Βλαντ ο ανασκολοπιστής ( Ο Κόμης Δράκουλας)

Ο Κόμης δράκουλας ήταν υπαρκτό πρόσωπο και ήταν η έμπνευση για τα διηγήματα του  Bram Stocker. Ο συγγραφέας εμπνεύστηκε από την ιστορία ενός ηγεμόνα προστάτη της ορθοδοξίας και τρομερό διώκτη των Τούρκων, που τους δολοφονούσε με ανακαλοπισμό (Κοινώς παλούκωμα).

Η έκφραση «Δράκουλας», που σήμερα είναι πρωτίστως γνωστή ως το όνομα ενός βαμπίρ, ήταν για αιώνες γνωστή ως το προσωνύμιο ενός ηγεμόνα της Βλαχίας, του Βλαντ Γ΄(1431-1476). Διπλωματικές αναφορές και λαϊκές ιστορίες αναφέρονταν σε αυτόν ως Δράκουλα ή Ντρακούλια ήδη το 15ο αιώνα. Ο ίδιος υπέγραψε τις δύο επιστολές του ως «Ντραγκούλια» ή «Ντρακούλια» στα τέλη της δεκαετίας του 1470. 

Το όνομά του είχε την καταγωγή του στο ρουμανικό προσωνύμιο του πατέρα του, Βλαντ ΝτράκουλVla («Βλαντ ο Δράκος»), που το έλαβε αφότου έγινε μέλος του Τάγματος του Δράκου. Ντράκουλα είναι η σλαβονική γενική πτώση του Ντράκουλ, που σημαίνει «ο γιος του Ντράκουλ (ή του Δράκου)». Στη σύγχρονη Ρουμανική, dracul σημαίνει «διάβολος». Ο Βλαντ Γ΄ είναι γνωστός ως Vlad Ţepeş (ή Βλαντ ο Ανασκολοπιστής) στη ρουμανική ιστοριογραφία.Αυτό το προσωνύμιο συνδέεται με τον ανασκολοπισμό, που ήταν η αγαπημένη του μέθοδος εκτέλεσης. Ο Οθωμανός συγγραφέας Τουρσούν Μπέης αναφερόταν σε αυτόν ως Καζικλιί Βοεβόδα γύρω στο 1500. Ο Μιρτσέα ο Ποιμενικός, Βοεβόδας της Βλαχίας, χρησιμοποίησε αυτό το προσωνύμιο σε παραχωρητήρια επιστολή την 1η Απριλίου 1551.

Ο Βλαντ Γ΄ έγινε πρίγηκπας της Βλαχίας τρεις φορές μεταξύ του 1448 και του θανάτου του, το 1476. Ο μύθος που τον ακολουθεί αιώνες τωρα,ειναι αυτος του ότι για να διατηρηθεί νέος, επινε το αίμα παρθένων κοριτσιών. Στην πορεια βέβαια των ετών δημιούργησαν το μυστήριο του κομη Δράκουλα. Στην πραγματικότητα πάντως ήταν ο δεύτερος γιος του Βλαντ Ντράκουλ, που έγινε ηγεμόνας της Βλαχίας το 1436. Ο Βλαντ και ο μικρότερος αδελφός του, Ράντου, κρατήθηκαν ως όμηροι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1442 για να εξασφαλίσουν τη νομιμοφροσύνη προς αυτή του πατέρα τους. Ο πατέρας και ο μεγαλύτερος αδελφός του Βλαντ, Μιρτσέα, δολοφονήθηκαν όταν ο Ιωάννης Ουνυάδης, Αντιβασιλέας-Κυβερνήτης της Ουγγαρίας, εισέβαλε στη Βλαχία το 1447.

Ο Ουνυάδης εγκατέστησε το δεύτερο ξάδερφο του Βλάντ, Βλάντισλαβ Β΄, ως νέο βοεβόδα.Ο Ουνυάδης ξεκίνησε μια στρατιωτική εκστρατεία εναντίον των Οθωμανών το φθινόπωρο του 1448 και τον συνόδεψε ο Βλάντισλαβ. Ο Βλάντ εισέβαλεε στη Βλαχία με Οθωμανική υποστήριξη τον Οκτώβριο, αλλά ο Βλάντισλαβ επέστρεψε και ο Βλαντ προσπάθησε να καταφύγει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία πριν από το τέλος του έτους. Ο Βλαντ πήγε στη Μολδαβία το 1449 ή το 1450 και αργότερα στην Ουγγαρία. Εισέβαλε στη Βλαχία με υποστήριξη της Ουγγαρίας το 1456. Ο Βλάντισλαβ όμως σκοτώθηκε πολεμώντας εναντίον του και ο Βλαντ ξεκίνησε μια εκκαθάριση μεταξύ των Βλάχων βογιάρων για να ενισχύσει τη θέση του. 

Ήρθε σε σύγκρουση με τους Σάξονες της Τρανσυλβανίας, που υποστήριζαν τους αντιπάλους του Νταν και Bασάραβα Λαϊότα (που ήταν αδελφοί του Βλάντισλαβ) και τον εξώγαμο ετεροθαλή αδελφό του, Βλαντ το Μοναχό. Ο Βλαντ για αυτό το λόγο λεηλάτησε τα χωριά των Σαξόνων, παίρνοντας τους αιχμαλώτους στη Βλαχία, όπου τους ανασκολόπισε (εξ ου και το προσωνύμιό του). Η ειρήνη στην περιοχή αποκαταστάθηκε το 1460.

Ο Οθωμανός Σουλτάνος Μωάμεθ Β΄, παρήγγειλε στο Βλαντ να τον προσκυνήσει προσωπικά, αλλά ο Βλαντ συνέλαβε και ανασκολόπισε τους δύο απεσταλμένους του Σουλτάνου. Το Φεβρουάριο του 1462 εισέβαλε στην Οθωμανική επικράτεια, σφαγιάζοντας δεκάδες χιλιάδες Τούρκους και Βούλγαρους. Ο Μωάμεθ ξεκίνησε μια εκστρατεία εναντίον της Βλαχίας για να αντικαταστήσει το Βλαντ με το μικρότερο αδελφό του, Ράντου. Ο Βλαντ, προσπάθησε να συλλάβει το σουλτάνο στο Τιργκόβιστε τη νύχτα 16-17 Ιουνίου 1462. 

Ο σουλτάνος ​​και ο κύριος Οθωμανικός στρατός εγκατέλειψαν την Βλαχία, αλλά όλο και περισσότεροι Βλάχοι λιποτακτούσαν προς στον Ράντου. Ο Βλαντ πήγε στην Τρανσυλβανία για να ζητήσει βοήθεια από το Ματθαίο Κορβίνο, Βασιλιά της Ουγγαρίας, στα τέλη του 1462 αλλά ο Κορβίνος τον φυλάκισε. Ο Βλαντ κρατήθηκε σε αιχμαλωσία στο Βίσεγκραντ από το 1463 έως το 1475. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου τα ανέκδοτα για τη σκληρότητα του άρχισαν να εξαπλώνονται στη Γερμανία και την Ιταλία. Απελευθερώθηκε κατόπιν αιτήματος του Στέφανου Γ΄της Μολδαβίας το καλοκαίρι του 1475. Αγωνίστηκε στο στρατό του Κορβίνου μάλιστα εναντίον των Οθωμανών στη Βοσνία στις αρχές του 1476. Τα στρατεύματα της Ουγγαρίας και της Μολδαβίας τον βοήθησαν να αναγκάσει το Bασάραβα Λαϊότα (που είχε εκθρονίσει τον αδελφό του, Ράντου) να φύγει από τη Βλαχία το Νοέμβριο, αλλά ο Βασάραβα επέστρεψε με Οθωμανική υποστήριξη πριν από το τέλος του έτους. 

Ο Βλαντ δολοφονήθηκε πριν από τις 10 Ιανουαρίου 1477. Βιβλία που περιγράφουν τις σκληρές πράξεις του Βλαντ ήταν μεταξύ των πρώτων μπεστ σέλερ στα γερμανόφωνα εδάφη. Στη Ρωσία δημοφιλείς ιστορίες ανέφεραν ότι ο Βλαντ ήταν σε θέση να ενισχύσει την κεντρική κυβέρνηση μόνο με την εφαρμογή βίαιων ποινών και μια παρόμοια άποψη υιοθετήθηκε από τους περισσότερους Ρουμάνους ιστορικούς το 19ο αιώνα. Η φήμη του Βλαντ για τη σκληρότητα και το πατρώνυμό του έδωσαν το όνομα του βαμπίρ «Κόμης Δράκουλας» στο μυθιστόρημα Δράκουλας του Μπραμ Στόκερ του 1897.

Ο βίος του Κόμη Δράκουλα

Ο Ανακσκολοπιστής γεννήθηκε το 1431 στην πόλη Σιγκισοάρα (Sighişoara) της Τρανσυλβανίας (η γενέτειρά του είναι γνωστή και με το όνομα Σάσμπουργκ (Schassburg) από την εποχή της Αυστροουγγρικής κυριαρχίας). Καταγόταν από τον ευγενή οίκο του Βασάραβα Α΄, θεμελιωτή του Βλαχικού κράτους, και ήταν γιος του προηγούμενου βοεβόδα Βλαντ Β΄ Ντράκουλ και της πριγκίπισσας Τσένια. Κληρονόμησε τον τίτλο του μέλους του μυστικού Τάγματος του Δράκου (μια οργάνωση η οποία ήθελε να προστατεύσει την Ανατολική Ευρώπη από τους Οθωμανούς) που παραχωρήθηκε στον πατέρα του από τον βασιλέα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Σιγισμόνδο (Sigismund). 

Ο Βλαντ ήταν ο δεύτερος νόμιμος γιος του Βλάντ Β΄ Ντράκουλ, που ήταν εξώγαμος γιος του Μιρτσέα Α της Βλαχίας. Δεδομένου ότι το 1448 ήταν αρκετά μεγάλος για να είναι υποψήφιος για το θρόνο της Βλαχίας, ο χρόνος γέννησής του πρέπει να ήταν μεταξύ 1428 και 1431. Ο Βλαντ πιθανότατα γεννήθηκε μετά την εγκατάσταση του πατέρα του στην Τρανσυλβανία το 1429. Ο ιστορικός Ράντου Φλορέσκου γράφει ότι ο Βλαντ γεννήθηκε στη Σιγκισοάρα (τότε στην Τρανσυλβανία του Βασίλειου της Ουγγαρίας) όπου ο πατέρας του ζούσε σε τριώροφο πέτρινο σπίτι από το 1431 έως το 1435. Οι σύγχρονοι ιστορικοί προσδιορίζουν τη μητέρα του Βλαντ είτε ως κόρη είτε ως συγγενή του Αλεξάνδρου Α΄ της Μολδαβίας ή ως την άγνωστη πρώτη γυναίκα του πατέρα του. Είχε ένα μεγαλύτερο αδερφό, το Μίρτσεα Β΄ (1427-1447) και ένα μικρότερο, το Ραντού (1437/1439 – 1475).

Ο Βλαντ Ντρακούλ κατέλαβε τη Βλαχία μετά το θάνατο του αδελφού του Αλεξάνδρου Α΄ Αλδέα το 1436. Ένα από τα διατάγματά του (που εκδόθηκε στις 20 Ιανουαρίου 1437) έκανε την πρώτη αναφορά στο Βλαντ και το μεγαλύτερο αδελφό του Mιρτσέα, αναφέροντάς τους ως «πρωτότοκους γιους» του πατέρα τους. Αναφέρονται σε τέσσερα ακόμη έγγραφα μεταξύ 1437 και 1439. Το τελευταίο από αυτά ανέφερε επίσης το μικρότερο αδελφό τους Ραντού.

Ο Βλαντ τις πρώτες του γνώσεις τις πήρε από τη μητέρα του και την οικογένειά της, όμως οι πραγματικές του σπουδές ξεκίνησαν το 1436, οπότε και διδάχτηκε την τέχνη του πολέμου και της ειρήνης, που ήταν απαραίτητη για ένα Χριστιανό ιππότη. Το 1438 ο πατέρας του συνόδευσε τον Σουλτάνο Μουράτ Β΄ στην εκστρατεία του στην Τρανσυλβανία, όπου προσπάθησε να προστατέψει τον τοπικό πληθυσμό από τις λεηλασίες των επιδρομέων, κάτι που προκάλεσε την καχυποψία του Σουλτάνου. Μετά από μια συνάντηση με τον Ιωάννη Ουνυάδη, Βοεβόδα της Τρανσυλβανίας, ο Βλαντ Ντρακούλ δεν υποστήριξε μια Οθωμανική εισβολή στην Τρανσυλβανία το Μάρτιο του 1442. Ο Οθωμανός Σουλτάνος Μουράτ Β΄ τον διέταξε να έρθει στην Καλλίπολη για να δείξει τη νομιμοφροσύνη του.

Ο Βλαντ και ο Ράντου συνόδευσαν τον πατέρα τους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου φυλακίστηκαν όλοι. Ο Βλαντ Ντρακούλ απελευθερώθηκε πριν το τέλος του χρόνου με αντάλλαγμα την ομηρία των γιων του Βλαντ και Ραντού, που φυλακίστηκαν στο φρούριο του Εγκριγκόζ, σύμφωνα με Οθωμανικά χρονικά της εποχής. Η ζωή τους βρέθηκε ιδιαίτερα σε κίνδυνο όταν ο πατέρας τους υποστήριξε το Βλάντισλαβ, Βασιλιά της Πολωνίας και της Ουγγαρίας κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τη Σταυροφορία της Βάρνας το 1444. Ο Βλαντ Ντρακούλ ήταν πεπεισμένος ότι οι δυο γιοι του «σφαγιάστηκαν για το καλό της Χριστιανικής ειρήνης», αλλά ούτε ο Βλαντ ούτε ο Ράντου ούτε δολοφονήθηκαν ούτε ακρωτηριάστηκαν μετά την επανάσταση του πατέρα τους.

Ο Βλαντ Ντρακούλ αναγνώρισε ξανά την επικυριαρχία του σουλτάνου και υποσχέθηκε να του αποδίδει ετήσιο φόρο το 1446 ή το 1447. Ο Ιωάννης Ουνυάδης (που είχε γίνει αντιβασιλέας της Ουγγαρίας το 1446) εισέβαλε στη Βλαχία το Νοέμβριο του 1447. Ο Βυζαντινός ιστορικός Μιχαήλ Κριτόβουλος έγραψε ότι ο Βλαντ και ο Ράντου διέφυγαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο σουλτάνος τους επέτρεψε να επιστρέψουν στη Βλαχία μετά την κίνηση υποτέλειας του πατέρα τους. Ο Βλαντ Ντρακούλ και ο μεγαλύτερος γιος του Μιρτσέα δολοφονήθηκαν. Ο Ουνυάδης έκανε το Βλάντισλαβ Β΄ (γιο του ξαδέλφου του Βλαντ Ντρακούλ, Νταν Β΄), ηγεμόνα της Βλαχίας.

Κατά τη διάρκεια της ομηρίας του ο Βλαντ έμαθε την τουρκική γλώσσα και απέκτησε εξαιρετική στρατιωτική εκπαίδευση. Κατά πάσα πιθανότητα το γεγονός αυτό επηρέασε την ψυχική υγεία του. Αναφέρεται ως μια εξαιρετικά ανισόρροπη, με διάφορες περίεργες ιδέες και συνήθειες, προσωπικότητα. Επίσης η φυλάκισή του τον ώθησε να μισήσει τους Οθωμανούς Τούρκους. Σε ηλικία 17 ετών έμαθε για τη δολοφονία του πατέρα και του μεγαλύτερου αδερφού του.

Πρώτη ηγεμονία

Μετά το θάνατο του πατέρα του και του μεγαλύτερου αδελφού του, ο Βλαντ έγινε δυνάμει διεκδικητής της Βλαχίας. Ο Βλάντισλαβ Β΄ της Βλαχίας συνόδευσε τον Ιωάννη Ουνυάδη, που ξεκίνησε μια εκστρατεία εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το Σεπτέμβριο του 1448. Εκμεταλλευόμενος την απουσία του αντιπάλου του, ο Βλαντ εισέβαλε στη Βλαχία επικεφαλής Οθωμανικού στρατού στις αρχές Οκτωβρίου. Έπρεπε να δεχτεί ότι οι Οθωμανοί είχαν καταλάβει το φρούριο του Τζιούρτζιου στο Δούναβη και το ενίσχυαν.

Οι Οθωμανοί αφάνισαν το στρατό του Ουνυάδη στη Μάχη του Κοσσυφοπεδίου από τις 17 μέχρι τις 18 Οκτωβρίου 1448. Ο υπαρχηγός όμως του Ουνυάδη, Νίκολας Βιζάκναϊ, προέτρεψε το Βλαντ να πάει να τον συναντήσει στην Τρανσυλβανία, αλλά ο Βλαντ αρνήθηκε. Ο Βλάντισλαβ Β΄ επέστρεψε στη Βλαχία, επικεφαλής των υπολειμμάτων του στρατού του. Ο Βλαντ αναγκάστηκε να καταφύγει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία πριν από τις 7 Δεκεμβρίου 1448.

Στην εξορία

Ο Βλάντ μετά την πτώση του πρώτα εγκαταστάθηκε στην Αδριανούπολη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Λίγο αργότερα όμως  μετακόμισε στη Μολδαβία, όπου ο Μπόγκνταν Β΄ είχε ανέβει στο θρόνο με την υποστήριξη του Ιωάννη Ουνυάδη το φθινόπωρο του 1449. Μετά τη δολοφονία του Μπόγκνταν από τον Πέτρο Αρον τον Οκτώβριο του 1451, ο γιος του Μπόγκνταν Στέφανος κατέφυγε στην Τρανσυλβανία με το Βλαντ για να ζητήσει βοήθεια από τον Ουνυάδη. Ωστόσο ο Ουνυάδης συνήψε μια τριετή εκεχειρία με την Οθωμανική Αυτοκρατορία στις 20 Νοεμβρίου 1451, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα των Βλάχων βογιάρων να εκλέξουν το διάδοχο του Βλάντισλαβ Β΄, όταν θα πέθαινε.

Ο Βλαντ ισχυρίστηκε ότι ήθελε να εγκατασταθεί στο Μπρασόβ (που ήταν κέντρο των Βλάχων βογιάρων που εκδιώχθηκαν από το Βλάντισλαβ Β΄), αλλά ο Ουνυάδης απαγόρευσε στους προύχοντες να του παρέχουν άσυλο στις 6 Φεβρουαρίου 1452. Ο Βλαντ επέστρεψε στη Μολδαβία όπου ο Αλεξαντρέλ είχε εκθρονίσει τον Πέτρο Αρον. Τα γεγονότα της ζωής του κατά τα επόμενα χρόνια είναι άγνωστα. Πρέπει να επέστρεψε στην Ουγγαρία πριν από τις 3 Ιουλίου 1456, επειδή εκείνη τη μέρα ο Ουνυάδης ενημέρωσε τους κατοίκους του Μπρασόφ ότι είχε αναθέσει στο Βλαντ την υπεράσπιση των Τρανσυλβανικών συνόρων

Δεύτερη ηγεμονία

Οι συνθήκες και η στιγμή της επιστροφής του Βλαντ στη Βλαχία είναι αβέβαιες. Εισέβαλε από τι φαίνεται στη Βλαχία με Ουγγρική υποστήριξη είτε τον Απρίλιο ή τον Ιούλιο είτε τον Αύγουστο του 1456. Ο Βλάντισλαβ Β΄ πέθανε όμως κατά την εισβολή. Ο Βλαντ έστειλε την πρώτη του επιστολή ως βοεβόδας της Βλαχίας στους προύχοντες του Μπρασόβ στις 10 Σεπτεμβρίου. Υποσχέθηκε να τους προστατεύσει σε περίπτωση Οθωμανικής εισβολής στην Τρανσυλβανία, αλλά ζήτησε επίσης τη βοήθειά τους αν οι Οθωμανοί καταλάμβαναν τη Βλαχία.

Στην ίδια επιστολή, δήλωσε ότι «όταν ένας άνθρωπος ή ένας πρίγκιπας είναι ισχυρός και δυνατός μπορεί να κάνει ειρήνη όπως θέλει, αλλά όταν είναι αδύναμος, ένας ισχυρότερος θα έρθει και θα του κάνει ό, τι θέλει», φανερώνοντας την αυταρχική προσωπικότητά του.Πολλές πηγές (συμπεριλαμβανομένου του χρονικού του Λαονίκου Χαλκοκονδύλη) κατέγραψαν ότι εκατοντάδες ή χιλιάδες άνθρωποι εκτελέστηκαν κατά διαταγή του Βλαντ στην αρχή της βασιλείας του. Ξεκίνησε μια εκκαθάριση ενάντια στους βογιάρους, που είχαν συμμετάσχει στη δολοφονία του πατέρα του και του μεγαλύτερου αδελφού του ή που υποψιαζόταν ότι συνωμοτούσαν εναντίον του. Ο Χαλκοκονδύλης δήλωσε μάλιστα ότι ο Βλαντ «προκάλεσε γρήγορα μια μεγάλη αλλαγή και απόλυτη ανατροπή στις υποθέσεις της Βλαχίας», δίνοντας «χρήματα, περιουσίες και άλλα αγαθά» των θυμάτων του στους δικούς του. 

Οι κατάλογοι των μελών του πριγκιπικού συμβουλίου κατά τη βασιλεία του Βλαντ δείχνουν επίσης ότι μόνο δύο από αυτούς κατάφεραν να διατηρήσουν τις θέσεις τους μεταξύ 1457 και 1461. Κατά την έναρξη της βασιλείας του ο λαός του αριθμούσε περίπου 500 χιλιάδες άτομα, ενώ το κράτος της Βλαχίας βρισκόταν σε κατάσταση μαρασμού ύστερα από χρόνια πολέμου. Ο Βλαντ προώθησε το εμπόριο και ενδυνάμωσε το στρατό. Αγωνίστηκε με τους βογιάρους για τη συγκέντρωση της κρατικής εξουσίας. Όπλισε τους ελεύθερους αγρότες και κάτοικους για την καταπολέμηση της εσωτερικής και εξωτερικής απειλής (την απειλή της κατάκτησης των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας).

Σύγκρουση με τους Σάξονες

Ο Βλαντ έστειλε τον κανονισμένο φόρο στο σουλτάνο. Μετά το θάνατο του Ιωάννη Ουνυάδη στις 11 Αυγούστου 1456 ο μεγαλύτερος γιος του Λαδίσλαος Ουνυάδης έγινε ηγεμόνας της Ουγγαρίας. Κατηγόρησε το Βλαντ ότι «δεν είχε την πρόθεση να παραμείνει πιστός» στο βασιλιά της Ουγγαρίας σε επιστολή προς τους προύχοντες του Μπρασόβ, παραγγέλλοντάς τους επίσης να υποστηρίξουν τον αδελφό του Βλάντισλαβ Β, τον΄ Νταν Γ΄, ενάντια στο Βλαντ. Οι κάτοικοι του Σιμπίου υποστήριζαν έναν άλλο υποψήφιο, «έναν ιερέα των Ρουμάνων που αυτοαποκαλείται γιος Πρίγκιπα». Ο τελευταίος (που αναγνωρίστηκε ως εξώγαμος αδελφός του Βλαντ, ο Βλαντ ο Μοναχός) κατέλαβε το Αμλας, που εθιμικά κατείχαν οι ηγεμόνες της Βλαχίας στην Τρανσυλβανία.

Ο Λαδίσλαος Ε΄ της Ουγγαρίας εκτέλεσε το Λαδίσλαο Ουνυάδη στις 16 Μαρτίου 1457. Η μητέρα του Ουνυάδη, Αρσεμπετ Σίλαγκι, και ο αδελφός της, Μίχαελ Σίλαγκι, προκάλεσαν μια εξέγερση εναντίον του βασιλιά. Αξιοποιώντας τον εμφύλιο πόλεμο στην Ουγγαρία, ο Βλαντ βοήθησε το Στέφανο, γιο του Μπογκντάν Β΄ της Μολδαβίας, στην προσπάθειά του να καταλάβει τη Μολδαβία τον Ιούνιο του 1457. Ο Βλαντ εισέβαλε επίσης στην Τρανσυλβανία και λεηλάτησε τα χωριά γύρω από το ΜΠρασόβ και το Σιμπίου. Οι πρώτες γερμανικές ιστορίες για τον Βλάν διηγούνταν ότι είχε μεταφέρει «άνδρες, γυναίκες, παιδιά» από ένα χωριό των Σαξόνων στη Βλαχία και τους είχε ανασκολοπήσει. Από τη στιγμή που οι Σάξονες της Τρανσυλβανίας παρέμεναν πιστοί στο βασιλιά, η επίθεση του Βλαντ εναντίον τους ενίσχυσε τη θέση των Σίλαγκι.Οι εκπρόσωποι του Βλαντ συμμετείχαν στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις μεταξύ του Μίχαελ Σίλαγκι και των Σαξόνων. Σύμφωνα με τη συνθήκη τους, οι προύχοντες του Μπρασόβ συμφώνησαν να εκδιώξουν το Νταν από την πόλη τους.

Ο Βλαντ υποσχέθηκε οι έμποροι του Σιμπίου να μπορούν ελεύθερα να «αγοράζουν και να πωλούν» αγαθά στη Βλαχία με αντάλλαγμα την «ίδια μεταχείριση» των Βλάχων εμπόρων στην Τρανσυλβανία. Ο Βλαντ αναφερόταν στο Μίχαελ Σίλαγκι ως «τον Κύριο του και αδελφό του» σε επιστολή του την 1η Δεκεμβρίου 1457.Ο μικρότερος αδερφός του Λαδίσλαο Ουνυάδη, Ματθαίος Κορβίνος, εξελέγη βασιλιάς της Ουγγαρίας στις 24 Ιανουαρίου 1458. Έδωσε εντολή στους προύχοντες του Σιμπίου να διατηρήσουν την ειρήνη με το Βλαντ στις 3 Μαρτίου. Ο Βλαντ αυτοανακηρύχτηκε «Κύριος και ηγεμόνας όλης της Βλαχίας και των δουκάτων Αμλας και Φίγκιρας» στις 20 Σεπτεμβρίου 1459, δείχνοντας ότι είχε πάρει υπό την κατοχή του και τα δύο αυτά παραδοσιακά Τρανσυλβανικά φέουδα των ηγεμόνων της Βλαχίας.

Ο Μίχαελ Σίλαγκι επέτρεψε στο βογιάρο Μιχαήλ (αξιωματούχο του Βλάντισλαβ Β΄ της Βλαχίας) και σε άλλους Βλάχους βογιάρους να εγκατασταθούν στην Τρανσυλβανία στα τέλη Μαρτίου του 1458. Λίγο αργότερα ο Βλαντ σκότωσε το βογιάρο Μιχαήλ.Το Μάιο ο Βλαντ ζήτησε από τους προύχοντες του Μπρασόβ να στείλουν τεχνίτες στη Βλαχία, αλλά η σχέση του με τους Σάξονες επιδεινώθηκε πριν από το τέλος του έτους. Σύμφωνα με μια θεωρία η σύγκρουση προέκυψε όταν ο Βλαντ απαγόρευσε στους Σάξονες να εισέλθουν στη Βλαχία, αναγκάζοντάς τους να πουλήσουν τα προϊόντα τους στους Βλάχους εμπόρους σε υποχρεωτικές εμποροπανηγύρεις στα σύνορα.

Οι τάσεις προστατευτισμού του Βλαντ ή οι εμποροπανηγύρεις στα σύνορα πάντως δεν τεκμηριώνονται. Αντίθετα το 1476 ο Βλαντ τόνιζε ότι ανέκαθεν προήγαγε το ελεύθερο εμπόριο κατά τη βασιλεία του.Οι Σάξονες κατέσχεσαν το χάλυβα που είχε αγοράσει ένας Βλάχος έμπορος στο Μπρασόβ χωρίς να του πληρώσουν την αξία του. Αντιδρώντας ο Βλαντ «λήστεψε και βασάνισε» μερικούς Σάξονες εμπόρους, σύμφωνα με επιστολή που έγραψε ο Βασάραβα Λαϊότα (γιος του Νταν Γ΄ της Βλαχίας) στις 21 Ιανουαρίου 1459. Ο Βασάραβα είχε εγκατασταθεί στη Σιγκισοάρα και είχε αξιώσεις επί της Βλαχίας. Ωστόσο ο Ματθαίος Κορβίνος υποστήριξε το Νταν Γ΄ (που ήταν και πάλι στο Μπρασόβ) κατά του Βλαντ. Ο Νταν Γ΄ δήλωσε ότι ο Βλαντ είχε ανασκολοπήσει ή κάψει ζωντανούς τους Σάξονες εμπόρους και τα παιδιά τους στη Βλαχία.

Ο Νταν Γ΄ εισέβαλε στη Βλαχία, αλλά ο Βλαντ τον νίκησε και τον εκτέλεσε πριν από τις 22 Απριλίου 1460. Ο Βλάντ εισέβαλε στη νότια Τρανσυλβανία και κατέστρεψε τα προάστια του Μπρασόβ, διατάσσοντας τον ανασκολοπισμό όλων των ανδρών και γυναικών που είχαν συλληφθεί. Κατά τις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν, ο Βλαντ απαίτησε την απέλαση ή την τιμωρία όλων των Βλάχων προσφύγων από το Μπρασόβ. Η ειρήνη είχε αποκατασταθεί πριν από τις 26 Ιουλίου 1460, όταν ο Βλαντ απευθύνθηκε στους προύχοντες του Μπρασόφ ως «αδέλφια και φίλους» του. Ο Βλαντ εισέβαλε στην περιοχή γύρω από το Αλμας και το Φίγκιρας στις 24 Αυγούστου για να τιμωρήσει τους ντόπιους κατοίκους που είχαν υποστηρίξει το Νταν Γ΄.

Οθωμανικός πόλεμος

Ο Κωνσταντίνος Μιχαΐλοβιτς (που υπηρέτησε ως γενίτσαρος στο στρατό του σουλτάνου) κατέγραψε ότι ο Βλαντ αρνήθηκε να πληρώσει φόρο στο σουλτάνο ένα απροσδιόριστο έτος. Ο ιστορικός της Αναγέννησης Τζιοβάνι Μαρία Αντζιολέλο έγραψε επίσης ότι ο Βλαντ δεν πλήρωσε φόρο στον σουλτάνο για τρία χρόνια. Και οι δύο αναφορές δείχνουν ότι ο Βλάντ αγνόησε την επικυριαρχία του Οθωμανού Σουλτάνου Μωάμεθ Β΄ ήδη το 1459, αλλά και τα δύο έργα γράφτηκαν δεκαετίες μετά τα γεγονότα.

Ο Τουρσούν Μπέης (γραμματέας στην αυλή του σουλτάνου) ανέφερε ότι ο Βλαντ στράφηκε κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μόνο όταν ο σουλτάνος ​​«ήταν μακριά στη μεγάλη εκστρατεία στην Τραπεζούντα» το 1461. Σύμφωνα με τον Τουρσούν Μπεγκ ο Βλαντ ξεκίνησε νέες διαπραγματεύσεις με το Ματθαίο Κορβίνο, αλλά ο σουλτάνος ​​ενημερώθηκε σύντομα από τους κατασκόπους του. Ο Μωάμεθ έστειλε τον απεσταλμένο του, τον Έλληνα Θωμά Καταβολινό, στη Βλαχία, διατάσσοντας το Βλαντ να έρθει στην Κωνσταντινούπολη. Έστειλε επίσης μυστικές οδηγίες στο Χαμζά, μπέη της Νικόπολης (βόρεια Βουλγαρία), να συλλάβει το Βλαντ μετά τη διέλευση του Δούναβη.

Ο Βλαντ ανακάλυψε την «απάτη και την κατεργαριά» του σουλτάνου, συνέλαβε το Χάμζα και τον Καταβολινό και τους εκτέλεσε.Μετά την εκτέλεση των Οθωμανών αξιωματούχων, ο Βλαντ έδωσε εντολές σε άπταιστα τούρκικα στο διοικητή του φρουρίου του Τζούρτζιου να ανοίξει τις πύλες, επιτρέποντας στους στρατιώτες της Βλαχίας να εισβάλουν το φρούριο και να το καταλάβουν. Εισέβαλε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, καταστρέφοντας τα χωριά κατά μήκος του Δούναβη. Ενημέρωσε το Ματθαίο Κορβίνο σχετικά με τη στρατιωτική του δράση με επιστολή του στις 11 Φεβρουαρίου 1462. Ανέφερε ότι περισσότεροι από «23.884 Τούρκοι και Βούλγαροι» είχαν σκοτωθεί κατά διαταγή του κατά την εκστρατεία. Ζήτησε στρατιωτική βοήθεια από τον Κορβίνο δηλώνοντας ότι είχε ανατρέψει την ειρήνη με το σουλτάνο «για την τιμή» του βασιλιά και το Άγιο Στέμμα της Ουγγαρίας και «για τη διαφύλαξη του Χριστιανισμού και την ενίσχυση της Καθολικής πίστης».

Η σχέση μεταξύ Μολδαβίας και Βλαχίας είχε καταστεί τεταμένη από το 1462, σύμφωνα με επιστολή του Γενοβέζου του Kαφφά.Έχοντας μάθει για την εισβολή του Βλαντ, ο Μωάμεθ Β΄ συγκέντρωσε ένα στρατό άνω των 150.000 ανδρών, που λεγόταν ότι ήταν «δεύτερο σε μέγεθος μόνο μετά από εκείνο» που κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη το 1453, σύμφωνα με το Χαλκοκονδύλη. Το μέγεθος του στρατού υποδηλώνει ότι ο σουλτάνος ​​ήθελε να καταλάβει τη Βλαχία, σύμφωνα με πολλούς ιστορικούς (συμπεριλαμβανομένων των Φραντς Μπάμπιγκερ, Ράντου Φλορέσκου και Νικολάε Στοϊτσέσκου). Από την άλλη όμως ο είχε παραχωρήσει τη Βλαχία στον αδελφό του Βλαντ, Ράντου, πριν από την εισβολή της Βλαχίας, δείχνοντας ότι ο κύριος σκοπός του σουλτάνου ήταν μόνο η αλλαγή του ηγεμόνα της Βλαχίας.

Ο Οθωμανικός στόλος προσάραξε στη Βραΐλα (που ήταν το μοναδικό λιμάνι της Βλαχίας στο Δούναβη) το Μάιο. Ο κύριος Οθωμανικός στρατός διέσχισε το Δούναβη υπό τη διοίκηση του σουλτάνου στη Νικόπολη στις 4 Ιουνίου 1462. Υστερώντας αριθμητικά από τον εχθρό, ο Βλαντ υιοθέτησε την πολιτική της καμένης γης και υποχώρησε προς το Τιργκόβιστε, την πρωτεύουσα της Βλαχίας και έδρα της Πριγκιπικής αυλής. Κατά τη διάρκεια της νύχτας 16-17 Ιουνίου ο Βλαντ εισέβαλε στο Οθωμανικό στρατόπεδο σε μια προσπάθεια να συλλάβει ή να σκοτώσει το σουλτάνο. Είτε η φυλάκιση είτε ο θάνατος του σουλτάνου θα είχαν προκαλέσει πανικό στους Οθωμανούς, γεγονός που θα μπορούσε να επιτρέψει στο Βλαντ να νικήσει τον Οθωμανικό στρατό. Ωστόσο, οι Βλάχοι δεν «πέτυχαν την αυλή του ίδιου του σουλτάνου» και επιτέθηκαν στις σκηνές των βεζίριδων Μαχμούτ Πασά και Ισαάκ. Αφού δεν κατάφεραν να επιτεθούν στο στρατόπεδο του σουλτάνου, ο Βλαντ και οι δικοί του εγκατέλειψαν την αυγή το Οθωμανικό στρατόπεδο, αφού είχαν σκοτώσει 15.000 Τούρκους.

Ο Μωάμεθ εισήλθε στο Τιργκόβιστε στα τέλη Ιουνίου.Η πόλη είχε μείνει έρημη, αλλά οι Οθωμανοί ένοιωσαν φρίκη, ανακαλύπτωντας ένα «δάσος ανασκολοπισμένων» (χιλιάδες πασσάλους με τα κουφάρια των εκτελεσθέντων), σύμφωνα με το Χαλκοκονδύλη.

Ο Τουρσούν Μπέης κατέγραψε ότι οι Οθωμανοί υπέφεραν από την καλοκαιρινή ζέστη και δίψα κατά τη διάρκεια της εκστρατείας. Ο σουλτάνος ​​αποφάσισε να υποχωρήσει από τη Βλαχία και να ακολουθήσει πορεία προς τη Βραΐλα. Ο Στέφανος Γ΄ της Μολδαβίας έσπευσε στην Κίλια (στη σημερινή Ουκρανία) να καταλάβει το σημαντικό φρούριο όπου είχε τοποθετηθεί μια Ουγγρική φρουρά. Ο Βλαντ αναχώρησε επίσης για την Κίλια, αλλά άφησε πίσω του ένα στρατό 6.000 ανδρών για να προσπαθήσει να εμποδίσει την πορεία του στρατού του Σουλτάνου, αλλά οι Οθωμανοί νίκησαν τους Βλάχους. Ο Στέφανος της Μολδαβίας τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Κίλια και επέστρεψε στη Μολδαβία πριν ο Βλαντ έρθει στο φρούριο.

Ο κύριος οθωμανικός στρατός εγκατέλειψε τη Βλαχία, αλλά ο αδελφός του Βλαντ Ράντου και τα Οθωμανικά στρατεύματα του παρέμειναν πίσω στην Πεδιάδα Μπιριγκάν. Ο Ράντου έστειλε αγγελιοφόρους στους Βλάχους, υπενθυμίζοντας τους ότι ο σουλτάνος ​​θα μπορούσε να εισβάλει ξανά στη χώρα τους. Αν και ο Βλαντ νίκησε το Ράντου και τους Οθωμανούς συμμάχους του σε δύο μάχες κατά τους επόμενους μήνες, όλο και περισσότεροι Βλάχοι λιποτακτούσαν προς τον Ράντου. Ο Βλαντ αποχώρησε στα Καρπάθια Όρη, ελπίζοντας ότι ο Ματθαίος Κορβίνος θα τον βοηθήσει να ξανακερδίσει το θρόνο του. Ωστόσο, ο Aλμπερτ του Ιστενμέζο, αναπληρωτής του Κόμη του Σέκελι, είχε συστήσει στα μέσα Αυγούστου στους Σάξονες να αναγνωρίσουν το Ράντου. Ο Ράντου έκανε επίσης μια προσφορά στους προύχοντες του Μπρασόβ να επιβεβαιώσει τα εμπορικά τους προνόμια και να τους καταβάλει αποζημίωση 15.000 δουκάτων.

Φυλάκιση στην Ουγγαρία

Ο Ματθαίος Κορβίνος ήρθε στην Τρανσυλβανία το Νοέμβριο του 1462. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Κορβίνου και Βλαντ διήρκεσαν για εβδομάδες, αλλά ο Κορβινός δεν ήθελε να διεξάγει πόλεμο ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Με διαταγή του βασιλιά, ο Τσέχος μισθοφόρος διοικητής του, Γιαν Τζίσκρα του Μπράντι, συνέλαβε το Βλαντ κοντά στο Ρουτσίρ στη Βλαχία.Για να δώσει μια εξήγηση για τη φυλάκιση του Βλαντ στον Πάπα Πίο Β΄ και στους Βενετούς (που είχαν στείλει χρήματα για να χρηματοδοτήσουν μια εκστρατεία εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), ο Κορβίνος παρουσίασε τρεις επιστολές που φέρεται να έγραψε ο Βλαντ στις 7 Νοεμβρίου 1462 στο Μωάμεθ Β΄, το Μαχμούτ Πασά και το Στέφανο της Μολδαβίας. Σύμφωνα με τις επιστολές, ο Βλαντ πρότεινε να ενώσει τις δυνάμεις του με το στρατό του σουλτάνου ενάντια στην Ουγγαρία αν ο σουλτάνος ​​τον αποκαθιστούσε στο θρόνο του.

Οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι τα έγγραφα ήταν χαλκευμένα για να δικαιολογήσουν τη φυλάκιση του Βλαντ. Ο αυλικός ιστορικός του Κορβίνου, Aντόνιο Μπονφίνι, παραδέχθηκε ότι ο λόγος για τη φυλάκιση του Βλαντ δεν αποσαφηνίστηκε ποτέ. Ο Φλορέσκου γράφει: «Το ύφος της γραφής, η ρητορική της εύθραυστης υποταγής (που είναι ελάχιστα συμβατή με αυτό που γνωρίζουμε για τον χαρακτήρα του Δράκουλα), η αδέξια διατύπωση και τα φτωχά λατινικά» είναι απόδειξη ότι οι επιστολές δεν μπορούσαν να γραφτούν κατά διαταγή του Βλαντ και ταυτίζει το γραφέα της πλαστογραφίας με έναν Σάξονα ιερέα του Μπρασόβ.Ο Βλαντ φυλακίστηκε αρχικά «στην πόλη του Βελιγραδίου» (σημερινή Άλμπα Ιούλια στη Ρουμανία), σύμφωνα με το Χαλκοκονδύλη. Λίγο αργότερα μεταφέρθηκε στο Βίσεγκραντ (Ουγγαρία), όπου κρατήθηκε για δεκατέσσερα χρόνια. Δεν σώζονται έγγραφα που να αναφέρονται στο Βλαντ μεταξύ 1462 και 1475. Το καλοκαίρι του 1475 ο Στέφανος Β΄ της Μολδαβίας έστειλε τους απεσταλμένους του στο Ματθαίο Κορβίνο, ζητώντας του να στείλει το Βλαντ στη Βλαχία εναντίον του Βασάραβα Λαϊότα, που είχε υποταχθεί στους Οθωμανούς. Ο Στέφανος ήθελε να εξασφαλίσει τη Βλαχία για έναν κυβερνήτη που να ήταν εχθρός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επειδή «οι Βλάχοι [ήταν] σαν τους Τούρκους» προς τους Μολδαβούς, σύμφωνα με επιστολή του. Σύμφωνα με τις Σλαβικές ιστορίες για το Βλαντ, απελευθερώθηκε μόνο αφού προσηλυτίστηκε στον Καθολικισμό.

Τρίτη ηγεμονία

Ο Ματθαίος Κορβίνος αναγνώρισε το Βλαντ ως νόμιμο άρχοντα της Βλαχίας, αλλά δεν του προσέφερε στρατιωτική βοήθεια για να ανακτήσει το πριγκιπάτο του. Ο Βλαντ εγκαταστάθηκε σε ένα σπίτι στην Πέστη. Όταν μια ομάδα στρατιωτών εισέβαλε στο σπίτι αναζητώντας έναν κλέφτη που είχε προσπαθήσει να κρυφτεί εκεί, ο Βλάντ εκτέλεσε το διοικητή τους επειδή δεν είχαν ζητήσει την άδειά του πριν μπουν στο σπίτι του, σύμφωνα με τις Σλαβικές ιστορίες για τη ζωή του. Ο Βλαντ μετακόμισε στην Τρανσυλβανία τον Ιούνιο του 1475. Ήθελε να εγκατασταθεί στο Σιμπίου και έστειλε τον απεσταλμένο του στην πόλη στις αρχές Ιουνίου για να κανονίσει ένα σπίτι γι’ αυτόν. 

Ο Μωάμεθ Β΄ αναγνώρισε το Βασάραβα Λαϊότα ως νόμιμο ηγέτη της Βλαχίας. Ο Κορβινός διέταξε τους προύχοντες του Σιμπίου να δώσουν 200 χρυσά φλωρίνια στο Βλαντ από τα βασιλικά έσοδα στις 21 Σεπτεμβρίου, αλλά ο Βλαντ έφυγε από την Τρανσυλβανία για τη Βούδα τον Οκτώβριο.Ο Βλαντ αγόρασε ένα σπίτι στο Πετς, που έγινε γνωστό ως Drakwlya haza («σπίτι του Δράκουλα» στα ουγγρικά). Τον Ιανουάριο του 1476 ο Ιωάννης Πογκράτς του Ντενγκέγκ, Boεβόδας της Τρανσυλβανίας, προέτρεψε τους κατοίκους του Μπρασόβ να στείλουν στο Βλαντ όλους τους υποστηρικτές του που είχαν εγκατασταθεί στην πόλη, επειδή ο Κορβινός και ο Βασάραβα Λαϊότα είχαν συνάψει συνθήκη. 

Οι σχέσεις μεταξύ των Σαξόνων της Τρανσυλβανίας και του Βασάραβα παρέμειναν τεταμένες και οι Σάξονες έδωσαν καταφύγιο στους αντιπάλους του Βασάραβα κατά τους επόμενους μήνες. Ο Κορβίνος απέστειλε το Βλαντ και το Σέρβο Βουκ Γκργκούτεβιτς να πολεμήσουν εναντίον των Οθωμανών στη Βοσνία στις αρχές του 1476. Κατέλαβαν τη Σρεμπρένιτσα και άλλα φρούρια το Φεβρουάριο και το Μάρτιο του 1476.

Ο Μωάμεθ Β΄ εισέβαλε στη Μολδαβία και νίκησε το Στέφανο Γ΄ στη Μάχη της Βάλεα Αλμπα στις 26 Ιουλίου 1476. Ο Στέφανος Μπάτορι και ο Βλαντ εισέβαλαν στη Μολδαβία, αναγκάζοντας το σουλτάνο να άρει την πολιορκία του φρουρίου στο Tίργκου Νέαμτς στα τέλη Αυγούστου, σύμφωνα με επιστολή του Ματθαίου Κορβίνου. Η ταυτόχρονη Εξέγερση του Γιάκομπ οδήγησε στη συμμετοχή του Βουκ Γκργκούρεβιτς και ενό μέλους της οικογένειας ευγενών Γιάκσιτς να συμμετάσχουν στον αγώνα ενάντια στους Οθωμανούς στη Μολδαβία.

Ο Ματθαίος Κορβίνος διέταξε τους Σάξονες της Τρανσυλβανίας να υποστηρίξουν την προγραμματισμένη εισβολή του Μπάτορι στη Βλαχία στις 6 Σεπτεμβρίου 1476, ενημερώνοντάς τους επίσης ότι ο Στέφανος της Μολδαβίας θα εισέβαλε επίσης στη Βλαχία. Ο Βλαντ έμεινε στο Μπρασόβ και επιβεβαίωσε τα εμπορικά προνόμια των ντόπιων προυχόντων στην Βλαχία στις 7 Οκτωβρίου 1476. Οι δυνάμεις του Μπάτορι κατέλαβαν το Τιργκόβιστε στις 8 Νοεμβρίου. Ο Στέφανος της Μολδαβίας και ο Βλάντ επιβεβαίωσαν τελετουργικά τη συμμαχία τους και κατέλαβαν το Βουκουρέστι, αναγκάζοντας τον Βασάραβα Λαϊότα να αναζητήσει καταφύγιο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στις 16 Νοεμβρίου. Ο Βλάντ ενημέρωσε τους εμπόρους του Μπρασόβ για τη νίκη του, προτρέποντάς τους να έρθουν στη Βλαχία. Στέφθηκε βασιλιάς μάλιστα πριν από τις 26 Νοεμβρίου.

Ο Βασάραμ Λαϊότα επέστρεψε όμως στη Βλαχία με Οθωμανική υποστήριξη και ο Βλαντ πέθανε πολεμώντας εναντίον του στα τέλη Δεκεμβρίου του 1476 ή στις αρχές Ιανουαρίου του 1477. Σε επιστολή του, που γράφτηκε στις 10 Ιανουαρίου 1477, ο Στέφανος Γ΄ της Μολδαβίας ανέφερε ότι η ακολουθία Μολδαβών του Βλαντ είχε επίσης σφαγιασθεί. Σύμφωνα με τον Λεονάρντο Μπόττα, πρεσβευτή του Μιλάνου στη Βούδα, οι Οθωμανοί τεμάχισαν το πτώμα του Βλαντ. Ο Μπόνφινι έγραψε ότι το κεφάλι του Βλαντ εστάλη στο Μωάμεθ Β΄.

Ο τόπος ταφή του Βλαντ

Ο τόπος της ταφής του είναι άγνωστος. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση (που καταγράφηκε για πρώτη φορά στα τέλη του 19ου αιώνα), ο Βλαντ ετάφη στη Μονή Σναγκόβ. Οι ανασκαφές που πραγματοποίησε ο Ντίνου Β. Ροζέτι το 1933 έδειξαν ότι δεν υπήρχε τάφος κάτω από την υποτιθέμενη «ανεπίγραφη επιτύμβια στήλη» του Βλαντ στην εκκλησία της μονής. Ο Ροζέτι ανέφερε: «Κάτω από την επιτύμβια στήλη που αποδίδεται στο Βλαντ δεν υπήρχε τάφος, μόνο πολλά οστά και σαγόνια αλόγων». Ο ιστορικός Κονσταντίν Ρεζατσεβίτσι προτείνει ότι ο Βλαντ πιθανότατα ετάφη στην πρώτη εκκλησία της Μονής Κομάνας, που είχε ιδρυθεί από τον ίδιο.

Η Βλαχία

Η Βλαχία είναι ιστορική και γεωγραφική περιοχή της Ρουμανίας. Βρίσκεται βορείως του ποταμού Δούναβη και νοτίως των Νοτίων Καρπαθίων Ορέων. Αποτελείται από δυο γεωγραφικούς τομείς, τη Μουντενία (Μεγάλη Βλαχία), όνομα με το οποίο αναφέρεται συχνά, και την Ολτενία (Μικρή Βλαχία).
Έχει έκταση 76.583 τ.χλμ και πληθυσμό 4.500.000 κατοίκων στις μέρες μας.

Το πριγκηπάτο

Η Βλαχία ιδρύθηκε ως πριγκιπάτο τον 14ο αιώνα μ.Χ. από τον Βασάραβα Α΄ (από τον Οίκο των Βασαράβων (Μπασαράμπ) πήρε το όνομά της η Βεσσαραβία), κατόπιν εξεγέρσεως των γηγενών πληθυσμών εναντίον του Καρόλου Α΄ της Ουγγαρίας, αν και η πρώτη αναφορά της επικράτειας της Βλαχίας δυτικά του ποταμού Ολτ χρονολογείται από ένα παραχωρητήριο, δοσμένο στο βοεβόδα Σενεσλάου από το Μπέλα Δ΄ της Ουγγαρίας. 

Το 1417, η Βλαχία περιήλθε υπό την επικυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και παρέμεινε υπό αυτό το στάτους μέχρι τον 19ο αιώνα, με μικρές ενδιάμεσα περιόδους ρωσικής κατοχής μεταξύ των ετών 1768 και 1854. Το 1859, ενώθηκε με τη Μολδαβία (ως Ηνωμένες Ηγεμονίες) και σχημάτισαν τη βάση του σύγχρονου ρουμανικού κράτους, που μετεξελίχθηκε στο ανεξάρτητο Βασίλειο της Ρουμανίας το 1881, στο οποίο προστέθηκε το 1918 μετά τη λήξη του Μεγάλου Πολέμου και η περιοχή (ηγεμονία) της Τρανσυλβανίας.Την εποχή της οθωμανικής επικυριαρχίας, έγιναν ηγεμόνες της αρκετοί Έλληνες Φαναριώτες. Η πρωτεύουσα της σημερινής Ρουμανίας, το Βουκουρέστι, βρίσκεται στη Βλαχία.

Σχολιάστε Ελεύθερα