Ο δύσκολος χειμώνας και ο λιμός του 1941 – 1942

Γράφει ο Νάσος Μπράτσος για την ΕΡΤ

Από τις πιο τραγικές περιόδους της ελληνικής ιστορίας ήταν ο χειμώνας του 1941 – 1942, καθώς η χώρα δοκιμάστηκε σκληρά από το λιμό, με τα αποτελέσματά του να μην καταγράφονται μόνο στους νεκρούς από την πείνα, αλλά και στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, καθώς τόσο οι παθήσεις που είχαν εμφανιστεί σε όσους επιβίωσαν, αλλά και η αβιταμίνωση σε μεγάλο τμήμα του παιδικού πληθυσμού ήταν άλλος ένας «απόηχος» της κατοχής.

Μετά την απελευθέρωση τo 75% των παιδιών είχαν σοβαρά προβλήματα υγείας. Το πραγματικό γεγονός ήταν λοιπόν μία επισιτιστική κρίση διαρκείας και μία γενοκτονία από την πείνα.

Επιπρόσθετα, η καταστροφή υποδομών και παραγωγικών μονάδων της χώρας, δυσκόλευε την επαναφορά σε ρυθμούς τέτοιους που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν γρήγορα αυτά τα φαινόμενα. Η βοήθεια από το εξωτερικό, αλλά και η μετανάστευση ήταν τα άμεσα μεταπολεμικά χαρακτηριστικά.

Διήγηση του Συριανού Σπύρου Κρεατσούλα

Υπήρχε ένας Ιταλός ναύτης αν θυμάμαι καλά τον έλεγαν Βιτσέντζο που έφερεν πανιότα (ψωμί) σκατολέτες (Κονσέρβες scatola,κουτί στα ιταλικά), σταφίδες και χαρούπια και τα αναταλλάσσαμε με αυγά, τα οποία τα έπαιρνα από πλανόδιο που πήγαινε στα χωριά, ή και με άλλα είδη όπως δαχτυλίδια,βραχιόλια,κλπ

Ο Βιτσέντζο αυτά τα έκλεβε από το καράβι-τορπιλάκατο, μου είχε δώσει και πατάτες και μια μέρα και τενεκέ με λάδι και περίμενε λιρέτες

Θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι δυνάμεις κατοχής προχωρούσαν «θεσμοθετημένα» (όσο θεσμός μπορεί να είναι ένας κατακτητής) σε επιτάξεις και δημεύσεις ποσοστού της αγροτικής παραγωγής και του ζωικού κεφαλαίου για να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες. Ιδιαίτερα σκληρή φρούρηση είχαν σε περιοχές απολύτως αναγκαίες γι αυτό, όπως η Λήμνος, που ήταν ξακουστός σιτοβολώνας από την αρχαιότητα, η Λέσβος και η Κρήτη για το λάδι, κλπ. Επίσης απαγόρευαν την αλιεία και αυτή γίνονταν μόνο με άδεια, συχνά και με ένοπλο φρουρό μέσα στο σκάφος και ακολούθως έλεγχο και δήμευση μέρους των αλιευμάτων.

Η χρόνια απουσία του ανδρικού πληθυσμού λόγω του πολέμου, σε εποχές που στη γεωργία δεν υπήρχαν οι τεχνικές δυνατότητες της σημερινής εποχής, αλλά κυριαρχούσε η χειρωνακτική εργασία, αλλά και η φυγή σημαντικού αριθμού ανδρών στη Μέση Ανατολή για να συνεχιστεί ο αγώνας, ή η ένταξη σε ανταρτικές οργανώσεις, δυσκόλευαν ακόμα περισσότερο το τοπίο.

Διήγηση του Δημάρχοι Φούρνων Κορσεών Ιωάννη Μαρούση

Οι Ιταλοί έδιναν περιορισμένο αριθμό αδειών αλιείας, με την προϋπόθεση να είναι πίσω οι βάρκες το απόγευμα. Βεβαίως είχαν τον κεντρικό έλεγχο και τη διανομή των αλιευμάτων, συνεπώς η αλιεία δεν ήταν ικανή να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της πείνας.

Οι Φουρνιώτες σώθηκαν από το “Αλατσονήσι” ένα μικρό νησάκι στη συστάδα, των Φούρνων Κορεσέων, στο οποίο φώλιαζαν κατά χιλιάδες στις σπηλιές του θαλασσοπούλια που εμείς τα λέγαμε “κέφους” ή “μύχους”.

Από αυτά επιβίωσαν οι Φουρνιώτες και μάλιστα εκτός από αυτά που τρώγαμε, παστώναμε αρκετά και τα πηγαίναμε στη Σάμο, από όπου παίρναμε λάδι ή άλλα προϊόντα. Επίσης στο νησάκι έβγαιναν και χόρτα, ενώ μαζεύαμε και αλάτι.

Συγκοινωνίες και μεταφορές και αυτές είχαν και αυτές σχεδόν παραλύσει, έτσι τόποι που δεν είχαν αυτάρκεια προϊόντων στην προπολεμική περίοδο, αντιμετώπιζαν ακόμα περισσότερες ελλείψεις.

Οι κατακτημένες χώρες αντιμετωπίζονταν σαν δεξαμενές πρώτων υλών, τροφίμων και εργατικού δυναμικού τόσο για έργα εντός της χώρας (κυρίως οχυρωματικά), όσο και για αποστολή στα εργοστάσια της Γερμανίας ή άλλων περιοχών και εκεί πάντως για στήριξη της πολεμικής μηχανής του άξονα.

Στη «θεσμοθετημένη» δήμευση θα πρέπει να προσθέσουμε και άπειρα περιστατικά πλιάτσικου από τις κατοχικές δυνάμεις σε βάρος του όποιου περιουσιακού στοιχείου μπορούσε να είχε απομείνει. Κλεφτοκοτάδες και κατσικοκλέφτες με την πλήρη σημασία της λέξης.

Διήγηση Στέφανου Καρίμαλη από την Ικαρία

Ο κατακτητής έπεσε από την πρώτη στιγμή στη ληστεία, στη λεηλασία, σαν πεινασμένη ακρίδα και δεν άφηνε τίποτα που είχε-έστω-την παραμικρή αξία να μην αρπάξει. Άμα συναντούσε και την παραμικρή-ας πούμε-αντίσταση, δεν δίσταζε να σκοτώνει και ανθρώπους για να προχωρεί. Όλα ήταν νόμιμα για εκείνον.

Την πρώτη χρονιά (1941) και προ παντός το χειμώνα 1941-19422, ήταν οι πιο μαύρες μέρες που δοκίμασε ο Ελληνικός λαός από την πείνα.

Εδώ στο νησί μας, όπως μας βρήκε η συμφορά απροετοίμαστους και όπως η ντόπια παραγωγή ήταν πάντα φτωχή, (Τα περισσότερα εφόδια έρχονταν απ’έξω) ήταν φυσικό να νοιώσουμςε την πείνα από τις πρώτες μέρες της υποδούλωσης.

Ο καθένας προσπαθούσε να κρύβει όπως μπορούσε εκείνο που είχε, για να μην το αρπάξει ο επιδρομέας. Πολλοί έχωναν πιθάρια μέσα στη γησε μέρη απίθανα για να τα ασφαλίσουν. Άλλοι τα έχωναν κατευθείαν στο χώμα, που πολλές φορές καταστρεφόταν. Αλλά τι να φυλάξει κανείς που εκείνο που κρύβαμε δεν έφτανε ούτε για έναν μήνα. Έπειτα είχε χωριά, όπως η περιφέρεια Αγίου Κηρύκου, το Καραβόσταμο κ.α. που δεν έιχαν καθόλου ντόπια παραγωγήκαι για να μην πεθάνουν από την πείνα, ζητούσαν βοήθεια από τα άλλα χωριά (Ράχες, Προεσπέρα κλπ). Καθημερινά έβλεπες καραβάνια ολόκληρα να γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και να γυρεύουν κάποια βοήθεια, από τρόφιμα μόνο. Από ανθρωπισμό όποια πόρτα χτυπούσαν, κα΄τι τους έδιναν από το υστέρημά τους και αυτό φυσικά σε βάρος εκείνων που έδιναν, γιατί δεν υπήρχε ελπίδα αντικατάστασης.

Όσο για ρουχισμό, δεν γίνεται λόγος. Οι άνθρωποι μπάλωναν και ξαναμπάλωναν κείνα που είχαν. Για παπούτσια (μόνοτ για το χειμώνα φυσικά, το καλοκαίρι δε χρειάζονταν), οι περισσότεροι έφτιαχναν ξυλοπάπουτσα (τσόκαρα) που για να λυγάνε στο βάδισμα, βάζανε μεντεσέδες στη μέση. Προνομιούχοι ήταν εκείνοι που οικονομούσαν κανένα κομμάτι λάστιχο αυτοκινήου, για να σολιάσουν ένα παλιό παπούτσι, ή να φτιάξουν τσαρούχια ιδιόρρυθμα, το πιο εύκολο.

Βασική τροφή για τους περισσότερους ανθρώπους ήταν ατα αγριόχορτα. Όμως πολλοί που δεν είχαν λάδι να ρίξουν μέσα, πάθαιναν αβιταμίνωση, πρήζονταν και πέθαιναν. Στο Καραβόσταμο υπολογίζεται πως πέθαναν γύρω στα 120 άτομα από πείνα μόνο. Το δελτίο τροφής που μοίραζε κάπου-κάπου η κυβέρνηση, ήταν το κατσαμάκι, ένα είδος αλεύρι, που έμοιαζε να είνα από καλαμπόκι. αλλά ποιος ξέρει τι προσμίξεις ήταν, γιατί άμα το τρώγαμε κοβόταν τα γόνατά μας. Φαίνεται να ηταν προσμίξεις από απίθανα πράγματα. Ελέγετο μάλιστα πως έβαζαν και ξύλα ακόμη. Πάντως τα αγριόχορτα άμα ήταν καλολαδωμένα, αποδείχτηκε ότι ήτνα ανώτερα από το κατσαμάκι.

Καμία ανθρωπιστική ευαισθησία δεν εκφράστηκε από τους στρατούς κατοχής (Γερμανοί, Ιταλοί, Βούλγαροι).

Επιπλέον η οικονομική καταστροφή της χώρας, οδηγεί στη σύναψη του «κατοχικού δανείου», με αποτέλεσμα η όποια παραγωγική δυνατότητα να δεσμεύεται ακόμα πιο σφιχτά από τους κατακτητές.
Μεγάλο βάρος των συνεπειών της πείνας σήκωσαν τα αστικά κέντρα και στην Αθήνα και τον Πειραιά, συνολικά για τη χώρα όποιοι αριθμοί και αν έχουν ακουστεί στις προσπάθειες καταγραφής των συνεπειών της πείνας υστερούν σε σχέση με την πραγματικότητα για δύο λόγους:

α) σε πολλές περιπτώσεις δεν γινόταν δήλωση του θανάτου για να κρατηθεί από άλλα πρόσωπα το δελτίο του θανόντος, ώστε να εξασφαλιστεί και το δικό του συσσίτιο.

β) εκτός από όσους πέθαναν από την πείνα στους δρόμους, αρκετοί αντιμετώπισαν επιδείνωση των προβλημάτων υγείας που είχαν ή εμφάνιση νέων και απεβίωσαν στα νοσοκομεία από «υποκείμενα νοσήματα» που θα λέγαμε στις μέρες μας, με την πείνα όμως να παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή τους (πχ στη φυματίωση).

Ας αφήσουμε λοιπόν τη «μεζούρα του θανάτου» και ας μείνουμε στην αιτία που οδήγησε σε αυτόν.

Διήγηση Κούλας Καβουριάρη από την Ικαρία

Πείνα φοβερή, καράβι δεν ερχόντανε, το έδαφος άγονο λίγα πράγματα βγαίνανε, δεν μπορούσε να θρέψει τον κόσμο και οι Ιταλοί πεινούσανε, οι βάρκες ήταν δεμένες απαγορευόταν να ταξιδέψουμε.

Θυμώνανε οι Ιταλοί γιατί ήξεραν ότι όσοι έφευγαν θα πήγαιναν στον στρατό να τους πολεμήσουν. Είχα δυο αδέρφια που πολέμησαν ο ένας μηχανικός στα καράβια και ο άλλος στην αεροπορία. Οι Έλληνες τους κάνανε πίσω τους Γερμανούς στο Ελ Αλαμέιν. Πείνα φοβερή και στέρηση, να φωνάζουν τα παιδάκια 5-6 χρονών “πεινώ” και να μην υπάρχει τίποτα, ερχόταν που και που ένα δελτίο με μισό κιλό και οι ίδιοι οι Ιταλοί μας έλεγαν πως το τρώτε αυτό, είναι για άλογα δεν είναι για τους ανθρώπους

Αρκετοί, κυρίως κάτοικοι νησιών που βρίσκονταν κοντά στα μικρασιατικά παράλια, λόγω της πείνας, αλλά και λόγους διώξεων και διάθεσης στράτευσης στη Μ. Ανατολή, έφυγαν προς την Τουρκία και την Κύπρο, όπου μετά από παραμονή σε προσφυγικά στρατόπεδα, διοχετεύτηκαν στο Χαλέπι της Συρίας και ακολούθως σε χώρες της Μ. Ανατολής και της Αφρικής. Ο πληθυσμός αυτός ξεπερνάει τις 30.000 και η πλειοψηφία του ήταν γυναίκες, μικρά παιδιά και ηλικιωμένοι, με το φευγιό να είναι διαρκές, να κορυφώνεται όμως το χειμώνα του 1941 έως την άνοιξη του 1942 και ακολούθως το 1943 με τη συνθηκολόγηση των Ιταλών τη δυσκολία των Γερμανών να φυλάξουν την ακτογραμμή τόσων νησιών, αλλά και τη λυσσαλέα ανακατάληψη νησιών που είχαν οι Ιταλοί, που δημιούργησε φόβο αντιποίνων.

Παρέμβαση σε βιβλιοπαρουσίαση την Τετάρτη 28/3/2018 στη Νέα Ιωνία, του Ιγνάντιου Αξιώτη, καταγόμενου από την Αιολία και μέλους του Εθνικού Συμβουλίου διεκδίκησης των γερμανικών οφειλών:

Είχα δει στη Λέσβο ανθρώπους να τρώνε χελώνες και σκαντζόχοιρους και οι Γερμανοί έπαιρναν το λάδι από τη Λέσβο και το έστελναν στη Γερμανία

Ο βέβαιος θάνατος από την πείνα, έγινε φλόγα που αυτούς που δεν είχαν πια τίποτα να χάσουν, τους οδήγησε να στελεχώσουν τις αντιστασιακές οργανώσεις και μέσα στις πόλεις να δώσουν τη μάχη για την εξασφάλιση συσσιτίων, πληρωμή σε είδος γιατί το κατοχικό χρήμα ήταν «αέρας» και διανομή της διεθνούς βοήθειας που κινδύνευε από τα γαμψά νύχια των μαυραγοριτών και των χρηματιζόμενων στελεχών των κατοχικών δυνάμεων, ενώ στην περιφέρεια να γίνει η «μάχη της σοδειάς», με τις ένοπλες αντιστασιακές οργανώσεις να περιφρουρούν τις αγροτικές εργασίες, έτσι ώστε να μην πέσει η όποια παραγωγή στα χέρια των δυνάμεων του άξονα.

Μετά τον πόλεμο ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ, εξέφρασε την άποψη ότι η Ελλάδα πέρασε στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον χειρότερο λιμό από τους αρχαίους χρόνους

Σχολιάστε Ελεύθερα