Για τον Άγιο Κωνσταντίνο και την Ελένη

Από τη Σύνταξη

Ο Κωνσταντίνος μέχρι το τέλος της ζωής του δεν ήταν Χριστιανός, υπάρχουν όμως αναφορές πως λίγο πριν ξεψυχήσει ζήτησε να γίνει. Επίσης δεν μιλούσε Ελληνικά αλλά Λατινικά, οπότε δεν ξέρουμε σε τι γλώσσα είδε το περίφημο θαύμα. Η Ελληνική γλώσσα εκείνη την περίοδο ήταν παγκόσμια αλλά δεν ήταν η πρώτη γλώσσα της Αυτοκρατορίας μέχρι το 610 μ.χ. Αυτό όμως είναι άλλο θέμα.

Οι ορθόδοξοι έκαναν έναν μη χριστιανό από Μέγα, που ήταν όντως αυτό, Άγιο, και αυτό διότι ο Κωνσταντίνος έβγαλε τον Χριστιανισμό από την παρανομία και το κυνήγι, υπογράφοντας το διάταγμα της ανεξιθρησκείας, των Μεδιολάνων, το 313 μ.Χ. Ας δούμε όμως πιο αναλυτικά την ζωή του Άγιου Κωνσταντίνου και της μητέρας του Ελένης που θεωρούνται ισαπόστολοι στο ελληνορθόδοξο χριστιανικό δόγμα.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος γεννήθηκε το 272 μ.Χ στο Νις της σημερινής Σερβίας. Ήταν γιος του Φλάβιου Βαλέριου Κωνστάντιου, αξιωματικού του ρωμαϊκού στρατού με καταγωγή από την Ιλλυρία. Η μητέρα του, Ελένη, ήταν Ελληνίδα. Ο πατέρας του έγινε Καίσαρας, αναπληρωτής αυτοκράτορας στη Δύση το 293 μ.Χ. Ο Κωνσταντίνος όμως στάλθηκε ανατολικά, όπου ανήλθε στην ιεραρχία για να γίνει χιλίαρχος των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Γαλέριου.

Ο πατέρας του  ήταν μάλλον ταπεινής καταγωγής, παρά τους ισχυρισμούς του γιου του ότι καταγόταν από τον αυτοκράτορα Κλαύδιο Β΄ ενώ η Ελένη ήταν κόρη κάποιου πανδοχέα από το Δρέπανο της Βιθυνίας. Όταν γνωρίστηκαν στη γενέτειρα της Ελένης, το 270 μ.Χ., ο Κωνστάντιος είχε ήδη ανέλθει στην ιεραρχία του ρωμαϊκού στρατού και του είχε απονεμηθεί ο τίτλος του «δούκα».

Η Ελένη ακολούθησε το σύντροφό της στις εκστρατείες του στη Γερμανία και στη Βρετανία και περίπου το 272 μ.Χ., γέννησε το γιο τους Κωνσταντίνο στη Ναϊσσό, στην πόλη από όπου καταγόταν και ο σύζυγός της.

Τον πρώτο καιρό ο Κωνσταντίνος έζησε κοντά στον πατέρα του, παρακολουθώντας στρατιωτικούς αγώνες. Στο περιβάλλον του Κωνστάντιου ο Κωνσταντίνος έλαβε τη στρατιωτική εκπαίδευση και έμαθε τα εγκύκλια γράμματα. Ο αυτοκράτορας όμως Διοκλητιανός προέβη στη διοικητική μεταρρύθμιση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας εισάγοντας το θεσμό της «τετραρχίας» και το 293 μ.Χ. όρισε τον Κωνστάντιο Α΄ Χλωρό Καίσαρα της Γαλατίας, της Ισπανίας και της Βρετανίας (των δυτικών επαρχιών).

Ο νόμος όμως απαγόρευε σε ανώτατους αξιωματούχους να είναι παντρεμένοι με γυναίκες ταπεινής καταγωγής. Έτσι ο Κωνστάντιος χώρισε, ύστερα από «έδικτο» (αυτοκρατορικό διάταγμα) του Διοκλητιανού, την Ελένη και παντρεύτηκε τη Φλαβία Θεοδώρα, συγγενή του Μαξιμιανού, Αυγούστου της Δύσης. Ο γιος του Κωνσταντίνος και η Ελένη παρέμειναν στη Νικομήδεια, όμηροι του Διοκλητιανού και του Καίσαρα της Ανατολής Γαλέριου, για να εξασφαλιστεί η πίστη του Κωνστάντιου.

Στο περιβάλλον του Διοκλητιανού, όπου έμεινε για πολλά χρόνια, ο Κωνσταντίνος συμπλήρωσε τη μόρφωσή του δίπλα σε αξιόλογους λογίους. Πολλά χρόνια αργότερα έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μόρφωση των δικών του παιδιών και αυτό υποδεικνύει άνθρωπο που αναγνώριζε και εκτιμούσε τα αγαθά της μόρφωσης. Ταυτόχρονα συμμετείχε στις εκστρατείες του Διοκλητιανού και του Γαλέριου και ανήλθε στο βαθμό του «τριβούνου» (Tribunus, διοικούσε την αυτοκρατορική σωματοφυλακή και τις βοηθητικές κοόρτεις).

Στην αυλή του αυτοκράτορα ο νεαρός Κωνσταντίνος ξεχώρισε και επιβλήθηκε με την εντυπωσιακή του εμφάνιση και τα σωματικά χαρίσματα, τις φυσικές δεξιότητες, τις διοικητικές ικανότητες, το αυξημένο αίσθημα καθήκοντος, την ευγένεια τρόπων και συμπεριφοράς. Όλα αυτά καθιστούσαν αισθητή την παρουσία του και ο Κωνσταντίνος έτσι κέρδισε την ιδιαίτερη εύνοια του Διοκλητιανού.

Ένα περιστατικό που είναι ενδεικτικό  του χαρακτήρα του, έγινε όταν ο Καίσαρας Γαλέριος, που γιόρταζε τη νικηφόρα εκστρατεία του εναντίον των Περσών με θηριομαχίες στην αρένα της Νικομήδειας, προκάλεσε τον Κωνσταντίνο να αντιμετωπίσει ένα λιοντάρι Νουμιδίας, για να αποδείξει τις ικανότητές του. Ο Γαλέριος μαζί με τον ανιψιό του Μαξιμίνο Δάια αμφισβήτησαν το θάρρος του δημόσια. Ο Κωνσταντίνος, οργισμένος για τη δημόσια προσβολή αποδέχτηκε την πρόκληση, παρά τις ρητές αντιρρήσεις του Διοκλητιανού, ο οποίος φοβόταν για τη ζωή του νεαρού αξιωματικού του. 

Ο Κωνσταντίνος σκότωσε το λιοντάρι μέσα στην αρένα, κάτω από τις επευφημίες του πλήθους, που εύλογα δεν ήταν συνηθισμένο να βλέπει τους γιους της ανώτατης στρατιωτικής και διοικητικής αριστοκρατίας να συμμετέχουν στις άγριες επικίνδυνες θηριομαχίες. Δίπλα στον Διοκλητιανό ο Κωνσταντίνος έζησε από κοντά έναν από τους μεγαλύτερους διωγμούς εναντίον των χριστιανών, τα βασανιστήρια και τις δημόσιες εκτελέσεις των οπαδών της νέας θρησκείας, που ξεκίνησε με το «έδικτο» του αυτοκράτορα το 303 μ.Χ. από τη Νικομήδεια. 

Η χριστιανή μητέρα του Ελένη και ο πατέρας του, που παρέβλεπε όλα τα διατάγματα κατά του Χριστιανισμού και δεν κατεδίωξε ποτέ τους χριστιανούς, πρέπει να λειτούργησαν ως αντίβαρο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του νεαρού τριβούνου. Το 305 μ.Χ. o Διοκλητιανός, λόγω γήρατος, παραιτήθηκε από το θρόνο του πείθοντας και το συναυτοκράτορά του στη Δύση Μαξιμιανό να πράξει το ίδιο. Έτσι οι δύο καίσαρες της Ανατολής και της Δύσης, ο Γαλέριος και ο Κωνστάντιος Χλωρός αντίστοιχα, έλαβαν τον τίτλο του «Αυγούστου». 

Ο Γαλέριος, ως Αύγουστος της Ανατολής, έπρεπε να ορίσει τους δύο νέους καίσαρες των ανατολικών και δυτικών επαρχιών. Παρά τη γενική προσμονή ότι ο Κωνσταντίνος θα έπαιρνε τον τίτλο του καίσαρα, ώστε να μπορέσει να διαδεχθεί αργότερα τον πατέρα του, ο Γαλέριος τον παρέκαμψε, προκειμένου να ενισχύσει τη θέση του δημιουργώντας συμμαχίες. Έτσι όρισε Καίσαρα της Ανατολής τον ανιψιό του Μαξιμίνο Δάια και το φίλο του Σεβήρο Καίσαρα στη Δύση. Με αυτό τον τρόπο ο Κωνσταντίνος παρέμεινε όμηρος του Γαλέριου. Τον ίδιο χρόνο όμως (305) ο Κωνσταντίνος κατόρθωσε να αποσπάσει την άδεια του Γαλέριου και να μεταβεί στη Δύση, πιθανόν προφασιζόμενος κάποια ασθένεια του Κωνστάντιου. 

Ο Κωνσταντίνος τότε έσπευσε να συναντηθεί με τον πατέρα του στην πόλη Αυγούστα των Τρεβήρων ( το Τριρ της σημερινής Γερμανίας). Από εκεί, ο γιος συνόδευσε τον πατέρα του στη νικηφόρα εκστρατεία του στη Βρετανία. Ο Κωνσταντίνος με αυτό τον τρόπο διακρίθηκε και κέρδισε την εμπιστοσύνη του Κωνστάντιου και το θαυμασμό του στρατού για τις εξαιρετικές διοικητικές και στρατηγικές του ικανότητες.

Στις 25 Ιουλίου του 306 μ.Χ., όταν ο Κωνστάντιος πέθανε, οι λεγεώνες στο Εβόρακο (Eboracum, σημερινό Γιορκ) ανακήρυξαν με ενθουσιώδεις εκδηλώσεις Αύγουστο τον Κωνσταντίνο. Οι επαρχίες που θα διοικούσε ήταν η Βρετανία και η Γαλατία. Από τη Βρετανία, ο Κωνσταντίνος όμως επέστρεψε στους Τρεβήρους, που παρέμεινε η έδρα της επικράτειάς του για τα επόμενα έξι χρόνια.

Στη σύγχρονη πόλη της Τριρ τα αυτοκρατορικά λουτρά («Kaiserthermen») και η μονόκλιτη βασιλική (Basilika), η αίθουσα του θρόνου (Αula Ρalatina), μαρτυρούν ως τις μέρες μας τη διαμονή του Κωνσταντίνου στην πόλη. Την ίδια περίοδο η Σύγκλητος και η Πραιτοριανή Φρουρά συμμάχησαν με το Μαξέντιο στη Ρώμη, γιο του Μαξιμιανού, και τον ανακήρυξαν αρχικά «πρίγκιπα» (princeps) και στη συνέχεια Αύγουστο. Ο Μαξέντιος ανακάλεσε τότε τον πατέρα του στο θρόνο και τον έχρισε συναυτοκράτορά του, για να εξασφαλίσει την υποστήριξή του. Το Νοέμβριο επίσης του 307 μ.Χ έλαβε στην Ανατολή τον τίτλο του Αυγούστου και ο Λικίνιος, έμπιστος φίλος του Γαλέριου.

Ο Γαλέριος έτσι αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον τίτλο του Αυγούστου στον Κωνσταντίνο και του παραχώρησε μόνο τον τίτλο του Καίσαρα. Ο Κωνσταντίνος όμως δεν ήταν διατεθειμένος να παραιτηθεί έτσι εύκολα από τις φιλοδοξίες του. Προσπάθησε λοιπόν να τον αποδεχθεί ο Γαλέριος. Για το σκοπό αυτό επιδίωξε να συγγενέψει με τους δύο αυτοκράτορες Μαξιμιανό και Μαξέντιο. 

Το 307 μ.Χ. χώρισε τη γυναίκα του Μινερβίνη (κατά άλλους, παλλακίδα του) με την οποία είχε αποκτήσει ένα γιο, τον Κρίσπο, και παντρεύτηκε στους Τρεβήρους την κόρη του Μαξιμιανού και αδελφή του Μαξέντιου, την όμορφη Φαύστα. Ο Γαλέριος δεν θεώρησε επαρκείς τις προϋποθέσεις αυτές και εξακολουθούσε να αναγνωρίζει στον Κωνσταντίνο τον τίτλο του Καίσαρα, όχι όμως και του Αυγούστου. Γενικά τα χρόνια αυτά σημαδεύτηκαν από μία εξαιρετική αναρχία, κατά την οποία όσοι είχαν λάβει τον τίτλο του Καίσαρα, έπειτα από την παραίτηση του Διοκλητιανού, αναγορεύτηκαν αργότερα Αύγουστοι και αναλώθηκαν σε αγώνες ο ένας εναντίον του άλλου. 

Τελικά παρέμειναν Αύγουστοι: ο Κωνσταντίνος στη Βρετανία και Γαλατία, ο Μαξιμιανός και ο Μαξέντιος στις επαρχίες της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Δυτικής Αφρικής, ο Λικίνιος στην επαρχία της Παννονίας, της Ραιτίας, της Δαλματίας, του Νωρικού, και της Βαλερίας, ο Μαξιμίνος στις νότιες ακτές της Μικράς Ασίας, στις ανατολικές ακτές της Μεσογείου, στην Αίγυπτο και στη Λιβύη, ο Γαλέριος σε ολόκληρη την Ανατολή (στην επικράτειά του περιλαμβανόταν και η σημερινή Ελλάδα).

Έτσι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διαιρέθηκε σε πέντε αυτοκράτορες. Οι φιλοδοξίες του καθενός καθιστούσαν αναπόφευκτη μια μακρά περίοδο σκληρών και πολυμέτωπων συγκρούσεων, που θα έκριναν ποιος θα κυβερνούσε ως μονοκράτορας την αχανή αυτή αυτοκρατορία. Ο πρώτος που θέλησε να αντιμετωπίσει τον Κωνσταντίνο ήταν ο Μαξιμιανός, μέσα από μια σειρά δολοπλοκιών.

Το 308 μ.Χ. ο γέρος αυτοκράτορας προσπάθησε να πείσει το γιο του Μαξέντιο να τον αναγνωρίσει ως «ύπατο Αύγουστο». Ο Μαξέντιος όμως αρνήθηκε και ο Μαξιμιανός προσπάθησε να εκθρονίσει το γιο του με τη βία, αλλά δεν τα κατάφερε. Στα τέλη του 308, στη σύνοδο όλων των Αυγούστων στο Καρνούντο (Carnuntum) υπό τον παραιτηθέντα αυτοκράτορα Διοκλητιανό, ο Μαξιμιανός προσπάθησε να πείσει το Διοκλητιανό να ξαναφορέσει την πορφύρα, ώστε να συμβασιλεύσουν. Και πάλι όμως απέτυχε και μάλιστα ο Διοκλητιανός τον εξανάγκασε σε παραίτηση από τον τίτλο του Αυγούστου. Τότε ο Μαξιμιανός κατέφυγε στο γαμπρό του Κωνσταντίνο στη Γαλατία.

Ο Κωνσταντίνος καλοδέχτηκε το Μαξιμιανό και του απόδωσε όλες τις τιμές που άρμοζαν σε έναν τέως αυτοκράτορα. Γενικά φαίνεται πως του συμπεριφερόταν όπως ένας γιος σε πατέρα (όπως έχει προαναφερθεί, ο Κωνσταντίνος είχε παντρευτεί την κόρη του Μαξιμιανού Φαύστα). Ο Μαξιμιανός όμως εξακολουθούσε να ονειρεύεται την πορφύρα και σχεδίαζε να σφετεριστεί την εξουσία του Κωνσταντίνου.

Η ευκαιρία που ήθελε, παρουσιάστηκε το καλοκαίρι του 310 μ.Χ, κατά τη διάρκεια μιας εξέγερσης των Φράγκων. Ο Κωνσταντίνος με ένα τμήμα του στρατού του αναχώρησε για να καταστείλει την εξέγερση. Τότε ο Μαξιμιανός διέδωσε πως τάχα ο Κωνσταντίνος σκοτώθηκε σε κάποια μάχη και αυτοανακηρύχθηκε σε  αυτοκράτορας, ενώ προσπάθησε με χρήματα να εξασφαλίσει την πίστη των στρατιωτών στο πρόσωπό του. Εμπιστεύτηκε όμως τα σχέδια αυτά στην κόρη του κι εκείνη κατόρθωσε να ειδοποιήσει τον Κωνσταντίνο.

Ο Κωνσταντίνος όμως τον Ιούλιο 310, έσπευσε νότια και κατέλαβε την Αρελάτη (σημ. Αρλ), για να εμποδίσει τον Μαξιμιανό να οργανώσει καλά την άμυνά του. Ο Μαξιμιανός έτσι αναγκάστηκε να κλειστεί στα τείχη της Μασσαλίας. Ο Κωνσταντίνος πολιόρκησε και κατέλαβε την πόλη και αιχμαλώτισε το Μαξιμιανό. Για χάρη όμως της Φαύστας συγχώρεσε τον πεθερό του, του αφαίρεσε όμως την πορφύρα και τις τιμές που αποδίδονταν σε αυτοκράτορες. Φαίνεται όμως ότι ο Μαξιμιανός δεν μπορούσε να εννοήσει ότι η εποχή της δύναμής του είχε παρέλθει. 

Έτσι προσπάθησε να δολοφονήσει τον Κωνσταντίνο, ενώ εκείνος κοιμόταν. Για άλλη μια φορά ενέπλεξε τη Φαύστα στις δολοπλοκίες του, προφανώς αγνοώντας το ρόλο που είχε παίξει η κόρη του στην αποτυχία του πρώτου σχεδίου. Εκείνη και πάλι προτίμησε τον άντρα της από τον πατέρα της και αποκάλυψε τα πάντα στον Κωνσταντίνο. Ο Μαξιμιανός συνελήφθη και λίγο καιρό αργότερα βρέθηκε απαγχονισμένος στο δωμάτιό του.

Ο Κωνσταντίνος υποστήριζε σταθερά ότι ο πεθερός του αυτοκτόνησε, ενώ ο Μαξέντιος, ο γιος του Μαξιμιανού, κατηγορούσε τον Κωνσταντίνο για το θάνατο του πατέρα του. Οι ιστορικοί θεωρούν πάρα πολύ πιθανό να ήταν η Φαύστα εκείνη που παρακίνησε τον Κωνσταντίνο να εκτελέσει τον πατέρα της, κρίνοντας από τη στάση που τήρησε απέναντι στο Μαξιμιανό και τον Κωνσταντίνο. Την ίδια περίοδο που ο Κωνσταντίνος αντιμετώπιζε το Μαξιμιανό, οι υπόλοιποι Αύγουστοι στην Ανατολή αλληλοεξοντώθηκαν σε εμφύλιους πολέμους.

Αυτοί που παρέμειναν στην εξουσία ήταν ο Μαξέντιος, ο οποίος κατείχε την Ιταλία και την Αφρική, ο Λικίνιος που διοικούσε όλα τα ανατολικά τμήματα και βέβαια ο Κωνσταντίνος στη Δύση, ο οποίος το 310 μ.Χ προσάρτησε και την Ισπανία στα εδάφη του, αποσπώντας την από το Μαξέντιο. Ο Μαξέντιος, έχοντας επιβιώσει από τις επιβουλές του πατέρα του Μαξιμιανού, την εξέγερση του Λεύκιου Δομίτιου Αλεξάνδρου, επιτρόπου της Αφρικής, και τις εναντίον του εκστρατείες των Αυγούστων Σεβήρου και Γαλέριου, θεωρούσε ότι ο επόμενος αντίπαλος που θα αντιμετώπιζε ήταν ο Αύγουστος της Ανατολής Λικίνιος. 

Για να είναι έτοιμος σε μια επικείμενη επίθεση, ο Μαξέντιος άρχισε να οχυρώνει την περιοχή της Ραιτίας. Γρήγορα όμως συνειδητοποίησε ότι ο κύριος αντίπαλός του ήταν ο Κωνσταντίνος, ο οποίος ήθελε να εξουδετερώσει το Μαξέντιο, ώστε να παραμείνει απόλυτος κύριος της Δύσης. Ο Μαξέντιος σχεδίαζε να εισβάλει αιφνιδιαστικά στη Γαλατία, ο Κωνσταντίνος όμως τον πρόλαβε και συγκέντρωσε στρατό. Πέρασε τις Άλπεις και εισέβαλε στην Ιταλία την άνοιξη του 312 μ.Χ. Νίκησε εύκολα στρατιωτικές μονάδες στο Πεδεμόντιο και άρχισε να κινείται νότια. Εκεί κατέλαβε τη Βερόνα και την Ακυληία (πόλεις της βόρειας Ιταλίας). 

Το Σεπτέμβριο του 312 μΧ, πραγματοποίησε θριαμβευτική είσοδο στα Μεδιόλανα και στη συνέχεια κινήθηκε προς τη Ρώμη, για να δώσει την αποφασιστική μάχη. Στην πορεία αυτή ενίσχυσε το στρατό του στρατολογώντας από τους ντόπιους πληθυσμούς, χωρίς να προβαίνει σε διακρίσεις μεταξύ εθνικών και χριστιανών. Η συμπεριφορά αυτή αναπτέρωσε το ηθικό των χριστιανών, καθώς την θεώρησαν ενδεικτική της στάσης που θα κρατούσε ο νέος αυτοκράτορας έναντι του Χριστιανισμού και των πιστών του, αν και ο ίδιος ήταν ακόμη πιστός στους θεούς της Ρώμης. Άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μάχη που επρόκειτο να δοθεί και που θα έμενε στην ιστορία ως η μάχη της Μιλβίας γέφυρας, είναι το περίφημο όραμα του Κωνσταντίνου, την παραμονή της μεγάλης σύγκρουσης: ο φωτεινός σταυρός, που σχηματιζόταν με τα ελληνικά γράμματα Χ-Ρ, με την επιγραφή «Εν τούτω νίκα» (στα λατινικά: in hoc signo vinces). 

Το ερώτημα για αυτό το όραμα είναι αν τελικά το είδε στα Ελληνικά, που δεν ήξερε ή στα Λατινικά, που ήταν η Γλώσσα του.Ο Χριστιανός ρήτορας Λακτάντιος, ο οποίος ήταν δάσκαλος του πρωτότοκου γιου του Κωνσταντίνου Κρίσπου, συνεπώς είχε στενές σχέσεις με την αυτοκρατορική οικογένεια, αναφέρει ότι το όραμα του Κωνσταντίνου ήταν ενύπνιο.

Το όραμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου με τη φράση «Εν τούτω νίκα» στον ουρανό. Λεπτομέρεια από τοιχογραφία του Ραφαήλ στο Βατικανό

O Ευσέβιος παρατηρεί μόνο ότι ξεκινώντας ο Κωνσταντίνος να σώσει τη Ρώμη, «προσευχήθηκε στο Θεό του ουρανού και για τον Λόγο του, τον Ιησού Χριστό». Εικοσιπέντε χρόνια αργότερα, ένα άλλο έργο που αποδίδεται στον Ευσέβιο, «Τα εις βίον Κωνσταντίνου» περιγράφει με ιδιαίτερη έμφαση το γεγονός ως αληθινό όραμα, το οποίο εμφανίστηκε στο μεσημεριάτικο ουρανό και το είδαν και οι στρατιώτες. Μάλιστα συνεχίζει την αφήγησή του λέγοντας ότι το άλλο βράδυ, στη συνέχεια του θείου οράματος, εμφανίστηκε ο Χριστός στον Κωνσταντίνο και τον πρόσταξε να βάλει το σταυροειδές σύμπλεγμα ως έμβλημα στις ασπίδες των λεγεώνων του.

Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος απέφευγε να μιλάει για την εμπειρία του αυτή, δε δίσταζε όμως να αποδίδει την τελική επικράτησή του στη βούληση του Θεού των Χριστιανών αν και ο ίδιος δεν ήταν χριστιανός. Στην αψίδα που έστησε το 315 σε ανάμνηση τις νίκης του χάραξε ότι η νίκη ήταν καρπός θείας εμπνεύσεως. Ιστορικοί της εποχής μας προσπάθησαν να ερμηνεύσουν επιστημονικά το όραμα του Κωνσταντίνου Α΄ του Μεγάλου, χρησιμοποιώντας την ψυχολογία και την αστρονομία. Έτσι, ίσως ο Κωνσταντίνος να μην μπορούσε να καταλάβει τη δεδομένη στιγμή ότι από την έκβαση της μάχης θα κρινόταν η πορεία της Ευρώπης και του κόσμου, οπωσδήποτε όμως συνειδητοποιούσε πόσο αποφασιστική ήταν η επερχόμενη σύγκρουση για τη μονοκρατορία του ίδιου, στην οποία στόχευε.

Άλλωστε, όσο άπειρος κι αν ήταν στον πόλεμο ο Μαξέντιος, ο Κωνσταντίνος δεν μπορούσε να παραβλέψει ότι στο παρελθόν είχε κατορθώσει να νικήσει τις δυνάμεις του Γαλέριου και του Σεβήρου. Επιπλέον, το χριστιανικό στοιχείο στις λεγεώνες του ήταν πια δυναμικό και αυτό ήταν δηλωτικό των διαθέσεων του απέναντι στη χριστιανική διδασκαλία, αλλά και των προσωπικών του αναζητήσεων. Μέσα σε αυτό το ψυχολογικό πλαίσιο, φορτισμένο από την αγωνία για την έκβαση της μάχης, θα πρέπει ίσως να κατανοηθεί το όραμα. Άλλοι ιστορικοί όμως, παρακολουθώντας τα πορίσματα της αστρονομίας, παρατήρησαν ότι οι θέσεις των πλανητών τη δεδομένη ημέρα σχημάτιζαν ένα Χ και ένα Ρ σε σταυροειδή ανάπτυξη. 

Γι’ αυτό και πιστεύουν ότι το όραμα ο Κωνσταντίνος το είδε βράδυ, προσεγγίζουν δηλαδή την αναφορά του Λακτάντιου. Εξυπακούεται βέβαια ότι για την Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία τιμάει τον Κωνσταντίνο ως άγιο και ισαπόστολο, το όραμα ήταν αληθινό και είχε θεία προέλευση: 

«Του σταυρού Σου τον τύπον εν ουρανώ θεασάμενος και ως ο Παύλος την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος…» ακούν οι χριστιανοί στους ναούς, τη μέρα γιορτής του Κωνσταντίνου.

Όποια και να είναι η αλήθεια, γεγονός είναι ότι ο Κωνσταντίνος είδε ή βίωσε «κάτι», το οποίο τον ώθησε να λάβει μια ιστορική και πρωτάκουστη για τα δεδομένα της εποχής απόφαση. Οι ρωμαϊκές λεγεώνες, όταν οδηγούνταν στις μάχες, είχαν μπροστά τους προπορευόμενα τα αγάλματα των πατρώων θεών. Ο Κωνσταντίνος όμως διέταξε τα αγάλματα αυτά να αντικατασταθούν από ένα κόκκινο ύφασμα στη μέση του οποίου ήταν κεντημένο το σύμπλεγμα των γραμμάτων Χ και Ρ, όπως τον είδε στο όραμά του. 


Το ύφασμα αυτό αποτελούσε το καινούργιο έμβλημα του αυτοκράτορα και έμεινε γνωστό ως λάβαρο (labarum). Το σύμπλεγμα Χ και Ρ (χριστόγραμμα) μπήκε και στις ασπίδες των στρατιωτών. Οι χριστιανοί στρατιώτες αναθάρρησαν από τη διαταγή του αυτοκράτορά τους. Αργότερα ο Κωνσταντίνος έβαλε το σταυροειδές σύμβολο και στο στέμμα του. Μόνο στα νομίσματα της εποχής δεν εμφανίζεται. Τελικά οι δύο αντίπαλοι συναντήθηκαν στις 28 Οκτωβρίου 312 μ.Χ. στη Saxa Rubra, επάνω στη Φλαμινία οδό και κοντά στη Μιλβία γέφυρα του ποταμού Τίβερη. 

Ο Μαξέντιος αρχικά είχε αποφασίσει να κλειστεί στα ισχυρά τείχη της Ρώμης και να υποχρεώσει τις δυνάμεις του Κωνσταντίνου να αναλωθούν σε πολιορκία. Όμως άλλαξε γνώμη και αποφάσισε να αντιμετωπίσει ανοιχτά τον αντίπαλό του. Στη μάχη που ακολούθησε οι Πραιτοριανοί του Μαξέντιου προέβαλαν σθεναρή αντίσταση. Όμως η άριστη στρατηγική του Κωνσταντίνου, ο εξαιρετικός προγραμματισμός των κινήσεων του ιππικού και ο ενθουσιασμός των στρατιωτών, κυρίως των χριστιανών, που καταλάβαιναν ότι από τη μάχη αυτή εξαρτάτο το μέλλον της θρησκείας τους, αποδεκάτισαν το στρατό του Μαξέντιου. 

Ο ίδιος ο Μαξέντιος πνίγηκε με πολλούς άλλους στρατιώτες στον Τίβερη. Κατά διαταγή του Κωνσταντίνου το πτώμα του ανασύρθηκε και, αφού αποκεφαλίστηκε, το κεφάλι του καρφώθηκε σε ένα παλούκι και περιφέρθηκε στους δρόμους της Ρώμης. Ο Μαξέντιος ήταν αδελφός της γυναίκας του Κωνσταντίνου, της Φαύστας. Δεν γνωρίζουμε την αντίδραση της Φαύστας στη βίαιη αυτή πράξη του συζύγου της εις βάρος του αδελφού της. 

Το γεγονός είναι πως από τη μέρα που παντρεύτηκαν ποτέ ο Κωνσταντίνος δεν απόσυρε την εύνοιά του από τη Φαύστα ούτε και ανακάλεσε σε οποιαδήποτε περίσταση τις τιμές που της απέδιδε, μέχρι τουλάχιστον την τραγική κατάληξη του συζυγικού τους βίου. Η μάχη στη Μιλβία γέφυρα έχει χαρακτηριστεί ως μία από τις αποφασιστικότερες μάχες όλων των εποχών. Με τη νίκη του ο Κωνσταντίνος ανακηρύχθηκε ο μοναδικός Αύγουστος της Δύσης.

Οι διώξεις κατά του Χριστιανισμού σταμάτησαν και τώρα πια ο ίδιος ο αυτοκράτορας προστάτευε έμπρακτα τη νέα θρησκεία, οι οπαδοί της οποίας μέχρι πριν λίγα χρόνια υφίσταντο διωγμούς.  Τα ευνοϊκά μέτρα που έλαβε υπέρ του Χριστιανισμού είχαν ως αποτέλεσμα τη ραγδαία αύξηση των Χριστιανών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, καθώς σε μια περίοδο είκοσι ετών μετά την έναρξη του 4ου αιώνα, οπότε και επικρατούσαν αριθμητικά οι παγανιστές, οι Χριστιανοί αυξήθηκαν ως το σημείο να αποτελούν πιθανώς το μισό του συνολικού πληθυσμού. 

Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος, έπειτα από την εμπειρία που είχε την παραμονή της μάχης, άρχισε να ενδιαφέρεται προσωπικά για τα διδάγματα του Χριστιανισμού. Η σημασία της μάχης αυτής και το όραμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου δεν άφησαν ασυγκίνητη την τέχνη. Ζωγράφοι όπως ο Ραφαήλ και o Ρούμπενς φιλοτέχνησαν πίνακες που θέμα τους είχαν τη μάχη και το όραμα. Tο όραμα κατέχει σημαντική θέση και στην τέχνη της Ορθόδοξης Εκκλησίας και αγιογραφείται στις εικόνες με τον Μεγάλο Κωνσταντίνο.

Το διάταγμα των Μεδιολάνων, Φεβρουάριος 313 μ.Χ.

Το Φεβρουάριο του 313 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος συνάντησε στα Μεδιόλανα της Ιταλίας (σημερινό Μιλάνο) τον Αύγουστο Λικίνιο (που δεν έγινε όμως Άγιος). Κατά τη συνάντηση αυτή ελήφθησαν αποφάσεις για την κοινή πολιτική στα θρησκευτικά θέματα. Κάτι τέτοιο ήταν απαραίτητο για να επέλθει η εσωτερική ειρήνευση στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ύστερα από αιώνων διωγμούς για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Σύμφωνα με τις αποφάσεις των Μεδιολάνων, κατοχυρώθηκε η ανεξιθρησκεία και η θρησκευτική ελευθερία. 

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε για τον Χριστιανισμό, ο οποίος καθίστατο θρησκεία επιτρεπτή και νόμιμη για τους Ρωμαίους πολίτες ενώ οι χριστιανοί έτσι μπορούσαν ελεύθεροι να ασκήσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Όμως ο Χριστιανισμός δεν αναγνωριζόταν ως επίσημη και προστατευόμενη θρησκεία της αυτοκρατορίας. Τα θεσπίσματα αυτά έχει καθιερωθεί εσφαλμένα να αποκαλούνται διάταγμα των Μεδιολάνων. Στην πραγματικότητα δεν έλαβαν τη μορφή επίσημου αυτοκρατορικού διατάγματος. 

Η νεότερη έρευνα μάλιστα έχει δείξει ότι οι δύο αυτοκράτορες ουσιαστικά ενεργοποιούσαν παλαιότερες αποφάσεις, οι οποίες δεν είχαν τεθεί σε ισχύ. Το πρωτότυπο του εγγράφου δεν έχει διασωθεί, αλλά έχει διασωθεί ένα λατινικό διάταγμα που έστειλε ο Λικίνιος στον έπαρχο της Νικομήδειας για την εφαρμογή των αποφάσεων, προκειμένου να κερδίσει τη συμπάθεια των χριστιανών υπηκόων του. 

Το κείμενο αυτό διασώθηκε με το χαρακτηρισμό «διάταγμα των Μεδιολάνων» και ο τίτλος αυτός ταυτίστηκε με το κείμενο των από κοινού ειλημμένων αποφάσεων του Κωνσταντίνου και του Λικίνιου. Στη Δύση ο Κωνσταντίνος δεν περιορίστηκε στη θεωρητική θεσμοθέτηση του Χριστιανισμού, αλλά προστάτευσε έμπρακτα τις χριστιανικές κοινότητες με οικονομικές επιχορηγήσεις, επιστροφή των δημευμένων τόπων λατρείας και των κτημάτων των χριστιανών πολιτών, την απαλλαγή του κλήρου από τα δημόσια βάρη, κ.ά. 

Τα μέτρα αυτά κατέστησαν ιδιαίτερα προσφιλή τον Κωνσταντίνο στους χριστιανούς, ακόμη και στην Ανατολή, στην επικράτεια του Λικίνιου. Αφού υπόγραψαν τις αποφάσεις για τη θρησκευτική πολιτική που θα ακολουθούσαν και τη μεταξύ τους συμμαχία, ο Κωνσταντίνος πάντρεψε τη δεκαοχτάχρονη αδελφή του Κωνσταντία με το Λικίνιο, που το 313 μ.Χ ήταν 45 χρονών. Έτσι επισφραγίστηκε μια εύθραυστη ειρήνη, στην οποία οι δύο αντίπαλοι οδηγήθηκαν από την ανάγκη των δεδομένων περιστάσεων και όχι από αμοιβαία καλή θέληση. Σύντομα θα ακολουθούσε η μάχη των δύο αντρών.

Η σύγκρουση με το Λικίνιο

Τον Ιούνιο του 313 ο Λικίνιος νίκησε τον ανιψιό του Γαλέριου Μαξιμίνο Δάια, ο οποίος είχε ακόμη στην κατοχή του ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας, σε αποφασιστική μάχη ανατολικά της Αδριανούπολης. Ο Μαξιμίνος αυτοκτόνησε και ο Λικίνιος ως απόλυτος πλέον άρχοντας της Ανατολής αναζητούσε ευκαιρία να αναμετρηθεί με τον Κωνσταντίνο. Η αφορμή δεν άργησε να δοθεί, μόλις ένα χρόνο έπειτα από τις συμφωνίες που είχαν υπογραφεί. 

Ο Λικίνιος συμμάχησε με τον Βασιανό και τη σύζυγό του Αναστασία, ετεροθαλή αδελφή του Κωνσταντίνου εις βάρος του τελευταίου. Ο Κωνσταντίνος δεν άφησε βέβαια την ευκαιρία να χαθεί, αφού και ο ίδιος εποφθαλμιούσε την εξουσία του Λικίνιου και επιθυμούσε τον πόλεμο μαζί του. Οι στρατοί τους συγκρούστηκαν στην πόλη Κίβαλι της Παννονίας στις 8 Οκτωβρίου του 314 μ.Χ. Η μάχη έμεινε γνωστή ως bellum Cibalense και έληξε με πύρρεια νίκη του Κωνσταντίνου. 

Οι δυνάμεις και των δύο αντιπάλων είχαν αναλωθεί στις κοπιαστικές εκστρατείες του προηγούμενου έτους και οι αντοχές των στρατιωτών τους είχαν φτάσει στο όριο. Οι δύο αυτοκράτορες δεν είχαν άλλη επιλογή από την επιστροφή στα εδάφη τους, προκειμένου να θεραπεύσουν τις πληγές τους σε ανθρώπινο δυναμικό. Στο διάστημα αυτής της ανακωχής, ο Κωνσταντίνος από τους Τρεβήρους και ο Λίκινιος από το Σίρμιον, παράλληλα με τις υπόλοιπες δραστηριότητές τους, ετοιμάζονταν για την επόμενη αναμέτρηση.

Ο Κωνσταντίνος στη Ρώμη γιόρτασε τη δέκατη επέτειό του από την ανακήρυξή του σε Αύγουστο (τα decennalia του). Η περίφημη αψίδα του Κωνσταντίνου ήταν ήδη έτοιμη για την περίσταση. Οι γιορτές περιλάμβαναν όλες τις καθιερωμένες εκδηλώσεις, όμως ο Κωνσταντίνος δεν θυσίασε προσωπικά στους θεούς της Ρώμης κι αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο στους εθνικούς της αιώνιας πόλης.

Η αψίδα του Μεγάλου Κωνσταντίνου στη Ρώμη

Αφού ολοκληρώθηκαν τα decennalia, ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στους Τρεβήρους, όπου παρέμεινε την άνοιξη και το καλοκαίρι του 316 μ.Χ ετοιμάζοντας πυρετωδώς τον επερχόμενο πόλεμο με το Λικίνιο. Και ο Λικίνος όμως ενεργούσε αναλόγως. Είχε ανασυγκροτήσει πλήρως τις δυνάμεις του και είχε ανακηρύξει έναν Ιλλυριό στρατηγό, τον Ουάλη, καίσαρα. Τον Δεκέμβριο του 316 ο Κωνσταντίνος βρισκόταν στη Σερδική (σημερινή Σόφια της Βουλγαρίας). Οι δύο αντίπαλοι συναντήθηκαν κάποια στιγμή ανάμεσα στην 1 Δεκεμβρίου 316 και στις 28 Φεβρουαρίου 317 στη Θράκη. Το αποτέλεσμα της μάχης ήταν αμφίρροπο και ο Κωνσταντίνος προτίμησε να υπογράψει συμφωνία με τον Λικίνιο. Παρέμενε όμως σε θέση ισχύος κι έτσι επέβαλε τους όρους του.

Την 1 Μαρτίου το 317 μ.χ. ο Κωνσταντίνος εισήλθε θριαμβευτικά στη Σερδική, όπου υπογράφτηκε η concordia Augustorum (η συμφωνία των Αυγούστων). Χάρη στην παρέμβαση της Κωνσταντίας, η οποία ήταν αφοσιωμένη στο Λικίνιο. Ταυτόχρονα όμως είχε και την ιδιαίτερη εύνοια του αδελφού της, ο Αύγουστος της Ανατολής διατήρησε το θρόνο του. Υποχρεώθηκε όμως να παραχωρήσει στον Κωνσταντίνο την Παννονία και τη Μοισία, καθώς και να εκτελέσει τον Ουάλη. 

Επιπλέον, ανακηρύχθηκαν καίσαρες ο δωδεκάχρονος γιος του Κωνσταντίνου από τη Μινερβίνη, Κρίσπος, ο πρωτότοκος γιος του από τη Φαύστα Κωνσταντίνος Β΄ (που ήταν μόλις επτά μηνών βρέφος), και ο γιος του Λικίνιου και της Κωνσταντίας Λικινιανός (μωρό 20 μηνών). Ακολούθησε μια περίοδος λεπτής ισορροπίας. 

Ο Λικίνιος ενίσχυσε το στρατό του και συσσώρευσε τεράστιους θησαυρούς. Σύντομα οι παλιές εντάσεις και οι αμοιβαίες υποψίες βγήκαν στην επιφάνεια. Από το 320 μ.Χ οι χριστιανοί υπήκοοι του Λικινίου έδειχναν απροκάλυπτα μεγάλη αφοσίωση και συμπάθεια στο πρόσωπο του Κωνσταντίνου. Ο Λικίνιος, φοβούμενος αυτά τα συναισθήματα, εξαπέλυσε επτά χρόνια μετά το διάταγμα των Μεδιολάνων που ο ίδιος εξέδωσε, ήπιο διωγμό εναντίον τους. Ο διωγμός αυτός βαθύτερο στόχο είχε να εξοργίσει τον Κωνσταντίνο, ώστε να αρχίσει πρώτος τις εχθροπραξίες. 

Ο Λικίνιος γνώριζε ότι ο αυτοκράτορας της Δύσης προστάτευε το Χριστιανισμό και υποπτευόταν ότι και ο ίδιος είχε ασπαστεί τη νέα θρησκεία, αρνούμενος τις ρωμαϊκές θεότητες, δεν ήταν όμως έτσι. Με τελική αφορμή τις εξεγέρσεις των Σαρματών και των Γότθων στα 321 μ.Χ, ο Κωνσταντίνος εισέβαλε στην επικράτεια του Λικίνιου, προφασιζόμενος την καταστολή των επαναστατών. 

Ο Λικίνιος θεώρησε όμως ότι ο Κωνσταντίνος παραβίασε τη συνθήκη που είχαν υπογράψει. Ο Κωνσταντίνος για να αντιμετωπίσει τον Λικίνιο εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη τα έτη 322 και 323 μ.Χ. Στη Θεσσαλονίκη ενίσχυσε τα τείχη της πόλης, κατασκεύασε στόλο, αλλά και ένα νέο μεγάλο τεχνητό λιμάνι. Ο πόλεμος ξέσπασε το 324 μ.Χ. Στις 3 Ιουλίου ο Κωνσταντίνος νίκησε το Λικίνιο σε αποφασιστική μάχη στην Αδριανούπολη. Ο Λικίνιος οχυρώθηκε στην πόλη του Βυζαντίου, όπου πολιορκήθηκε από τον αντίπαλό του. 

Στη θάλασσα ο στόλος του Κωνσταντίνου με επικεφαλής το γιο του Κρίσπο νίκησε ολοκληρωτικά στον Ελλήσποντο το στόλο του Λικινίου, που τελούσε υπό τις εντολές του Άβαντου. Έχοντας χάσει κάθε δυνατότητα ανεφοδιασμού, ο Λικίνιος εγκατέλειψε το Βυζάντιο και πορεύτηκε προς τη Χρυσούπολη της Μικράς Ασίας. Εκεί ηττήθηκε για άλλη μια φορά από τις ενωμένες δυνάμεις του Κωνσταντίνου και του Κρίσπου, στις 18 Σεπτεμβρίου. Ο Λικίνιος, μετά από την οριστική αυτή ήττα, κατέφυγε στη Νικομήδεια, όπου και συνελήφθη. Για ακόμη μια φορά οι ικεσίες της Κωνσταντίας προς τον αδελφό της έσωσαν τη ζωή του Λικίνιου. 

Ως απλός πια πολίτης τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό στη Θεσσαλονίκη. Λίγους μήνες αργότερα όμως καταδικάστηκε σε θάνατο, επειδή ο Κωνσταντίνος φοβήθηκε τις φήμες ότι ο Λικίνιος ήρθε σε μυστικές συμφωνίες με τους Γότθους προκειμένου να ανακτήσει το θρόνο του. Λίγο μετά ο Κωνσταντίνος διέταξε και την εκτέλεση του ενδεκάχρονου Λικινιανού, του γιου του Λικίνιου, αθετώντας τις υποσχέσεις του στην Κωνσταντία. Ο Κωνσταντίνος ήταν πια ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης ολόκληρης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Μετά τη νίκη επί του Λικινίου ο Κωνσταντίνος μετέφερε την κύρια έδρα στην Ανατολή. Αυτή η πρακτική δεν αποτελούσε καινοτομία, αφότου από την εποχή της Τετραρχίας οι Καίσαρες είχαν επιλέξει διαφορετικές πρωτεύουσες ο καθένας. Ο Κωνσταντίνος έπρεπε να εξετάσει πολλές περιοχές, αλλά τελικά επέλεξε την αρχαία ελληνική αποικία του Βυζαντίου. Η πόλη ήταν συγκοινωνιακός κόμβος σε μια στρατηγικά σημαντική περιοχή και περιβαλλόταν από τρεις πλευρές από θάλασσα. Ήδη βέβαια κατά την εκστρατεία ενάντια στο Λικίνιο ο Κωνσταντίνος είχε αναγνωρίσει τα πλεονεκτήματα της τοποθεσίας. Λίγο αργότερα διεύρυνε την πόλη και την επέκτεινε μεγαλοπρεπώς. 

Η νέα πρωτεύουσα ονομάστηκε Κωνσταντινούπολη („Κωνσταντίνου Πόλη“). Δίνοντας το όνομά του ο Κωνσταντίνος ακολούθησε την παράδοση των ηγεμόνων της ελληνιστικής περιόδου και των πρώτων ρωμαίων αυτοκρατόρων. Οι οχυρώσεις της ευρύτερης περιοχής, που ήταν πλέον εξαπλάσια της παλαιάς πόλης, βελτιώθηκαν.

Ταυτόχρονα ανεγέρθηκαν πολυάριθμα νέα κτίρια. Σε αυτά συγκαταλέγονταν μεταξύ άλλων διοικητικά κτίρια, ανακτορικά οικοδομήματα, λουτρά και αντιπροσωπευτικές επίσημες εγκαταστάσεις όπως ο Ιππόδρομος και το Αυγουσταίον.

Τελευταία προστέθηκε μια μεγάλη παραλληλόγραμμη πλατεία, στην οποία βρισκόταν το κτίριο της Συγκλήτου και η είσοδος της περιοχής των Ανακτόρων. Από εκεί μια οδός κατευθυνόταν στο κυκλικό φόρουμ του Κωνσταντίνου, όπου ήταν τοποθετημένο το άγαλμα του Αυτοκράτορα στην κορυφή ενός στύλου και βρισκόταν ένα δεύτερο κτίριο της Συγκλήτου. Πολλά έργα τέχνης από τον ελληνικό κόσμο μεταφέρθηκαν στην πόλη, περιλαμβανομένου του Τρίποδα των Πλαταιών από τους Δελφούς. Ο Κωνσταντίνος έκανε τα εγκαίνια της πόλης στις 11 Μαΐου του 330, ενώ οι εκτεταμένες οικοδομικές εργασίες δεν είχαν ακόμα τελειώσει.

Η καινούργια έδρα είχε το μεγάλο πλεονέκτημα ότι βρισκόταν στην καίρια για την οικονομία ανατολική περιοχή της αυτοκρατορίας. Στην επεκτεταμένη πόλη κτίστηκαν εκκλησίες, αλλά υπήρχαν και μερικοί ναοί και πολλά παγανιστικά αρχιτεκτονικά στοιχεία, τα οποία προσέδιδαν έναν κλασσικό χαρακτήρα στην πόλη. Όπως φαίνεται από από το μέγεθος του μεγαλοπρεπούς σχεδιασμού, θεωρείτο αντίπαλο δέος της παλαιάς Ρώμης, παρότι και εκεί ανέλαβε την ανοικοδόμησή της, αφου στη Ρώμη είχε γιορτάσει το 315 τη δεκαετηρίδα του, καθώς και την εικοσαετηρίδα του εκ των υστέρων το 326, την οποία ήδη είχε γιορτάσει στη Νικομήδεια. Η Ρώμη ήταν ήδη από δεκαετίες τυπική πρωτεύουσα και έχασε ακόμα περισσότερο τη σημασία της με την δημιουργία της νέας έδρας της κυβέρνησης, αλλά παρέμεινε σημαντικό σύμβολο της Romidee. 

Η Κωνσταντινούπολη εξισώθηκε με τη Ρώμη από πολλές απόψεις, της δόθηκε για παράδειγμα μια δική της Σύγκλητος, αν και δεύτερη σε τάξη μετά της Ρωμαϊκής και δεν υπαγόταν στην επαρχιακή διοίκηση, αλλά σε ξεχωριστό ανθύπατο. Επιπλέον ο Κωνσταντίνος μερίμνησε για την δημιουργία κινήτρων εγκατάστασης στη νέα του έδρα. Η εκθειαστική ευγλωττία της αυλής και η εκκλησιαστική πολιτική ανύψωσαν την πόλη στο καθεστώς μιας νέας Ρώμης. Κωνσταντινούπολη, της οποίας η αστική περιοχή αργότερα διευρύνθηκε προς τα δυτικά και εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες και πιο μεγαλοπρεπείς πόλεις της αυτοκρατορίας και τον 5ο αιώνα ακόμη και σε πρωτεύουσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ή της βυζαντινή όπως έμεινε γνωστή.

Οι δολοφονίες των συγγενών του

To 326 μΧ o Κωνσταντίνος διέταξε τη δολοφονία του μεγαλύτερου γιου του Κρίσπου και λίγο αργότερα και της συζύγου του Φαύστας. Η Αυλή σκόπιμα συσκότισε αυτό το μελανό σημείο στη βιογραφία του Κωνσταντίνου. Ο Ευσέβιος για παράδειγμα δεν αφιερώνει ούτε μια λέξη στα ανωτέρω γεγονότα, ενώ άλλες πηγές κάνουν μόνο εικασίες. Το 360 μ.Χ ο ιστορικός Αυρήλιος Βίκτωρ αφηγείται μόνο τον φόνο του Κρίσπου, τον οποίο διέταξε ο Κωνσταντίνος για άγνωστο λόγο. 

Στην Epitome de Caesaribus για πρώτη φορά συνδέεται ο θάνατος του Κρίσπου με αυτόν της Φαύστας. Επειδή η μητέρα του Ελένη θρηνούσε τον Κρίσπο, τον οποίο εκτιμούσε πολύ, ο αυτοκράτορας εκτέλεσε και την σύζυγό του. Από αυτήν την βασική διήγηση διάνθισαν μεταγενέστεροι συγγραφείς την ιστορία. Ούτως στις αρχές του 5ου αιώνα ο αρειανός εκκλησιαστικός ιστορικός Φιλοστόργιος παρουσιάζει λεπτομέρειες μιας σκανδαλιστικής ιστορίας. Η Φαύστα λέγεται ότι είχε επιθυμήσει τον Κρίσπο και, όταν αυτός αρνήθηκε το πάθος της, για να τον εκδικηθεί παρότρυνε τον σύζυγό της να σκοτώσει τον παραγιό της. Όταν η Φαύστα υπέπεσε σε απιστία σε μια άλλη περίπτωση, ο αυτοκράτορας την σκότωσε και αυτή. 

Σύμφωνα με τον παγανιστή ιστορικό Ζώσιμο ο Κρίσπος κατηγορήθηκε, ότι είχε σχέση με την Φαύστα. Τότε ο Κωνσταντίνος εκτέλεσε τον γιο του, και όταν η μητέρα του φάνηκε θλιμμένη, εξαφάνισε και την Φαύστα, πνίγοντάς την στο λουτρό. Δεδομένου ότι ο αυτοκράτορας δεν μπορούσε να καθαρίσει τον εαυτό του από αυτές τις πράξεις, είχε γίνει χριστιανός, επειδή υποτίθεται ότι όλες οι αμαρτίες θα μπορούσαν να εξαλειφθούν στο χριστιανισμό. 

Ο Ζώσιμος που έγραψε γύρω στο 500 (και το πρωτότυπο του Ευνάπιος) εμφανώς δεν είχε ακριβείς πληροφορίες για τα γεγονότα· έτσι ο Κρίσπος δεν δολοφονήθηκε στη Ρώμη, όπως αναφέρει ο Ζώσιμος, αλλά πιθανότατα στη Πούλα (Κροατία). Ο Ζώσιμος άδραξε την ευκαιρία να παρουσιάσει τον αυτοκράτορα και την εύνοιά του προς τον Χριστιανισμό υπό αρνητική σκοπιά. Εξάλλου, συμφωνεί με τον Φιλοστόργιο όσον αφορά τις συνθήκες θανάτου της Φαύστας, που είναι ίσως ο ουσιαστικός πυρήνας και των δύο αναφορών.

Η αγριότητα του Κωνσταντίνου Α’ ήταν πρωτοφανής. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τον βιογράφο του Ευσέβιο, διέταξε να εξολοθρευτουν ολοι οι ευνουχοι της Αιγύπτου ενώ εξέδωσε και μια σειρά διαταγμάτων ενάντια στη δημιουργία ευνούχων, επειδή ήταν ενάντια στους ηθικούς του κώδικές. Παρόλα αυτά η εκκλησία μας τον θεωρεί άγιο και μάλιστα ισάξιο της Ελένης, που έφερε στο φως τα διάφορα μέρη που έζησε ο Χριστός.

Ο Κωνσταντίνος απεβίωσε το 337 μ.Χ. Τόσο το έργο του όσο και ο ίδιος έτυχαν μιας σπάνιας εκτιμήσεως από πολλές πλευρές. Η Ρωμαϊκή Σύγκλητος, όπως αναφέρει ο ιστορικός Ευτρόπιος, θεοποίησε τον Κωνσταντίνο. Η ιστορία τον ονόμασε Μέγα και η Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και ισαπόστολο.

Η Αγία Ελένη και οι Άγιοι τόποι

Η μητέρα του Κωνσταντίνου ταξίδευσε στην Παλαιστίνη και τις υπόλοιπες ανατολικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας. Κατά τη διάρκεια της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (325 μ.Χ.) πληροφορήθηκε για την κατάσταση που επικρατούσε στους Αγίους Τόπους και προς το τέλος του 326 μ.Χ. αναχώρησε για την Ιερουσαλήμ, με σκοπό να φέρει στο φως τα διάφορα μέρη, στα οποία έζησε και δίδαξε ο Χριστός. Στο διάστημα αυτό (δηλαδή από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο μέχρι και την αναχώρησή της), έζησε τα γεγονότα του θανάτου του εγγονού της καίσαρα Κρίσπου, μεγαλύτερου γιου του Μ. Κωνσταντίνου και της δεύτερης συζύγου του Μ. Κωνσταντίνου, Φαύστας, μητριάς του Κρίσπου, που αμφότεροι θανατώθηκαν.

Μολονότι δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο, σύμφωνα με τον Ρωμαίο ιστορικό Βίκτωρα Σέξτο Αυρήλιο (Caes. 41.11-12), η εκτέλεση του Κρίσπου έγινε κατά διαταγή του πατέρα του, Μεγάλου Κωνσταντίνου, έπειτα από κατηγορία της Φαύστας ότι ο Κρίσπος τη βίασε ή αποπειράθηκε να τη βιάσει. Καθώς η Ελένη επέκρινε αυστηρότατα τον γιο της για τη σκληρή πράξη του και τον ώθησε να ερευνήσει περαιτέρω τις κατηγορίες που ειπώθηκαν εις βάρος του Κρίσπου, ο Κωνσταντίνος, σύμφωνα με τον ίδιο ιστορικό, διέταξε την εκτέλεση και της γυναίκας του Φαύστας. Υπάρχει βέβαια και η εκδοχή ότι ο Κωνσταντίνος παρέδωσε τη Φαύστα στη διάθεση της Ελένης προκειμένου να αποφασίσει η ίδια την τιμωρία της, αν και δεν είναι απολύτως βέβαιο αν η Ελένη ήταν στη Ρώμη, όταν εκτελέστηκε η Φαύστα ή είχε ήδη αναχωρήσει για τους Αγίους Τόπους. 

Πάντως, ένα κίνητρο ακόμη που της αποδίδεται για τη δύσκολη αυτή περιοδεία, είναι η συγχώρεση που ζητούσε από τον Θεό για τις πράξεις του γιου της (πρέπει να είναι η μοναδική περίοδος που οι σχέσεις του Κωνσταντίνου και της μητέρας του διήλθαν κρίση, χωρίς όμως να άρει και την εύνοιά του από το πρόσωπό της). Ο Ευσέβιος περιγράφει με λεπτομέρειες το ταξίδι της Ελένης (VC, 3.42-47). Το παρουσιάζει ως ένα ευλαβέστατο προσκύνημα στους Αγίους Τόπους, κατά το οποίο η Ελένη επιδιδόταν σε πράξεις φιλανθρωπίας συντηρώντας ολόκληρες κοινότητες, ανεγείροντας ιδρύματα κοινής ωφελείας με αυτοκρατορικές επιχορηγήσεις και ιδρύοντας μονές. 

Κάποιοι σύγχρονοι ιστορικοί όμως εκφράζουν ορισμένες επιφυλάξεις για το κατά πόσο τα κίνητρα της Ελένης πήγαζαν αποκλειστικά από τη θερμή χριστιανική της πίστη. Είναι πιθανόν, το κύρος του μεγάλου Κωνσταντίνου να είχε κλονιστεί μετά από την υιοκτονία και συζυγοκτονία που είχε διαπράξει. Έτσι, σκοπός της Ελένης ίσως ήταν να κατευνάσει τη δυσαρέσκεια των κατοίκων στις ανατολικές περιοχές της αυτοκρατορίας.

Μπορεί η απόφαση της Ελένης να οφείλεται σε όλους τους προαναφερθέντες λόγους. Το γεγονός όμως ότι σε τόσο μεγάλη ηλικία (πρέπει να ήταν περίπου 78 χρονών, όταν ξεκίνησε την περιοδεία της) ανέλαβε μία τόσο κοπιαστική αποστολή, καταδεικνύει μία γυναίκα με εξαιρετική δύναμη χαρακτήρα και ισχυρή θέληση.

Στη Βηθλεέμ και τον Γολγοθά διεξήγαγε μεγάλες ανασκαφές, κατά τις οποίες βρέθηκαν οι τόποι της Γέννησης, της Σταύρωσης και της Ανάστασης του Χριστού.  Εκεί, αφού έδωσε εντολή να κατεδαφιστεί ο ναός της Αφροδίτης από τον Γολγοθά, η Ελένη ανέγειρε με αυτοκρατορικές χορηγίες τους μεγαλοπρεπείς ναούς της Γέννησης (στη Βηθλεέμ) και της Ανάστασης (στο λόφο του Γολγοθά), που μέχρι σήμερα αποτελούν τα σημαντικότερα μνημεία του Χριστιανισμού.

Η μεγάλη δόξα της Ελένης, μεταξύ προπάντων των χριστιανικών πληθυσμών, οφείλεται στην εύρεση του Τιμίου Σταυρού. Οι ιστορικοί διατηρούν κάποιες επιφυλάξεις για το κατά πόσο η παράδοση αυτή αποτελεί ιστορικό γεγονός. Ο Ευσέβιος, παρόλο που δίνει λεπτομερείς πληροφορίες για τα έργα της Ελένης στα Ιεροσόλυμα, δεν αναφέρει την ανακάλυψη του Τιμίου Σταυρού. Από τα γραπτά του αγίου Κυρίλλου, Πατριάρχη Ιεροσολύμων, φαίνεται ξεκάθαρα ότι τεμάχιο του ιερού κειμηλίου βρισκόταν στα Ιεροσόλυμα στα τέλη του 340 μ.Χ. 

Ο ίδιος Πατριάρχης, μετά το 351 μ.Χ, γράφει στον αυτοκράτορα Κωνστάντιο Β΄, γιο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ότι ο Σταυρός ανακαλύφθηκε στα χρόνια του Κωνσταντίνου, δεν αναφέρει όμως ποιος τον βρήκε (Ep. ad Const., 3 PG 33, 1168B). Ο Ρουφίνος είναι εκείνος, που στη δική του «Εκκλησιαστική Ιστορία», συνδέει την Ελένη με την εύρεση του Τιμίου Σταυρού (Hist. Eccl 10, 7-8).

Όπως και να έχει, τόσο η Ορθόδοξη Εκκλησία όσο και η Καθολική έχουν εγκολπωθεί τη σχετική παράδοση, η οποία ήδη από το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα είχε εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (η Ελένη πέθανε στο πρώτο μισό του 4ου αιώνα).

Ο θάνατός της Ελένης

Αφού ολοκλήρωσε το ταξίδι της στην Ανατολή, η Ελένη εγκαταστάθηκε στη Νικομήδεια. Εκεί απεβίωσε σε ηλικία 80 ετών έχοντας στο πλευρό της το γιο της Κωνσταντίνο, όπως μας πληροφορεί ο Ευσέβιος (VC, 3.46). Το γεγονός ότι από τις αρχές του 329 μ.Χ. σταματάει απότομα η κοπή νομισμάτων με τη μορφή της, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο θάνατός της επήλθε στα τέλη του 328 ή στις αρχές του 329. 

Ενταφιάστηκε με βασιλικές τιμές στη Ρώμη, στο μαυσωλείο της οδού Λαβικάνας. Αργότερα, το σώμα της μεταφέρθηκε στις κατακόμβες Πέτρου και Μαρκελλίνου. Η πορφυρή σαρκοφάγος που περιείχε το σκήνωμά της, σήμερα βρίσκεται στο μουσείο του Βατικανού. Η ορθόδοξη Εκκλησία την ανακήρυξε αγία και ισαπόστολο. Η μνήμη της εορτάζεται από τους Ορθοδόξους, μαζί με το γιο της Κωνσταντίνο, στις 21 Μαΐου (την ίδια μέρα η μνήμη της εορτάζεται και από την Λουθηρανική εκκλησία), ενώ από τους Καθολικούς στις 18 Αυγούστου (η Καθολική Εκκλησία δεν έχει κατατάξει στους αγίους της όμως το Μέγα Κωνσταντίνο), και πως θα μπορούσε να εντάξει στους Αγίους έναν σκληρό δολοφόνο ακόμα και στενών συγγενικών του προσώπων.

Ο κωνσταντίνος βέβαια ήταν μέγας στρατηγός και ένας από τους μεγαλύτερους στρατηλάτες της Ιστορίας μετά τον Μέγα Αλέξανδρο, τον Αννίβα και τον Ιούλιο Καίσαρα αλλά δυσκολευόμαστε πραγματικά να τον θεωρήσουμε Άγιο, όταν στο ενεργητικό του έχει χιλιάδες δολοφονίες και μάλιστα προσώπων της δικιάς του οικογένειας. Δυσκολευόμαστε πραγματικά να τον θεωρούμε άγιο μόνο και μόνο γιατί νομιμοποίησε τη θρησκεία, ενώ ο έτερος υπογράψας της συνθήκης των Μεδιολάνων δεν αναγορεύτηκε ποτέ Άγιος. Βέβαια μια άποψη που έχει μπει στη σύγχρονη εκτίμηση των θεολόγων είναι ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν είναι άγιος αλλά απλά η θρησκεία αναγνωρίζει την αγιότητα του.

Σχολιάστε Ελεύθερα