Όσοι είχαν καταφύγει στα δάση επιστρέφοντας το επόμενο πρωί δεν βρίσκουν τίποτε άλλο παρά μόνο ερείπια και νεκρούς. Άλλοι αγκάλιαζαν τα πτώματα των οικείων τους και άλλοι μάταια αναζητούσαν τους καμένους. Η Κλεισούρα είχε μετατραπεί σε ένα τεράστιο νεκροταφείο αφού το κοιμητήριο του χωριού δεν επαρκούσε για να ταφούν τα διακόσια ογδόντα (280) θύματα, που θάβονταν στις αυλές των εκκλησιών και των σπιτιών και στις πλαγιές του βουνού. Ο φοβερός ναζιστικός Ηρώδης είχε χορτάσει εκείνη τη μέρα από ελληνικό αίμα και ερείπια, μεταξύ των οποίων και το ημιγυμνάσιο, η αστική σχολή, το νέο δημοτικό σχολείο (που είχε ιδρυθεί το 1919) και η μεγάλη βιβλιοθήκη τους…>.

(Από την ομιλία που εκφωνήθηκε από τον Νικ. Δημ. Σιώκη στην Κλεισούρα στις 4 Απριλίου 2004 στο μνημόσυνο που τελέστηκε για την 60η Επέτειο του Ολοκαυτώματος της Κλεισούρας από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής). Πηγή ομιλίας: www.kleisoura.gr

Η πολιτεία αναγνωρίζοντας το μέγεθος της προσφοράς της Κλεισούρας, της απένειμε τον Πολεμικό Σταυρό Α΄ τάξης και πριν λίγα χρόνια μετονόμασε την Κοινότητα σε Δήμο για ιστορικούς λόγους, και παρέμεινε αυτοτελής Δήμος, με το νόμο “Ιωάννης Καποδίστριας”, συνεχίζοντας να διαγράφει την ιστορική της πορεία ανάπτυξης και να παίζει σημαντικό ρόλο στα ελληνικά δρώμενα.

Σχολιάστε Ελεύθερα