Τα Σκιαδικά: Η πρώτη νεολαΐστικη εξέγερση στην Ελλάδα

Τα έκτροπα με την Αστυνομία και το άρθρο της εφημερίδας που αναπολούσε τα χρόνια της Τουρκοκρατίας

Με την ονομασία Σκιαδικά έμειναν στην ιστορία τα επεισόδια μεταξύ της μαθητιώσας νεολαίας και της Χωροφυλακής, που συνέβησαν στην Αθήνα στις 10 και 11 Μαΐου 1859. Ήταν ένα φαινομενικά άσχετο γεγονός, που οδήγησε τρία χρόνια αργότερα στην έξωση του βασιλιά Όθωνα.

Η πρώτη μαθητική εξέγερση στη νεοελληνική ιστορία, την οποία η εφημερίδα «Φιλελεύθερος» (13.05.1859) χαρακτήρισε κάπως υπερβολικά ως «μικρά επανάστασι», εκδηλώθηκε το διήμερο 10 και 11 Μαΐου 1859. Από τους ιστορικούς αξιολογείται ως η απαρχή των γεγονότων που οδήγησαν τελικά στην έξωση του Όθωνα τον Οκτώβριο του 1862, παρόλο που ο σκοπός και το πνεύμα της εξέγερσης δεν είχε αντιδυναστικό χαρακτήρα – κάθε άλλο μάλιστα. Τα γεγονότα εκείνου του διημέρου έχουν μείνει στην ιστορία ως «Σκιαδικά» από τα ψάθινα κάπελα της Σίφνου, τα σκιάδια, που φορούσαν οι μαθητές στο κεφάλι τους, στολισμένα με γαλανόλευκες κορδέλες.

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Όλα ξεκίνησαν από μια διαπίστωση του Υπουργού Εξωτερικών, Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, ο οποίος σε συζητήσεις τόνιζε την ανάγκη στήριξης της εγχώριας παραγωγής. Και έφερνε ως παράδειγμα ότι οι Έλληνες θα έπρεπε να δείχνουν την προτίμησή τους στα ντόπια ψάθινα καπέλα (σκιάδια) που κατασκευάζονταν στη Σίφνο και όχι στα εισαγόμενα από το εξωτερικό, που ήταν και ακριβότερα.

Την ιδέα του Ραγκαβή ενστερνίσθηκε ο γιος του, Κλέων, ο οποίος έπεισε τους συμμαθητές του να φορούν σιφνέικα σκιάδια, στολισμένα με γαλανόλευκες κορδέλες, στις κυριακάτικες εξόδους τους στο Πεδίο του Άρεως. Γρήγορα έγιναν μόδα και σήμα κατατεθέν της προοδευτικής νεολαίας της Αθήνας («Γαριβαλδινοί»), σε αντίθεση με τους καθεστωτικούς νεολαίους, που φορούσαν άσπρα ψηλά καπέλα και απεκαλούντο «Αυστριακοί».

Στις διαδηλώσεις των σκιαδικών συμμετείχαν αρχικά μόνο οι μαθητές του Γυμνασίου, ενώ αργότερα προστέθηκαν και φοιτητές. Η αρχική πρόθεση των μαθητών ήταν να διαδηλώσουν υπέρ της ενίσχυσης της εγχώριας εμπορικής παραγωγής, υπέρ των ελληνικών προϊόντων και κατά των εισαγομένων, κατά του «νεοπλουτισμού«, όπως σχολίασαν οι εφημερίδες τις επόμενες ημέρες:«Μαθηταί τινές των γυμνασίων κηρυχθέντες εχθροί της παρακαίρου πολυτελείας της φερούσης την δυστυχίαν εις πολλούς οίκους, ηθέλησαν να δώσουν αυτοί το παράδειγμα της οικονομίας και της φειδούς, όθεν και αγοράσαντες εντοπίους πίλους ημισείας δραχμής έφερον αυτούς επί κεφαλής με οικονομικήν ταινίαν περιεστεμμένους», έγραφε η εφημερίδα «Αθηνά» στις 13.05.

Η μαθητική διαμαρτυρία οργανώθηκε για το απόγευμα της Κυριακής 10 Μαΐου 1859, στις 5 το απόγευμα ή την ώρα περίπου που έδυε ο ήλιος, που ήταν η ώρα του περιπάτου για τους Αθηναίους, στην περιοχή της Νεάπολης (πεδίον του Άρεως). Οι έμποροι αντέδρασαν επιχειρώντας να κοροϊδέψουν τους μαθητές και έστειλαν τους εργαζόμενους τους να αντιδιαδηλώσουν φορώντας περίεργα καπέλα. Το αποτέλεσμα ήταν να υπάρξει λογομαχία ανάμεσα στις δύο πλευρές, να εκτραχυνθούν τα πνεύματα και τελικά να επέμβει η αστυνομία, η οποία δεν έδειξε φειδώ στη χρήση βίας κατά των μαθητών, ενώ συνέλαβε τρεις από αυτούς οξύνοντας ακόμη περισσότερο την ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα.

Η ένταση συνεχίστηκε τις επόμενες ώρες στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας, ενώ κατά τις 9 το βράδυ οι μαθητές συγκεντρώθηκαν μπροστά από τα Ανάκτορα -το κτίριο της σημερινής Βουλής- και φώναζαν συνθήματα υπέρ του βασιλιά και κατά της Αστυνομίας ζητώντας συνάντηση με τον Όθωνα, ο οποίος όμως δεν τους δέχτηκε, ενώ σύμφωνα με την εφημερίδα «Αιών» δεν είχε γυρίσει ακόμα από τον περίπατο του. Τελικά, η συγκέντρωση διαλύθηκε κατά τα μεσάνυχτα μετά από επέμβαση του στρατού.

Ωστόσο, το πρωί της Δευτέρας οι μαθητές συγκεντρώθηκαν και πάλι έχοντας τη συμπαράσταση από πλήθος κόσμου, φωνάζοντας συνθήματα όπως «Ζήτω ο στρατός, κάτω ο αστυνόμος» και ζητώντας την αποφυλάκιση των τριών συλληφθέντων και την αποπομπή του αστυνομικού διευθυντή (Δημητριάδης), ο οποίος «από της εσπέρας της Κυριακής μέχρι σήμερον δεν ετόλμησε να παρουσιασθή εις το κοινόν και καλώς ποιών έδωκε τόπον τη οργή, άλλως ήθελε κατασπαραχθή«, όπως σχολίαζε η «Αθηνά» (13.05.1859). Σύμφωνα δε με την εφημερίδα «Ήλιος» (13.05.1859), «λαθραίως απήλθεν εις το Αιγαίον και ουδέποτε επανελεύσεται εις την Διεύθυνσιν«.

Η διαδήλωση της Δευτέρας ήταν θορυβώδης, ενώ σε κάποια στιγμή οι μαθητές κατευθύνθηκαν στο υπουργείο Εσωτερικών, όπου συναντήθηκαν με τον υπουργό, Κωνσταντίνο Προβελέγγιο, ο οποίος «κατά την συνήθειαν του υπεσχέθη ότι θέλει εξετάσει, και αν εύρη ένοχον την Διεύθυνσιν θέλει τιμωρήσει αυτήν, συγχρόνως προέτρεψεν ούτους να διαλυθώσι πρότερον» (Αθηνά, 13.05.1859).

Φυσικά, οι συστάσεις του υπουργού δεν ικανοποίησαν τους μαθητές, οι οποίοι και δε συμμορφώθηκαν, αλλά κατευθύνθηκαν προς το Πανεπιστήμιο. Εκεί «οΠρύτανις επροσπάθησε να τους καθησυχάση και να αποχωρίση τους μαθητάς από των ετερογενών στοιχείων, των πολιτών, αλλ’ αυτοί δεν εδέχθησαν ειπόντες ότι ο λαός αυτός είναι αδελφός μας, και ημείς είμεθα τέκνα αυτού και επειδή προσεβλήθημεν ζητούμεν ικανοποίησιν» (Αθηνά, 13.05.1859). Και ενώ οι μαθητές ετοιμάζονταν να αποστείλουν επιτροπή στα Ανάκτορα με αίτημα να συναντηθεί με το βασιλιά, η επέμβαση του στρατού δια της πρωτοβουλία του φρουράρχου Μιχαήλ Σούτσου διέλυσε τους διαδηλωτές γύρω στις 3 με 4 το απόγευμα.

Η ενέργεια αυτή προκάλεσε αντιδράσεις και διαμέσω του γερουσιαστή Δημήτριου Χρηστίδη θεωρήθηκε ως έφοδος του στρατού στο Πανεπιστήμιο, πράξη «κατά του ασύλου των επιστημών» και αναπτύχθηκε η άποψη ότι το Πανεπιστήμιο «ως ναός του πνεύματος» πρέπει να απολαμβάνει το προνόμιο του απαραβίαστου για τους πάντες. Ήταν μία από τις πρώτες αναφορές στη χώρα μας για το πανεπιστημιακό άσυλο.

Το ιππικό περιπολούσε στους δρόμους της Αθήνας για τη διασφάλιση της τάξης, ενώ συνεδρίασε εκτάκτως το υπουργικό συμβούλιο, το οποίο αποφάσισε να αναθέσει τη Διεύθυνση της αστυνομίας στο γραμματέα της (Κ. Λίτρο), ενώ παράλληλα εκδόθηκε προκήρυξη του Νομάρχη Αττικής και Βοιωτίας προς τους κατοίκους της πρωτεύουσας ότι «ουδέ χάριν περιεργείας πρέπει να αναμιγνύωνται και εξογκόνωσι τας συναθροίσεις. Τέλος, αποφασίστηκε η διακοπή των παραδόσεων στο Πανεπιστήμιο για δύο μέρες και η στρατιωτική του κατάληψη «προς αποφυγήν πάσης νέας συγκεντρώσεως».

Αργά το απόγευμα της 11ης Μαΐου 1859 συνεδρίασε το Υπουργικό Συμβούλιο υπό την προεδρία του πρωθυπουργού Αθανάσιου Μιαούλη και απέπεμψε τον αστυνομικό διευθυντή Αθηνών Δημητριάδη, ενώ διέταξε την απελευθέρωση των τριών συλληφθέντων μαθητών. Τα «Σκιαδικά» ήταν η πρώτη δυναμική εκδήλωση κατά των απολυταρχικών μεθόδων του καθεστώτος και ενίσχυσε το αγωνιστικό φρόνημα των αντιπάλων του Όθωνα. Πρωτοστάτης της διαμαρτυρίας ήταν το Πανεπιστήμιο, επαληθεύοντας την προφητική ρήση του Γέρου του Μωριά, που όταν χτιζόταν είπε δείχνοντάς το: «Το σπίτι αυτό θα φάει το σπίτι εκείνο», εννοώντας το Παλάτι.


Το άρθρο αυτό είναι εξαιρετικά επίκαιρο, και είναι αφιερωμένο σε όσους πιστεύουν ότι το νέο νομοσχέδιο του υπουργείου παιδείας θα επιλύσει τα προβλήματα ανομίας στα πανεπιστήμια

Σχολιάστε Ελεύθερα