Εύφορη έρημος

Γράφει ο Δημήτρης Σεβαστάκης για την Αυγή

Πήρε δάνειο για τα ενοίκια του παιδιού. Ήταν από δεξιά οικογένεια, ερωτεύτηκε τον Αντρέα, ψήφιζε ΠΑΣΟΚ, έχτισε καλό σπίτι, η δουλειά μια έτσι, μια αλλιώς. Ο Αντρέας όμως ήταν μια ισχυρή αναφορά. Στο σωματείο ήταν κοντά με τους κουκουέδες, «καλοί άνθρωποι, στήριζαν, προσπαθούσαν να με βυσματώσουν για βοήθεια στις εκλογές». Πέρασαν τα χρόνια, το 2015 «Τσίπρα, ρε σεις, θα τους τουμπάρει» (άλλο ρήμα χρησιμοποιούσε). Τώρα πιέζεται, το παιδί κάνει τη διπλωματική του, ζήτησε μείωση ενοικίου. Έχει πάρει κιλά (αυτά της μελαγχολίας), δουλεύει, η μέση πονάει. «Η μεγαλύτερη κατάρα είναι τα επιδόματα, αντικίνητρο για τη δουλειά». Τι περιμένει;

Δεν είναι το ιδανικό μοντέλο ψηφοφόρου. Είναι όμως αυτό που αποτελεί την πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που καμία αριστερή καθαρολογία δεν περιγράφει ούτε αποδέχεται.

Είναι αντιφατικός. «Τους καριόληδες». Εννοεί όλους. Χώνει στη σακούλα τους πάντες. Δουλεύει όμως. Χαράματα στον φούρνο, μέχρι 9 το Σαββατόβραδο. Διπλοπαρκάρει ένα άθλιο μίνι, με ξεχειλωμένους προφυλακτήρες. Παλιό χούι. Όταν μετά τη σαββατιάτικη δουλειά θα έβγαινε, θα πήγαινε στην ταβέρνα. «Παλιόκρασο, αλλά από μένα ψωνίζουν».

Κοιτάζει τις φωτογραφίες του 1987. Φαντάρος, αδύνατος, θολός. «Στην Κόρινθο παρουσιάστηκα. Τους γ… τους Τούρκους ο Αντρέας».

Έχει προβλήματα με προστάτη, με τη μέση, με έναν γείτονα. «Εφτά χρόνια έχω να ρίξω τη βάρκα». Πειράζει τους δεξιούς πελάτες του. «Καλά να πάθετε που τους ψηφίσατε».

Αυτό είναι η πραγματικότητα. Αν θέλουμε, το βλέπουμε. Αν όχι, μπορούμε να αναχωρούμε στην ταβέρνα, να τα λέμε μεταξύ μας, να περνάμε καλά.

Περνάει ο καιρός, όχι κατ’ ανάγκην συγχρόνως με τα χρόνια. Αυτές τις διαφορές χρόνου και ημερολογίου τις έχει συντάξει η Αριστερά. Η Αριστερά: το σπίτι μας, θυμίζω. Το σπιτάκι, αλλά και η επικράτεια. Πεσμένο ηθικό υπάρχει εκεί που αδυνατείς να διαβάσεις τα σημάδια.

Δες την πραγματικότητα. Μη εγκαθιστάς πάνω της τη δική σου μικροπραγματικότητα. Δες. Παρατήρησε. Τι παίζει; Ποιος είναι; Τι θέλει; Τι καπνό φουμάρει;

Το 1978, μόλις είχα έρθει στην Αθήνα, χτύπησε το τηλέφωνο: «Ασφάλεια, θέλουμε να σας δούμε». Αμέσως πήγα Τζωρτζ 10 (Σπουδάζουσα), βρήκα έναν καθοδηγητή «τι κάνω, πάω στο ραντεβού;». «Επ’ ουδενί όχι, σε κάθε περίπτωση θα είναι σύντροφοι δικηγόροι και βουλευτές έτοιμοι». Δεν πήγα, δεν ξαναενοχλήθηκα. Οργάνωση τέλεια, ένιωθες ασφάλεια απέναντι στην Ασφάλεια.

Όταν το ΠΑΣΟΚ αναπτύχθηκε, κατέλαβε το σύστημα, πήγαινες άνετα Γρηγορίου Αυξεντίου στα Ιλίσια -στα γραφεία τους- να τους πειράξεις, για να ακολουθήσει μια ξεγυρισμένη Καισαριανή με γίγαντες και αρετσίνωτο. Φοβεροί καυγάδες.

Ξαναλέω, αυτό το μείγμα είναι η πραγματικότητα. Μην κάνουμε σαν ανέγγιχτοι, ο κόσμος δεν «αποτελείται από ψωμί και τριαντάφυλλα». Ο κόσμος είναι μαυρόασπρος και έγχρωμος και αφού το 2015 -το καλοκαίρι, θυμίζω- κάποιοι, οι περισσότεροι, στηρίξαμε, πρέπει και να διαβάζουμε. Ηθική δεν είναι η κατηχητική καθαρολογία. Ηθική είναι να ακούσεις τον ψωμά, τον ταβερνιάρη, τον ντελιβερά, τον καλλιτέχνη, τον διανοούμενο, τον ερευνητή. Ν’ ακούσεις το μικρό και το μείζον. Να ακούσεις τη μικρότητα, τη μήνυση στον γείτονα, την γκρίνια για τον εργαζόμενο που παίρνει μισθό αλλά δεν κόβει αποδείξεις -«δεν ξέρω τι πουλάει και τι κρατάει στην τσέπη»-, να ακούσεις την γκρίνια για ένα επίδομα που δόθηκε ενώ κρύβονται εισοδήματα, για τα μπάζα από τη λαθραία μικρή επισκευή, που τα πάει (το κάθαρμα) νύχτα και τα πετάει στον Υμηττό, για το ότι ένας ερευνητής με δύο PHD δουλεύει σαν παιδί για όλες τις δουλειές σε δικηγορικό γραφείο και τόσα από τη θάλασσα του πραγματικού.



Categories: ΑΠΟΨΕΙΣ

Tags: ,

Σχολιάστε Ελεύθερα

Αρέσει σε %d bloggers: