Ο Πάπα-Μανώλης: Ότι γράφει δεν ξεγράφει

Γράφει η Χαρούλα Κοτσάνη

Ουφ! αυτή η ζέστη ανυπόφορη και σήμερα! τα τζιτζίκια απ΄ τα χαράματα άρχισαν το τραγούδι, να δεις που όλη μέρα δεν θα βάλουν “γλώσσα μέσα”, απορώ, τέτοιο κέφι πού το βρίσκουν μες στο λιοπύρι;

Η συκαμινιά είναι ή ίδια, ζεί ακόμα…

Ο παπά Μανώλης συνηθίζει τα μεσημέρια να ξαπλώνει κάτω από την γέρικη συκαμινιά της αυλής, χώνει με δεξιοτεχνία μες στο ζωνάρι το τριμμένο ράσο, αφήνει το μαύρο σκουφί σε μια άκρη, αν και δεν του αρέσει καθόλου αλλά πρέπει να το φοράει, έτσι ορίζουν οι κανόνες της Ιερωσύνης κι ετούτος παλεύει όσο μπορεί να μην τους παραβαίνει, όσο για το καλιμαύκι αυτό το βάζει στο κεφάλι μόνο στις επίσημες εξόδους κι οπωσδήποτε στην Εκκλησιά…

Εκεί λοιπόν ξαπλωμένος πάνω στην πεζούλα την στρωμένη με την κουρελού κι ενώ είναι έτοιμος να βυθισθεί στον γλυκό μεσημεριάτικο ύπνο έρχεται και θρονιάζεται ένα μεγάλο τζιτζίκι στον κλωνάρι που βρίσκεται ακριβώς πάνω απ΄ το κεφάλι του κι αρχίζει… ακολουθεί σκηνή από κωμωδία του Αριστοφάνη, οργισμένος με το καημένο το ζουζουνάκι απλώνει την βαριά χερούκλα του κι αρπάζει από δίπλα ένα μεγάλο, μακρύ καλάμι, που το έχει εκεί πάντοτε για κάθε ενδεχόμενο… το κατευθύνει απειλητικά προς τον ταραξία, θρασύτατο εχθρό και καταφέρνει με το ταρακούνημα να τον διώξει … «αν θες κόπιασε πάλι» φαίνεται σαν να του λέει.

Αψύς, πελώριος στο ανάστημα, βροντερός στη φωνή, γερός στα πόδια περπατάει ώρες και με βροχή και με κρύο και με ζέστη για να πάει εκεί όπου οι Χριστιανοί θα τον καλέσουν ή για λειτουργιά ή για γάμο ή για βάφτιση ή για κηδεία ή για κανένα ευχέλαιο ή κι αγιασμό ακόμα, με το αζημίωτο βέβαια, μην φανταστείτε λεφτά, όχι, τέτοια δεν τα καταδέχεται, κανένα αντίδωρο για την οικογένεια, ίσως λίγο λάδι αλλά προπάντων σε κρασί αν είναι η πλερωμή, δεν θα πει ποτέ όχι. Μα και η παρέα του άρεσε κι αυτό αμοιβή είναι, έλεγε, ίσως και η καλύτερη αν συνοδεύεται και με ζεύκι, τραγούδι και χορό!

Από γράμματα τα απαραίτητα: ολίγον να διαβάζει, (τα περισσότερα τα είχε μάθει απ΄ έξω, τι ευλογητάρια, τι Απόστολους, τι ψαλμούς, τι τροπάρια και απολυτίκια…), ολίγον να γράφει, εδώ δεν χρειάζονταν και πολλά καμιά επιστολή στον Δεσπότη που και που ίσα για να του ζητήσει  βοήθεια μπας και φτιαχτούν ό,τι με τον καιρό χαλούσε όπως εκείνη που του έγραφε:      

«Αγιώτατε και Σεβασμιώτατε, στείλτε μας κανένα γρόσι γιατί ο τοίχος του Άη Γιάννη, ξέρεις εσύ  γλίστρησεν κι εξεγλίστρησε… και θα μπλάσουν κι ούλοι οι άλλοι αν τους απαρατήσωμεν… Ταύτα, σας ασπάζομαι την δεξιάν της υμετέρας Σεβασμιότητας».

Αυτό το τελευταίο το είχε μάθει και το έγραφε ολόσωστα και με πλήρη ταπεινότητα όπως άλλωστε καθορίζουν η «τάξις κι η ηθική»  της κάθε εξουσίας! Σχεδόν ποτέ δεν εισακούσθηκε στην κορυφή της ιεραρχίας κι έτσι μάταια περίμενε τα γρόσια…  

Άλλες φορές απογοητευόταν εκ των προτέρων και δεν έγραφε, μόνο αν του δινόταν η ευκαιρία ζητούσε λύσεις στα προβλήματα που επέφερε η φτώχεια στην ενορία του.

το βιβλίο είναι του Παπά – Μανώλη

Τα βιβλία πάλιωναν, ούτε λόγος για αντικατάσταση, εκείνος γερνούσε δεν έβλεπε καλά όπως πριν για να διαβάζει, ούτε λόγος για γυαλιά, το δε Ευαγγέλιο σε κάθε σελίδα ήταν γεμάτο σχεδόν από στίγματα λιωμένου κεριού… είδε κι αποείδε και ρώτησε τον Δεσπότη, σε μια επίσκεψή του στην Ικαρία από την γειτονική Σάμο, τι να κάνει.

Α! του λέει εκείνος «μην στεναχωριέσαι», η αλήθεια ήταν πως ποτέ δεν στεναχωριόταν για τέτοιου είδους ζητήματα… «όταν φτάνεις στην λέξη που δεν μπορείς να διαβάσεις πήδα την και προχώρα παρακάτω».

Έτσι έφτασε και το βράδυ της Ανάστασης! η Εκκλησιά γεμάτη να κεροφωτά, αφού έβγαλε το «ανέσπερο» φως άρχισε να διαβάζει το Ευαγγέλιο: «Και διαγενομένου του Σαββάτου….» (ώπα! το πρώτο εμπόδιο), σκέφτηκε αμέσως την συμβουλή του Δεσπότη… ένα μικρό πηδηματάκι και κατεβαίνει την ωραία Πύλη, «η Μαρία η Μαγδαληνή και η … (η άλλη… ώπα! αρχίζουν τα δύσκολα πάλι, ποιες είναι τώρα όλες αυτές που ακολουθούν); πηδηματάκια λοιπόν μικρά μπας και ξεπεράσει τα εμπόδια των σταγόνων από τα κεριά, συνέχιζε έτσι με δυσκολία μα σαν έφτασε εμπρός απ΄ το παγκάρι ακούγεται δυνατά:

«Ε! χωριανοί κλείστε την πόρτα γιατί θα βρεθούμε ούλοι όξω! Πάντως να ξέρετε… ο Χριστός Ανέστη»!

Τα δε κηρύγματά του ήταν απαράμιλλα σε ύφος μα και φλογισμένα από πάθος και πίστη λες και τα ζούσε ο ίδιος τα γεγονότα, ιδιαίτερα εκείνα που είχαν να κάνουν με την σύλληψη, την δίκη στο «Μέγα Συνέδριο» των Εβραίων, την σταύρωση, αφήστε δε εκείνο το τρομερό μίσος για τον προδότη, σου έδινε την εντύπωση πως αν τον είχε, αδανά μπροστά του θα τον ξέσκιζε σε κομμάτια με τα ίδια του τα χέρια…   Ποιος να τολμήσει να του πει έστω και σαν αστείο, πως αν δεν υπήρχε ο Ιούδας να προδώσει τίποτα από αυτά που ακολούθησαν δεν θα είχαν συμβεί… αν και μπέρδευε λίγο την σειρά των γεγονότων εντούτοις του άρεσε η Μ. Πέμπτη πιότερο από όλες τις άλλες μέρες, στεκόταν μπροστά στο ιερό κι άρχιζε με στόμφο σοφού Ιερωμένου:

«Λοιπόν χωριανοί μου, εκείνο το βράδυ τον πέτυχαν (τον Χριστό εννοούσε), μέσα σε κάτι χωράφια με ελιές και αγρέλες που είχε πάει με τους μαθητές του να λουπάσουν και μουντάρανε ούλοι κατά πάνω του που λέτε να τον πιάσουν… εκείνος όμως μόλις τους είδε,  βγήκε παλληκαρίσια ομπρός και τότε αυτοί … εκωλόσσασιν…»!

Ναι! έτσι τα έλεγε ντόμπρα και στην γλώσσα τους  γι΄ αυτό τον αγαπούσαν γιατί τον καταλάβαιναν…

Μέχρι και στις μέρες μας έβρισκαν τον μπελά τους από τα λεγόμενα του Παπα – Μανώλη… Όπως εκμυστηρεύτηκε ένας παλιός Δάσκαλος στο Φραντάτο, όταν συνάντησε έναν μαθητή του μετά από πολλά χρόνια στον καφενέ που τύχαινε να ήταν δισέγγονος του Παπά…                   

«Γειά σου Δάσκαλε! Πήρες έμαθα την σύνταξη και τώρα θα ξεκουράζεσαι…»

«Αχ! αυτή η σύνταξη Σωκράτη… πολύ με ταλαιπώρησε αυτός ο προ/πάππους σου μέχρι να την πάρω»! του απάντησε μισογελώντας. Κι όμως δεν είχε άδικο. Όταν ο Δάσκαλος ετοίμασε τα χαρτιά του για το Υπουργείο, ένας υπάλληλος του έστειλε μία παλιότερη αναφορά ενός γονέα που είχε σκαμπιλίσει, όπως έλεγε, το γιό του και παραπονιόταν πως όχι μόνο δεν ικανοποιήθηκε από τις απαντήσεις του Δασκάλου αλλά και ότι τον έγραψε κιόλας εκεί που έγραψε ο Παπά – Μανώλης τον Δεσπότη! Και ζητούσε τώρα από εκείνον να του απαντήσει επακριβώς «Πού έγραψε ο Παπα- Μανώλης τον Δεσπότη» για να του βγάλει την σύνταξη!!! 

Έπρεπε όμως να απαντήσει …αν ήθελε βέβαια σύνταξη. Φουρκισμένος πήρε χαρτί και μολύβι κι άρχισε και τούτος (ο Δάσκαλος) να γράφει: Αυτού του Παπά του άρεσε η παρέα και το γλέντι, γνήσιος θα λέγαμε Καριώτης, σαν ερχόταν και στο κέφι έπιανε όπως όλοι τον Ικαριώτικο, λέγοντας:

«Παπά εσύ εδώ! βάζοντας το καλιμαύκι παραπέρα με προσοχή πάντοτε, τώρα θα χορέψει ο Μανώλης»!

Κάποια φορά πάνω στον χορό ένας από την παρέα ίσως και για χωρατό του φωνάζει:

«Παπά θα το πω στον Δεσπότη»! κι εκείνος ετοιμόλογος και αθυρόστομος όπως ήταν, ρίχνοντας ένα υπεροπτικό βλέμμα στον επιπόλαιο και απερίσκεπτο κριτή του, απαντά με την γνωστή χειρονομία:

«Να! εδώ σας γράφω κι εσένα και τον Δεσπότη»!  και συνέχισε με το ίδιο κέφι στην μουσική του « τσαμούρικου»… αδιαφορώντας παντελώς για το ήθος των «υποκριτών» της εξουσίας! Κι ας έδειχνε υποταγή αλλά μόνο στις επιστολές, για εθιμοτυπικούς λόγους αφού καλά γνώριζε πως δεν έφερναν δα και κανένα αποτέλεσμα!

Ήταν τότε που ακόμα κι οι λέξεις ακούγονταν αλλιώς, τότε που ο Μανόλης γραφόταν με (ω) και το ταξίδι με (ει)… τότε που οι άνθρωποι αν και αγράμματοι μιλούσαν περισσότερο με την καρδιά, τότε που έβρεχε και ευωδίαζε η γη μ΄εκείνο το άρωμα κι όλα άστραφταν μετά στον ήλιο του μεσημεριού και τα τζιτζίκια εκεί! τον χαβά τους, δεν τρομοκρατούνταν ποτέ από κανέναν ξωμάχο ζευγά ή Παπά ζευκαλή  κι ας τα απειλούσε θυμωμένος με ένα μακρύ καλάμι… Ναι! τότε ήταν…

Σχολιάστε Ελεύθερα