Με αφορμή το αίτημα της Τουρκίας για αποστρατικοποίηση των νησιών μας και όχι μόνο

Από τη σύνταξη

Σήμερα προχωρούμε σε μια ανάλυση πάνω στο πόσο δίκαιο είναι το αίτημα των Τούρκων για αποστρατικοποίηση των νησιών μας, την στιγμή μάλιστα που οι ίδιοι έχουν φροντίσει να εξοπλίσουν τα παράλια που βρίσκονται έναντι των νησιών μας. Μην ξεχνάμε πως στη Σμύρνη λειτουργεί βάση του ΝΑΤΟ.

Το όνειρο της Τουρκικής πολιτικής, η Γαλάζια πατρίδα

Ας αρχίσουμε με τη Συνθήκη της Λωζάνης που υπογράφτηκε στις 24 Ιουλίου του 1923, είναι μια διεθνή συνθήκη που δεν μπορεί να αλλαχθεί έτσι εύκολα, ανεξαρτήτως εαν ο Ερντογάν ζητάει να ξαναγραφτεί, περίπου έναν αιώνα μετά την υπογραφή της. Για να γίνει κάτι τέτοιο πρέπει να προηγηθεί σύγκρουση κάτι που η Τουρκία παλεύει εδώ και καιρό να κάνει και κατά τη γνώμη μας χωρίς να είμαστε οι απόλυτοι γνώστες των στρατιωτικών θεμάτων, η Ελλάδα αποκρίνεται σωστά. Απαντάει στις προκλήσεις, χωρίς να προκαλεί συγκρούσεις που μπορεί να φέρουν τα δύο στρατόπεδα απέναντι.

Τι λέει λοιπόν η συνθήκη της Λωζάνης?

Η Ελληνική Κυβέρνηση αναλαμβάνει την υποχρέωση, σύμφωνα με το Aρθρο 13 της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης, να μην εγκαταστήσει στα νησιά μας ναυτικές βάσεις ή οχυρωματικά έργα. Ειδικότερα, το ανωτέρω άρθρο προβλέπει τα εξής:

«Προς εξασφάλισιν της ειρήνης, η Ελληνική Κυβέρνησις υποχρεούται να τηρή εν ταις νήσοις Μυτιλήνη, Χίω, Σάμω και Ικαρία τα ακόλουθα μέτρα:

Αι ειρημέναι νήσοι δεν θα χρησιμοποιηθώσιν εις εγκατάστασιν ναυτικής βάσεως ή εις ανέργερσιν οχυρωματικού τινος έργου.

Θα απαγορευθεί εις την Ελληνικήν στρατιωτικήν αεροπλοίαν να υπερίπταται του εδάφους της ακτής της Ανατολίας. Αντιστοίχως, η Οθωμανική Κυβέρνησις, θα απαγορεύση εις την στρατιωτικήν αεροπλοϊαν αυτής να υπερίπταται των ρηθεισών νήσων.

Αι ελληνικαί στρατιωτικαί δυνάμεις εν ταις ειρημέναις νήσοις θα περιορισθώσι εις τον συνήθη αριθμόν των δια την στρατιωτικήν υπηρεσίαν καλουμένων, οίτινες δύνανται να εκγυμνάζωνται επί τόπου, ως και εις δύναμιν χωροφυλακής και αστυνομίας ανάλογον προς την εφ΄ ολοκλήρου του ελληνικού εδάφους υπάρχουσαν τοιαύτην».

Η Ελλάδα μέχρι σήμερα έχει εφαρμόσει με συνέπεια τις παραπάνω διατάξεις, αλλά η Τουρκία, παρά το γεγονός ότι υποχρεούται σύμφωνα με το ίδιο άρθρο να μην επιτρέπει στα στρατιωτικά της αεροσκάφη να υπερίπτανται του εναερίου χώρου των εν λόγω ελληνικών νησιών, έχει επανειλημμένως παραβιάσει και συνεχίζει να παραβιάζει τις σχετικές νομικές της υποχρεώσεις και βέβαια η Ελλάδα απαντάει με τα δικά της αεροσκάφη. Η Ελλάδα και η Τουρκία σύμφωνα με τη συνθήκη απαγορεύεται να πετάνε στρατιωτικά αεροσκάφη στον εναέριο χώρο των νησιών του Βορείου Αιγαίου, όταν όμως η αντίπερα όχθη παραβιάζει συστηματικώς την συνθήκη εμείς πρέπει να κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια, η απάντηση είναι όχι.

Το ίδιο άρθρο επιτρέπει στην Ελλάδα να διατηρεί συνήθη αριθμό καλουμένων για τη στρατιωτική θητεία στρατιωτών, οι οποίοι δύνανται να εκπαιδεύονται επί τόπου, καθώς επίσης και δυνάμεων Χωροφυλακής και Αστυνομίας.

Πέραν των ανωτέρω, πάντως είναι ιδιαιτέρως σημαντικό να επισημανθεί ότι η Ελλάδα, όπως οποιαδήποτε χώρα στον κόσμο, δεν παραιτήθηκε ποτέ από το φυσικό της δικαίωμα για άμυνα, και καλά έκανε, σε περίπτωση απειλής στρεφομένης κατά των νησιών της ή οποιουδήποτε άλλου μέρους της επικράτειάς της, τη στιγμή, μάλιστα, που υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις ότι, κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, η Τουρκία ενεργεί κατά τρόπον ασυνεπή και κατά παράβαση των διατάξεων του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Ειδικότερα:

  1. Η Τουρκία, κατά παράβαση των διατάξεων της Συνθήκης Εγγυήσεως για την Κύπρο, στην οποία η Ελλάδα αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος, εισέβαλε στο νησί το 1974 και, παρά τις πολυάριθμες αντίθετες αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας και της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, συνεχίζει να διατηρεί μια σημαντική στρατιωτική δύναμη στα κατεχόμενα εδάφη.
  2. Η Τουρκία έχει επανειλημμένα παραβιάσει και συνεχίζει να παραβιάζει τον Ελληνικό Εναέριο Χώρο, ειδικότερα δε τον εναέριο χώρο των ελληνικών νησιών του Αιγαίου, τον οποίο έχει αναλάβει συμβατική υποχρέωση να σέβεται (παρ. 2, άρθρο 13 της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης).
  3. Σημαντικότατο λόγο, παρομοίως, αποτελεί το γεγονός ότι, κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, η Τουρκία έχει προχωρήσει σε μια άνευ προηγουμένου συγκέντρωση στρατιωτικών μονάδων, όπλων και στρατιωτικού εξοπλισμού, καθώς και ελικοπτέρων και αποβατικών σκαφών σε περιοχές και σημεία της ακτής της Μικράς Ασίας, τα οποία ευρίσκονται έναντι και στρέφονται εναντίον των ελληνικών νησιών, δοθέντος ότι δεν υπάρχει κανείς άλλος πιθανός στόχος στην περιοχή.
  4. Η προαναφερόμενη κατάσταση πραγμάτων, συνδυαζόμενη με την απειλή πολέμου(casus belli), σε περίπτωση που η Ελλάδα προχωρήσει στην επέκταση των χωρικών της υδάτων στα 12 νμ, ως έχει το νόμιμο δικαίωμα , καθώς και τη γενικότερη αναθεωρητική τάση της Τουρκίας ως προς τις Διεθνείς Συνθήκες που καθορίζουν τα του καθεστώτος του Αιγαίου, υποχρεώνει και νομιμοποιεί την Ελλάδα να προβεί στην αναγκαία αμυντική προπαρασκευή που θα της επιτρέψει να ασκήσει, εάν παραστεί ανάγκη το δικαίωμα της νομίμου αμύνης, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, και να προστατεύσει τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου.

Το παραπάνω κείμενο με μια μικρή τροποποίηση είναι από το υπουργείο εξωτερικών και αποτελεί την επίσημη ελληνική θέση για το θέμα. Είναι μαι θέση που συμβαδίζει με το διεθνές δίκαιο και εξασφαλίζει τα συμφέροντα της χώρας μας ως προς την προάσπιση των εδαφών της και βεβαίως των νησιών μας που τόσο πολύ θέλουν οι Τουρκοι με τον αλυτρωτισμό της Γαλάζιας πατρίδας.Ενας αλυτρωτισμός με ιστορία και πολλά μαύρα γεγονότα στις θάλασσες του Αιγαίου με φόντο βέβαια την νησιωτική μας πατρίδα.

Η Ιστορία της Γαλάζιας πατρίδας

Γαλάζια πατρίδα ορίζεται ως η υφαλοκρηπίδα αλλά και η ΑΟΖ που η Τουρκία θεωρεί οτι της ανήκει. Ενίοτε οι αξιώσεις των γειτόνων μας συνδυάζονται μάλιστα και με τις ναυτικές πολεμικές ασκήσεις (Navtex) ή καλύτερα στον ορισμό του κομματιού του Αιγαίου που θέλει να ελέγχει η Τουρκία.

Οταν οι Τούρκοι στρατηγοί αναφέρονται στο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», δεν μιλούν πλέον για μια «δίκαιη» επίλυση του ζητήματος της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Θεωρούν ότι ο διαμοιρασμός της υφαλοκρηπίδας της Ανατολικής Μεσογείου πρέπει να γίνει μόνον μεταξύ των χωρών που έχουν ηπειρωτικές ακτές και τα ελληνικά νησιά (στα οποία συμπεριλαμβάνουν και την Κύπρο, Κρήτη, Γαύδο, Κάρπαθο, Ρόδο, Καστελόριζο) θα πρέπει- υποστηρίζουν- να περιορισθούν μόνον στα χωρικά ύδατά τους.

Οι ιδέες αυτές, που δεν εδράζονται φυσικά σε καμία έννοια Διεθνούς Ναυτικού Δικαίου, άρχισαν να διατυπώνονται για πρώτη φορά το 2011 με «πατέρα» τον αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού Τζιχάτ Γιαϊτζί. Αν και στην αρχή φάνηκαν να είναι οι μαξιμαλιστικές ιδέες ενός εθνικιστή αξιωματικού, τώρα προβληματίζουν την Ελλάδα, αφού ο Τζιχάτ Γιαϊτζί έγινε πλέον ναύαρχος του Πολεμικού Ναυτικού της Τουρκίας και απολύτως έμπιστος του Ταγίπ Ερντογάν. Ο Γιαϊτζί πριν λίγο καιρό μπορεί να ανακοίνωσε την παραίτησή του, αλλά η ιδεά της γαλάζιας πατρίδας δεν νομίζουμε ότι έσβησε.

Η τουρκία εδώ και δεκαετίες διεκδικεί τόσο τα θαλάσσια σύνορα του Βορείου Αιγαίου όσο και των Δωδεκανήσων στη λογική πως δεν ορίστηκαν σε καμία συνθήκη αυτά. Το Νοέμβριο του 2019 η γείτονος χώρα αξίωσε επίσημα την επέκταση των θαλάσσιων ζωνών της, ακόμα και δυτικά της Ρόδου στον ΟΗΕ. Οι αξιώσεις της φτάνουν μέχρι και τα θαλάσσια σύνορα της Λιβύης και της Αιγύπτου. Όπως καταλαβαίνετε το ζήτημα είναι σοβαρό αλλά η πολιτική των εκάστοτε κυβερνόντων για τα μέχρι στιγμής δεδομένα κρίνεται ως σωστή.

Μιας που η Ελλάδα δεν προκαλεί την γείτονος και απαντάει δυναμικά σε κάθε πρόκληση μπορούμε να βρούμε πολλά θετικά στοιχεία στην διπλωματία των Ελληνικών κυβερνήσεων από το 2011 μέχρι σήμερα. Η γαλάζια πατρίδα βέβαια όπως αναφέραμε και πιο πάνω είναι μια παλιά ιδέα, αφού στην συνθήκη της Λωζάνης του 1923 υπάρχουν κενά στο θέμα της υφαλοκρηπίδας, των χωρικών υδάτων και του εναέριου χώρου. Αυτό έδωσε την αφορμή στην Τουρκία να χαράξει την πολιτική που έχει εδώ και έναν αιώνα και αυτά πρέπει να συζητήσουμε με την Τουρκία, αλλά προφανώς στα πλαίσια της διεθνούς νομιμότητας και της τήρησης των συνθηκών. Ας εξηγήσουμε όμως με λίγα λόγια τους ορισμούς των προβλημάτων μας με μια μικρή ιστορική ανάλυση.

Ο όρος υφαλοκρηπίδα

Πρόκειται για το βυθό και το υπέδαφος των περιοχών που καλύπτει η θάλασσα και που γειτονεύουν με την ακτή νησιού ή παράκτιου κράτους, έξω από την αιγιαλίτιδα ζώνη (χωρικά ύδατα) και σε βάθος τέτοιο, ώστε να είναι δυνατή η εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου των περιοχών αυτών.

Στη δική της υφαλοκρηπίδα, η κάθε παράκτια χώρα δεν ασκεί εθνική κυριαρχία, όπως στα χωρικά ύδατα αλλά ένα συγκεκριμένο δικαίωμα (π.χ. εκμετάλλευση του βυθού), το οποίο, όμως, ασκείται αποκλειστικά (το κυριαρχικό δικαίωμα υπολείπεται νομικά της εθνικής κυριαρχίας). Η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας γίνεται ύστερα από συμφωνία των ενδιαφερόμενων χωρών.

Το 1973 η Τουρκία παραχώρησε δικαιώματα έρευνας σε περιοχές που είχαν προκηρυχθεί και από την ελληνική πλευρά. Η Ελλάδα υποστηρίζει πως με βάση τη Σύμβαση της Γενεύης για το Δίκαιο της Θάλασσας, τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα, όπως και οι ηπειρωτικές ακτές. Συνεπώς η οριοθέτηση με τα γειτονικά κράτη πρέπει να γίνει με βάση τα όσα προβλέπει η συνθήκη, δηλαδή με βάση την αρχή της μέσης γραμμής και της ίσης απόστασης.

Η τουρκική πλευρά υποστηρίζει πως τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα, διότι αποτελούν εξάρσεις του βυθού. Επιπλέον επικαλείται «ειδικές περιστάσεις» που υπάρχουν στο Αιγαίο το οποίο θεωρεί «ημίκλειστη θάλασσα». Έτσι η βασική θέση της Τουρκίας είναι πως τα νησιά γεωλογικά αποτελούν συνέχεια της Ανατολίας με αποτέλεσμα να διεκδικεί τον υποθαλάσσιο χώρο στο μισό Αιγαίο. Είναι σημαντικό να επισημάνουμε εδώ πως η Τουρκία δεν αμφισβητεί την ελληνικότητα των νησιών του Αιγαίου στον υποθαλάσσιο χώρο που διεκδικεί αλλά την περίμετρο που τους ανήκει.

Βασικό νομικό επιχείρημα της Τουρκίας, η οποία δεν υπέγραψε τη Σύμβαση της Γενεύης, είναι η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης στην υπόθεση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ Δανίας, Ολλανδίας και Γερμανίας. Τότε το Δικαστήριο έκρινε πως «η ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα κάθε κράτους πρέπει να είναι η φυσική προέκταση του εδάφους του και δεν πρέπει να καταπατά τη φυσική προέκταση του εδάφους ενός άλλου κράτους».

Ο όρος Χωρικά ύδατα

Με βάση τη Συνθήκης της Λωζάνης (1923) το εύρος των χωρικών υδάτων ορίστηκε στα τρία (3) ναυτικά μίλια. Με την αναθεώρηση της Συνθήκης στο Μοντρέ (1936), η Ελλάδα επέκτεινε τα χωρικά της ύδατα στα έξι (6) μίλια για να ακολουθήσει η Τουρκία τρεις δεκαετίες αργότερα (1964).

Η Σύμβαση για το ∆ίκαιο της Θάλασσας (Μοντέγκο Μπέι, 1982), η οποία αποτελεί κωδικοποίηση του ∆ιεθνούς ∆ικαίου, δίνει τη δυνατότητα επέκτασης στα δώδεκα (12) ναυτικά μίλια. Η χώρα μας επικύρωσε τη Συνθήκη αυτή το 1995, ενώ η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος. Για αυτό με ψήφισμά της η Τουρκική Εθνοσυνέλευση απειλεί ανοιχτά την Ελλάδα με πόλεμο (casus belli) σε περίπτωση που η χώρα μας ασκήσει το δικαίωμα που της δίνει η σύμβαση.

Αν η χώρα µας επεκτείνει δηλαδή τα χωρικά της ύδατα στα 12 µίλια, τότε η κυριαρχία της στα νερά του Αιγαίου θα φτάσει στο 64% ενώ η κυριαρχία της Τουρκίας στο 10% και τα διεθνή ύδατα θα  περιορίζονται στο 26%.

Ο Εναέριος χώρος

Σύµφωνα µε τη Συνθήκη της Λωζάνης ο εναέριος χώρος ορίστηκε στα τρία (3) ναυτικά µίλια. Όμως η Ελλάδα το 1931 διεύρυνε τον εναέριο χώρο της στα δέκα (10) ναυτικά µίλια, προτού ακόµη επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 6 µίλια.

Η επέκταση αυτή δεν αµφισβητήθηκε από την Τουρκία µέχρι τα µέσα της δεκαετίας του ’70, οπότε και άρχισαν οι υπερπτήσεις και οι παραβιάσεις από τα τουρκικά µαχητικά στα επιπλέον 4 µίλια.

Η τουρκική πλευρά υποστηρίζει πως η Ελλάδα παραβιάζει το ∆ιεθνές ∆ίκαιο, αφού το εύρος του εναερίου χώρου (10 µίλια) δεν αντιστοιχεί στο εύρος των χωρικών της υδάτων (6 µίλια). Η  ελληνική πλευρά αντιτείνει πως η πράξη της αυτή έγινε αποδεκτή από την Τουρκία επί µισό αιώνα, δηµιουργώντας ένα είδος «τοπικού εθίµου» στην περιοχή.

Κέντρα εναέριας κυκλοφορίας (FIR)

Σύμφωνα με τον διεθνή Οργανισµό που καθορίζει τους κανόνες εναέριας κυκλοφορίας (ICAO) στο Κέντρο Ελέγχου Αθηνών (FIR Αθηνών) έχει ανατεθεί ο έλεγχος της διεθνούς εναέριας κυκλοφορίας µέχρι το σηµείο που συναντάται στα δυτικά µε το ιταλικό FIR, στα νότια µε τα αντίστοιχα της Λιβύης, της Αιγύπτου και της Κύπρου και στα ανατολικά µε το τουρκικό, µεταξύ της τουρκικής ακτής στο Αιγαίο και ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Στόχος είναι η ασφάλεια των πτήσεων και ο έλεγχος από µια χώρα ενός διεθνούς εναέριου χώρου,  χωρίς αυτό να συνιστά άσκηση κυριαρχίας.

Επειδή όµως οι κανόνες του ICAO είναι γενικοί, έχει εκχωρηθεί το δικαίωµα σε κάθε χώρα να θεσπίζει εθνικούς κανόνες – συµπληρωµατικούς των γενικών κανόνων του ICAO. 

Όταν ξέσπασε η κρίση στην Κύπρο η Τουρκία αµφισβήτησε για πρώτη φορά τα όρια του FIR Αθηνών με την Αγγελία προς Αεροναυτιλλοµένους (ΝΟΤΑΜ 714), στην οποία ζητούσε από τα αεροσκάφη που πετούσαν στο Ανατολικό Αιγαίο να αναφέρουν τις πτήσεις τους στα τουρκικά κέντρα ελέγχου (FIR Αγκύρας και Κωνσταντινούπολης). Η Ελλάδα αντέδρασε, κηρύσσοντας ολόκληρο το Αιγαίο ως επικίνδυνη περιοχή. Το αποτέλεσμα ήταν η διακοπή των αεροπορικών συγκοινωνιών διακόπηκαν µέχρι και τα µέσα του 1980. Ωστόσο η Τουρκία δεν εχει καταφέρει να πετύχει αναθεώρηση του ισχύοντος καθεστώτος. Έκτοτε η Τουρκία σε όλα τα διεθνή fora και σε κάθε ευκαιρία εκδηλώνει την επιθυµία της για «συνυπευθυνότητα στο Αιγαίο».

Η προβλεπόμενη αποστρατικοποίηση των νησιών σύφωνα με το διεθνές δίκαιο

Σύµφωνα µε το ∆ιεθνές ∆ίκαιο, τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου συνιστούν τρεις κατηγορίες:

Πρώτη είναι αυτή της Λήµνου -Σαµοθράκης- Ίµβρου-Τενέδου- Λαγουσών-Στενά. Σε αυτά τα νησιά είχε επιβληθεί µε το άρθρο 4 της Συνθήκης της Λωζάνης  καθεστώς αποστρατικοποίησης εκατέρωθεν και από τα δύο κράτη. Με την αναθεώρηση όμως της Συνθήκης στο Μοντρέ (1936), η Τουρκία πέτυχε να αλλάξει το καθεστώς των Στενών και των δικών της νησιών (Ίμβρος, Τένεδος, Λαγούσες) χωρίς να υπάρχει ρητή αναφορά και στα ελληνικά νησιά. Την παράλειψη αυτή της ελληνικής διπλωµατίας επικαλείται η τουρκική πλευρά από το 1970 και έπειτα, αµφισβητώντας το δικαίωµα της Ελλάδας για στρατιωτικοποίηση των δύο νησιών που της ανήκουν (Λήμνος, Σαμοθράκη). Η Ελλάδα φυσικά αντιτείνει πως αφού η Συνθήκη έπαψε να έχει ισχύ για την Τουρκία, δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για την Ελλάδα. 

Δεύτερη κατηγορία αποτελούν η Λέσβος, η Χίος,η Σάµος και η Ικαρία. Σύμφωνα µε το άρθρο 13 της Συνθήκης της Λωζάνης έπρεπε να είχε επιβληθεί καθεστώς  µερικής αποστρατικοποίησης (απαγόρευση εγκατάστασης ναυτικών βάσεων και οχυρωµατικών έργων, περιορισµός των στρατιωτικών δυνάµεων των νησιών). Η Ελλάδα όμως επικαλούμενη το δικαίωμα στην αυτοάμυνα που προβλέπουν τα Ηνωμένα Έθνη, έχει στρατιωτικοποιήσει τα νησιά ως αντίβαρο στην «τουρκική στρατια του Αιγαίου», που βρίσκεται στα παράλια και στα Τουρκικά νησιά.

Η τρίτη κατηγορία είναι τα Δωδεκάνησα, που παραχωρήθηκαν από την Ιταλία στην Ελλάδα µε τη συνθήκη των Παρισίων (1947) και βέβαια για αυτά δεν έχει προβλεφθεί κάτι από τη συνθήκη της Λωζάνης. Σύμφωνα με το άρθρο 14 της Συνθήκης των Παρισίων επιβαλλόταν στην Ελλάδα η υποχρέωση αποστρατικοποίησης, επιτρέποντας µόνο περιορισµένο αριθµό προσωπικού εσωτερικής ασφάλειας µε τον ανάλογο οπλισµό του. Η Τουρκία με βάση αυτή τη συνθήκη ισχυρίζεται ότι η Ελλάδα την παραβιάζει, αλλά θα πρέπει να τονιστεί ότι  η Τουρκία δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στην εν λόγω Συνθήκη, η οποία αποτελεί «res inter alios acta» γι’ αυτήν, δηλαδή ζήτημα που αφορά άλλον και σύμφωνα  με το άρθρο 34 της Συνθήκης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών, «μια συνθήκη δεν δημιουργεί υποχρεώσεις ή δικαιώματα για τρίτες χώρες».

Το καθεστώς της αποστρατικοποίησης στα Δωδεκάνησα επιβλήθηκε μετά από αποφασιστική παρέμβαση της Σοβιετικής Ένωσης και απηχούσε στις πολιτικές σκοπιμότητες της Μόσχας εκείνη τη χρονική περίοδο. Ωστόσο με τη δημιουργία του ΝΑΤΟ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην πράξη έπαψε να έχει ισχύει ως ασύμβατο με τη συμμετοχή χωρών σε στρατιωτικούς συνασπισμούς.

Ο Προπομπός της γαλάζια πατρίδας ήταν βέβαια οι γκρίζες ζώνες που  αναπτύχθηκαν θεωρητικά τη δεκαετία του ’90 και αφορούσαν την επανερμηνεία των διεθνών Συνθηκών από την Τουρκία, η οποία ισχυρίζεται ότι η ελληνική κυριαρχία εκτείνεται μόνο σε εκείνα τα νησιά του Αιγαίου τα οποία αναφέρονται ονομαστικά στα κείμενα των Συνθηκών, που τα νησιά παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα. Έτσι πλήθος βραχονησίδων και νησίδων τα οποία δεν κατονομάζονται, η Τουρκία θεωρεί ότι παραμένουν τμήματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και άρα της Τουρκίας ως διαδόχου κράτους.Μέσα σε αυτά που δεν κατονομάζονται είναι οι Φούρνοι και για αυτό έχουν βλέψεις και για εκεί εντονότερα οι Τούρκοι.

Απαραίτητα συμπεράσματα

Με αφορμή τον διάλογο Ελλάδας Τουρκίας, που θα δούμε που θα καταλήξει, όλοι οι Έλληνες πρέπει να γνωρίζουμε τι ακριβώς συζητάμε με την Τουρκία και τις βλέψεις τους, άρθρα σαν αυτό βοηθούν στην κατεύθυνση της ενημέρωσης του Ελληνικού λαού. Η τουρκία με βάση όλα τα παραπάνω αλλά και το κυπριακό ζήτημα, που δεν αναφέρθηκε ιδιαίτερα, έχει καθορίσει με πολλές διακυμάνσεις και ανάλογα την εποχή την εξωτερική της πολιτική στο ζήτημα της σχέσης της με την Ελλάδα και την Κύπρο.

Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής έγιναν και τα τραγικά γεγονότα στα Ίμια το 1996 καθώς και όλες οι αερομαχίες και θαλάσσιες συγκρούσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Στα πλαίσια των διεκδικήσεων της έγιναν πολλά γεγονότα. Η Ελλάδα από το 1923 μέχρι σήμερα στην Τουρκία έχει απαντήσει μόνο διπλωματικά και σε ότι αφορά το στρατιωτικό σκέλος μόνο αμυντικά και όσο μπορεί ψύχραιμα.

Η πολιτική του μη πολέμου της Ελλάδος αν και στο γενικό της πλαίσιο κρίνεται ως σωστή, είχε βέβαια και τα αρνητικά της με πιο χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Κύπρου που κατά τον Καραμανλή (1974) κείται μακράν. Τα ζητήματα αυτά σίγουρα θα μας απασχολούν για πολλά χρόνια και θα αναγκάζουν την χώρα μας να δίνει μεγάλα ποσά για στρατιωτικές δαπάνες, προκειμένου να ανταγωνιστεί στρατιωτικά την Τουρκία αν και εφόσον ο διάλογος δεν καταλήξει σε λύση. Ελπίζουμε μόνο η λύση να μην περιλαμβάνει πώληση νησιών και γης στους Οθωμανούς, το θέμα είναι μόνο τα χωρικά ύδατα και η ΑΟΖ, και εκεί μπορεί να εντοπίσει κανείς και κάποια δίκια της Τουρκίας, πολύ μικρά βέβαια μπροστά σε αυτά που ζητάει…



Categories: ΑΠΟΨΕΙΣ, ΕΛΛΑΔΑ

Tags: ,

Σχολιάστε Ελεύθερα

Αρέσει σε %d bloggers: