Οι εθνικοί Αγκαλίτσες

Γράφει ο Δημήτρης Σεβαστάκης για τα ΝΕΑ

«Θα τηλεφωνήσω στον Γεροτζιάφα να μου πει αν πρέπει να κάνω το εμβόλιο». Ο γαλλοτραφής φίλος, φοβόνταν τις θρομβώσεις, τα αναφυλακτικά σοκ. Διάβαζε ό,τι κυκλοφορούσε στο διαδίκτυο, επιστημονικό ή παραπολιτικό, καθησυχαστικό ή συναγερμικό. Είναι όμως σύνηθες.

Ο καθένας, θέλει ένα προσωπικό γιατρό, έναν γκουρού. Να διαβάζει τα σημάδια. Θέλει τον απόλυτα δικό του Τσιόδρα, Βατόπουλο, Τσαγκρή, Γώγο, Παγώνη, Λινού. Να του πουν στο αυτί το απόλυτο μυστικό, να τον προφυλάξουν, να ιχνογραφήσουν τον κίνδυνο, να κατασκευάσουν το αντίδοτο. Θέλει τον καταδικό του Μόσιαλο να του κρατάει το χέρι, τον δικό του Ιωαννίδη να του υψώνει την αντιστασιακή γροθιά.

Σε άλλες κρίσεις, θέλει τον σεισμολόγο του, τον στρατιωτικό του αναλυτή, θέλει αυτόν που θα του εξασφαλίσει την επιβίωση, τη νίκη, τη μακροημέρευση. Να του πει αυτό που δεν ξέρουν οι άλλοι. Να του εξασφαλίσει μια μικρή υπεροχή, μια εξαίρεση βεβαιότητας στο βάλτο της αβεβαιότητας. Μια εξαίρεση, μέσα στο ομιχλώδες και ανασφαλές τοπίο. Θέλει και τον μπάτσο που θα του τη χαρίσει. «Πάω για κλάδεμα στο κτήμα», «Mόνος σου παλεύεις; Τα παιδιά δεν βοηθούν»; «Έχουν τα δικά τους». Δεν τον έγραψε. Αυτό θέλει. Μια ρωγμή σε ένα αυστηρό σύστημα, που θα τον εξαιρεί που θα του δίνει αυτό που δεν δίνει στους άλλους. Μια μορφή επιείκειας, μια δεύτερη ευκαιρία.

«Είναι από το χωριό μου. Καλό παιδί. Ήξερα το πατέρα του». Άραγε πόσες μακροσυγγένειες θα έχουν ανακληθεί, τώρα, στα χρόνια της πανώλης. Πόσα μέσα –δόντια, βύσματα- δεν θα «έπεσαν», για να πιάσουν πολίτες, μια άκρη, μια πρόσβαση στο μάγο της φυλής. «Θα βρέξει; Τι λέει ο μεγάλος Μανιτού»; Παράδοξο. Αποκρυφισμός, δεισιδαιμονίες, μαγγανείες αναπτύσσονται μέσα σε ένα κυρίαρχο επιστημονισμό. Γιατί πέραν της ευκρίνειας ή της κατηγορηματικότητας της επιστημονικής διατύπωσης, εκείνο που έχει εκλαϊκευθεί και έχει γίνει αντικείμενο της ΠΟΠ ειδησεογραφικής κουλτούρας, είναι η επιστημονική δύναμη, η αίγλη μιας δυσερμήνευτης λέξης, ενός ιατρικού κρυπτόλεξου.

Βγαίνει αποφαντικός ο επιστήμονας, όπως χθες έβγαινε ένας πολιτικός με σημείωμα από τα non papers, προχθές ένα οικονομολόγος που διερμήνευε τα σημάδια, «θα πέσουν τα επιτόκια». Και όμως αυτό που έχει πυροδοτηθεί σε ευρύτατα λαϊκά ακροατήρια, εκτός από τον φόβο, είναι μια αντιδραστική υποψία ότι κάτι οργανώνεται από μια αόρατη αρχή. Η υγειονομική κρίση «καθοδηγείται» και τείνει να βιομηχανοποιηθεί. Ανατίθεται στην επιστήμη αυτό που για πολλούς αιώνες είχε αναλάβει η θρησκεία. Αυτό που διογκώνεται με την κρίση- είναι μια βαθειά διανοητική κρίση. Κρίση της ίδιας της κριτικής λειτουργίας ή του απλού συλλογισμού. Αναδύεται μια σοβαρή αδυναμία προσωπικής στρατηγικής, διαμόρφωσης της απόφασης, της άποψης. Έτσι καταλήγουμε στα «αρκουδάκια» για να μας πάρει ο ύπνος. Επιδημιολόγοι, σεισμολόγοι οικονομολόγοι- που υποκαθιστούν έναν εθνικό αγκαλίτσα. Έναν «καθησυχαστή».

Υπάρχει όμως και ο ορθολογισμός της διαφυγής. Τι θα σκαρφιστώ για να λουφάρω, «αρρώστησε η μανούλα μου». Τέτοια. Μια αφρικανική σκόνη διατρέχει σχέσεις και πολιτικές. Νοτιάς. Εκνευριστικός καιρός.



Categories: ΑΠΟΨΕΙΣ

Tags: , ,

Σχολιάστε Ελεύθερα

Αρέσει σε %d bloggers: