Αναμνήσεις από τα χρόνια της προσφυγιάς

Γραφει ο Σπύρος Πλακίδας (Ανταίος) για την εφημερίδα Αθέρας

Ο Αθέρας δημοσιεύει σε συνέχειες την ζωντανή μαρτυρία ενός συμπατριώτη μας που σε μικρή ηλικία έζησε την φοβερή περιπέτεια της προσφυγιάς. Ανασύρει από τα βάθη της μνήμης του εικόνες και γεγονότα που φαντάζουν απίστευτα στους ανθρώπους της εποχής μας. Είναι σημαντικό να τα θυμόμαστε και να τα καταγράφουμε, ειδικά σήμερα που η τραγωδία επαναλαμβάνεται και οι σκηνές αυτές ξαναζωντανεύουν στα νησιά μας και στη θάλασσα του Αιγαίου.

Το πλοίο Statheden που μετέφερε τους πρόσφυγες από το Άντεν στην Μπονμπάσα

Τα πάντα μοιάζουν σαν δύο σταγόνες νερό. Τα αίτια είναι τα ίδια, πόλεμος, θάνατος και καταστροφή. Ίδιοι και οι θύτες, ο ιμπεριαλισμός και οι δολοφόνοι που τον στηρίζουν. Τα μόνα που διαφέρουν είναι τα θύματα και η φορά του βέλους. Τότε η ροή κινούσε από τα δικά μας μέρη προς το Χαλέπι, σήμερα η φορά άλλαξε και αφετηρία είναι το Χαλέπι και όλη αυτή η βασανισμένη περιοχή του πλανήτη μας προς την πατρίδα μας και την ευρωπαϊκή ήπειρο γενικά.

Τότε αυτοί οι άνθρωποι μας φιλοξένησαν και μας προστάτευσαν  και σήμερα ζητάνε την δικιά μας βοήθεια την οποία είμαστε υποχρεωμένοι να δώσουμε. Ευτυχώς ο λαός μας στάθηκε στο ύψος του και ανταποκρίθηκε σε μεγάλο βαθμό σε αυτή του την υποχρέωση και ανέδειξε τα αποθέματα του ανθρωπισμού και του πολιτισμού που διαθέτει, τα οποία αντιστοιχούν στη μεγάλη πολιτιστική κληρονομιά που κουβαλάει και στο μέγεθος της λαμπρής ιστορίας που εκπροσωπεί. Είναι ακόμα σημαντικό αυτό που παρακολουθούμε από τη μικρή μειοψηφία της κοινωνίας μας, που χωρίς ντροπή απαιτούν και κραυγάζουν να εμποδίσουμε αυτούς τους ανθρώπους να πατήσουν τα χώματα της πατρίδας μας, χρησιμοποιώντας κάθε μέσο ακόμα και να τους πνίξουμε στα νερά της πατρίδας μας.

Είναι μια αντίθεση που διδάσκει και δίνει την δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο να αξιολογήσει και να εκτιμήσει τη διαφορά του πολιτισμού και της δημοκρατίας απέναντι στο ρατσισμό, τον εθνικισμό και την φασιστική αντίληψη κάθε μορφής.

Διαβάστε το πρώτο μέρος (τεύχος 126)

Η Ιταλική κατοχή στην Ικαρία είχε σαν συνέπεια μεταξύ των άλλων δεινών στο νησί μας το ξέσπασμα ενός λιμού. Οι Ιταλοί σαν στρατός κατοχής με τη βοήθεια ντόπιων συνεργατών λεηλατούσε και δέσμευε ότι παρήγαγε ο τόπος μας (λάδι, δημητριακά, ζώα, καρπούς). Όλα όσα δέσμευε ο κατακτητής συγκεντρώνονταν στα Ιταλικά στρατιωτικά φυλάκια και αποθήκες. Στη διάρκεια της Ιταλικής κατοχής σημειώθηκαν πάνω από διακόσιοι θάνατοι από πείνα. Αυτή βέβαια την κατάσταση στο νησί την επιδείνωνε και η ντόπια ζωοκλοπή που άνθισε σε όλη την περίοδο της κατοχής. Οικογένειες που λιμοκτονούσαν με πρησμένα παιδιά ήταν ένα καθημερινό θέαμα σε όλα τα χωριά.

Από τον πρώτο χρόνο της κατοχής ξεκίνησε η αθρόα μετανάστευση με μικρά σκάφη προς τα παράλια της Μικράς Ασίας. Σε αυτό το ταξίδι της αναγκαστικής προσφυγιάς θα καταγράψω τις παιδικές μου μνήμες και ότι ζήσαμε στο μακρινό ταξίδι από την Ικαρία μέχρι το Βελγικό Κονγκό και συγκεκριμένα στην μικρή πόλη του Ισημερινού την Μπούνια.

Είναι νύχτα της 29ης Μαΐου του 1942 στην παραλία του Φείδους δίπλα από τον Καντηρμά, όπου συγκεντρώθηκαν δύο οικογένειες με οκτώ παιδιά από ενός έτους μέχρι δώδεκα. Το σκοτάδι πέφτει τα παιδιά κουρνιασμένα  πίσω από ένα βράχο και τα μωρά στην αγκαλιά της μάνας περιμένουμε τη βάρκα που θα μας μεταφέρει στην Τουρκία. Σε κάποια στιγμή ακούγεται μια σιγανή και με κάποια ανακούφιση φωνή του πατέρα της μίας οικογένειας.

Έρχεται….έρχεται, ετοιμαστείτε. Ακούστηκε ο ελαφρύς παφλασμός από τα κουπιά της βάρκας. Ακούστηκε η σιγανή φωνή του βαρκάρη: Βαγγέλη πιάσε το σχοινί, αβάρα την πλώρη και κράτα σταθερά. Αμέσως άρχισε η επιβίβαση με πρώτα τα παιδιά που στοιβάχτηκαν προσεχτικά κάτω από την πλώρη και τα σκέπασαν με ένα κομμάτι μουσαμά όλα μαζί. Έπειτα μπήκαν οι μητέρες και τελευταία ο πατέρας μου, αφού πριν πηδήξει μέσα στην βάρκα την έσπρωξε δυνατά και ξεμάκρυνε  μερικά μέτρα από την στεριά.

Αμέσως η βάρκα ξεκίνησε με τα τέσσερα κουπιά με τον πατέρα μου και τον πατέρα της άλλης οικογένειας να κωπηλατούν συγχρονισμένα και σταθερά. Ένα κρύο αεράκι ερχόταν από την στεριά, ήταν ένα δροσερό αγέρι από το νησί που βοήθησε στο ταξίδι που άρχιζε με την οδύσσεια δύο οικογενειών. Ο βαρκάρης με την βοήθεια του πατέρα μου ξεδίπλωσε το πανί της βάρκας. Αμέσως το πανί φούσκωσε και η βάρκα με τις δεκατρείς εξαθλιωμένες ψυχές άρχισε να ταξιδεύει μέσα στη νύχτα πολύ γρηγορότερα από τα κουπιά, ο σκοτεινός όγκος των βουνών του νησιού απομακρυνόταν μέσα στο σκοτάδι και στην βάρκα δεν ακουγόταν τίποτα.

Η αγωνία για το ταξίδι επέβαλλε μια σιωπή που μόνο ο θόρυβος της πλώρης δημιουργούσε την αίσθηση ότι υπήρχε ζωή. Μέσα στη βάρκα πότε πότε ακουγόταν το πνιχτό κλάμα κάποιου παιδιού. Βαγγέλη πιάσε το διάκι για να προσπαθήσω να κοιμηθώ λίγο, γιατί το πρωί θα επιστρέψω αμέσως, ακούστηκε να λέει ο βαρκάρης στον πατέρα μου. Να κρατάς σταθερά την πλώρη μια παλάμη δεξιά από το άστρο της τραμουντάνας. Αν είμαστε τυχεροί και δεν βρεθούμε στην πλώρη κάποιας ιταλικής ακταιωρού, γύρω στις δέκα το πρωί θα είμαστε στην Αγρελιά. Λέγοντας αυτά διπλώθηκε στην πρύμνη και αποκοιμήθηκε. Σήκωσα το κεφάλι μου από την μουσαμά που μας είχαν σκεπάσει, όλα τα παιδιά κοιμόντουσαν, η βάρκα όργωνε την θάλασσα και το πανί έτριζε καθώς το αεράκι φυσούσε. Ο ουρανός ήταν γεμάτος με μικρά και μεγαλύτερα αστέρια που έλαμπαν σαν αναμμένα κεριά. Κοίταζα με δέος τον ουρανό και αναρωτήθηκα πιο από όλα αυτά τα άστρα να είναι άραγε εκείνο που είχα ακούσει από τον βαρκάρη που θα είναι ο οδηγός μας στο ταξίδι μέσα στη νύχτα.

Με αυτές τις σκέψεις αλλά και με την πείνα που ένοιωθα μέσα μου τελικά αποκοιμήθηκα. Ξύπνησα με το κλάμα κάποιου μωρού και με τη συζήτηση που είχαν ο βαρκάρης με τους γονείς μας. Είχε ξημερώσει με την αυγή να μας δροσίζει με την αλμύρα του θαλασσινού αέρα. Μπροστά μας ήταν τα γκρίζα βουνά της Τουρκίας. Γλιτώσαμε άκουσα να λέει ο βαρκάρης και μετά από λίγη ώρα βρεθήκαμε στον κάβο της Αγρελιάς.

Πέρασε αρκετή ώρα, ο ήλιος ανέβαινε στην ανατολή, ξύπνησαν όλα τα παιδιά και μαζέψαν τον μουσαμά που μας είχαν σκεπάσει και από όλους έβγαινε μια φωνή «πεινάμε», μόνο αυτή την λέξη άκουγες, μερικές φορές ζητούσαμε και νερό. Οι μητέρες προσπαθούσαν να μας ηρεμήσουν λέγοντας μας ότι φτάνουμε και σε λίγο θα έχουμε ψωμί και νερό. Μάζεψαν το πανί και άρχισαν να κωπηλατούν. Η στεριά πλησίαζε και όλο πιο καθαρά φαινόνταν τα βουνά, η παραλία και τα δέντρα. Όταν φτάσαμε στη στεριά πήδηξε πρώτος ο πατέρας μου στο βράχο και κρατώντας το σχοινί της βάρκας την κρατούσε κοντά στη στεριά και ένας-ένας άρχισε να πηδάει έξω. Ο βαρκάρης και ο πατέρας της άλλης οικογένειας βοήθησαν τις μητέρες να βγουν με τα μωρά και στην συνέχεια έβγαλαν όλα τα παιδιά στην ακτή.

Θα ακολουθήσετε αυτό το μονοπάτι δεξιά από την ρεματιά, είναι σχεδόν μια ώρα δρόμος για να φτάσετε στον κάμπο της Αγρελιάς. Αυτά είπε ο βαρκάρης και μας ευχήθηκε καλή τύχη και ανοίχτηκε στο πέλαγος για την επιστροφή του. Το δρομάκι ήταν ανηφορικό, ξεκινήσαμε αργά να ανεβαίνουμε το ύψωμα, η πείνα και η δίψα ήταν αβάσταχτη. Μετά από έναν γολγοθά και τον ήλιο να μας καίει, φτάσαμε στην άκρη ενός απέραντου κάμπου. Σταματήσαμε να πάρουμε μια ανάσα, τα πόδια μας πονούσαν, η ζέστη, η κούραση, η πείνα και η δίψα ήταν ένα μαρτύριο.

Στον κάμπο αυτόν υπήρχαν, όχι πολύ μακριά από εμάς, μικρά αγροτικά σπίτια και φαινόνταν άνθρωποι που θέριζαν και ζώα που έβοσκαν. Αρχίσαμε μετά από αυτή τη μικρή στάση να βαδίζουμε προς τα εκεί. Ένας Τούρκος αγρότης μας πρόσεξε και άρχισε να βαδίζει προς τα εμάς. Όταν συναντηθήκαμε μας κοίταζε γεμάτος απορία και εξέφρασε ένα συναίσθημα οίκτου βλέποντας την κατάστασή μας. Έγινε ένας μικρός διάλογος μεταξύ του πατέρα μου, που γνώριζε λίγα τούρκικα, και  του ανθρώπου αυτού. Είπε στον πατέρα μου να τον ακολουθήσει. Προχωρώντας σε μικρή απόσταση συναντήσαμε μια μεγάλη μουριά, ήταν το έδαφος κάτω από το δέντρο γεμάτο άσπρα μούρα. Ήταν η πρώτη μας επαφή με κάτι που μπορούσαμε να γευτούμε. Μαζεύαμε τα μούρα γεμίζοντας το στόμα μας και δεν χορταίναμε να τα καταπίνουμε. Ο Τούρκος βλέποντας αυτή την εικόνα, ανέβηκε πάνω στη μουριά και άρχισε να ταράζει τα κλαδιά της. Μια βροχή από γλυκά και ζουμερά μούρα έπεφτε στο χώμα. Αυτό το πανηγύρι κράτησε αρκετή ώρα, συνήλθαμε από την αβάσταχτη πείνα και δίψα.

Συνεχίσαμε να ακολουθούμε τον Τούρκο αγρότη μέχρι που φτάσαμε σε ένα μικρό αγροτόσπιτο. Στην αυλή του είχε μια μεγάλη σκιά από κληματαριές και μια στάμνα γεμάτη νερό που την έδωσε στην μητέρα μου μαζί με ένα κύπελλο. Η στάμνα γέμιζε συνεχώς το κύπελλο, όπου πίναμε ασταμάτητα και όταν η στάμνα άδειασε, ο Τούρκος πήγε και την ξαναγέμισε σε ένα πηγάδι που ήταν εκεί κοντά. Σε λίγη ώρα άρχιζαν να πλησιάζουν και άλλοι αγρότες με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, όλοι μας έβλεπαν με δέος και θλίψη, κάποιων τα μάτια τους έτρεχαν δάκρυα. Έφευγαν για λίγο και επέστρεφαν κουβαλώντας ψωμί, τυρί, αυγά και άφθονο γάλα για τα παιδιά. Ο ήλιος πλησίαζε στην δύση του και έτσι έφεραν έναν μεγάλο καμπά, που τον έστρωσαν στην αυλή  και ξαπλώσαμε όλα τα παιδιά. Η νύχτα κυλούσε αργά και το πρωί που ξυπνήσαμε κοίταζα γύρω και πάνω στον καμπά όπου είχαμε κοιμηθεί όλα τα παιδιά και οι γονείς στρωματσάδα. Μας έφεραν ψωμί, αυγά και γάλα. Αφού όλα τα παιδιά φάγαμε και ήπιαμε από ένα κύπελλο γάλα, ο τούρκος έφερε ένα άλογο, το σέλωσε και έδεσε δύο κοφίνια, δεξιά και αριστερά.

Μέσα στα κοφίνια μπήκαν όλα τα παιδιά όρθια και  σε ένα μεγάλο ταγάρι μας έβαλαν  ψωμί, ελιές, τυρί και αυγά. Ξεκινήσαμε ακολουθώντας οι γονείς μας το άλογο και ο Τούρκος προχωρούσε μπροστά βαστώντας το χαλινάρι με κατεύθυνση το Τσεσμέ. Βαδίζαμε τρεις ώρες περίπου για να φτάσουμε τελικά στο στρατόπεδο του Τσεσμέ και σταματήσαμε τελικά έξω από αυτό. Από ψηλά βλέπαμε να απλώνονται σειρές από αντίσκηνα που στη κάθε μια από αυτές φιλοξενούνταν μια οικογένεια προσφύγων. Όταν φτάσαμε στην σκηνή της διοίκησης του στρατοπέδου προσφύγων μας είπαν ότι δεν υπήρχε χώρος και ότι έπρεπε να πάμε στο στρατόπεδο προσφύγων στα Λάτσατα. Μείναμε όλοι μας κουρνιάζοντας κάτω από μια γέρικη ελιά, όπου περάσαμε τη νύχτα.

Το πρωί φάγαμε από τα φαγητά που μας είχαν χαρίσει οι αγρότες και ξεκινήσαμε μαζί με μια μεγάλη παρέα από Χιώτες πρόσφυγες για τα Λάτσατα. Περάσαμε από ένα μικρό χωριό και σταματήσαμε στη μικρή πλατεία κάτω από ένα μεγάλο πλάτανο. Οι χωρικοί και σε αυτό το χωριό ήταν φιλικοί με μερικούς να μας προσφέρουν ψωμί και ότι άλλο είχαν και αυτοί στα φτωχικά τους. Απόγευμα φτάσαμε στα Λάτσατα, έναν μικρό οικισμό σε έναν βάλτο στα ριζά δύο λόφων κατάφυτων από ελιές και άλλα δέντρα.

Φτάσαμε και στο στρατόπεδο, όπου μας κατέγραψαν στην επιτροπή προσφύγων και μας παραχώρησαν δύο σκηνές, όπου μπήκαμε μέσα. Ξαπλώσαμε πάνω στο χώμα και σε λίγο περάσανε δύο κυρίες που μας έδωσαν από δύο κουβέρτες και λίγα παξιμάδια. Εκεί μείναμε μέχρι τον Οκτώβριο. Οι συνθήκες ήταν άθλιες, το φαγητό ελάχιστο και μέσα σε όλη μας την ταλαιπωρία αρρωστήσαμε από δυσεντερία και τύφο. Κάθε μέρα ακούγονταν λυγμοί μέσα από τα αντίσκηνα. Δεκάδες πέθαναν σε αυτό το στρατόπεδο, εκεί πέθανε και ο μικρότερος αδελφός μας. Ακολούθησα τον πατέρα μου μεταφέροντας τον νεκρό αδερφό μας στην πλαγιά του λόφου. Εκεί υπήρχαν τσάπες και φτυάρια, όπου ο καθένας άνοιγε έναν λάκκο και έθαβε μέσα τον άνθρωπό του. Απαγορευόταν να βάλεις κάποιο σημάδι ή σταυρό ή ότι άλλο δήλωνε ότι εκεί ήταν θαμμένος κάποιος δικός σου.

Στο τέλος του Σεπτέμβρη μαζί με τα πρωτοβρόχια μας στείλανε ξανά στο Τσεσμέ, όπου το στρατόπεδο εκεί παρείχε καλύτερες συνθήκες, ήταν πιο οργανωμένο. Η παρουσία του Διεθνούς Ερυθρού σταυρού με ομάδες υγειονομικού και τροφοδοσίας κατέγραψε ξανά τους πρόσφυγες και μας έδωσαν μερικά ρούχα και κουβέρτες. Εκεί μείναμε λίγες μέρες και ένα πρωί ήρθαν φορτηγά καμιόνια όπου φόρτωσαν σχεδόν το μισό στρατόπεδο. Σε λίγες ώρες φτάσαμε στη Σμύρνη, όπου μας οδήγησαν στο σταθμό του τρένου και άρχισαν να μας φορτώνουν στα βαγόνια με προορισμό το Χαλέπι της Συρίας.

Διαβάστε το δεύτερο μέρος (τεύχος 127)

Ήταν απόγευμα μετά από μια φθινοπωρινή μπόρα οι δρόμοι της Σμύρνης έτρεχαν νερά σαν μικρά ρυάκια. Ξυπόλυτοι ακολουθούσαμε χέρι-χέρι τους γονείς μας προς τον σταθμό του τρένου. Φθάνοντας στον σταθμό αρχίσαμε να μπαίνουμε ομαδικά μέσα στα βαγόνια, ήταν ένα τρένο εμπορικό. Κάποια από τα βαγόνια είχαν ξύλινα καθίσματα και κάποια άλλα όχι. Καθίσαμε στο πάτωμα, ένα βουητό από φωνές των προσφύγων ακουγόταν, που άλλοι φώναζαν για του δικούς τους και άλλοι καλούσαν γνωστούς ή συγγενείς να μπουν στο ίδιο βαγόνι. Μετά από κάποιες ώρες ακούστηκε ένα δυνατό σφύριγμα και άρχισε το τρένο να προχωρά. Σε λίγο βγήκαμε από τη Σμύρνη και μπροστά μας βλέπαμε έναν κάμπο.

Οι εικόνες από την φύση που ξεδιπλωνότανε δίπλα μας περνούσαν γρήγορα ώσπου νύχτωσε και μέσα στο βαγόνι όπως και έξω δεν φαινότανε τίποτα. Κάποιοι συζητούσαν μέσα στο βαγόνι για το ταξίδι και που πάμε. Ακούγαμε για μια πόλη που θα φτάναμε και την λέγανε Χαλέπι. Τα ξημερώματα μπήκαμε στην αρχή της πόλης, μικρά και μεγάλα κτίρια φαινόντουσαν στα δεξιά και στα αριστερά του τρένου. Όταν σταμάτησε το τρένο στον σταθμό ανοίξανε οι πόρτες και αρχίσαμε να κατεβαίνουμε. Στο σταθμό άρχισε ξανά το βουητό από τις φωνές που όλοι φώναζαν τους δικούς τους. Όταν τελείωσε η αποβίβαση, ξεκίνησε ένα ανθρώπινο ποτάμι οδηγούμενο από μερικούς στρατιώτες Άγγλους μέσα από την πόλη. Ήταν το Χαλέπι που τόσο ακούγαμε στο ταξίδι. Βαδίζαμε αργά σε ένα δρόμο όπου και στις δύο πλευρές είχε καταστήματα και κτίρια και  άνθρωποι ντυμένοι με μακριές φούστες, άνδρες και γυναίκες με μαντίλια στο κεφάλι τους μας κοίταζαν με δέος και θλίψη.

Μερικοί ξεκίνησαν να βάζουν σε χάρτινες σακούλες διάφορα τρόφιμα, γλυκίσματα και φρούτα και μας τα μοίραζαν. Αυτό γενικεύτηκε και σε λίγο όλοι κρατούσαμε και κάτι στα χέρια μας. Στο τέρμα του δρόμου φτάσαμε σε ένα μεγάλο στρατόπεδο, ήταν όπως μάθαμε ένας γαλλικός στρατώνας, όπου είχε διαμορφωθεί για να φιλοξενήσει Έλληνες πρόσφυγες. Μπαίνοντας μέσα μας οδηγούσαν σε μια σειρά από λουτήρες. Εκεί αφήναμε τα ρούχα μας και υπήρχε σαπούνι και άφθονο ζεστό νερό όπου μετά από μήνες ταλαιπωρίας δεν χορταίναμε να νοιώθουμε το ζεστό νερό και το σαπούνι πάνω στο σώμα μας.

Αμέσως μετά από αυτό το ζεστό μπάνιο  περνούσαμε από μια επιτροπή με γιατρούς και νοσοκόμες, όπου μας εμβολίαζαν και ξεχώριζαν τους άρρωστους, γιατί ο τύφος και η δυσεντερία, η φυματίωση και άλλα νοσήματα ήταν μαζί μας. Μια κάρτα που αναφερότανε το όνομά μας, η καταγωγή, η ηλικία μας και τα εμβόλιά μας ήταν κρεμασμένη στο λαιμό μας. Μετά από κει προχωρούσαμε και μας έδιναν ρούχα, παπούτσια και κουβέρτα. Στους θαλάμους υπήρχαν διώροφα κρεββάτια και ράντζα. Στο διπλανό κτίριο ήταν η τραπεζαρία και τα μαγειρεία. Κάθε μέρα ερχόταν στο στρατόπεδο μια ομάδα από κυρίες που μοιράζανε στις μητέρες μας ρούχα και σε μας τα παιδιά γλυκά και παιχνίδια και κάθονταν μαζί μας πολλή ώρα. Κάποιες μάλιστα μιλούσαν και ελληνικά πέρα από τα γαλλικά. Μετά από λίγες μέρες ήρθε μια επιτροπή από αξιωματικούς και άλλους δύο σε στρατιωτικά αυτοκίνητα, που φώναζαν ονόματα και έγραφαν σε καταλόγους. Μέσα στα ονόματα ήταν και το όνομα του πατέρα μας, όπως επίσης του Ηλία και του Ζαχαρία από τις άλλες οικογένειες. Αφού τελείωσαν μας αποχαιρέτησε ο πατέρας μας όπως και οι άλλοι τις οικογένειές τους και ανέβηκαν πάνω στα αυτοκίνητα του στρατού. Οι μητέρες μας έκλαιγαν και έκρυβαν το πρόσωπό τους με κάποιο μαντήλι. Όταν ξεκίνησαν τα φορτηγά σχεδόν όλα τα παιδιά τρέχαμε πίσω τους φωνάζοντας τους γονείς μας και κλαίγοντας. Τρέξαμε αρκετό δρόμο πίσω τους γιατί και τα αυτοκίνητα μέσα στην πόλη πήγαιναν κάπως σιγά. Μετά χάθηκαν στο βάθος του δρόμου. Ένα αμάξι του στρατού σταμάτησε και δύο στρατιώτες μας φόρτωσαν όλα τα παιδιά και μας οδήγησαν πίσω στο στρατόπεδο.

Πέρασαν δύο μέρες όταν γύρισαν οι γονείς μας ντυμένοι στρατιώτες. Έγινε ένα πανηγύρι με φωνές, αγκαλιές, κλάματα και χαρές μέσα σε όλους τους θαλάμους. Έφυγαν σχεδόν αμέσως, πολλοί δεν θα ξαναέβλεπαν άλλωστε τα παιδιά τους και πολλοί θα συναντούσαν τις οικογένειές τους όταν θα τέλειωνε ο πόλεμος. Ο πατέρας μας όπως και άλλοι θα υπηρετούσαν τον συμμαχικό στρατό και θα πολεμούσαν τον άξονα στις μεγάλες μάχες της βορείου Αφρικής όπως στο τομπρούκ, στο Ελ ανγκέιλλα και φυσικά στη μεγάλη μάχη του Ελ Αλαμέιν. Οι μέρες στο στρατόπεδο περνούσαν ήσυχα, είχαμε καλό φαγητό, κάναμε μπάνιο κάθε μέρα και οι γιατροί μας επισκέπτονταν καθημερινά. Οι Σύριοι ήταν πολύ φιλικοί μαζί μας, κάθε μέρα μας έφερναν δώρα και διάφορα παιχνίδια.

Όμως η μοίρα των προσφύγων είναι άρρηκτα δεμένη με τον θάνατο, παρότι είχαμε ηρεμήσει και είχαμε ξεφύγει από τον εφιάλτη της πείνας, οι ασθένειες θέριζαν γέρους αλλά και παιδιά. Η φυματίωση και ο τύφος ήταν μαζί μας. Το νεκροταφείο ήταν έξω από την πόλη και καθημερινά σχεδόν γινότανε και από μία κηδεία. Τουλάχιστον όμως όσοι πέθαιναν στο Χαλέπι τους έθαβαν σε κανονικό τάφο με κανονικές κηδείες και σταυρούς με τα ονόματά τους. Μια μέρα ήρθε στο στρατόπεδο μια μεγάλη παρέα άντρες και γυναίκες με διάφορες πολύχρωμες στολές και έπαιξαν ένα θέατρο. Ήταν ο Αλή Μπαμπά και οι 40 κλέφτες με Συριακά και φυσικά, δεν καταλαβαίναμε ούτε λέξη αλλά γελάσαμε και διασκεδάσαμε πολύ εκείνη την ημέρα. Το Χαλέπι ήταν μια όμορφη και φιλική πόλη για μας τους πρόσφυγες, που βγαίναμε βόλτα με τις μητέρες μας και μας άρεσε πολύ να πηγαίνουμε σε ένα πάρκο γεμάτο λουλούδια και κούνιες και με κάποια ξύλινα αλογάκια, όπου γινότανε αγώνα ποιος θα προλάβει πρώτος να καθίσει επάνω και να κουνιέται σαν να καλπάζει.

Οι κάτοικοι μας έδιναν χουρμάδες, κάτι τριγωνικά παστέλια και λουκούμια. Στο Χαλέπι μείναμε σχεδόν ένα μήνα. Ένα πρωϊνό ήρθε μια μεγάλη φάλαγγα από στρατιωτικά αυτοκίνητα και άρχισε ξανά η επιβίβαση και το ταξίδι για την Αίγυπτο στο στρατόπεδο προσφύγων, που λεγόταν πηγές του Μωυσή. Ο πόλεμος μας έδιωχνε ξανά από μια πόλη που είχαμε αγαπήσει. Η φάλαγγα ξεκίνησε νύχτα κλεισμένη, μέσα στους μουσαμάδες του φορτηγού ακούγαμε το θόρυβο της μηχανής και τα τραντάγματα από το χωματόδρομο. Είχαν περάσει αρκετές ώρες ταξίδι με λίγες γουλιές νερό που μας έδινε η μητέρα από ένα στρατιωτικό παγούρι. Σε κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα και τα τραντάγματα του φορτηγού ακούσαμε μια γυναίκα να φωνάζει δυνατά ότι πονάει και ήρθε η ώρα να γεννήσει.

Παραμέρισαν στο μπροστινό μέρος της καρότσας τα παιδιά και οι μητέρες μας σχημάτισαν ένα κύκλο γύρω από αυτήν την γυναίκα και μια μαμή ή οποία ήταν από την Χίο και μουγκή ανέλαβε να βοηθήσει στη γέννα. Ένα πολύ αδύνατο και διακεκομμένο κλάμα μωρού ακούστηκε και η φωνή μιας από αυτές που βοηθούσε τη μαμμή να λέει ότι πρέπει να βαπτίσουνε το παιδί γιατί πεθαίνει. Το ανασήκωσε το βρέφος μερικές φορές λέγοντας συγχρόνως και κάποια θρησκευτικά λόγια και τότε ακούστηκε μια άλλη φωνή  που έδωσε το όνομα στο παιδί. Δίπλα μια στριμωγμένη με τα δύο της παιδιά η Μαρίνα φώναξε ονομάστε το Νικηφόρο για να φέρει το τέλος του πολέμου. Η επόμενη μέρα μας βρήκε στην Αίγυπτο και πλησιάζαμε στο νέο μας στρατόπεδο και με έναν επιβάτη αλλά και πρόσφυγα κοντά μας.

Η Φάλαγγα των φορτηγών συνέχιζε μέσα σε ένα χωματόδρομο όπου μπροστά και δίπλα από τον δρόμο απλωνόταν απέραντη έρημος. Όσο προχωρούσε το κομβόι των φορτηγών βλέπαμε μόνο άμμο. Η δίψα αλλά και η πείνα ξανάρθανε κοντά μας ενώ η άμμος έμπαινε μέσα στα φορτηγά και τα ρούχα μας και το σώμα μας γέμιζε από σκόνη και άμμο. Το Χαλέπι ήταν μια γλυκιά ανάμνηση. Το φαγητό, το νερό και τα παιχνίδια στο στρατόπεδο και οι βόλτες στο πάρκο ήταν συνέχεια στη μνήμη μας.

Όταν φτάσαμε στο στρατόπεδο ακούσαμε κάποιους να λένε εδώ είναι οι πηγές του Μωυσέως. Στη σκέψη μας ήρθε η εικόνα κάποιων πηγών με κρύο νερό όπου θα σκύβαμε να ξεδιψάσουμε. Μόνο πηγές δεν βλέπαμε, αυτό όμως που αντικρύζαμε  ήταν ένα απέραντο στρατόπεδο με σκηνές και ατελείωτη άμμο. Φώναζαν ονόματα οικογενειών παραχωρώντας σε δύο και τρεις οικογένειες από μια σκηνή. Έτσι μπήκαμε μαζί στην σκηνή με την Μαρίνα και τα δύο της παιδιά τον Γιάννη και την Αλίκη και την κυρά Στέλλα με τα παιδιά της τον Γιώργο και τον Βαγγέλη και τον Κώστα. Μετά από λίγο ήρθε και ένας Σαμιώτης παπάς με την γυναίκα του και την γριά μητέρα του. Στρώσαμε τις κουβέρτες που είχαμε πάνω στην άμμο και ξαπλώσαμε κουρασμένοι από το ταξίδι. Εμάς τα παιδιά δεν άργησε να μας πάρει ο ύπνος.

Κάποια στιγμή μετά από ώρες ακούσαμε θόρυβο από αυτοκίνητα και κάποιοι να καλούν στα εγγλέζικα τους πρόσφυγες. Μας ξύπνησαν οι μητέρες μας και βγήκαμε έξω από τις σκηνές, είχε ξημερώσει και μας μοίραζαν τσάι, μπισκότα, γάλα και νερό. Όσο ανέβαινε ο ήλιος στον ουρανό πύρωνε η άμμος, τα αντίσκηνα και ότι έπιανες. Ακούγαμε μερικούς που ίσως γνώριζαν την περιοχή, ότι εδώ είναι η έρημος του Σινά. Οι ημέρες ήταν ανυπόφορες, η ζέστη μας έλιωνε , η δίψα ήταν ένα μαρτύριο. Αντί για το δροσερό νερό των πηγών του Μωυσή ένα μικρό καράβι έφερνε νερό και το αντλούσε σε μια υπερυψωμένη δεξαμενή με κάποιες βρύσες που τροφοδοτούσαν τους πρόσφυγες μέσα στο στρατόπεδο. Φαγητό είχαμε καθημερινά αλλά το νερό ήταν χλιαρό και μόνο το βράδυ γινόταν λίγο δροσερό, γιατί την νύχτα έκανε αρκετή ψύχρα. Ένα βράδυ ξυπνήσαμε με ένα δυνατό βουητό με τα αντίσκηνα να τρέμουν και έξω να μην μπορείς να κοιτάξεις ούτε να περπατήσεις . Ο παπάς έψαλε κάποιους ύμνους και προσευχές και έλεγε στις μητέρες μας ότι αυτός ο θόρυβος είναι χαμσίν, έτσι λένε στα αραβικά την αμμοθύελλα, και θα ήμαστε τυχεροί αν αντέξουν τα σχοινιά της σκηνής μας. Όταν ξημέρωσε ήμασταν κλεισμένοι μέσα στα αντίσκηνα. Το απόγευμα σταμάτησε ο αέρας και βγήκαμε έξω για νερό και φαγητό που έφεραν με τα αυτοκίνητα. Μια ψιλή σκόνη και άμμος ήταν παντού στο σώμα μας και ακόμα μέσα στα δόντια μας και γύρω από τα μάτια μας. Ο παπάς ευχαριστούσε τον θεό που σταμάτησε τον άνεμο και δεν πάθαμε κανένα κακό. Απορούσα όμως γιατί φύσαγε την νύχτα και όλη τη μέρα χωρίς σταματημό. Η ζωή κυλούσε και σε αυτό το στρατόπεδο, στις πηγές του Μωυσέως στην έρημο Σινά, με πολλούς νεκρούς. Για άλλη μια φορά δεχτήκαμε την μοίρα μας, πολλά παιδιά αλλά και μεγάλοι πέθαναν εδώ πέρα, μέσα σε αυτούς πέθανε και ο ξάδελφος της μητέρας μας ο Δημοσθένης, που είχε τέσσερα παιδιά. Εκτός βέβαια από του θανάτους στο στρατόπεδο, είχαμε και καθημερινά επίσκεψη από μια επιτροπή του στρατού, που έφερνε τα νέα για τους θανάτους στις μάχες της Αφρικής από κάποιον επιστρατευμένο πρόσφυγα. Καθημερινά ακούγαμε θρήνους μέσα από τα αντίσκηνα. Μετά από μερικές εβδομάδες φάνηκε μια τεράστια φάλαγγα από φορτηγά να φτάνουν στο στρατόπεδο. Άρχισαν ξανά να μας φορτώνουν στα καμιόνια κατά οικογένειες. Μετά από ένα ταξίδι στην έρημο φθάσαμε με μια αποστολή στο Άντεν, ένα λιμάνι της ερυθράς θάλασσας. Όλοι οι πρόσφυγες χωρίστηκαν σε αποστολές με διαφορετικούς τόπους προορισμού. Άλλοι πήγαν στην Κύπρο, άλλοι στην Παλαιστίνη, άλλοι στην Αιθιοπία, άλλοι στην Κένυα και άλλοι στην Ταγκανίκα στο Νταρ ελ Σαλάμ. Εμείς ήμασταν στην ομάδα που πηγαίναμε στην κεντρική Αφρική σε μια μικρή πόλη του Βελγικού Κονγκό την Μπούνια. Αυτό το ταξίδι από το Άντεν στη Μπούνια κράτησε Σαράντα μερόνυχτα.

Διαβάστε το τρίτο μέρος (τεύχος 128)

Η φάλαγγα των στρατιωτικών φορτηγών σταμάτησε στο λιμάνι του Αντεν στην αποβάθρα μείναμε όλο το απόγευμα. Μας μοίρασαν νερό και κονσέρβες με γαλέτες. Περιμέναμε το πλοίο που θα μας μετέφερε στην Κένυα στο λιμάνι της Βομβάσας. Άρχισε να βραδιάζει , ο ήλιος έδυε και ένα καυτό αγέρι φυσούσε, από την θάλασσα δύο ρυμουλκά προσπαθούσαν να πλευρίσουν ένα μεγάλο καράβι. Ο παπά Στέλιος δίπλα μας  καθισμένος χάμω στο έδαφος μαζί με την παπαδιά όπως την αποκαλούσαν, μαζί ήταν και η γριά μητέρα της, που μας έλεγε ότι αυτό το βαπόρι είναι υπερωκεάνειο. Όταν πλησίασε και έδεσε στο λιμάνι ήταν ένα μεγάλο πλοίο και το ονομά του όπως το άκουγα ήταν στρέιτ ηναθ. Αμέσως άρχισε η φόρτωση από μια μεγάλη σκάλα στο πλάι όλων των προσφύγων. Πρώτα ανέβηκαν οι μεγάλοι και έπειτα ανέβασαν με μεγάλη προσοχή όλα τα παιδιά. Στο κατάστρωμα βρήκαμε τις μητέρες μας, που είχαν ανέβει πριν από εμάς. Σε κάθε μια οικογένεια δίναν έναν άσπρο αριθμό, όπου ήταν η θέση της οικογένειας στο πλοίο. Αμίλητοι κοιτάζαμε με δέος και φόβο το πλήρωμα που έκανε διάφορες απαραίτητες εργασίες για να ξεκινήσει το ταξίδι προς το άγνωστο.

Είχε νυχτώσει αρκετά όταν μας μοίρασαν νερό και φαγητό και κάποιος ακούσαμε να λέει ότι θα έφευγε νύχτα το πλοίο για λόγους ασφαλείας, διότι υπήρχε κίνδυνος από τα αεροπλάνα και τα υποβρύχια να μας βουλιάξουν. Κάποια στιγμή λοιπόν την νύχτα άκουσα τον θόρυβο των μηχανών και έτσι ξεκινήσαμε το ταξίδι. Η νύχτα ήταν σκοτεινή και ένας δροσερός άνεμος με την αλμύρα της θάλασσας μας έλουζε, ενώ κοιτάζαμε τον ουρανό με τα άστρα να λαμπυρίζουν και να ταξιδεύουν μαζί μας. Στο πλοίο δεν υπήρχε το παραμικρό φως, ήταν βυθισμένο στο απόλυτο σκοτάδι για λόγους ασφαλείας όπως ακούγαμε να λέει ο παπά Στέλιος. Το πρωί όταν ξυπνήσαμε γύρω μας υπήρχε θάλασσα και ουρανός ενώ η στεριά είχε χαθεί πίσω μας. Μας οδήγησαν μέσα στο πλοίο που είχε τεράστιες αίθουσες  και μεγάλες σκάλες που επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Μας μοίρασαν γάλα και καφέ ή τσάι με πολλά παξιμάδια. Μας μοίρασαν επίσης σωσίβια και έδειχναν στις μητέρες μας πώς να τα φορούν αλλά και πώς να τα φορούν στα παιδιά τους και όταν άκουγαν τρεις συριγμούς θα έπαιρναν τα παιδιά τους και θα πήγαιναν χωρίς φωνές και πανικό στο νούμερο που αντιστοιχούσε σε κάθε οικογένεια. Τις πρώτες ημέρες περνούσαμε ευχάριστα, παίζαμε στις μεγάλες αίθουσες ή καθόμαστε στο κατάστρωμα και θαυμάζαμε την απεραντοσύνη του ωκεανού. Άλλα η μοίρα των προσφύγων πάντα ορίζει τον θάνατο, που ήταν δίπλα μας πιστός στην παρέα μας από την αρχή του ταξιδιού. Ένα πρωί ξύπνησα με δυνατούς πόνους στην κοιλιά , το κεφάλι και όλο το σώμα πονούσε και ένας υψηλός πυρετός με έκανε να μην νοιώθω ούτε ποιος είμαι ούτε που βρίσκομαι. Δύο νοσοκόμες με πήραν αμέσως και με οδήγησαν σε ένα θάλαμο με κρεβάτια όπου υπήρχαν και πολλοί άλλοι όπως και αρκετά παιδιά. Το βράδυ ήρθαν κρυφά οι δύο αδελφές μου  και με πήραν επειδή φοβήθηκαν ότι θα με πετούσαν στην θάλασσα όπως γινότανε με μια σύντομη διαδικασία καθημερινά. Είχαμε περάσει τον τύφο, την δυσεντερία, τη φυματίωση αλλά εδώ ήταν κάτι χειρότερο. Ένας άλλος εφιάλτης ήρθε μαζί σε αυτό το ταξίδι. Ήταν ο εφιάλτης της χολέρας όπου καθημερινά έριχναν τους νεκρούς στα σκοτεινά βάθη του ωκεανού.

Το πρωί ήρθαν οι νοσοκόμες και σήκωσαν τις δύο κουβέρτες που με είχανε σκεπάσει για να μην φαίνομαι. Έτρεμα ολόκληρος, δεν ένοιωθα και δεν είχα επαφή με το περιβάλλον. Το πλοίο είχε σταματήσει έξω από κάποιο νησί ή στεριά και τα τροφοδοτούσαν με βάρκες. Όταν συνήλθα δεν ξέρω πόσες ημέρες είχαν περάσει. Αυτό που θυμόμουν ήταν ότι μας φορούσαν ένα κοντό φουστάνι και μας πότιζαν συνέχεια με τσάι και πολλά υγρά. Όταν επέστρεψα κοντά στην μητέρα και τα αδέλφια μου, ήταν μέρα χαράς για όλους μας. Το πλοίο ταξίδευε πάλι για τον προορισμό μας αλλά είχαμε αφήσει στα παγωμένα νερά του ινδικού αρκετούς δικούς μας ανθρώπους. Ο παπά Στέλιος δόξαζε τον θεό  που μας έσωσε και πέρασε το κακό. Η Μαρίνα του είπε για αυτούς που έριξαν στην θάλασσα, γιατί δεν τους έσωσε. Το ταξίδι αυτό μαζί με την καραντίνα κράτησε περίπου ένα μήνα. Ένα πρωί πριν βγει ο ήλιος ακούσαμε φωνές από το κατάστρωμα φτάνουμε-φτάνουμε στη Βομβάσα. Άρχισε σιγά-σιγά η αποβίβαση και κατεβήκαμε στο λιμάνι. Αφού κατέβηκαν και οι τελευταίοι μας μοίρασαν νερό, γλυκά και ένα πιλάφι με ψιλοκομμένο κρέας.

Το απόγευμα μας οδήγησαν μέσα από το λιμάνι στο σταθμό του τρένου. Μπήκαμε μέσα στα βαγόνια κατά ομάδες και οικογένειες. Όταν ξεκίνησε το τρένο μετά από δύο δυνατά σφυρίγματα αφήσαμε πίσω μας την Βομβάσα. Ξαπλώσαμε στο δάπεδο του βαγονιού και με πήρε ο ύπνος. Το πρωί ξυπνήσαμε σε ένα μικρό χωριό. Το τρένο έπαιρνε νερό από μια δεξαμενή με μια μεγάλη σωλήνα. Μαύροι εργάτες όχι τόσο από το δέρμα τους αλλά και από το κάρβουνο που κουβαλούσαν σε κοφίνια στην μηχανή του τρένου. Το τρένο συνέχιζε το ταξίδι του, δίπλα μας ξεδιπλωνόταν η Κένυα της Αφρικής .Ατελείωτοι κάμποι με πλούσια βλάστηση που έτρεχαν διάφορα μικρά και μεγάλα ζώα τρομαγμένα από τον θόρυβο του τρένου. Ο παπά Στέλιος μας εξηγούσε ποια ζώα ήταν αυτά που βλέπαμε και πως τα έλεγαν. Περνούσαμε μέσα από δάση και πάνω από γέφυρες που από κάτω κυλούσαν ποτάμια μικρά και μεγάλα. Σταματούσε σε διάφορους σταθμούς για νερό και κάρβουνο. Οι ντόπιοι μας έβλεπαν με κάποια περιέργεια αλλά το ίδιο και εμείς.

Όταν φτάσαμε στο τέρμα του ταξιδιού ήταν μια πόλη που οι δρόμοι της ήταν γεμάτοι πράσινο και λουλούδια πολλά. Η πόλη αυτή ήταν το Ναϊρόμπι, η πρωτεύουσα της Κένυας. Δίπλα από τον σταθμό του τρένου ήταν αραγμένα φορτηγά όπου μας μετέφεραν μέσα από ένα χωματόδρομο και γύρω από πυκνά δάση σε μια μικρή πόλη που την έλεγαν Κασένι με μια μεγάλη λίμνη όπου μπήκαμε σε ένα ποταμόπλοιο.

Διαβάστε το τέταρτο μέρος (τεύχος 129)

Τις πρωινές ώρες και μέσα σε μια υγρή πάχνη της αυγής επιβιβαστήκαμε στο ποταμόπλοιο που θα μας περνούσε απέναντι στο Ίρουμ , το πλοίο αν θυμάμαι καλά λεγόταν «Λίβινγκστον».

Η λίμνη του Κάσενι έτσι λέγονταν αυτή η απέραντη λίμνη που απλώνονταν μπροστά μας. Πριν ξεκινήσουμε μας μοίρασαν γάλα με κακάο και άφθονα μπισκότα. Με ένα μακρόσυρτο σφύριγμα ξεκίνησε να σχίζει τα θολά νερά της λίμνης του Κάσενι. Ο ήλιος είχε ψηλώσει και η ζέστη του Ισημερινού άρχισε να γίνεται έντονη. Η ομίχλη της νύχτας είχε διαλυθεί και ένα ελαφρύ αεράκι φυσούσε από την πλώρη του πλοίου και το δεχόμασταν με μια έντονη ανακούφιση.

Στο κατάστρωμα του πλοίου υπήρχαν στη σειρά πολλά κοφίνια ψάθινα γεμάτα με φρούτα με έντονα κίτρινα και πράσινα χρώματα. Αυτά τα φρούτα τα βλέπαμε για πρώτη φορά στη ζωή μας, ακούγαμε από τους μεγάλους ονόματα παράξενα, μπανάνες, ανανάς μανγκος πάϊ-πάϊ και διάφορα άλλα. Τα βλέπαμε αλλά δεν τα αγγίζαμε. Σε λίγο ο γιατρός που μας συνόδευε ένας κρητικός που λέγονταν Πάνος κάλεσε τις μητέρες μας και τις παρότρυνε ότι όλα αυτά τα φρούτα ήταν για ‘μας. Τις συμβούλευε δείχνοντας πως τα καθαρίζουν και τα δίνουν στα παιδιά να μάθουν να τρώνε. Χορτάσαμε με το πρωϊνό και αφού δοκιμάσαμε και από αυτά τα πρωτόγνωρα φρούτα το ενδιαφέρον στράφηκε προς την στεριά που απλώνονταν δεξιά μας. Το πλοίο άλλοτε πήγαινε κοντά στη στεριά και άλλοτε λίγο μακρύτερα ήταν μια δαντελωτή ακτογραμμή που μέσα από την ακτή απλώνονταν μια απέραντη πεδιάδα με ψηλό χορτάρι και μεγάλα δάση αραιά υπήρχαν ολοπράσινοι λοφίσκοι. Μέσα σ’ αυτόν τον απέραντο κάμπο κοιτάζαμε με δέος χιλιάδες διάφορα ζώα που βλέπαμε για πρώτη φορά, από τους μεγαλύτερους ακούγαμε ονόματα που είχαν το κάθε είδος από αυτά.

Εκεί είδαμε για πρώτη φορά τα ζώα της ζούγκλας. Ο δάσκαλος ο Σαφός μας έλεγε το όνομα κάθε είδους που βλέπαμε. Χιλιάδες πολύχρωμα πουλιά φτέρωναν στον ουρανό πάνω από το πλοίο και πάνω από δέντρα της ζούγκλας όταν το πλοίο πλησίαζε προς την στεριά δεκάδες κροκόδειλοι ξαπλωμένοι στην όχθη απολάμβαναν το ζεστό ήλιο του μεσημεριού. Ένα καμπανάκι χτυπούσε μέσα στο πλοίο και οι μάγειροι μας φώναζαν να περνάμε από την τραπεζαρία για φαγητό μα κανένας δεν ενδιαφερόταν για φαγητό, όλοι απολαμβάναμε την εικόνα του τοπίου της ζούγκλας και τα άγρια ζώα της. Σε κάποιο σημείο της πεδιάδας αυτής ξεχωρίζουν κάποιοι οικισμοί ιθαγενών με μόνιμες καλύβες από χόρτο και στην μέση του οικισμού μια μικρή φωτιά κάπνιζε και γύρω από αυτή μεγάλοι και παιδιά. Προστατευόμενοι από τον ήλιο με ψάθινες τέντες πάνω από το κατάστρωμα δεν θέλαμε να χάσουμε από τα μάτια μας αυτό το μεγαλείο της φύσης που μας πρόσφερε απλόχερα η Αφρική. Μάλιστα ο παπά-Στέλιος το ονόμασε ο παράδεισος του Θεού.

Ο Βασίλης ο Πάστης παλιός ναυτικός απαντούσε στον παπά αν προσέξεις μέσα υπάρχουν ακόμα και πρωτόπλαστοι. Όσο βράδιαζε σιγά σιγά χάνονταν οι εικόνες του Κήπου της Εδέμ όπως το ονόμαζαν ο παπάς και πολλοί άλλοι. Όσο έπεφτε η νύχτα μας επιτέθηκαν σμήνη από κουνούπια και στριμωχτήκαμε μέσα στο πλοίο και πίσω από κουνουπιέρες. Σε λίγο αποκοιμηθήκαμε και την αυγή μας ξύπνησε το σφύριγμα ενός άλλου πλοίου που πήγαινε αντίθετα από εμάς. Μας πρόσφεραν τσάι μπισκότα και χυμούς από φρούτα. Λίγο πριν το μεσημέρι φθάσαμε στο Ιρούμ ήταν ένας μικρός οικισμός με μια ξύλινη αποβάθρα όπου πλεύρισε το πλοίο. Αμέσως άρχισε η αποβίβαση και στην άκρη της αποβάθρας ήταν μια φάλαγγα από φορτηγά σκεπασμένα με μουσαμάδες όπου μας περίμεναν να μας παραλάβουν, άκουσα ότι τα φορτηγά αυτά η εταιρεία που τα διέθετε λεγόταν βυσικόγκο, την θυμάμαι γιατί έμελλε με την ίδια εταιρεία και τα αυτοκίνητά της αυτά μετά από τέσσερα χρόνια θα ξεκινούσε η επιστροφή μας προς την πατρίδα.

Η Μπούνια είναι μια μικρή πόλη που ανήκει στο Βελγικό Κογκό, είναι μια πόλη σε μια πλούσια περιοχή. Με φυτείες – ορυχεία οι Βέλγοι κάτοικοι μαζί με αρκετούς Έλληνες εγκατεστημένους πολύ πριν το πόλεμο με πετυχημένες επιχειρήσεις σε φυτείες και εμπόριο όπως και σε δέρματα, ελεφαντόδοντο και πολύτιμους λίθους είχαν συγκεντρώσει έναν πλούτο και μια άνετη ζωή. Αυτό τους επέτρεψε να δεχθούν μαζί με τη διοίκηση της περιοχής να φιλοξενήσουν δυόμιση χιλιάδες πρόσφυγες. Λίγο έξω από την Μπούνια έφτιαξαν ένα καταυλισμό με διακόσια περίπου σπίτια με τους βοηθητικούς χώρους με σχολείο ιατρείο εκκλησία και αποθήκη τροφίμων.

Είχαμε καθημερινή φροντίδα και αφθονία σε τρόφιμα, φρούτα και καθημερινή ιατρική φροντίδα. Εγκατασταθήκαμε από δύο ή τρείς οικογένειες σε κάθε σπίτι. Αυτός που του χρωστάμε πάρα πολλά όλοι οι πρόσφυγες της Μπούνιας στα χρόνια που μείναμε στο νέο μας στρατόπεδο ήταν ο δάσκαλος και έφεδρος αξιωματικός του αλβανικού μετώπου ο Απόστολος Μαματάς όπως επίσης και ο Βέλγος γιατρός ο Μανώτ.

Από την πρώτη μέρα ο Α. Μαματάς οργάνωσε το στρατόπεδο και από τις πρώτες μέρες δημιούργησε τρία σχολεία με φιλολογικούς δασκάλους όπως ο Σαφός η Αρχοντούλα Φουντούλη και τον Ελληνοαμερικανό Βασίλη Πάστη. Ταξίδεψε σχεδόν σε όλη την Ν. Αφρική για να εξοπλίσει τα σχολεία με βιβλία, γραφική ύλη, χάρτες και ότι άλλο χρειάστηκε για μια πλήρη λειτουργεία των σχολείων και μία μικρή βιβλιοθήκη. Στα σχολεία όπως και στην εκκλησία αντί για κουδούνια και καμπάνα κρέμασε δύο μεταλλικά σιδερένια στελέχη από ρόδες αυτοκινήτων. Ο παπά-Στέλιος εγκαταστάθηκε στη νέα εκκλησία του και μαζί με τον Πιλαβά τον Χιώτη χτυπούσαν κάθε πρωί τις ζάντες που κρέμονταν πάνω σε δύο πασσάλους και ο μεν παπά-Στέλιος καλούσε τους πιστούς στην εκκλησία ο δε Πιλαβάς τους μαθητές στα νέα τους σχολεία.

Δύο και μισές χιλιάδες πρόσφυγες με διαφορετικές συνήθειες, πολιτικές διαφορές και ότι άλλο ακολουθεί ένα εξαθλιωμένο πλήθος. Σε όλα αυτά ο Α. Μαματάς κατάφερε να τους έχει ενωμένους να οργανώνει εθνικές γιορτές, μνημόσυνα αγωνιστών και ηρώων, να κρατά τις ρίζες μας και πάνω από όλα μας δίδαξε την αλληλεγγύη, την αγάπη και τις μνήμες για την πατρίδα μας. Ενώ σε άλλα στρατόπεδα είχαν γίνει γεγονότα και ιστορίεςnπου καθόλου δεν μας τιμούν σαν λαό. Ο γιατρός ο Μανώτ. ήταν σε καθημερινή επαφή με τους πρόσφυγες και ιδιαίτερα με τα παιδιά. Μας έσωσε από τον κίτρινο πυρετό.

Η ζωή μας κυλούσε ήρεμα. O Μανώτ ακόμα και το καθιερωμένο συσσίτιο το αντικατέστησε, έδωσε σε κάθε οικογένεια την δυνατότητα να παρασκευάζουν το φαγητό της αρεσκείας τους, κατάργησε τις καραβάνες, τις ουρές και τα καζάνια και το στρατόπεδο άλλαξε και έμοιαζε σαν ένα χωριό ή μια μικρή κωμόπολη. Στην Μπούνια όταν πηγαίναμε για ψώνια οι έμποροι δεν έπαιρναν ποτέ χρήματα από πρόσφυγες. Οι ντόπιοι ήταν φιλικοί και καθημερινά μας έφερναν δώρα φρούτα και διάφορα αντικείμενα από ελεφαντόδοντο-έβενο που έφτιαχναν οι ίδιοι. Οι γονείς τους έδιναν και αυτοί με την σειρά τους αλάτι, σκεύη κουζίνας και διάφορα ρούχα ή εργαλεία.

Η πιο σημαντική μέρα στα χρόνια της προσφυγιάς ήταν ένα πρωί λίγο μετά την γιορτή της Πρωτομαγιάς. Ξυπνήσαμε με τα συνεχή χτυπήματα από τα σήμαντρα όπως αποκαλούσε ο παπά-Στέλιος τις δύο ζάντες στην εκκλησία και στο σχολείο. Φωνές από τους πρόσφυγες μέσα και έξω από τα σπίτια τις αυλές και το δρόμο που οδηγούσε στην εκκλησία και στο σχολείο. Ζητωκραυγές, τραγούδια και λέξεις όπως «ειρήνη, ο πόλεμος τελείωσε και έρχονται οι δικοί μας». Ένα πανηγύρι είχε ξεκινήσει με όλους τους πρόσφυγες να βγαίνουν από τα σπίτια, να αγκαλιάζονται να φιλιούνται, όλοι να χορεύουν να τραγουδούν. Όλοι έφερναν γλυκά διάφορα κεράσματα και ποτά. Σύντομα άρχισαν να φθάνουν από την Μπούνια με αυτοκίνητα να φέρνουν γλυκίσματα και άφθονα ποτά. Όλη μέρα είχε στηθεί ένα γλέντι. Στα σχολεία είχαν υψώσει σημαίες της Ελλάδας, της Γαλλίας, της Αγγλίας και στη μέση κυμάτιζε η Βέλγικη.

Το πανηγύρι αυτό κράτησε μέχρι το απόγευμα, μαζί μας γλεντούσαν και χοροπηδούσαν και οι ντόπιοι με δικά τους τραγούδια και χορούς, πήγα κοντά τους γιατί είχα και πολλούς φίλους, θυμάμαι ότι τραγουδούσα και εγώ μαζί τους το τραγούδι «μούτοτο γιωτέ βαβόνα».

Οι μέρες και οι μήνες περνούσαν πολύ πιο ευχάριστα, κάθε μέρα γλεντούσαν στο στρατόπεδο και κάθε μέρα καλωσόριζαν στρατιώτες που απολύονταν από τον συμμαχικό στρατό.

Οι γιορτές των Χριστουγέννων και της πρωτοχρονιάς πλησίαζαν και στα σχολεία ετοιμάζαμε τις συνηθισμένες γιορτές. Όταν ένα πρωί μας ειδοποίησαν ότι πρέπει να ετοιμαζόμαστε για την επιστροφή στην πατρίδα, ακολούθησαν καινούργια γλέντια και χαρές. Την παραμονή της αναχώρησης, ο δάσκαλος ο Α. Μαματάς, ο σχολάρχης μας και ο αρχηγός όπως τον αποκαλούσαν οι γονείς μας, συγκέντρωσε όλους τους πρόσφυγες και μαζί με τον γιατρό τον Πάνο, μίλησε πολύ ώρα στους γονείς μας, εμείς δεν καταλαβαίναμε πολλά αλλά από τα δάκρυα του κόσμου σίγουρα κάποια σημαντικά έλεγε στους πρόσφυγες για το τι θα συναντήσουν στην επιστροφή στην πατρίδα και το τι συνέβη στη διάρκεια του πολέμου σε όλο τον κόσμο. Ένα σημαντικό και σοβαρό γεγονός που ίσως κανένας από τους χιλιάδες πρόσφυγες δεν θα ξεχάσει ποτέ ήταν ο ξαφνικός θάνατος του μεγάλου προστάτη των προσφύγων του γιατρού μας του Μανώτ. Όλο το στρατόπεδο ακολούθησε τον νεκρό και όλη η Μπούνια στο τελευταίο του ταξίδι. Μέρες έκλαιγαν οι γονείς μας στο στρατόπεδο.

Η επιστροφή άρχισε ένα πρωί, με τα φορτηγά της εταιρείας «βυσικόγκο», αφού μπήκαμε όλες οι οικογένειες, άρχισε το ταξίδι της επιστροφής. Περάσαμε ξανά την λίμνη Κάσενι, μετά στο σιδηροδρομικό σταθμό το Ναϊρόμπι και με το τρένο φθάσαμε ενδιάμεσα προς Βομβάσα σ’ ένα μικρό σταθμό μιας ωραίας κωμόπολης που λέγονταν Μακίντο. Μία από τις πρώτες αποικιακές πόλεις των Άγγλων. Εκεί μείναμε έξι μήνες σε αντίσκηνα. Στην περιοχή αυτή υπήρχαν φυτείες από καουτσούκ και φυτείες καφέ. Φεύγοντας από το Μακίντο φθάσαμε ξανά στη Βομβάσα.

Στο λιμάνι της Βομβάσας μας περίμενε ένα μεγάλο καράβι στολισμένο με πολύχρωμες σημαίες. Μετά από αρκετές ημέρες ταξίδι στον Ινδικό φθάσαμε στο Άντεν. Από το Άντεν με φορτηγά αυτοκίνητα οι Εγγλέζοι μας πήγαν σε ένα στρατόπεδο μέσα στην αραβική έρημο κοντά στη διώρυγα του Σουέζ.

Το νέο μας αλλά και το τελευταίο ήταν το Ελ-Σαττ. Μείναμε μέσα σε αντίσκηνα με συσσίτιο και τις γνωστές δυσκολίες της ερήμου και της ζέστης.

Πολλές καθημερινές ιστορίες γύρω από τη ζωή της προσφυγιάς σε όλη την πορεία των επτά προσφυγικών στρατοπέδων και από άλλες χώρες που επισκεφτήκαμε, ιστορίες καθημερινές ανθρώπινες πότε δραματικές αλλά και πότε αστείες και πρωτότυπες πιστεύω στις επόμενες ειδήσεις του «Αθέρα» να γραφτούν. Όπως την τελευταία μέρα στο Ελ-Σαττ, όταν μας ανακοίνωσαν ότι το πρωί φεύγουμε, κατέβασαν τις σκηνές οι πρόσφυγες και με ψαλίδια έκοψαν τα αντίσκηνα και τα έβαλαν μέσα στις αποσκευές. Ο παπά-Στέλιος διεκδικώντας τη σκηνή που στέγαζε την εκκλησία του, την έκοψε και την αμπαλάρισε και αυτός όπως όλοι οι υπόλοιποι πρόσφυγες τις δικές τους σκηνές. Το πρωί όταν ήρθαν οι Εγγλέζοι σάστισαν και ένας αξιωματικός πλησίασε τον παπά και του είπε: φάδερ τέντα μπαγκάζ; Ο παπά-Στέλιος του απάντησε: γιές την παίρνω μαζί μου στη Σάμο.

Στην Αλεξάνδρεια φθάσαμε το επόμενο πρωί. Εκεί μας περίμενε ένα ατμόπλοιο που λεγόταν «Τριπολιτάντια». Ένα Ρυμουλκό μας έβγαλε έξω από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας γιατί μέσα στο λιμάνι υπήρχαν ακόμα ναυάγια του πολέμου. Από την Αλεξάνδρεια φθάσαμε στο λιμάνι της Χίου, εκεί αποβιβαστήκαμε και την άλλη μέρα καΐκια από την Σάμο και Ικαρία μετάφεραν τους πρόσφυγες των δύο αυτών νησιών.

Έτσι τελείωσε ένα ταξίδι μιας μεγάλης περιπέτειας και οδύσσειας. Αλλά συγχρόνως ξεκινούσε ένα άλλο μέσα σε καινούργιες γνωστές περιπέτειες και αγωνίες για την ζωή.

Τις μνήμες αυτές από την παιδική μας περιπέτεια της προσφυγιάς και του πολέμου τις αφιερώνω στα παιδιά που δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν την δίνη του πολέμου, και την οδύσσεια της προσφυγιάς.

One thought on “Αναμνήσεις από τα χρόνια της προσφυγιάς

Σχολιάστε Ελεύθερα