Τα ολύμπια της Ικαρίας

Γράφει η Χαρούλα Κοτσάνη

Η «μπαμπινιώτειος» γραμματική στην προσπάθειά της να επανέλθει στέκεται ανήμπορη να επιβάλει μεταφρασμένες τις λέξεις που σχετίζονται με το κακό που μας βρήκε όπως: το lonkdown, το click in the shop  ή το click away…

Πιστά όμως σε αυτή την γραμματική ήταν τα μεγάλα κεφαλαία γράμματα που στόλιζαν το κεφαλάρι του καφενείου μας στην Πηγή, ακόμα αχνοφαίνονται κάτω από τις πολλές επιστρώσεις του ασβέστη: «ΚΑΦΕΖΥΘΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟΝ» και ακολουθούσε με πιο ωραία γράμματα «ΤΑ ΟΛΥΜΠΙΑ». Όποιος το έβλεπε από τον δρόμο που ανέβαινε και σταματούσε μπροστά στα εκκλησάκια καταλάβαινε αμέσως περί τίνος επρόκειτο. Μπορούσες να πιεις τον καφέ σου ή να φας από την κυρά Μαρία την μαγείρισσα, με την πάντοτε καθαρή πετσέτα στον ώμο δείγμα της νοικοκυροσύνης της, ό,τι είχε φτιάξει εκείνη την μέρα ή να απολαύσεις κάτω από την συκαμινιά της αυλής κρασί ή ακόμα και μπύρα… είδα κι έπαθα να καταλάβω από πού προέρχεται εκείνο το «ΖΥΘ…» στην επιγραφή. Πραγματικά θαύμαζα όσους γνώριζαν τι σήμαινε

Εξ΄ ίσου εκπληκτικό σε μυρωδιά και γεύση ήταν και το γνήσιο δυνατό τσίπουρο που έβγαζε ο παππούς κρυφά στο ρεμπίκο λίγο παραπέρα σ΄ ένα χάλασμα ενός παλαιού σπιτιού, εκεί τοποθετούσε κάτι περίεργα καζάνια πάνω σε φωτιές που έβραζαν γεμίζοντας τον χώρο με μια ασυνήθιστη μυρωδάτη ομίχλη!!!  Ένα δε καζάνι μου φαινόταν πως το έβαζε πάντα ανάποδα κι απορούσα…«Πήγαινε», μου έλεγε, «να! εκεί  στη ρίζα του πρίνου, να κοιτάς προς τον δρόμο αν δεις κανέναν να ‘ρχεται προς τα ΄δώ, να μου φωνάξεις αλλά σιγά μην μας πάρουν χαμπάρι»… κι εγώ που θαύμαζα τον Παππού σε ό,τι έκανε, πειθαρχούσα χωρίς πολλές ερωτήσεις… μετά από χρόνια κατάλαβα την «παρανομία» μας… δεν είχε «άδεια» από την αστυνομία για να βγάζει ούζο! και το να ζεις, ως φαίνεται, γι αυτούς ήταν παράνομο… «Μπράβο βρε Παππού! για τούτο ίσως να σ΄ αγαπούσα ακόμα πιο πολύ»…

Τραγουδούν μέχρι σήμερα τα καταχύματα, τρεμοπαίζουν θαρρείς με τον ικαριώτικο κυρίως του Ληνάρδου ή του Παντελή αλλά και του «Ψαχτουριού» στις μεγάλες γιορτές, κι άλλοτε του Βαγγέλη με την μικρή κόρη του την Σώσα στο λαούτο, ακόμα χορεύουν σαν σκιές στους τοίχους οι όμορφες με τους ομορφονιούς της εποχής στον ρυθμό του ικαριώτικου συρτού αντικριστά κουνώντας το μαντήλι όπως τότε:

«Σγουρέ βασιλικέ μου και μαντζουράνα μου, εσύ θα με χωρίσεις από την μάνα μου…»!

Το κυπαρισσένιο ξόνι που σηκώνει με καμάρι τόσα χρόνια την σκεπή, μας μιλάει κάθε τόσο για την δική του περιπέτεια, πως ήρθε, λέει, από το «Χραμπάκι» με εργατιά μεγάλη, εθελοντική η προσφορά να το σηκώνουν τα παληκάρια στον ώμο και με τόσο ανήφορο… σαν έφτασαν ο τελευταίος όφειλε να δώσει το σύνθημα  όταν όλοι θα ήταν στην ευθεία από την ίδια πλευρά, και με μία συντονισμένη κίνηση τινάζοντας τον ώμο έπρεπε να το αφήσουν να πέσει σε ένα υπερυψωμένο πεζούλι… και τότε έγινε το λάθος αντί να φωνάξει ο τελευταίος φώναξε ο προτελευταίος κι ο παππούς βρέθηκε με το κεφάλι ως εκ θαύματος στην υποχώρηση του χώματος σ΄ εκείνο ακριβώς το σημείο της πεζούλας κι έτσι γλύτωσε!!! Αλλιώς θα είχαμε τραγωδία όπως στου γεφυριού της Άρτας… «αν δεν στοιχειώσετε άνθρωπο γεφύρι δεν στεριώνει». Τα μεγάλα έργα θέλουν θυσίες! αλλά και τα μικρά σαν θεωρούνται κι αυτά «Μεγάλα».

Η θέση της ορχήστρας ήταν πάντοτε καθορισμένη, στο «έμπα» της Μεγάλης πόρτας, αριστερά δίπλα από το παράθυρο κι απέναντι από το θρυλικό «τεζάκι» που δεν υπάρχει πια θυσιαζόμενο στις σύγχρονες ανάγκες της μετατροπής από καφενέ σε σπίτι…τι ιστορίες, τι έρωτες, τι γλέντια, τι συζητήσεις, τι πρόσωπα, έχουν περάσει, έχουν τραγουδήσει, έχουν χορέψει, έχουν αγαπήσει κι έχουν αγαπηθεί από εδώ!!

Εκτός από την ορχήστρα που δεν ήταν πάντοτε διαθέσιμη υπήρχε πρώτα το γραμμόφωνο, κουραστικό όμως γιατί υποχρεωνόταν κάποιος με τις ώρες να κουρδίζει συνέχεια εκεί δίπλα, μετά η εξέλιξη μας έφερε το πικαπ! με τα δισκάκια των 45 στροφών σκέτη επανάσταση… η χαρά μας απερίγραπτη όταν μάθαμε κι εμείς τα μικρά πως λειτουργεί! καημός με τον Καζαντζίδη, έρωτας με την Μαρινέλλα και την Μοσχολιού, ζεβντάς με Τσιτσάνη κι έναν Ταλιούρη, τον οποίο ποτέ δεν ξανάκουσα από τότε…

Οι γλετζέδες – μερακλήδες του καφενείου μας άντρες και γυναίκες αναστέναζαν το ίδιο και με το «τι σε μέλει εσένανε από πού ΄μαι εγώ…» και με την «συννεφιασμένη Κυριακή…» και με το «Στο ΄πα και στο ξαναλέω στον γιαλό μην κατεβείς……», όταν δε ακουγόταν κι εκείνο το « Φτώχεια κι αν έχεις θύματα, κρύβεις καρδιές μ΄ αισθήματα…» ε! τότε ήταν που η ψυχή ανέβαινε ως το ξόνι, κι εμείς που τα παρακολουθούσαμε όλα καθισμένα στις μικρές «παγκετούλες» μας (σκαμνάκια), στην απέναντι γωνιά, κρυφογελούσαμε με τα πρόσωπα των «αοιδών» μας να κοκκινίζουν υπέρμετρα, κλείνοντας τα μάτια και ταξιδεύοντας σε απόλυτη ταύτιση με το νόημα των στίχων… πόσες φορές νύχτα με κρύο δεν βγήκε ο παππούς να φέρει ξύλα για το τζάκι ή να πάει στο πυθοστάσι να σιφουνίσει κρασί για τους πελάτες του ή παλιότερα να τροφοδοτήσει όπως κι όσο μπορούσε τους αντάρτες, (δικά μας παιδιά ήταν, όπως έλεγε, μετά από χρόνια) που δήλωναν κατά προτίμηση σε ασέληνες νύχτες την παρουσία τους, με προσυμφωνημένο σύνθημα, κρυμμένοι στην κουντουριδιά στο πάνω κηπάρι…και πόσες πάλι φορές δεν στρώσαμε κρεβάτι για τους νυχτερινούς οδοιπόρους μουσαφίρηδες, όπου η φιλοξενία ήταν ευλογία για το σπιτικό μας!

Υπήρχαν κι οι μόνιμοι θαμώνες όπως ο κυρ- Γιάννης που όταν τον συμβούλευαν να μην πίνει για το καλό του, εκείνος ανταπαντούσε δείχνοντας κατά τη μεριά του νεκροταφείου: <<κοιτάχτε! και οι πίνοντες και οι μη πίνοντες «ενθάδε κιούνται» >>…  τώρα που το ξανασκέφτομαι σαν να ΄χε δίκιο! και κάποιοι ολίγον καυγατζήδες όπως εκείνο το βράδυ όπου ξώμεινε ο βιολιτζής μας με έναν γείτονα «φίλο» αλλά όπως αποδείχθηκε η φιλία αυτή ήταν αρκετά εύθραυστη.

Χειμώνας, καταχείμωνο έξω σχεδόν χιόνιζε κι άρχισε να φυσάει κιόλας μια άγρια τραμουντάνα. Το γλέντι τελείωσε νωρίς κι αυτοί οι δύο δεν αποφάσιζαν να φύγουν, οι ώρες περνούσαν με μία λάμπα πετρελαίου πίνοντας για να ξεχνούν όπως έλεγαν τους καημούς τους. Έλα όμως που κι ο παππούς είχε τους δικούς του καημούς και ήθελε να πάει κι εκείνος για ύπνο… δεν έβρισκε τρόπο να τους διώξει και ζήτησε βοήθεια από τον γαμπρό του. Εκείνος πιο νέος και πιο δυνατός δεν είχε και πολλά διαπραγματεύσιμα όπλα για να τους πείσει, τους πιάνει λοιπόν από τους ώμους και τους βγάζει έξω δίνοντάς τους ταυτόχρονα και οδηγίες ποια κατεύθυνση να πάρει ο καθένας για το σπίτι του… πλήρης η αδυναμία τους να προσανατολιστούν… πώς να φύγουν όμως που δεν έβλεπαν τίποτα μέσα σ΄ ένα πυκνό κι απόλυτο σκοτάδι;… τι να κάνει κι ο Πατέρας πώς να τους βοηθήσει; φακός δεν υπήρχε, τους δίνει από έναν αναμμένο δαυλό που πήρε από το τζάκι… αξέχαστη εκείνη η νύχτα γιατί αυτοί τσακώθηκαν ποιος θα πάρει τον μεγαλύτερο δαυλό, αφού λύθηκε κι αυτό ξεκίνησαν, ο αέρας δυνατός καθώς λυσσομανούσε ρίχνει κάτω τον έναν, ο άλλος πρόλαβε κι έφυγε, παίρνει φωτιά μια αγριοτριανταφυλλιά στην άκρη της αυλής, άντε τώρα μες στα άγρια χαράματα να σβήνουμε φωτιές… και τέτοια γινόταν στον καφενέ του παππού αλλά κι άλλα πιο όμορφα.

Εδώ γινόταν το πανηγύρι του χωριού μας για αρκετά χρόνια κάθε 20 Ιουλίου του Προφήτη Ηλία, για σκεφτείτε ένα ολόκληρο πανηγύρι μέσα σε μία αυλή!!!

Εδώ οι πολιτικοί εξόριστοι στα «πέτρινα» χρόνια που φιλοξενούνταν σε αυτό το σπίτι έφτιαξαν μερικά ξύλινα τραπέζια για να βοηθήσουν την επίπλωση του καφενέ που ήταν και για ΄κείνους χώρος αγαπημένος… κι όσοι κατάφεραν και  ξαναβρέθηκαν γέροντες οι περισσότεροι πια το 1997, έκλαιγαν κατακλεισμένοι από τις μνήμες ψηλαφώντας με τα χέρια, τους τοίχους και τα τραπέζια τους! τίποτα γι αυτούς δεν είχε αλλοιωθεί μόνο οι άνθρωποι είχαν «φύγει»… ένας από αυτούς ο μεγαλύτερος σε ηλικία, Δικηγόρος από την Πελοπόννησο μπαίνοντας στο δωμάτιο που έμενε τότε, άνοιξε τα χέρια του να αγκαλιάσει τον χώρο όλο, βουρκωμένος και βουβός από συγκίνηση παραλίγο να πέσει! Τι ωραία που ήταν εκείνη η Αυγουστιάτικη μέρα/γιορτής που ξανάρθαν όσοι το μπόρεσαν και ξαναβρέθηκαν στον τόπο  εξορίας τους!!! …

Εδώ, «ΣΤΑ ΟΛΥΜΠΙΑ» έγινε κι ο γάμος της μοναχοκόρης της οικογένειας της ωραίας ΟΛΥΜΠΙΑΣ… παραβρέθηκε επίσημα προσκεκλημένος κι ο Μικρασιάτης συγγραφέας Ν. Καραράς έτυχε τότε να κάνει διακοπές σε συγγενική οικογένεια στο Αυλάκι, ο οποίος έγραψε για τον γάμο αυτό σε μία εφημερίδα, που δυστυχώς σώζεται μόνο το απόκομμα στην στήλη «ΑΙΓΑΙΟΠΕΛΑΓΙΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ» με τίτλο: «ΓΑΜΟΣ ΣΤΗΝ ΙΚΑΡΙΑ»… τελειώνοντας γράφει: « … γυρίζει η νύφη και μου λέει (μπορούμε να χορεύουμε και δύο μέρες) και πραγματικά και οι δύο είχαν αδιάπτωτο κέφι και συμμετείχαν με όρεξη και ακούραστοι στο γενικό γλέντι…. Παρακολουθείς τον χορό τούτο και μέσα σε ήρεμες, μα και υπερήφανες κινήσεις του, βλέπεις τον χαρακτήρα του ευγενικού, του καλοκάγαθου, του πράου αλλά και γενναίου αυτού νησιωτικού λαού»

Κι από εδώ κατευοδώναμε στο κάθε «φευγιό» τους αγαπημένους μας «αφέντες» του σπιτιού για το στερνό τους ταξίδι… Αυτός ήταν και παραμένει ο δικός μας κόσμος! « ο μικρός, ο Μέγας» του Ποιητή…

Σχολιάστε Ελεύθερα