H Κύπρος κείται μακράν

Από τη Σύνταξη

Ήταν 14 Αυγούστου 1974, κατά τη διάρκεια του Αττίλα ΙΙ, στην Ελλάδα συνέβαινε η πολιτική αλλαγή αφού η δικτατορία του Ιωαννίδη λόγω των γεγονότων είχε καλέσει ήδη από τις 23 Ιουλίου τον Κωνσταντίνο Καραμανλή από τη Γαλλία.

Η Ελλάδα ήταν προφανώς αδύναμη λόγω των πολιτικών αναταράξεων που είχαν αρχίσει από το Νοέμβριο του 1973 και για να αποφύγει η νέα εύθραστη ηγεσία τον πόλεμο, προχώρησε στην  περίφημη δήλωση: «Η Κύπρος κείται μακράν». Με αυτόν τον τρόπο ο Καραμανλής συνόψισε την απροθυμία της νέας τότε κυβέρνησής του να συνδράμει την Κύπρo έναντι της τουρκικής εισβολής.

Αφού λοιπόν η Ελλάδα με επίσημο τρόπο δεν μπήκε σε πόλεμο,οι Τούρκοι εισβολείς, σχεδόν ανενόχλητοι, κατέλαβαν το 37% της Κυπριακής Δημοκρατίας, διχοτομώντας το νησί. Μια διχοτόμηση που παραμένει μέχρι σήμερα, αν και κατά καιρούς και ειδικά από την εποχή που η Κύπρος μπήκε στην ΕΕ, έχουν υπάρξει συνομιλίες των δύο πλευρών, της νόμιμης κυβέρνησης της δημοκρατίας της Κύπρου και της ψευδοκυβέρνησης των κατεχόμενων (Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου). Ο όρος ψευδοκυβέρνηση και ακατεχόμενα χρησιμοποιούνται όχι μόνο από την Ελλάδα και την Κύπρο φυσικά, αλλά και από σωρεία κυβερνήσεων που δεν αναγνωρίζουν αυτό το κομμάτι ως ξεχωριστό κράτος.

Πως προέκυψε το Κυπριακό ζήτημα 

Με την έκρηξη της επανάστασης του 1821 πολλοί Έλληνοκύπριοι αναχώρησαν για την ηπειρωτική  Ελλάδα προκειμένου να συμμετέχουν στον αγώνα. Οι Τούρκοι για να εκδικηθούν τους Κύπριους εκτέλεσαν 486 επιφανείς Ελληνοκύπριους ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός και τέσσερις ακόμα επίσκοποι. Ο πρώτος Έλληνας κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας κάλεσε τους Κύπριους να ενωθούν με την Ελλάδα και ακολούθησαν αναρίθμητες εξεγέρσεις. 

Οι επαναστάσεις στο νησί κατέληξαν όλες σε αποτυχία ενώ η φτώχεια και η ψηλή φορολογία δυνάμωσε το εθνικιστικό αίσθημα των Έλληνοκυπρίων και την επιθυμία τους να ενωθούν με την ανεξάρτητη Ελλάδα. Την Οθωμανική περίοδο τα ποσοστά αναλφαβητισμού των κάτοικων ήταν πολύ μεγάλα αλλά βελτιώθηκε σημαντικά η μόρφωση τους τον 20ο αιώνα.

Όταν έληξαν ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος (1877-1878) και το Συνέδριο του Βερολίνου, η Κύπρος μεταβιβάστηκε στην Βρετανική Αυτοκρατορία που ανέλαβε την διοίκηση της το 1878. Οι Βρετανοί στην πραγματικότητα βέβαια συγκυβερνούσαν με τους Οθωμανούς και το Χεδιβάτο της Αιγύπτου μέχρι τις 5 Νοεμβρίου του 1914. Οι Άγγλοι ως συγκυβερνώντες υποσχέθηκαν στους Τούρκους σαν αντάλλαγμα να χρησιμοποιήσουν το νησί σαν βάση για να τους προστατέψουν από την Ρωσική απειλή.

Οι Άγγλοι χρησιμοποίησαν την Κύπρο σαν την σημαντικότερη ναυτική βάση για τις εξορμήσεις στις επαρχίες τους. Όταν ολοκληρώθηκε μάλιστα το λιμάνι της Αμμόχωστου (1906) η Κύπρος έγινε το σημαντικότερο στρατηγικό σημείο για τους Άγγλους, διότι το λιμάνι είχε απ’ευθείας επικοινωνία με την Διώρυγα του Σουέζ που ήταν ο θαλάσσιος δρόμος των Βρετανών για την Ινδία, την μεγάλη υπερπόντια επαρχία τους.

Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που οι Οθωμανοί συμμάχησαν με τις Κεντρικές Δυνάμεις (5 Νοεμβρίου 1914) οι Άγγλοι προσάρτησαν πλήρως την Κύπρο και κατήργησαν το Χεδιβάτο της Αιγύπτου, δημιουργώντας το Σουλτανάτο της Αιγύπτου σαν Βρετανικό προτεκτοράτο. Οι Βρετανοί μάλιστα πρόσφεραν την Κύπρο στην Ελλάδα σε αντάλλαγμα της ενώσεως των Ελλήνων με τους Άγγλους. Εκείνη όμως την εποχή ο Γερμανόφιλος Κωνσταντίνος Α΄ της Ελλάδας το αρνήθηκε. Έτσι με την Συνθήκη της Λωζάνης η νεοσύστατη Τουρκική Δημοκρατία του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ παραιτήθηκε από τα δικαιώματα της στην Κύπρο που ανακηρύχτηκε αποικία του Βρετανικού στέμματος (1925). Πολλοί Έλληνο-Κύπριοι και Τούρκο-Κύπριοι πολέμησαν στους δυο Παγκόσμιους πολέμους στον Βρετανικό Στρατό Ξηράς. 

Όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος πολλοί εντάχθηκαν στο Κυπριακό Σύνταγμα. Οι Έλληνο-Κύπριοι είχαν πολλές ελπίδες ότι η Βρετανική διοίκηση θα τους βοηθήσει να ενωθούν με την Ελλάδα. Η επιθυμία είχε ρίζες στην Μεγάλη Ιδέα των Ελλήνων να αναστήσουν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία με την Μικρά Ασία, την Κύπρο και πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Η Εκκλησία της Κύπρου που τα μέλη της είχαν εκπαιδευθεί στην Ελλάδα ήταν πρωταγωνιστές. Εκείνη την εποχή ιδρύθηκε η Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών (EOKA). Οι Έλληνο-Κύπριοι έβλεπαν το νησί σαν τμήμα του Ελληνισμού και είδαν την ένωση τους με την μητέρα Ελλάδα σαν φυσικό δικαίωμα. Το αίτημα της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα έγινε από την δεκαετία του 1950 τμήμα της Ελληνικής εθνικής πολιτικής.

Οι Τούρκο-Κύπριοι που με την σειρά τους υποστήριξαν τα πρώτα χρόνια την Βρετανική κατοχή, όταν  είδαν την ανάπτυξη των Ελληνικών εθνικών κινημάτων αποφάσισαν να αντιδράσουν επειδή φοβήθηκαν την εκδίωξη τους από το νησί και  αντιστάθηκαν σκληρά στην δράση της ΕΟΚΑ. Οι Τούρκο-Κύπριοι έβλεπαν τον εαυτό τους σαν ξεχωριστή εθνική ενότητα και διεκδίκησαν την δημιουργία δικού τους κράτους στο νησί. 

Ο Τούρκος ηγέτης Αντνάν Μεντερές δήλωσε την δεκαετία του 1950 ότι η Κύπρος ήταν “επέκταση της Ανατολής”, απέρριψε την ιδέα για την διαίρεση του νησιού και ζήτησε την προσάρτηση ολόκληρης της Κύπρου στην Τουρκία. Την εποχή του οι οπαδοί του στην Τουρκία χρησιμοποίησαν σκληρά εθνικιστικά συνθήματα όπως “η Κύπρος είναι Τουρκική”. Οι Τούρκοι σύντομα κατάλαβαν ότι οι ελπίδες τους ήταν μάταιες επειδή ο Τουρκικός πληθυσμός στο νησί αποτελούσε χαμηλή μειοψηφία, έφτανε μόλις στο 20%. Οι Τούρκο-Κύπριοι λοιπόν ακολούθησαν την δεκαετία του 1950 το σύνθημα “Διαίρεση ή Θάνατος” που διαδόθηκε ευρύτατα την δεκαετία του 1960. 

Σε συσκέψεις που ακολούθησαν στην Ζυρίχη και το Λονδίνο οι Τούρκοι δέχτηκαν υποτονικά την ίδρυση Κυπριακού κράτους αλλά η μεγάλη τους επιθυμία ήταν πάντοτε η δημιουργία Τουρκικού κράτους στα βόρεια. Η Κυπριακή εκκλησία οργάνωσε τον Ιανουάριο του 1950 το Ενωτικό δημοψήφισμα υπό την επίβλεψη της και χωρίς την συμμετοχή των Τούρκο-Κύπριων. Το αποτέλεσμα ήταν 96% υπέρ της Ένωσης με την Ελλάδα. Οι Έλληνες σύμφωνα με την Δημογραφία της Κύπρου αποτελούσαν το 80,2% του συνολικού πληθυσμού του νησιού.

Οι Βρετανοί μετά το δημοψήφισμα πρότειναν την ίδρυση μιας ημιαυτόνομης Τουρκικής επαρχίας αλλά οι Τούρκοι το απέρριψαν. Η ΕΟΚΑ που δημιουργήθηκε το 1955 με στόχο την ένωση με την Ελλάδα με ένοπλο αγώνα, είχε απεναντί της, πέρα από τους αποικιοκράτες, τη Τουρκική Οργάνωση Αντίστασης ή ΤΑΞΙΜ σαν αντίβαρο με στόχο την δημιουργία Τουρκικού κράτους στο νησί. 

Οι Βρετανοί αξιωματούχοι ενίσχυν μυστικά την ΤΑΞΙΜ όπως φαίνεται από γράμμα που έστειλαν στον διοικητή της Κύπρου (15 Ιουλίου 1958), του ζητούσαν να μην κάνει καμιά ενέργεια εναντίον της ΤΑΞΙΜ για να μην χαλάσουν οι σχέσεις της Βρετανίας με την Τουρκία.

Η συμφωνία της Ζυρίχης

Την 1η Απριλίου του 1955 Έλληνες από την Κύπρο και την Ελλάδα ξεκίνησαν επισήμως απελευθερωτικό αγώνα (οργάνωση ΕΟΚΑ) έναντι των Βρετανών με σκοπό την ένωση με την Ελλάδα. Ο αγώνας τερματίστηκε το 1959, οπότε έγιναν οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη νύχτα της 15ης προς την 16η Αυγούστου του 1960, στις 2 μετά τα μεσάνυχτα στη Λευκωσία, ο κυβερνήτης της Κύπρου Χιου Φουτ να διαβάσει στην αίθουσα του Μεταβατικού Υπουργικού Συμβουλίου (που αργότερα έγινε Μέγαρο της Βουλής των Αντιπροσώπων) την προκήρυξη της βασίλισσας της Μεγάλης Βρετανίας, με την οποία ανακοίνωσε την εγκατάλειψη της αγγλικής κυριαρχίας στην Κύπρο, στη βάση των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου. 

Στη συνέχεια οι γενικοί πρόξενοι της Ελλάδας και της Τουρκίας Γ. Χριστόπουλος και Β. Τουρέλ, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄ και ο αντιπρόεδρος Φαζίλ Κιουτσούκ, έπειτα από σύντομες ομιλίες τους, υπέγραψαν μαζί με τον τελευταίο Άγγλο κυβερνήτη τα κείμενα των συμφωνιών που καθόριζαν τα της ανεξαρτητοποίησης της Κύπρου. 

Λίγο πριν το μεσημέρι της 16ης Αυγούστου έγινε στο μέγαρο του Κυβερνείου η υποστολή της βρετανικής σημαίας και η έπαρση της κυπριακής. Πριν κλείσουν 24 ώρες από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Κύπρου, ο σερ Χιου Φουτ είχε ήδη εγκαταλείψει την Κύπρο.

Οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου είχαν υπογραφεί η μεν πρώτη στο ξενοδοχείο Ντόλτερ της Ζυρίχης στις 11 Φεβρουαρίου του 1959 από τους Κωνσταντίνο Καραμανλή και Αντνάν Μεντερές, πρωθυπουργό της Τουρκίας, η δε δεύτερη στο Λάνκαστερ Χάουζ του Λονδίνου στις 19 Φεβρουαρίου του 1959, από τους δύο προαναφερθέντες συν τον Βρετανό ομόλογό τους Χάρολντ Μακμίλαν, ενώ κάποια συνημμένα κείμενα είχαν υπογραφεί και από τους Μακάριο και Κιουτσούκ, οι οποίοι είχαν γνώση του συνόλου των συμφωνιών.

Με αυτή τη συμφωνία ορίστηκαν ως οι δύο επίσημες γλώσσες του κράτους, η ελληνική και η τουρκική.Επίσης στις 24 Αυγούστου του 1960, το Συμβούλιο Ασφαλείας Ηνωμένων Εθνών αποφάσισε ομόφωνα να εισηγηθεί στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών την ένταξη της Κύπρου στον Ο.Η.Ε.. Την πρόταση έκανε η Μεγάλη Βρετανία και μία πρώην αποικία της, η Κεϋλάνη.

Ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Κύπρου στον Ο.Η.Ε., Ζήνων Ρωσσίδης, εκφώνησε τον πρώτο λόγο του στη γενική συνέλευση στις 21 Σεπτεμβρίου του 1960, ενώ στις 20 Ιανουαρίου του 1961 η βασίλισσα Ελισάβετ Β΄, κατευθυνόμενη με τον δούκα του Εδιμβούργου, Φίλιππο προς την Ινδία, στάθμευσε για λίγο στην Κύπρο. Εκεί, στη βρετανική βάση Ακρωτηρίου, συνομίλησε με την ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλαδή τον Πρόεδρο Μακάριο και τον Αντιπρόεδρο Κιουτσούκ καθώς και τον υπουργό εξωτερικών Κυπριανού. 

Οι συνομιλίες είχαν μάλλον τυπικό και όχι ουσιαστικό χαρακτήρα, αλλά η συνάντηση συμβόλιζε και υπογράμμιζε τον λόγο που είχε η Βρετανία στα κυπριακά πράγματα ως εγγυήτρια δύναμη. Η  παρουσία της Ελισάβετ υπογράμμισε τους δεσμούς λοιπόν της πρώην αποικίας με τη Βρετανική Κοινοπολιτεία. Μέλος της οποίας έγινε στις 13 Μαρτίου του 1961. 

Ο Μακάριος κλήθηκε στη διάσκεψη και συμμετείχε στις εργασίες της δύο ημέρες αργότερα, συνοδευόμενος από τον Τουρκοκύπριο υπουργό Άμυνας Οσμάν Ορέκ. Καθ’ οδόν προς Λονδίνο συναντήθηκε στην Αθήνα με τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή. Σε δηλώσεις του ο Μακάριος υπογράμμισε ότι η είσοδος στην Κοινοπολιτεία δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην είσοδο σε συνασπισμό και τόνισε ότι θα ακολουθήσει αδέσμευτη πολιτική.

Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄ στη Βόννη το 1962 με το Γερμανό Καγκελάριο Κόρναντ Αντενάουερ

Στις 30 Νοεμβρίου του 1963, ο πρόεδρος Μακάριος διαβίβασε στον αντιπρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Φαζίλ Κιουτσούκ μνημόνιο στο οποίο περιέχονταν 13 σημεία για την αναθεώρηση του συνταγματικού καθεστώτος. Συνισταμένη των 13 σημείων ήταν η κατάργηση της χωριστής πλειοψηφίας (ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής) για την ψήφιση των νόμων καθώς και η θέσπιση ενιαίων δημοτικών συμβουλίων στους δήμους. Επίσης το πρώτο από τα 13 σημεία απέβλεπε στην κατάργηση του δικαιώματος αρνησικυρίας τόσο του προέδρου όσο και του αντιπροέδρου της Δημοκρατίας. 

Πριν από τις προτάσεις του Μακαρίου είχαν προηγηθεί διαβουλεύσεις του ιδίου με τον Βρετανό ύπατο αρμοστή σερ Άρθουρ Κλαρκ, ο οποίος τον είχε ενθαρρύνει, αφού είχε κάνει τις απαραίτητες επαφές και με τους Τουρκοκύπριους. Έτσι την επομένη, 1 Δεκεμβρίου 1963,o αντιπρόεδρος της Κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων και πρόεδρος της τουρκοκυπριακής Βουλής Ραούφ Ντενκτάς έφτασε στο Λονδίνο για συνομιλίες με τον υφυπουργό για θέματα Κοινοπολιτείας Τζ. Τίλνι. 

Οι προτάσεις Μακαρίου διατυπώθηκαν σε μία εποχή που υπήρχε κυβερνητική αστάθεια τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία, δηλαδή τις δύο από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο στόχος του Μακαρίου εκείνη  την εποχή ήταν η διαμόρφωση μιας ενιαίας εξουσίας στην Κύπρο, ωστόσο η κρίση που ακολούθησε ήταν η αρχή του εκ των πραγμάτων διαχωρισμού των δύο κοινοτήτων. Έτσι στις 29 Δεκεμβρίου επιβλήθηκε η διχοτόμηση της Λευκωσίας με την περίφημη “πράσινη γραμμή”, όπως αποκλήθηκε λίγο αργότερα. 

Στις προτάσεις Μακαρίου απάντησε ο Κιουτσούκ αρνητικά, δηλώνοντας στις 3 Δεκεμβρίου ότι το ισχύον σύνταγμα θα πρέπει να εφαρμόζεται στο σύνολό του. Ο υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου Σπύρος Κυπριανού συναντήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου στην Αθήνα με τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου και τον ενημέρωσε για την κατάσταση στο νησί. Τον συνόδευε ο πρεσβευτής στην Αθήνα Νίκος Κρανιδιώτης. 

Στις 16 Δεκεμβρίου ο Τούρκος πρεσβευτής στη Λευκωσία επέδωσε απορριπτική απάντηση της Άγκυρας στις προτάσεις Μακαρίου, τις οποίες ο Κύπριος πρόεδρος είχε απλώς “γνωστοποιήσει” στις εγγυήτριες δυνάμεις. Έτσι ο Μακάριος απέρριψε την τουρκική απάντηση ως παρέμβαση στα εσωτερικά της Κυπριακής Δημοκρατίας. 

Τρεις ημέρες αργότερα συναντήθηκαν στην ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι οι υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας, Σοφοκλής Βενιζέλος, Κύπρου Σπύρος Κυπριανού και Τουρκίας Κεμάλ Ερκίν. Παρά την αισιοδοξία του Βενιζέλου, η συνάντηση δεν μείωσε την ένταση που εν τω μεταξύ είχε δημιουργηθεί στην Κύπρο. Πριν περάσουν 48 ώρες, και συγκεκριμένα τη νύκτα της 20ης προς την 21η Δεκεμβρίου άρχισαν επεισόδια στη Λευκωσία μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, τα οποία κορυφώθηκαν με εκατέρωθεν νεκρούς την ημέρα των Χριστουγέννων. Οι Τουρκοκύπριοι δημιούργησαν “γραμμή άμυνας” γύρω από την παλαιά πόλη και παράλληλα προσέβαλαν ελληνοκυπριακά προάστια στη βόρεια περιφέρεια της πόλης, απομονωμένα από την κυρίως ελληνοκυπριακή πλευρά. 

Οι ελληνοκύπριοι πολίτες αντιπαρατέθηκαν ενόπλως με τους Τουρκοκυπρίους, ενώ άλλοι υπό τον Νίκο Σαμψών έσπευσαν σε βοήθεια των Ελληνοκυπρίων που κατοικούσαν στο βόρειο προάστιο Ομορφίτα. Κατά τις συγκρούσεις διαπράχθηκαν αγριότητες και από τις δύο πλευρές, οι οποίες έκτοτε δηλητηρίαζαν τις σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Με αυτά τα γεγονότα την δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων, τουρκικά πολεμικά σκάφη εμφανίστηκαν προ της Κύπρου. Επίσης την ίδια ημέρα βρετανικά τεθωρακισμένα οχήματα παρενέβησαν μεταξύ των αντιμαχομένων στην Λευκωσία. 

Η απειλή της  τουρκικής εισβολής ήρθη έπειτα από παρέμβαση του προέδρου των Η.Π.Α. Λίντον Τζόνσον και προειδοποίηση της Ε.Σ.Σ.Δ. προς την Άγκυρα. Στις 29 Δεκεμβρίου υπογράφτηκε συμφωνία κατάπαυσης των εχθροπραξιών και η Λευκωσία χωρίστηκε σε ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή από την “πράσινη γραμμή”. Η κύπρος ακόμη και σήμερα είναι ένα τρισυπόστατο κράτος, αφού οι Βρετανικές κτήσεις στο νησί μαζί με τα κατεχόμενα έχουν δημιουργήσει τρεις διοικήσεις.

Χάρτης της Κύπρου που δείχνει την πράσινη γραμμή και το τρισυπόστατο κράτος, που έχουμε σήμερα 

Μετά την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο και την κατοχή του 1974, η Κυπριακή Δημοκρατία πρακτικά ελέγχει μόνο τα δύο τρίτα του νησιού, ενώ το βόρειο τρίτο κατέχεται παράνομα από την Τουρκία. Το 1983 μάλιστα η Τουρκία παρανόμως ανακήρυξε τα κατεχόμενα εδάφη σε κράτος, ονομάζοντάς το «Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου», το λεγόμενο “ψευδοκράτος”. 

Η ενέργεια αυτή καταδικάστηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. Το “κράτος” αυτό αναγνωρίζεται σήμερα μόνο από την Τουρκία.

Η Πράσινη γραμμή

H Πράσινη Γραμμή ή επίσημα «Παρεμβαλλόμενη γραμμή του Ο.Η.Ε. στην Κύπρο» είναι το όριο μεταξύ Ελληνόφωνων και Τουρκόφωνων περιοχών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όπως και όλα τα εδάφη του νησιού, τα εδάφη εντός της Πράσινης Γραμμής ανήκουν στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στις 30 Δεκεμβρίου 1963 μετά από συμφωνία Ελλήνων, Τούρκων και Άγγλων, όταν ξέσπασαν οι πρώτες σοβαρές διακοινοτικές ταραχές (ορισμένοι τις ονομάζουν “τουρκανταρσία”, οι τούρκοκύπριοι θεωρούνε υποτιμητικό τον όρο), στη νεαρή ακόμη τότε Κυπριακή Δημοκρατία. Σκοπός της ήταν να αποτρέψει κλιμάκωση της έντασης μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Ονομάστηκε «Πράσινη Γραμμή» επειδή ο τότε διοικητής των βρετανικών δυνάμεων στην Κύπρο στρατηγός Γιανγκ την χάραξε με πράσινο μολύβι στον χάρτη. 

Τότε δεν εκτεινόταν σε όλο το νησί, υπήρχε μόνο στη Λευκωσία και αργότερα εκει που υπήρχαν τουρκοκυπριακοί θύλακες. Από τον Μάρτιο του 1964, οπότε κατέφτασαν στο νησί οι Κυανόκρανοι του ΟΗΕ, η φύλαξή της έχει ανατεθεί σε αυτούς. Επεκτάθηκε κατά πολύ μετά την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το 1974. Η γραμμή αυτή εκτείνεται πλέον σε μήκος 300 χλμ. και χωρίζει το νότιο από το βόρειο μέρος του νησιού, στο οποίο έχει δημιουργηθεί ένα μη αναγνωρισμένο κράτος. 

Η Πράσινη Γραμμή ελέγχεται από τους άνδρες των Ηνωμένων Έθνων (Ο.Η.Ε.), οι οποίοι φροντίζουν για τη διατήρηση της ομαλότητας στην περιοχή. Ονομάζεται επίσης Νεκρή ζώνη και Γραμμή κατάπαυσης του πυρός. Η Πράσινη Γραμμή χωρίζει από το 1964 τη Λευκωσία σε δύο μέρη, καθιστώντας την τη μόνη διαιρεμένη πρωτεύουσα στην Ευρώπη σήμερα. 

Από το 2003 η λεγόμενη “κυβέρνηση” των Τουρκοκυπρίων αποφάσισε να επιτρέψει τη διέλευσή της προς τα Κατεχόμενα και έχει ανοίξει ως τώρα πέντε σημεία διέλευσης. Για τη διέλευση απαιτείται επίδειξη διαβατηρίου, κάτι στο οποίο αντιδρούν πολλοί, θεωρώντας την επίδειξη διαβατηρίου στις τουρκοκυπριακές “αρχές” ως de facto αναγνώριση της εξουσίας τους.

Σχολιάστε Ελεύθερα