14 Μαρτίου 1957:Οδηγείται στην αγχόνη ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης

Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης γεννήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1938 στο χωριό Τσάδα, της επαρχίας Πάφου και από νωρίς μπήκε στον αγώνα για την απελευθέρωση της Κύπρου από τον Αγγλικό ζυγό και την ενωσή της με την Ελλάδα.

Την 1η Απριλίου του 1953 σε ηλικία 15 ετών, κατεβάζει και τεμαχίζει την αγγλική σημαία στο Κολέγιο της Πάφου, κατά την ημέρα στέψης της Βασίλισσας Ελισάβετ στο Λονδίνο.Το γεγονός αυτό έδωσε το έναυσμα για επέκταση των διαδηλώσεων στην Κύπρο,που ξεκινήσαν οι μαθητές της Πάφου και οι φοιτητές του Λιασιδίου Κολεγίου με αίτημα να υποσταλεί η αγγλική σημαία και να εκκενωθεί το γήπεδό τους από στρατιώτες και αστυνομικούς.

Οι μαθητές και το πλήθος συγκρούονται με την αστυνομία, η οποία ενισχύεται από Τούρκους. Ο διοικητής στέλνει διαταγή να αποσυρθούν οι αστυνομικοί, γιατί δεν έπρεπε η στέψη της βασίλισσας να αμαυρωθεί με αίμα. Έτσι οι μαθητές παρέσυραν ό,τι είχε σχέση με τους εορτασμούς για την στέψη. Η Πάφος έγινε το μόνο μέρος όπου δεν γιορτάστηκε η στέψη. Ο Ευαγόρας συνελήφθη, αλλά αφέθηκε ελεύθερος λόγω της μικρής του ηλικίας.

Σε ηλικία 17 χρόνων, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης εγκατέλειψε το σχολείο και εντάχθηκε στις αντάρτικες ομάδες της ΕΟΚΑ. Στις 17 Νοεμβρίου 1955 οι μαθητές του Γυμνασίου συγκεντρώθηκαν και προετοίμαζαν μια διαδήλωση από τις γνωστές που οργάνωνε η ΑΝΕ (Άλκιμος Νεολαία ΕΟΚΑ) ως αντιπερισπασμό. Οι στρατιώτες είχαν διαταγή να πυροβολήσουν αδιάκριτα τους διαδηλωτές και ο Ευαγόρας συλλαμβάνεται ως μέλος της νεολαίας της ΕΟΚΑ και οδηγείται στο δικαστήριο με την κατηγορία ότι συμμετείχε παράνομα σε οχλαγωγίες. Ο Ευαγόρας ή Βαγόρη δεν παραδέχτηκε την κατηγορία και η δίκη αναβλήθηκε για τις 6 Δεκεμβρίου.

Στις 4 του μηνός δηλώνει στον πατέρα του, ότι προκειμένου να βρεθεί στην φυλακή, θα πάει στο βουνό να συνεχίσει τον αγώνα. Στην συνέχεια πηγαίνει στο σχολείο του κι αφήνει πάνω στην έδρα, το περίφημο τραγούδι του αποχαιρετισμού, προς τους συμμαθητές και τους καθηγητές του, τονίζοντας τον λόγο της φυγής του:

Παλιοί συμμαθηταί,

Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μη τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του, Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό ΜΟΝΑΧΑ.

Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια

να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.

Θ΄ αφήσω αδέλφια συγγενείς, τη μάνα, τον πατέρα

μεσ΄ τα λαγκάδια πέρα και στις βουνοπλαγιές.

Ψάχνοντας για τη Λευτεριά θα ΄χω παρέα μόνη

κατάλευκο το χιόνι, βουνά και ρεματιές.

Τώρα κι αν είναι χειμωνιά, θα ΄ρθει το καλοκαίρι

Τη Λευτεριά να φέρει σε πόλεις και χωριά.

Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια

να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.

Τα σκαλοπάτια θ΄ ανεβώ, θα μπω σ΄ ενα παλάτι,

το ξέρω θαν απάτη, δεν θαν αληθινό.

Μεσ΄ το παλάτι θα γυρνώ ώσπου να βρω τον θρόνο,

βασίλισσα μια μόνο να κάθεται σ΄ αυτό.

Κόρη πανώρια θα της πω, άνοιξε τα φτερά σου

και πάρε με κοντά σου, μονάχα αυτό ζητώ.

Γειά σας παλιοί συμμαθηταί. Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σας. Κι όποιος θελήσει για να βρει ένα χαμένο αδελφό, ένα παλιό του φίλο, ας πάρει μιαν ανηφοριά ας πάρει μονοπάτια να βρει τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά. Με την ελευθερία μαζί, μπορεί να βρει και μένα. Αν ζω, θα μ΄ βρει εκεί.

Ευαγόρας Παλληκαρίδης

Στις 18 Δεκεμβρίου 1956 μαζί με άλλους 2 συναγωνιστές του μετέφεραν όπλα και τρόφιμα από την Λυσό. Ξαφνικά βρέθηκαν αντιμέτωποι με αγγλική περίπολο. Οι 2 συναγωνιστές του Ευαγόρα κατάφεραν να διαφύγουν, αλλά ο ίδιος συνελήφθη. Στην κατοχή του είχε ένα οπλοπολυβόλο Μπρεν γρασαρισμένο. Ήταν συνεπώς ανέτοιμο για να χρησιμοποιηθεί. Επίσης κουβαλούσε 3 γεμιστήρες γεμάτες.

Κατηγορήθηκε για κατοχή και διακίνηση οπλισμού και μεταφέρθηκε στη Λευκωσία και η δίκη ορίζεται για τις 25 Φεβρουαρίου. Στη δίκη του ο Παλληκαρίδης δεν άφησε περιθώρια στους δικηγόρους του να τον υπερασπιστούν, αφού παρά τις αντιρρήσεις τους παραδέχθηκε την ενοχή του:

Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό,τι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο.

Την επόμενη μέρα της καταδίκης του Παλληκαρίδη, οι μαθητές του Γυμνασίου Πάφου απείχαν από τα μαθήματά του σε ένδειξη διαμαρτυρίας και έστειλαν τηλεγράφημα στον Χάρτινγκ, με το οποίο του ζητούσαν να απονεμηθεί χάρη στον Ευαγόρα. Όλος ο κόσμος αρχίζει μια προσπάθεια να σώσει τον νεαρό μαθητή. Η Ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να αποτρέψει την εκτέλεσή του. Η Κυπριακή αδελφότητα Αθηνών ζητά προσωπική παρέμβαση του βασιλιά Παύλου. Η Βουλή των Ελλήνων στέλνει τηλεγραφήματα προς την Βουλή των Κοινοτήτων και τα Ηνωμένα Έθνη. Ο Αρχιεπίσκοπος Δωρόθεος, ο Χωρεπίσκοπος Σαλαμίνος Γεννάδιος, ο δήμαρχος Λευκωσίας κ. Δέρδης, 40 Εργατικοί Άγγλοι βουλευτές, συντεχνίες, ο Αρχιεπίσκοπος Νοτίου Αφρικής Νικόδημος, ο Αμερικανός Γερουσιαστής Fulton, απλοί πολίτες προσπαθούν να ματαιώσουν αυτή την εκτέλεση. Ο Χάρτινγκ όμως και η Αγγλική διπλωματία απορρίπτει την απονομή χάριτος.

Ο Ευαγόρας στο τελευταίο γράμμα του δηλώνει:

Θ΄ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό να ναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δεν πειράζει. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τι. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί.

Τα μεσάνυχτα της 13ης Μαρτίου 1957 οδηγείται στην αγχόνη και τραγουδώντας τον Εθνικό Ύμνο δύο λεπτά αργότερα (14 Μαρτίου), η καταπακτή ανοίγει, και ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης περνά στην αιωνιότητα.Σε ηλικία μόλις 19 ετών ο Βαγόρης γίνεται το σύμβολο του αγώνα για ελεύθερη πατρίδα . Ήταν ο νεαρότερος αλλά και ο τελευταίος αγωνιστής που απαγχονίστηκε από τους Άγγλους,που το 1960 έφυγαν και η Κύπρος κηρύχτηκε ανεξάρτητο κράτος χωρίς όμως να σταματήσουν τα δεινά της.

Το 1974 εισέβαλαν στο νησί οι Τούρκοι, κατέλαβαν το 37% του νησιού, εκδίωξαν τους κατοίκους από τα σπίτια τους και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να κατέχουν τα εδάφη αυτά, καταπατώντας κάθε έννοια του διεθνούς δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κανονισμού των Ηνωμένων Εθνών.

Ο τάφος του Βαγόρη βρίσκεται στα Φυλακισμένα Μνήματα στη Λευκωσία.

Την επομένη της εκτελεσής του, ο ραδιοφωνικός σταθμός της Λευκωσίας μετέδωσε το ποίημα του Φώτη Βαρέλη, που είναι συγκλονιστικό:

Εψές πουρνό μεσάνυχτα στης φυλακής τη μάντρα

μες στης κρεμάλας τη θελιά σπαρτάραγε ο Βαγόρας.

Σπαρτάρησε, ξεψύχησε, δεν τ’ άκουσε κανένας.

Η μάνα του ήταν μακριά, ο κύρης του δεμένος,

οι νιοί συμμαθητάδες του μαύρο όνειρο δεν είδαν,

η νια που τον ορμήνευε δεν είχε νυχτοπούλι.

Εψές πουρνό μεσάνυχτα θάψαν τον Ευαγόρα.

Σήμερα Σάββατο ταχιά όλη η ζωή σαν πρώτα.

Ετούτος πάει στο μαγαζί, εκείνος πάει στον κάμπο,

ψηλώνει ο χτίστης εκκλησιά, πανί απλώνει ο ναύτης,

και στο σκολειόν ο μαθητής συλλογισμένος πάει.

Χτυπά κουδούνι, μπαίνουνε στην τάξη του ο καθένας.

Μπαίνει κι η πρώτη η άταχτη κι η τρίτη που διαβάζει,

μπαίνει κι η πέμπτη αμίλητη, η τάξη του Ευαγόρα.

– Παρόντες όλοι;

– Κύριε, ο Ευαγόρας λείπει.

– Παρόντες, λέει ο δάσκαλος. Και με φωνή που τρέμει:

– Σήκω, Ευαγόρα, να μας πεις ελληνική ιστορία.

Ο δίπλα, ο πίσω, ο μπροστά, βουβοί και δακρυσμένοι,

αναρωτιούνται στην αρχή, ώσπου η σιωπή τους κάμνει

να πέσουν μ’ αναφιλητά ετούτοι κι όλη η τάξη.

– Παλληκαρίδη, άριστα, Βαγόρα,

πάντα πρώτος,

στους πρώτους πρώτος, άγγελε πατρίδας δοξασμένης,

συ μέχρι χθες της μάνας σου ελπίδα κι αποκούμπι,

και του σχολειού μας σήμερα Δευτέρα Παρουσία.

Τα ‘πε κι απλώθηκε σιωπή πα’ στα κλαμένα νιάτα,

που μπρούμυτα γεμίζανε της τάξης τα θρανία,

έξω απ’ εκείνο τ’ αδειανό, παντοτινά γεμάτο.

Ο Ευαγόρας ήταν ένας άριστος μαθητής, που τον διέκρινε ένα συγγραφικό ταλέντο. Είχε μάλιστα δημιουργήσει τη σχολική εφημερίδα της τάξης του την οποία έγραφε σχεδόν ολόκληρη μόνος του, αλλά ξεκίνησε να γράφει και στίχους. Πέρασε τις 6 τάξεις του Δημοτικού Σχολείου με άριστα. Ήταν ντροπαλός, φιλότιμος, σοβαρός και ήρεμος. Η φυσική του εξυπνάδα τον έκανε να ξεχωρίσει γρήγορα. Το ύφος του ήταν ευγενικό, λεπτό. Τον διέκρινε όμως κι ένα μεγάλο πάθος για την ελευθερία.

Από το 1878, όταν οι Τούρκοι παραχώρησαν το νησί στους Βρετανούς η Κύπρος βρισκόταν υπό αγγλική κατοχή. Μετά το τέλος του Β’ παγκοσμίου πολέμου οι Κύπριοι και οι ελληνικές κυβερνήσεις ζητούσαν την απελευθέρωσή του νησιού και την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα αλλά παρόλες τις διαμαρτυρίες που φτάσαν μέχρι τον ΟΗΕ ποτέ δεν έγινε αυτό.Μετά την εκτέλεση του Βαγόρη άρχισαν έντονες διαδηλώσεις και ο γνωστόα αντιαποικιακός αγώνας,που κατέληξε στην φυγή των Άγγλων το 1960 αλλά αν και η Κύπρος μπορεί να ήταν ελεύθερη,δυστυχώς μαστιζόταν από το πρόβλημα των δύο διαφορετικών πληθυσμών.

Από τη μία οι τουρκοκύπριοι και από την άλλη οι Ελληνοκύπριοι,που με την προσπάθεια της ΕΟΚΑ οι Βρετανοί απέτυχαν να νικήσουν σε έναν αποικιακό πόλεμο. Η δράση της οργάνωσης κατέδειξε σε όλο τον κόσμο ότι η Κύπρος ήταν πλέον μια περιοχή επαναστατημένη αλλά φεύγοντα οι Άγγλοι φρόντισαν να φτιαχτεί διοίκησης αστυνομικού σώματος από Τουρκοκυπρίους, που προκάλεσε συγκρούσεις ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους.

Συγκροτήθηκε πολύ σύντομα αντίστοιχη τουρκοκυπριακή οργάνωση με την ονομασία Βολκάν, η οποία το 1957 θα μετονομαστεί σε Τ.Μ.Τ (Τουρκική Οργάνωση Αντίστασης-Türk Müdafaa Teskilâti). Αξιωματικοί του Τουρκικού στρατού θα την οργανώσουν και θα την καθοδηγήσουν. Η σχέση της με τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις ήταν άμεση «σε αντίθεση με την ΕΟΚΑ, η οποία οργανώθηκε από απόστρατο αξιωματικό του ελληνικού στρατού και δεν αποτέλεσε ποτέ όργανο των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων»

Το 1971 ιδρύεται η ΕΟΚΑ Β με σκοπό την ένοπλη δράση για την δημιουργία των προϋποθέσεων που θα οδηγούσαν στην ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα αλλά η ΕΟΚΑ Β αντιτάχθηκε της πολιτικής του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και Αρχιεπίσκοπου της Κυπριακής Εκκλησίας Μακαρίου, που υποστήριζε την ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας και την πολιτική του εφικτού.ο Μακάριος το 1964 με την ατάση του ανατίναξε το δικοινοτικό κράτος του 1960,που έιχαν αφήσει οι Άγγλοι και δεν προχώρησε σε συμβιβαστική λύση με τους Τουρκοκυπρίους και την Τουρκία που θα ενταφίαζε την πολιτική της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.

Η Ε.Ο.Κ.Α. Β΄ παρόλο που παρουσίασε την οργάνωση ως συνέχεια της πρώτης Ε.Ο.Κ.Α., δεν είχε την ίδια απήχηση στον κυπριακό λαό, αφού η πρώτη οργάνωση αποτελούσε απελευθερωτικό αγώνα εναντίον του Βρετανικού Στέμματος, ενώ η δεύτερη φάση ήταν αυτή που δημιούργησε στην ουσία την εμφύλια διαμάχη. Μεγάλη μερίδα του λαού υποστήριζε τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, ως τον νόμιμο εκφραστή της πολιτικής, πολιτειακής και εκκλησιαστικής εξουσίας.

Το 1967, μετά την απόσυρση της Ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο και την ανάκληση του Γρίβα στην Ελλάδα, στην ουσία η κυβέρνηση Μακαρίου και το καθεστώς Παπαδόπουλου με την απόσυρση της έθαψαν την μέχρι τότε ορατή ελπίδα για ένωση, αλλά και άφησαν την Κύπρο ανοχύρωτη και ανοιχτή στην Τουρκική απειλή. Η Τουρκία απείλησε την Ελλάδα με πόλεμο αν δεν απέσυρε τη μεραρχία από την Κύπρο και ο Παπαδόπουλος ο οποίος ανέλαβε την εξουσία λίγους μήνες πριν (21.4.1967) δεν τόλμησε να προχωρήσει σε πόλεμο με την Τουρκία και ενέδωσε στο Τουρκικό τελεσίγραφο.

Με την επιστροφή του ο Γρίβας στην Αθήνα, βρισκόταν σε κατ΄ οίκον περιορισμό από το καθεστώς, ενώ επικρίνει και βρίζει το καθεστώς Παπαδόπουλου με τα χειρότερα λόγια. Συνεργάζεται με ένα αριθμό αξιωματικών του Ελληνικού στρατού, τους περισσότερους από τους οποίους είχε αποστρατεύσει η Χούντα, όπως τους Δημήτριο Οπρόπουλο, Σπύρο Μουστακλή, Νικόλαο Λύτρα και Γεώργιο Καρούσο καθώς και με Κυπρίους φοιτητές και πρώην αγωνιστές της ΕΟΚΑ.

Διοργανώνει ένοπλες ομάδες κυρίως στην Αθήνα και την Αττική τις οποίες εξοπλίζει με όπλα, πυρομαχικά και εκρηκτικές ύλες που έμπιστοί του μεταφέρουν μυστικά από την Κύπρο. Επίσης παλιοί αγωνιστές της ΕΟΚΑ μεταβαίνουν από την Κύπρο στην Αθήνα όπου εκπαιδεύουν τα μέλη των αντιχουντικών ομάδων του Γρίβα. Μετά όμως από προδοσία τα βασικά στελέχη της κίνησης του Γρίβα συλλαμβάνονται από τις αρχές και φυλακίζονται.

Στις 24 Αυγούστου 1973 η Ελληνική Κυβέρνηση εκδίδει ανακοίνωση στην οποία επικρίνει το Γρίβα και αποκαλεί την ΕΟΚΑ Β τρομοκρατική οργάνωση. Ο Γρίβας ήταν κατηγορηματικός ως προς τα μέλη της ΕΟΚΑ Β, να μην έχουν σχέσεις με το καθεστώς των Αθηνών, αλλά και να μην προχωρήσουν σε οποιαδήποτε πρωτοβουλία για εκτέλεση του Μακαρίου. Αυτή η θέση έρχεται σε αντίθεση με αυτά που γράφει ο ο δημοσιογράφος Σπύρος Παπαγεωργίου στο βιβλίο του “Μακάριος δια Πυρός και Σιδήρου” στο οποίο αναφέρει ότι ο Γρίβας είχε εκπονήσει σχέδια για δολοφονία του Μακαρίου.

Την ίδια θέση παίρνει και ο Ανδρέας Αθανασίου (“Ο άγνωστος πόλεμος Αθηνών Λευκωσίας”) ο οποίος αναφέρει ότι δόθηκαν εντολές για ετοιμασία σχεδίων εκτέλεσης του Μακαρίου αλλά δεν έγινε κατορθωτό να υλοποιηθούν. Ωστόσο, τόσο η ΕΟΚΑ Β, όσο και ο αρχηγός της, συκοφαντήθηκαν και κατηγορήθηκαν ουκ ολίγες φορές για συνεργασία με την Ελλαδική Χούντα Παπαδόπουλου και Ιωαννίδη. Η ΕΟΚΑ Β, άρχισε να συνεργάζεται και να ελέγχεται από την Χούντα μετά το θάνατο του Γρίβα όταν υπογράφηκε σχετικό μνημόνιο τον Φεβρουάριο του 1974 (Επιστολή Λ. Παπαδόπουλου (“Κάδμου”) προς Ιωαννίδη-14.5.74).

Τον Οκτώβριο του 1973 ο Γρίβας, βλέποντας ότι η ΕΟΚΑ Β΄βρισκόταν σε τραγική κατάσταση μετά τα συνεχή πλήγματα του Εφεδρικού έστειλε μια επιστολή στον Ιωαννίδη ημερ. 21.10.73, πριν το πραξικόπημα εναντίον του Παπαδόπουλου στις 25.11.73, ζητώντας οικονομική βοήθεια. Ο Ιωαννίδης δεν απάντησε στην επιστολή ούτε και όταν κατέστη ο ισχυρός άνδρας της Χούντας Β’ ένα μήνα αργότερα.

Μέχρι τον θάνατο του Γρίβα στις 27.1.74 ο “αόρατος δικτάτορας” δεν αποσαφήνησε τις προθέσεις του όσον αφορά την Κύπρο. Ο Στρατηγός Γρίβας πέθανε απελπισμένος και ηττημένος από το καθεστώς Μακαρίου, αφού απέτυχε να ανατρέψει τον Μακάριο και να επιβάλει την πολιτική της αυτοδιάθεσης-ένωσης χωρίς να πάρει καμιά βοήθεια ούτε από τη Χούντα Α΄του Παπαδόπουλου ούτε και από τη Χούντα Β’ του Ιωαννίδη.

Δεν αποκλείεται ότι κάποιοι συνεργάτες του Γρίβα να είχαν σχέσεις και επικοινωνία με στελέχη του δικτατορικού καθεστώτος της Ελλάδας (πχ Ποταμιάνος, Μαστροκόλιας) αλλά είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο Γρίβας επέστρεψε στην Κύπρο το 1971 σε ηλικία 73 ετών με δική του πρωτοβουλία (Η Τραγική Αναμέτρηση και η Προδοσία της Κύπρου-Μ. Αδαμίδη).

Στις 15 Ιουλίου 1974, ο δικτάτορας Ιωαννίδης αιφνιδίασε τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο με την εφαρμογή του σχεδίου πραξικοπήματος “Αφροδίτη 3” με την συμμετοχή της Εθνικής Φρουράς και την επιβολή πραξικοπηματικής κυβέρνησης υπό την ηγεσία του Νίκου Σαμψών. Στις 11 Ιουλίου 1974 συνελήφθη ο μοναδικός που είχε απομείνει στην ηγεσία της μεταγριβικής ΕΟΚΑ Β, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος.

Τα μέλη της μεταγριβικής ΕΟΚΑ Β΄, ενώ είχαν συμμαχίσει με το πραξικοπηματικό καθεστώς (μετά τον θάνατο του Γρίβα), δεν πήραν μέρος στους αρχικούς σχεδιασμούς του Ιωαννίδη που προτίμησε να χρησιμοποιήσει μόνο την Εθνική Φρουρά για να επιτύχει το σκοπό του. Το πραξικόπημα αποτέλεσε την αφορμή για την παράνομη Τουρκική Εισβολή στις 20 Ιουλίου 1974.

Ο Ιωαννίδης αιφνιδιάστηκε από την εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων και απέτυχε να στείλει στρατιωτικές ενισχύσεις στην Κύπρο, με αποτέλεσμα να καταληφθεί το βόρειο τμήμα του νησιού, γεγονός που οδήγησε στην κατάρρευση του δικτατορικού καθεστώτος στην Ελλάδα, καθώς και της κυβέρνηση Σαμψών στην Κύπρο.

Με την εκδήλωση της τουρκικής εισβολής,τα μέλη της ΕΟΚΑ Β’ έλαβαν μέρος στην άμυνα του νησιού είτε ως έφεδροι στα στρατεύματα της Εθνικής Φρουράς είτε ως ενταγμένοι σε μαχητικά τμήματα της οργάνωσης. Συγκεκριμένα,στις 20 Ιουλίου μέλη της ΕΟΚΑ Β’ αποτέλεσαν τον πυρήνα του Τάγματος Μιχαήλ Καλογερόπουλου-Διάκου,το οποίο επωμίστηκε το κύριο βάρος των επιχειρήσεων κατά των τουρκοκυπριακων θυλάκων της Λεμεσού ενώ άνδρες της ΕΟΚΑ Β’ κατέλαβαν το τουρκοκυπριακο χωριό Αυδήμου,το οποίο ήταν κέντρο στρατιωτικής εκπαίδευσης των Τουρκοκυπρίων της Λεμεσού.

Μετά την εισβολή και την παγιοποίηση της κατοχής του βορείου κομματιού της Κύπρου από τα τουρκικά στρατεύματα,η ΕΟΚΑ Β’ έπαυσε ουσιαστικά να υφίσταται.Μετά την επιστροφή του Μακαρίου ο προσωρινός διοικητής στην ηγεσία της οργάνωσης, ο οποίος εκδιώχθηκε για να αναλάβει ο Ιωαννίδης τον πλήρη έλεγχο της μεταγριβικής ΕΟΚΑ Β Γεώργιος Καρούσος συναντάται μαζί του με σκοπό να αμβλυνθούν τα πάθη στην Κύπρο ενώ η οριστική διάλυσή της κηρύσσεται στις 11 Φεβρουαρίου του 1978.

Βεβαίως αυτή η προκήρυξη ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε ως γνήσια αφού στην ουσία η ΕΟΚΑ Β’ έπαψε να λειτουργεί μετά την Τουρκική εισβολή ως αυτόνομη οργάνωση.Η ιστορία της Κύπρου είχε πολλούς μάρτυρες και ένας από αυτούς ήταν ο Βαγόρης. Η θυσία του Ευαγόρα ακόμα και σήμερα αποτελεί πρότυπο και σύμβολο της ελευθερίας και της αυτοδιάθεσης.

Σχολιάστε Ελεύθερα