Η ποδοσφαιρική ευφυία του Μανέ Γκαριντσα και ο μύθος

Σήμερα κάνουμε ένα μικρό αφιέρωμα σε έναν ποδοσφαιριστή που λέγεται ότι υπήρξε το μεγαλύτερο δεξιό εξτρέμ που γνώρισε το ποδόσφαιρο. Είναι ο άνθρωπος που παρόλο την πολυτάραχη ζωή του, κατάφερε και άφησε το δικό του αθλητικό στίγμα ανεξίτηλο. Ο Γκαρίντσα έφυγε από τη ζωή μια μέρα σαν σήμερα στις 20 Ιανουαρίου του 1983 στα 43 του χρόνια.

Ο βίος του

Ο Γκαρίντσα ή κατά κόσμον Μανουέλ Φρανσίσκο ντος Σάντος γεννήθηκε στις 28 Οκτωβρίου του 1933 στο Πάου Γκράντε της Βραζιλίας. Ο Μάνουελ γεννήθηκε με μια παραμόρφωση στη σπονδυλική του στήλη, εξαιτίας της οποίας το δεξί του πόδι ήταν κοντύτερο κατά έξι εκατοστά από το άλλο.

Αυτό όμως το σωματικό μειονέκτημα κατάφερε να το μετατρέψει σε ποδοσφαιρικό πλεονέκτημα, αφού ντρίμπλαρε “σαν το διάολο”, όπως αναφέρεται. Χάρις στην επιμονή του μάλιστα έγινε παίκτης παγκόσμιας κλάσης. Εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο ντριμπλέρ στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο και ήταν ανίκητος στο ένας με έναν. Οι απρόβλεπτοι ελιγμοί του οφείλονταν σε αυτή την σωματική του ατέλεια.

Παρόλα όμως τα προσόντα του δυσκολεύτηκε να βρει επαγγελματική ποδοσφαιρική ομάδα να παίξει μπάλα, διότι καμιά ομάδα δεν εμπιστευόταν έναν προβληματικό ποδοσφαιριστή. Έτσι ξεκίνησε να παίζει επαγγελματικά σχετικά μεγάλος, σε ηλικία 19 ετών, στην Μποταφόγκο. Ήταν κατά τη διάρκεια της νεανικής καριέρας του που απέκτησε το ψευδώνυμο Γκαρίντσα (από το όνομα ενός μικρού τοπικού πουλιού, που προτιμά να πεθάνει παρά να πιαστεί) που του το έδωσε η αδελφή του Ρόζα λόγω του βαδίσματος του, της ζωντάνιας του και του χαρακτήρα του. Είχε επίσης το παρατσούκλι από τους συγγενείς του “Μανέ”, που σημαίνει “τρελό” ή “απλό μυαλό” στα πορτογαλικά της Βραζιλίας.

Η αρχή της καριέρας του

Ο Γκαρίντσα σκοράρει το πρώτο του παιχνίδι με την ομάδα, και γοητεύει γρήγορα τους υποστηρικτές του με τις κουνιστές ντρίμπλες του, δικαιολογώντας το ψευδώνυμό του. Ο τρόπος του παιχνιδιού του στηρίζεται στη ντεράστια ταχύτητά του, αφού από το πρώτο του βήμα συχνά διστακτικό αλλά πάντα απρόβλεπτο και στη συνέχεια, με τον απόλυτο έλεγχο της μπάλας σα να είναι σχεδόν κολλημένη στα πόδια του ξετυλίγει το απίστευτο ποδοσφαιρικό του ταλέντο. 

Το 1955 κάνει το ντεμπούτο του στην εθνική ομάδα. Το 1957, με 20 γκολ σε 26 αγώνες, συνέβαλε σημαντικά στον τίτλο της ομάδας του στο πρωτάθλημα καριόκα. Οι ντρίμπλες του και η χαμηλή προέλευσή του τον κάνουν αγαπητό από όλους. Απλός, πρόθυμος να ψυχαγωγήσει το κοινό, απέκτησε το ψευδώνυμο “η χαρά του λαού”. Η Μποταφόγκο σταδιακά ενδυναμώνει και γίνεται ένα από τα καλύτερα κλαμπ της εποχής μαζί με την Σάντος του Πελέ. Η φήμη του γιγαντώνεται και συμμετέχει σε αμέτρητους αγώνες γκαλά σε όλο τον κόσμο, όπως η νίκη στο διεθνές τουρνουά στην Κολομβία το 1960. 

Ο Γκαρίντσα όταν ήταν στην κορυφή της καριέρας του μπορούσε να ντριπλάρει τους αντιπάλους του με ευκολία και να βάζει πολλά γκολ στα αντίπαλα δοκάρια. Ο σύλλογος του κέρδισε το πρωτάθλημα Καριόκα στα τέλη του 1961, το πρωτάθλημα του Ρίο-Σάο Πάολο στις αρχές του 1962 εναντίον της Σάντος, και το αντίστοιχο τουρνουά, που είναι ο προάγγελος του πρωταθλήματος της Βραζιλίας, αφού το έχασε ελάχιστα το προηγούμενο έτος. 

Κορυφαίοι Ευρωπαϊκοί σύλλογοι προσπάθησαν να τον αποκτήσουν όπως η Γιουβέντους το 1954, η Ρεάλ Μαδρίτης το 1959 και το 1963 και οι τρεις μεγαλύτερες ιταλικές ομάδες (Ίντερ, Μίλαν, Γιουβέντους) τον πολιορκούσαν αλλά αυτός προτίμησε να παραμείνει στη χώρα του. Μετά την επιστροφή του από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962, όπου ο ίδιος λάμπει , εμφανίστηκε ως ζευγάρι με την διάσημη τραγουδίστρια Έλζα Σοάρες, ενώ ήταν ήδη παντρεμένος και πατέρας πολλών παιδιών. Οι ευρωπαϊκοί σύλλογοι πάντα επιμένουν να προσφέρουν μια περιουσία στους ηγέτες της Μποταφόγκο και στον Βραζιλιάνο, αλλά καμία προσφορά δεν πετυχαίνει. Η λέσχη κράτησε το στέμμα της πρωταθλήτριας στα τέλη του 1962, όπως και το προηγούμενο έτος. 

Μπροστά σε σχεδόν 160.000 θεατές, ο Γκαρίντσα λάμπει και σκοράρει δύο φορές στον τελικό. Η ομάδα συνεχίζει να περιοδεύει και συγκεκριμένα κέρδισε το περίφημο τουρνουά του Παρισιού το 1963. Έφτασε και στους ημιτελικούς του Κόπα Λιμπερταδόρες το 1963, αλλά αυτή τη φορά έχασε από την Σάντος. Ο Πελέ σκοράρει τέσσερα από τα πέντε γκολ της ομάδας του σε αυτό τον διπλό τελικό. Ο Γκαρίντσα από το 1963 και μετά άρχισε να βρίσκεται σε μια διαρκή πτώση και η δημοτικότητά του άρχισε να χάνεται. Ο αλκοολισμός δυστυχώς είναι επιζήμιος, ενώ συχνά τραυματίζει τον εαυτό του και η ντρίμπλα του πλέον δεν είναι πλέον τόσο εκρηκτική όσο πριν. Παίζει όλο και λιγότερο (30 παιχνίδια μεταξύ 1963 και 1965).

Το 1966 υπογράφει συμβόλαιο με την Κορίνθιανς, μια μεγάλη λέσχη στο Σάο Πάολο, αλλά δεν παίζει πια. Ακολουθεί τη σύζυγό του στην Ευρώπη και κατά τη διάρκεια των περιηγήσεών του υπογράφει το 1968 με την Κολομβιανή λέσχη Atlético Junior για την οποία έπαιξε μόνο ένα αγώνα. Επιστρέφει στο Ρίο σύντομα και εντάζεταο στη Φλαμένγκο, αλλά παίζει λίγο. Το 1970 μάλιστα βρίσκεται και χωρίς ομάδα.

Η σταδιοδρομία του τελείωνει το 1972 στο σύλλογο της Ολάρια, όπου δίνεται ένας αγώνας προς τιμή του (Δεκέμβριος 1973), στο στάδιο Μαρακανά , μπροστά σε πάνω από 150.000 θεατές για το ιωβηλαίο με τους παγκόσμιους πρωταθλητές της Βραζιλίας του 1970, με το Μανέ στη δεξιά πτέρυγα. Τα έσοδα του αγώνα δόθηκαν προς οικονομική ενίσχυση του βραζιλιάνου αστέρα καθώς ο βίος του τα τελευταία χρόνια τον είχε οδηγήσει σε οικονομικό αδιέξοδο.

Η διεθνή καριέρα 

Στο θέμα που αφορά ποδοσφαρικός σύλλογος ο Μανέ μπορεί να μην έκανε τις σωστές επιλογές, όμως στην εθνική του ομάδα ήταν κάτι σαν μύθος. Στην εθνική Βραζιλίας αγωνίστηκε για πρώτη φορά στις 18 Σεπτεμβρίου του 1955 εναντίον της Χιλής (1-1). Ο Γκαρίντσα κλήθηκε για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958, αλλά έμεινε στο περιθώριο στα δύο πρώτα παιχνίδια από τον προπονητή του, που τον θεωρούσε ανεύθυνο. Ωστόσο, με την υποστήριξη συμπαικτών του επιλέγεται, για τον αγώνα ενάντια στην ΕΣΣΔ. Εκεί είχε εξαιρετική απόδοση, αποκαλύπτοντας στον κόσμο το εντυπωσιακό του ταλέντο στη ντρίμπλα και προσέφερε το δεύτερο βραζιλιάνικο γκολ στον Βαβά. 

Ξεκίνησε επίσης με την Ουαλία και στη συνέχεια με τη Γαλλία στο ημιτελικό, ενώ στον τελικό δίνει δύο νέες ασίστ στο Βαβά. Ο Γκαρίντσα είναι μεταξύ των έντεκα καλύτερων παικτών του παγκοσμίου του 1958, αν και η απόδοση του ήταν ελαφρώς επισκιασμένη από την εκκόλαψη μιας άλλης μεγαλοφυίας, του 18χρονου συμπαίκτη του Πελέ. Κατά τη διάρκεια της επόμενης διοργάνωσης του παγκόσμιου πρωταθλήματος, το καλοκαίρι του 1962 στη Χιλή, ο Πελέ τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα κατά της Τσεχοσλοβακίας. 

Έχοντας λοιπόν στερηθεί το μεγαλύτερο αστέρι της, η ομάδα της Βραζιλίας εξαρτάται τώρα από τον Γκαρίντσα. Ενάντια στην Ισπανία, προσφέρει ασίστ πρόκρισης για τους προημιτελικούς στον Αμαρίλντο μετά την ντρίμπλα δύο αντιπάλων. Στη συνέχεια σκόραρε δύο φορές στην Αγγλία. Σκοράρει ακόμα δύο φορές εναντίον της Χιλής στον ημιτελικό. Στον τελικό αγωνιζόμενοι για να σπάσουν την αντίπαλη άμυνα της Τσεχοσλοβακίας, οι Βραζιλιάνοι μπορούν πάλι να υπολογίζουν σε ένα φανταχτερό Γκαρίντσα, που αποδιοργανώσει τους αντιπάλους τους και δημιουργεί μεγάλους χώρους καθώς μονοπωλεί την προσοχή τους. Οι τελευταίοι μερικές φορές συγκεντρώνουν μέχρι και πέντε παίκτες για να μπλοκάρουν το δρόμο του, αλλά πάντα μάταια. Η Βραζιλία κερδίζει το Παγκόσμιο Κύπελλο για δεύτερη φορά στην ιστορία της, χάρη στη νίκη με 3-1. Ο Γκαρίντσα, είναι ένας από τους κορυφαίους σκόρερ με τέσσερα γκολ, ενώ εκλέγεται και ο καλύτερος παίκτης στο τουρνουά.

Ο Γκαρίντσα με το Παγκόσμιο Κύπελλο Ζυλ Ριμέ του 1962

Τέσσερα χρόνια αργότερα, αποφασίστηκε από τις αρχές ότι οι ένδοξοι νικητές του 1958 και του 1962 έπρεπε να υπερασπιστούν τα χρώματα της Βραζιλίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο στην Αγγλία. Ο Γκαρίντσα, πολύ μακριά από την απόδοση του, απέχει πολύ από τις επιδόσεις των προηγούμενων διοργανώσεων. Δεν είναι παρά μια σκιά που μόνο είναι ικανός για σπάνιες εκρήξεις, όπως το γκολ του με το ελεύθερο λάκτισμα στον πρώτο αγώνα με τη Βουλγαρία (νίκη 2-0). Στον δεύτερο αγώνα η Βραζιλία, χωρίς τον Πελέ, έχασε από την Ουγγαρία (1-3). Αυτή είναι η τελευταία εμφάνιση του δεξιού ακραίου κυνηγού με τη φανέλα της Βραζιλίας και η μόνη ήττα που γνώρισε με την Εθνική.

Σε 50 επίσημες εμφανίσεις στη βραζιλιάνικη εθνική, πέτυχε 43 νίκες και 6 ισοπαλίες και σημείωσε δώδεκα γκολ. Όταν ο Γκαρίντσα και ο Πελέ έπαιζαν μαζί, η Βραζιλία ποτέ δεν έχασε σε αγώνα.Ήταν οι ακρογωνιαίοι λίθοι της μεγάλης Βραζιλίας που σάρωνε τα παγκόσμια.

Το τέλος του

Η άστατη ζωή του είχε ως αποτέλεσμα να εμπλέκεται συνεχώς σε καυγάδες, να συλλαμβάνεται μεθυσμένος.Λόγω του αλκοολισμού έφυγε από τη ζωή στις 20 Ιανουαρίου του 1983 στο Ρίο ντε Τζανέιρο σε ηλικία μόλις 49 ετών, από κίρρωση. Η κηδεία του τελέστηκε στο Μαρακανά με πάνω από 100.000 πλήθος ατόμων να έχει συγκεντρωθεί.

Η FIFA τον κατέταξε δεύτερο Βραζιλιάνο ποδοσφαιριστή όλων των εποχών, οι δημοσιογράφοι στην πρώτη τριάδα των επιθετικών παγκοσμίως, αλλά όσοι τον είδαν ορκίζονται πως δεν υπολειπόταν του «βασιλιά», Πελέ! 

Οι ικανότητές του φαίνονται στο παρακάτω βίντεο



Categories: ΑΘΛΗΤΙΚΑ

Tags: , ,

Σχολιάστε Ελεύθερα

Αρέσει σε %d bloggers: