Ο Μενέλαος Λουντέμης για την Ικαρία

Ο μεγάλος Έλληνας Συγγραφέας που είχε κάνει εξορία στο νησί μας έγραψε για αυτό στο βιβλίο «Το κρασί των δειλών» που συνέγραψε το 1965 για την Ικαρία τα λόγια που ακολουθούν.

«-Η Νικαριά είπατε, συμπεθέροι; Να σας το πω εγώ τι είναι. Λοιπόν η Νικαριά είναι η φωτιά, που τη φυσούνε ούλοι οι αέρηδες και κανένας δεν την σβήνει.

-Και γιάντα μωρέ; -Λαουρέ θα πω- και γιάντα δεν τη σβήνει;

-Γιάντα… χε χε χε! γελάει ο γέρο-Λαγουρός. Γιάντα ε; Γιατί η φωτιά, παιδί, εν είναι η Νικαριά. Η φωτιά είναι η ψυχή του Νικαριώτη»

Στο βιβλίο ο συγγραφέας δίνει την εικόνα ζωής στις φυλακές, στις εξορίες, στα μπουντρούμια της Ασφάλειας, στα Βούρλα, στην Ικαρία, στο Μακρονήσι, στο μετεμφυλιακό καθεστώς. Περιγράφει με τρόπο γλαφυρό τη συμπεριφορά του «χωροφύλακα» και μας δίνει εικόνες γύρω από τις σχέσεις πολιτικών κρατουμένων και ποινικών. Ανάμεσα στις διηγήσεις του παραθέτει προσωπικά του βιώματα και περιπέτειές του στα διάφορα κρατητήρια που σύρθηκε.

Ας τα πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή, το 1947, όταν φουντώνει ο εμφύλιος πόλεμος, ο συγγραφέας συλλαμβάνεται για τα αριστερά του φρονήματα και εξορίζεται αρχικά στο χωριό Μαυράτο της Ικαρίας. Την πρώτη Μαΐου του 1948 εκτελείται στην Αθήνα από τον Ευστράτιο Μουτσογιάννη ο Χρήστος Λαδάς, υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης των Αθηνών που είχε υπογράψει τις εκτελέσεις χιλιάδων κομμουνιστών, μελών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και της Εθνικής Αντίστασης. Είχε προηγηθεί βέβαια στις 20 Μαρτίου του 1947 στη Θεσσαλονίκη από τον Χρήστο Βλάχο η δολοφονία του ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ, Γιάννη Ζέβγου.

Λίγες ώρες μετά την επίθεση κατά του Χρήστου Λαδά η κυβέρνηση των Αθηνών κήρυξε στρατιωτικό νόμο. Στις 4 Μαΐου του 1948 απαγορεύτηκε η διανυκτέρευση παντός ατόμου εκτός της κατοικίας του και την ίδια μέρα τουφεκίστηκαν 24 άτομα στην Αθήνα και 130 στην επαρχία ως εκδίκηση για τη δολοφονία Λαδά. Η Ελλάδα είχε μπει για τα καλά στη δίνη του εμφύλιου πολέμου.Οι συνέπειες δεν αργούν να φανούν σ’ όλους τους τόπους εξορίας, φυσικά και στην Ικαρία που είναι εκτοπισμένος ο Λουντέμης.

Σε σύντομο χρονικό διάστημα κι ενώ ήταν εξόριστος στην Ικαρία ο Μενέλαος Λουντέμης παραπέμπεται σε δίκη «ως οργανωτής τρομοκρατικών ομάδων» στη Σύρο, όταν είναι γνωστό πως στο νησί αυτό δεν υπήρξαν ποτέ και φυσικά δεν έδρασαν τμήματα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (Δ.Σ.Ε.) και ούτε σημειώθηκε ένοπλη αντιπαράθεση κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. Περιμένοντας να τον πάνε στο Τμήμα Μεταγωγών, απάνω σ’ ένα μουχλιασμένο ντουβάρι αυτού του θολωτού τάφου, θα διαβάσει κι ένα μήνυμα κάποιου μελλοθάνατου αγωνιστή:

«‘Στέργιος Ρουχωτάς’ έλεγε ένα άλλο. ‘Εργάτης. Πάω για εχτέλεση’». Και θα σχολιάσει στη συνέχεια:

«Μόνο του, αυτό το απλοϊκό παλικάρι, με το λαϊκό του ένστικτο, έδωσε όλη την τραγική αλήθεια της εποχής του. Αυτό το ‘πάω’ –και όχι ‘με πάνε’- τα τελειώνει όλα. Γιατί κανένα απ’ τα παλικάρια που πέσανε αυτούς τους καιρούς δεν πήγε στο θάνατο χωρίς τη θέλησή του. Γιατί το ξέρανε όλοι αν –και μπρος στο απόσπασμα ακόμη- έλεγες ένα απλό ‘μετανοώ’ αφηνόσουν αμέσως ελεύθερος. Ελεύθερος… Όχι με αναστολές και μετατροπές της ποινής. Ελεύθερος. Αθωωνόσουν εκεί επί τόπου, μόνος σου, και πήγαινες στο σπίτι σου».

«Σας συμπαθώ, θα του πει, ένας συγκρατούμενος του. «Και σας εμπιστεύομαι. Ξέρω από ποιους δρόμους ήρθατε κοντά μας. Γι’ αυτό και σας μισούν τόσο. Έχουν σωστό αισθητήριο. Ιδεολόγος… Φρούτο δηλητηριασμένο. Δεν πουλιέται. Δεν δελεάζεται…». Αυτός που μιλάει είναι ο Λεωνίδας Σύντυχας, ο οποίος δίνει τα παπούτσια του στο συγγραφέα λίγο πριν πάει αγέρωχος για εκτέλεση:

Στις σόλες τους υπάρχουν τα δύο χειρόγραφα του Κλεομένη Μολυβά. «-Για σας παιδιά! Προχωρούμε!…», είπε κι έφυγε γεμίζοντας το μπουντρούμι με κρύα σιωπή:

«Πως μπορεί; Ο Λεωνίδας είναι ακόμη ζεστός κοντά μας… Να και το προφίλ του –πάντα χαμογελαστό όπως το ζωγράφισε ο Βόβας- σ’ έναν τοίχο του κελιού. Τα λόγια του μπερδεύονται ακόμη μες στ’ αφτιά μας. Κείνο το ‘προχωρούμε’… Δηλαδή μπήκαμε στη γραμμή, Λεωνίδα, και προχωρούμε; Ουρά για το θάνατο! Ποιος θα το πιστέψει αυτό και δε θα βάλει τις φωνές; Πρώτα σκότωναν αραιά, για φοβέρα. Τώρα σκοτώνουν πυκνά για τελειωμό. Η φάλαγγα δεν διαλύθηκε. Πρώτα σκότωναν για να ξυπνήσουν τον φόβο μας. Τώρα σκοτώνουν για να κοιμήσουν τον φόβο τους. Που θα φτάσουμε; Κανείς δεν ξέρει; Ούτε και κείνοι. Είναι μαθητευόμενοι χειριστές μιας μηχανής που τη βάλανε μπρος να σκοτώνει και τώρα δεν ξέρουν να την σταματήσουνε. Προχωρούμε…»

Ο συγγραφέας αναφέρεται και στη δικαστική του περιπέτεια, που όχι μόνο δεν είχε δικηγόρο, αλλά δεν είχε και κανένα επισκεπτήριο στις φυλακές. Στην επίσκεψη μιας παλιάς του γειτόνισσας ενημερώνεται ότι ο Νίκος Παππάς θέλει να τον επισκεφτεί:

«-Μόνο ο Νίκος… συνεχίζει… ο Νίκος Παππάς είναι έτοιμος να ’ρθει.

Ο ποιητής;… (Μα… τι είναι αυτός; Είναι φίλος μου; Είναι ήρωας; Τρελός; … Τι μου είναι και θα ξεκινήσει «να ’ρθει»; )

Το ’μαθε πολύ αργά… συνεχίζει η Αγνή.

Μα… Αγνή. Ο άνθρωπος αυτός, αν θυμούμαι καλά, δεν ήταν ποτέ στενός μου φίλος.

Είχατε κάνει λάθος. Είπε σε πολλούς να ’ρθουν γιατί κείνος ήταν πιασμένος σε μια δίκη».

Τότε πληροφορεί τους συντρόφους και συγκατηγορούμενούς του:

«Θα ’ρθει μαζί κι ένας φίλος μου ποιητής που κι αυτουνού σήμερα ανακάλυψα τη φιλία του. Ήταν τόσο καλός ποιητής που αμφέβαλα αν μπορούσε να είναι και άνθρωπος. Είναι ψηλός, εριστικός… με εκρηκτικά ξεσπάσματα και με κάποια παιδιάστικη έπαρση. Ένα τικ… μια ξανθοκόκκινη χαίτη… και στίχοι… στίχοι… στίχοι…

Πατέρα…

Σαν έβγαλαν τα κόκαλά σου

η μητέρα ήταν άρρωστη.

Και δεν μπόρεσε να ’ρθει στο Κοιμητήρι.

Μα κουβεντιάζει κάθε μέρα μαζί σου.

Τα βιβλία σου έγιναν σύνταξη

Και της εξασφάλισαν το ψωμί της

Και το ξανθό μουστάκι σου φύτρωσε

Πα στα χείλη του εγγονού σου.

    Ο Πάνος ενθουσιάστηκε.

Άμα έχεις τέτοια ποιήματα τι να τις κάνεις τις ομοιοκαταληξίες; Μα τον ξέρουμε αυτό τον ποιητή! Έχει παντρευτεί την συμπατριώτισσά μας τη Συριανή… μεγάλη ποιήτρια. Τη Ρίτα και συνεχίζει την περογραφή του.’

Ο Λουντέμης εντέλει δικάζεται για εσχάτη προδοσία και καταδικάζεται σε θάνατο. Ο Νίκος Παππάς μοιράζεται μαζί με μας τα συναισθήματά του:

«Αν τον σκοτώσουν, είπε σ’ έναν στρατηγό που έγραφε ποιήματα (το Νίκο Στρατάκη), θα τους παρακαλέσω να ξαναγεμίσουν και να ξαναρίξουνε. Θα ναι η τιμητική ομοβροντία. Και κατόπιν θα γυρίσω στο σπίτι μου να κάψω τα χαρτιά μου… Δε θα μπορώ πια να γράφω ποιήματα σ’ έναν κόσμο βρεγμένον απ’ τα αίματα των ποιητών.

Αυτό το πάθος το σπαραχτικό… αυτό το κάψιμο… ετούτος ο παραδαρμός… είναι μετάλλια που κανένα χέρι ποτέ δε θα χει το δικαίωμα ν’ απλώσει και να τ’ αφαιρέσει απ’ το στήθος του Νίκου Παππά».

Δείτε τη συνέχεια και τις πηγές στο κείμενο του Δημήτρη Δαμασκηνού, Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας, που πήραμε τα περισσότερα από τα παραπάνω



Categories: ΙΚΑΡΙΑ

Tags: , ,

Σχολιάστε Ελεύθερα

Αρέσει σε %d bloggers: