13 Δεκεμβρίου του 1943: 77 χρόνια από το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Η σφαγή των Καλαβρύτων αναφέρεται στην εξολόθρευση του ανδρικού πληθυσμού και την ολική καταστροφή της πόλης των Καλαβρύτων στην Ελλάδα, από στρατιώτες της γερμανικής 117ης Μεραρχίας Καταδρομών, κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου στις 13 Δεκεμβρίου του 1943.

H «Ράχη του Καπή», όπου εκτελέστηκαν 800 Καλαβρυτινοί
H «Ράχη του Καπή», όπου εκτελέστηκαν 800 Καλαβρυτινοί

Η πράξη αυτή αναφέρεται στα μαζικά αντίποινα στην εκτέλεση 77 Γερμανών αιχμαλώτων, οι οποίοι είχαν συλληφθεί από τους αντάρτες κατά τη διάρκεια της επιχείρησης «Καλάβρυτα».Αν είναι αντίποινα ή προσχεδιασμένη ενέργεια το αφήνουμε στι δικιά σας σκέψη.

Οι σφαγές ξεκίνησαν από την παράκτια περιοχή της Αχαΐας στη βόρεια Πελοπόννησο, όταν τα στρατεύματα της Βέρμαχτ στην πορεία τους έκαψαν χωριά και δολοφόνησαν τους πολίτες στο δρόμο τους.

Η σφαγή των Καλαβρύτων είναι η πιο βαριά περίπτωση πολεμικού εγκλήματος στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ας πάρουμε όμως τα γεγονότα από την αρχή.

Έναρξη της γερμανικής επιχείρησης

Το φθινόπωρο του 1943, ο γερμανικός στρατός κατοχής στην Πελοπόννησο απαρτιζόταν από την 117η Μεραρχία Καταδρομών, υπό τον στρατηγό Καρλ φον Λε Σουίρ (Karl von Le Suire), με έδρα του επιτελείου της το Περιγιάλι Κορινθίας. Η μεραρχία αυτή αποτελούνταν από Αυστριακούς και Γερμανούς από την Αλσατία, Λοθαριγγία, Ρουμανία, Σουδητία (περιοχή της Τσεχοσλοβακίας), Βαρτεγκάου κα. Πιο πριν, η μεραρχία αυτή, ως 717η Μεραρχία πεζικού και με αρκετά διαφορετική σύνθεση και ηγεσία, είχε συμμετάσχει σε επιχειρήσεις εναντίον ανταρτών και μαζικές εκτελέσεις χιλιάδων αμάχων, ως αντίποινα, στη Σερβία.

Η μάχη της Κερπινής και η παράδοση των Γερμανών

Το κεντρικό αρχηγείο Πελοποννήσου του ΕΛΑΣ, με βάση τα Δεμέστιχα, ήξερε ήδη, από κατασκόπους του, για την αναγνωριστική επιχείρηση των Γερμανών και έτσι έδωσε εντολή σε σώμα 200 ανταρτών να περιμένει τους Γερμανούς στην Κερπινή, για να τους εμποδίσει να φτάσουν στα Καλάβρυτα.

Την 16η Οκτωβρίου, οι Γερμανοί βάδιζαν αμέριμνοι, μετά από κοπιαστική αλλά χωρίς προβλήματα πορεία όλη την ημέρα, στο μονοπάτι από τους Ρωγούς προς την Κερπινή, με σκοπό να κατασκηνώσουν το βράδυ στο χωριό. Στις 16.45, δέχτηκαν αιφνιδιαστικά επίθεση από όλες τις πλευρές και κατέφυγαν σε ένα ύψωμα όπου παρέμειναν όλο το βράδυ, αποκρούοντας διαδοχικές επιθέσεις των ανταρτών.

Εν τω μεταξύ οι αντάρτες είχαν ενισχυθεί και από πλέον 200 άνδρες του εφεδρικού ΕΛΑΣ καθώς και αγρότες από τα γύρω χωριά. Όλοι ήταν αποφασισμένοι να μην αφήσουν τους Γερμανούς να καταστρέψουν τα Καλάβρυτα, όπως πίστευαν ότι ήταν η αποστολή του αποσπάσματος Σόμπερ. Ευρισκόμενος σε δεινή θέση και μη μπορώντας λόγω έλλειψης ασυρμάτου να επικοινωνήσει με το αρχηγείο του, ο Σόμπερ αποφάσισε να επιχειρήσει διάσπαση του κλοιού το ξημέρωμα, με σκοπό να φτάσει στο Αίγιο.

Η προσπάθειά του τελικά απέτυχε με αποτέλεσμα ολόκληρο το απόσπασμά του να αιχμαλωτιστεί, εκτός από 10 στρατιώτες που κατάφεραν να διαφύγουν σε κοντινή χαράδρα. Το αποτέλεσμα της συμπλοκής χαρακτηρίζεται ως έξυπνη, από τακτικής απόψεως, επιτυχία που έφεραν σε πέρας με θάρρος οι άντρες του ΕΛΑΣ.

Αποτυχία των διαπραγματεύσεων και εκτέλεση των Γερμανών

Τη στιγμή της αιχμαλώτισης του λόχου Σόμπερ, διοικητής της 117ης μεραρχίας ήταν ο Αλεξάντερ Ερνστ Μπούρκβεν, εκ πεποιθήσεως ναζιστής που δεν επρόκειτο να επιδείξει μετριοπάθεια. Η πρώτη του αντίδραση ήταν η σκέψη να χρησιμοποιηθεί η αεροπορία η οποία θα επέβαλε αντίποινα μέσω της ρίψης εμπρηστικών βομβών. Τρεις ημέρες μετά, ανέβαλε τη σκέψη για άμεσα αντίποινα.

Εν τω μεταξύ, δύο νεαροί άνδρες του ΕΛΑΣ από το χωριό Σουδενά είχαν εκτελέσει 3 Γερμανούς τραυματίες που περιθάλπονταν στο νοσοκομείο των Καλαβρύτων μετά τη μάχη της Κερπινής. Από το χωρίο εκείνο καταγόταν ο 18χρονος Ντίνος Παυλόπουλος, τον οποίο είχαν κρεμάσει οι Γερμανοί στα Καλάβρυτα, την 1η Σεπτεμβρίου του 1943. Ο ένας μάλιστα από τους εκτελεστές του ήταν και μακρινός συγγενής του θύματος. Η απαγωγή και εκτέλεση των αιχμαλώτων αυτών έγινε παρά τις έντονες αντιρρήσεις του προσωπικού του νοσοκομείου και δυστυχώς θα έπαιζε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη των αποτρόπαιων γεγονότων που θα ακολουθούσαν.

Οι αντάρτες, μη διαθέτοντας στρατόπεδα αιχμαλώτων πολέμου, κρατούσαν τους Γερμανούς στο χωριό Μαζέικα (σημ. Κλειτορία). Οι Γερμανοί αιχμάλωτοι είχαν εντολή από τον διοικητή τους, Σόμπερ, να μην επιχειρήσει κανείς να αποδράσει προκειμένου να μην επιβαρυνθεί η τύχη των υπόλοιπων. Διοικητής του ΕΛΑΣ στην περιοχή του Χελμού ήταν τότε ο Δημήτρης Μίχος.

Όταν ο διοικητής της 117ης μεραρχίας έμαθε ότι υπήρχαν επιζώντες, άσκησε πίεση στους προύχοντες του Αιγίου και στον Μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, Θεόκλητο Παναγιωτόπουλο, μετέπειτα αρχιεπίσκοπο, να μεταβούν στην περιοχή των ανταρτών με σκοπό τη μεσολάβηση για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων. Απείλησε μάλιστα πως, σε περίπτωση αποτυχίας τους, θα προέβαινε σε μαζικά αντίποινα και εκτεταμένη καταστροφή χωριών.

Σύμφωνα μάλιστα με δημοσίευμα τοπικής εφημερίδα λίγο αργότερα, ο Γερμανός διοικητής πρότεινε να βοηθήσει στον επισιτισμό της Αιγιαλείας και των Καλαβρύτων, με αντάλλαγμα την επιστροφή των στρατιωτών. Στην αποστολή που συγκροτήθηκε, συμμετείχαν τελικά ο δήμαρχος του Αιγίου, Αλέξανδρος Καζάνης, ο δικηγόρος Παναγιώτης Μεντζελόπουλος και δύο ιερείς, εκ των οποίων ο ένας, ο Κωνσταντίνος Χρόνης, είχε διοριστεί για τον σκοπό αυτό από τον μητροπολίτη.

Όλοι παρακάλεσαν τον Θεόκλητο να μπει ο ίδιος επικεφαλής της αποστολής, αλλά αυτός αρνήθηκε παρόλο που γνώριζε τον Μίχο προσωπικά. Κατά τον ιστορικό Χανς Μάγερ, το έκανε από έλλειψη θάρρους.

Οι διαπραγματεύσεις διεξήθησαν στο χωριό Βυσοκά (σημ. Σκεπαστό) μέσα σε κλίμα δυσπιστίας. Οι αντάρτες ζήτησαν την απελευθέρωση αιχμαλώτων μαχητών συντρόφων τους και έγκλειστων κομμουνιστών, ωστόσο οι Γερμανοί εξέφρασαν αντιρρήσεις ως προς το δεύτερο αίτημα. Στη συνέχεια η κατάσταση εκτραχύνθηκε με απειλές των ανταρτών προς τα μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας, καθώς είχαν εκνευριστεί από τη συμπεριφορά των Γερμανών.

Αργότερα ο Μίχος έγραψε πως οι Γερμανοί δεν ήθελαν να γίνει ανταλλαγή αιχμαλώτων και πως ήθελαν να επιβάλλουν όρους νικητή σε ηττημένους. Μέσα σε αυτή τη συγκεχυμένη και απειλητική ατμόσφαιρα, ο Χρόνης επέστρεψε στο Αίγιο και παρακάλεσε τον μητροπολίτη να μεταβεί ο ίδιος στη Βυσοκά και να ασκήσει την επιρροή του προς εξεύρεση λύσης. Ωστόσο ο Θεόκλητος αρνήθηκε και πάλι. Έτσι έστειλε πίσω τον Χρόνη, με άλλα δύο μόνο μέλη της αρχικής αντιπροσωπείας αυτή τη φορά, καθώς οι υπόλοιποι είχαν φοβηθεί από τις απειλές που είχαν δεχθεί. Η αποστολή τους απέτυχε και πάλι.

Στις 29 Νοεμβρίου,οι Έλληνες αντάρτες απέστειλαν την τελευταία τους πρόταση, με ονομαστική αναφορά σε Έλληνες κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης της Γερμανίας. Πιθανολογείται πως στη λίστα αυτή περιλαμβανόταν και το όνομα του Νίκου Ζαχαριάδη, έγκλειστου στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου. Επίσης απαιτούσαν την απελευθέρωση 50 Ελλήνων για κάθε Γερμανό αιχμάλωτο, ακολουθώντας την αναλογία που είχαν ορίσει οι ίδιοι οι Γερμανοί για τα μαζικά αντίποινα.

Αμέσως μετά την ελληνική αποστολή ακολούθησε η αποστολή του ελληνομαθή υπολοχαγού Φραντς Γιούππε, όπου απέτυχε και αυτή, καθώς δεν επιτεύχθηκε ούτε και τότε συμφωνία για την απελευθέρωση των κομμουνιστών. Μετά από την αποτυχία των διαπραγματεύσεων, ο Λε Σουίρ έδωσε εντολή να απελευθερωθούν οι αιχμάλωτοι χρησιμοποιώντας βία.

Στις 5 Δεκεμβρίου 1943, έφτασαν στα Μαζέικα, όπου κρατούνταν οι Γερμανοί, η είδηση για τη μάχη στο Παγκράτι, την εκτέλεση αγροτών στο χωριό Δάρα και την πυρπόληση του χωριού αυτού. Οι Γερμανοί πλησίαζαν στα Μαζέικα. Οι απειλητικές αυτές ειδήσεις ανάγκασαν τον αρχηγό του αποσπάσματος των ανταρτών, Σωτήρη Θεοδωρακόπουλο (“Κριαρά”) να εγκαταλείψει τα Μαζέικα, μαζί με τους 77 αιχμαλώτους και να καταφύγει στο Πλανητέρο.

Η φυγή τους ήταν τόσο εσπευσμένη που ξέχασαν στο χωριό και έναν Γερμανό τραυματία. Στη συνέχεια κατέφυγαν στο Μάζι. Το τι επακολούθησε δεν είναι ξεκάθαρο αλλά φαίνεται πως στην ομάδα Θεοδωρόπουλου έφτασε γραπτή εντολή να εκτελέσει τους αιχμαλώτους. Τα μέλη της ομάδας αρνήθηκαν να εκτελέσουν τη διαταγή, όπως και ο αρχηγός τους, ο οποίος την ίδια ημέρα επέστρεψε στο χωριό του. Την εκτέλεση των αιχμαλώτων ανέλαβε άλλη ανταρτική ομάδα, με επικεφαλής κάποιον Κάραλη από τη νότια Μάνη.

Ο υποστράτηγος Καρλ φον Λε Ζουίρ

Τελικά οι Γερμανοί αιχμάλωτοι εκτελέστηκαν ομαδικά στην άκρη μιας χαράδρας βάθους 80μ., δύο ώρες βορειοανατολικά από το Μάζι. Τα πτώματά τους ρίχτηκαν στη χαράδρα, όμως δύο αιχμάλωτοι επέζησαν. Ο ένας, μάλιστα, κατάφερε να φτάσει μόνος στη μονάδα του.

Η κατάσταση στην Ελλάδα, μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών με τους Συμμάχους, ενέπνεε μεγάλη ανησυχία στους Γερμανούς. Σύμφωνα με γερμανικό στρατιωτικό έγγραφο εκείνης της εποχής, το μεγαλύτερο τμήμα της χώρας δεν ελεγχόταν πια από τη Βέρμαχτ, της οποίας η κυριαρχία περιοριζόταν στις περιοχές γύρω από τις βάσεις της. Η διοίκηση της μεραρχίας έβλεπε ότι η ανταρτική δραστηριότητα του ΕΛΑΣ στην περιοχή των Καλαβρύτων απειλούσε τη σιδηροδρομική και οδική επικοινωνία της Πάτρας με την Κόρινθο και την Τρίπολη. Έτσι έκρινε ως απολύτως απαραίτητη την εξουδετέρωση αυτών των ανταρτικών ομάδων. Ως επιχείρηση αναγνώρισης αλλά και προετοιμασίας, ο Λε Σουίρ διέταξε ένα βιαστικά συγκροτημένο απόσπασμα, αποτελούμενο από 97 άνδρες, να διερευνήσει την κατάσταση στην περιοχή γύρω από τα Καλάβρυτα. Το απόσπασμα αυτό θα είχε επικεφαλής τον λοχαγό Χανς Σόμπερ και θα κινούνταν με τα απολύτως απαραίτητα εφόδια και πυρομαχικά, με σκοπό να είναι όσο το δυνατόν πιο ευκίνητο. Για τον ίδιο λόγο, δεν εφοδιάστηκε με ασυρμάτους, επιλογή που αργότερα αποδείχθηκε μοιραίο σφάλμα. Η επιχείρηση του λόχου Σόμπερ θα διαρκούσε 2 ημέρες, κατά το Σαββατοκύριακο της 16ης-17ης Οκτωβρίου 1943.

Η σφαγή

Το εξαγριωμένο γερμανικό απόσπασμα που βρήκε τους νεκρούς ισοπέδωσε το Μάζι και εκτέλεσε 5 Έλληνες. Το πρωί της 8ης Δεκεμβρίου, ο Λε Σουίρ έστειλε μέσω ασυρμάτου τη διαταγή «να εκτελεστεί ο ανδρικός πληθυσμός και να πυρποληθούν τα χωριά». Η επιχείρηση «Καλάβρυτα» ανατέθηκε τελικά στον ταγματάρχη Εμπερσμπέργκερ.

Οι Γερμανοί, με επικεφαλής τον Εμπερσμπέρκερ, στο δρόμο για τα Καλάβρυτα, εκτέλεσαν 143 άνδρες, στα χωριά Ρωγοί, Κερπινή, Άνω και Κάτω Ζαχλωρού, καθώς και στη Μονή Μεγάλου Σπηλαίου. Επίσης έκαψαν περίπου 1.000 σπίτια σε πάνω από 50 χωριά, αφού τα λεηλάτησαν αποκομίζοντας περισσότερα από 2.000 πρόβατα και μεγαλύτερα ζώα και περίπου 260.000.000 δραχμές.

Όταν έφθασαν στα Καλάβρυτα, κλείδωσαν όλες τις γυναίκες και τα παιδιά κάτω των 14 στο σχολείο και διέταξαν όλους τους άνδρες από 14 και πάνω να παρουσιαστούν έξω από το χωριό. Εκεί οι Γερμανοί τους εκτέλεσαν με συνεχείς ριπές πολυβόλων, σκοτώνοντας περίπου 500 άτομα. Οι γυναίκες και τα παιδιά κατάφεραν να αποδράσουν από το σχολείο ενώ το χωριό φλεγόταν. Την επόμενη ημέρα τα ναζιστικά στρατεύματα πυρπόλησαν το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, που συνδέεται στενά με την Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Σήμερα στη θέση του εγκλήματος διατηρείται μνημείο, ως ανάμνησης των πεσόντων και του φρικτού γεγονότος, και κάθε χρόνο γίνεται αναμνηστική εκδήλωση.

Παρά το γεγονός ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έχει αναγνωρίσει δημόσια τη ναζιστική αγριότητα κατά των Καλαβρύτων, ακόμα δεν έχει καταβληθεί καμιά αποζημίωση. Τον Απρίλιο του 2000, ο τότε Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Γιοχάννες Ράου, επισκέφτηκε τα Καλάβρυτα όπου εξέφρασε συναισθήματα ντροπής και βαθιάς θλίψης για την τραγωδία. Εντούτοις όμως, δεν ανέλαβε την ευθύνη εξ ονόματος του γερμανικού κράτους και δεν αναφέρθηκε στο ζήτημα των αποζημιώσεων.

Η επόμενη μέρα- τι γράφαν οι εφημερίδες της εποχής

Στις 24 Δεκέμβρη του 1943, σε μία έκτακτη έκδοσή του, ο «Ριζοσπάστης» φιλοξενούσε μια ανατριχιαστική είδηση. Κάτω από τον τίτλο «Η τραγωδία των Καλαβρύτων – Οι Ούννοι κολυμπάν στο αίμα», έγραφε: Στα Καλάβρυτα ξετυλίχτηκε μια φρικαλέα πράξη απ’ την πιο φοβερή τραγωδία που έζησε η Ελλάδα και ολόκληρη η Ευρώπη. Ορδές των Ούννων έκαναν επιδρομή και μπήκαν στα Καλάβρυτα που ο πληθυσμός είχε αδειάσει και αποσύρθηκε ολόκληρος στα βουνά. Οι άνανδροι Ούννοι, βαρβαρότεροι και απ’ τις άγριες φυλές της ζούγκλας, κάλεσαν τον πληθυσμό να ξαναγυρίσει στα Καλάβρυτα με την υπόσχεση ότι δεν είχε να πειραχτεί κανένας. Ο πληθυσμός ξαναγύρισε και τότε οι Ούννοι, οι προστάτες των Ράλληδων Ντερτιλήδων, ρίχτηκαν στην εξόντωση των αθώων και ανυπεράσπιστων ανθρώπων. Εκλεισαν όλα τα γυναικόπαιδα σε ένα σχολείο και έβαλαν φωτιά. Τυλιγμένες απ’ τις φλόγες οι γυναίκες πάλεβαν να σπάσουν τις πόρτες, ενώ έριχναν τα παιδιά όξω απ’ τα παράθυρα για να σωθούν. Εσπασαν τις πόρτες και μισοκαμένος και ξετρελαμένος αυτός ο κόσμος ρίχτηκε στους δρόμους οπότε αντιμετώπισε άλλο φρικτό θέαμα. Οι Ούννοι είχαν συγκεντρώσει σε μια διπλανή πλαγιά τον άρρενα πληθυσμό από δεκάξι χρονών και πάνου και τον θέριζαν με πολυβόλα. Σκότωσαν πάνου από οχτακόσιους ανθρώπους και κάμποσες γυναίκες που με θρήνους και οδυρμούς έτρεξαν να περιμαζέψουν τα πτώματα που είταν βουτηγμένα σε βούρκο αίματος. Οι Ούννοι απόκλεισαν τα Καλάβρυτα και απαγόρεψαν και στον Ερυθρό Σταυρό να επικοινωνήσει και να στείλει οποιαδήποτε βοήθεια στα τραγικά θύματα. Οι Ούννοι, αυτές οι ύαινες που γρυλίζουν για πολιτισμό και για θρησκεία, έκαναν επιδρομή και στο ιστορικό μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. Λεηλάτησαν αυτό το εθνικό μνημείο και σκότωσαν όλους τους καλόγερους γκρεμίζοντάς τους στους βράχους.

Ενα μήνα αργότερα, η εφημερίδα «ΔΟΞΑ», της συντηρητικής οργάνωσης «Πανελλήνιος Ενωσις Αγωνιζόμενων Νέων», γνωστής από τα αρχικά της και ως ΠΕΑΝ, έγραφε για το ίδιο θέμα, υπό τον τίτλο «Από τα όργια της Καταραμένης Φυλής»: Στα Καλάβρυτα εκτελέσθησαν με πολυβόλα όλοι οι άρρενες, 1.465 τον αριθμόν, ύστερα από την άκοπη όσο κι εγκληματική για τις συνέπειές της εκτέλεση 83 Ούννων αιχμαλώτων από τους παρτιζάνους του ΚΚΕ.

Ετσι, το ΚΚΕ εμφανίστηκε τότε από τις συντηρητικές αστικές οργανώσεις αν όχι ως ο κύριος υπεύθυνος της τραγωδίας των Καλαβρύτων, τουλάχιστον ως συνύπευθυνος, με τον ίδιο βαθμό ευθύνης που έφεραν οι κατακτητές. Η προπαγάνδα αυτή – διότι περί προπαγάνδας επρόκειτο – συνεχίστηκε και εντάθηκε ακόμη περισσότερο κατά την περίοδο του εμφυλίου και του μετεμφυλιακού καθεστώτος, με αποτέλεσμα κάθε έγκλημα και θηριωδία των κατακτητών να ερμηνεύεται και να δικαιολογείται από τη δράση των κομμουνιστών ανταρτών και συγκεκριμένα του ΕΛΑΣ.

«Ο αφανισμός των Καλαβρύτων – γράφει ο Δ. Γατόπουλος – είχε την αρχήν του από τα 20 Οκτωβρίου 1943, οπότε συνεκροτήθη η μάχη της Κερπινής. Εις την μάχην αυτήν προς τους αντάρτας, εις την οποίαν εχρησιμοποιήθη ένα ολόκληρον γερμανικόν τάγμα, οι Γερμανοί υπέστησαν αληθινήν πανωλεθρίαν. Ενας λόχος Γρεναδιέρων εξωλοθρεύθη μέχρι και του τελευταίου σχεδόν ανδρός. Οσοι από τους άνδρας του επέζησαν, 69 τον αριθμόν, καθώς και τρεις τραυματίαι, συνελήφθησαν αιχμάλωτοι και μεταφέρθησαν αιχμάλωτοι παρά των ανταρτών πλησίον των Καλαβρύτων. Οι Γερμανοί έφεραν πολύ βαρέως τας τεραστίας απώλειάς των, με διάφορα δε προσχήματα, εκδικούμενοι, διέταξαν την εκτέλεσιν ομήρων εις τας περιοχάς Πατρών και Αιγίου, αντί να στραφούν κατά των ανταρτών. Τούτο προεκάλεσε την επέμβασιν των ανταρτών, οι οποίοι ειδοποίησαν την γερμανικήν διοίκησιν να σταματήση τας εκτελέσεις αθώων ομήρων, διότι “εν εναντία περιπτώσει – ετονίσθη από τους αντάρτας – θα ευρεθούμε στη δυσάρεστη θέση να προβούμε εις αντίποινα, εις εκτελέσεις, των εις χείρας μας Γερμανών αιχμαλώτων”. Παρά την προειδοποίησιν, όμως, των ανταρτών, οι Γερμανοί όχι μόνον εξηκολούθησαν τας εκτελέσεις, αλλά προέβησαν και εις άλλα σκληρότερα μέτρα. Τότε το δράμα που απέληξε εις τον αφανισμόν των Καλαβρύτων ήρχισε να προσλαμβάνη την φοβεράν μορφήν του. Ολίγας ημέρας αργότερα και εις απάντησιν εκτελέσεων ομήρων παρά των Γερμανών, διετάχθη παρά του αρχηγείου των ανταρτών η εκτέλεσις των εις χείρας των Ελλήνων Γερμανών αιχμαλώτων. Και η εκτέλεσις επραγματοποιήθη εις την περιφέρειαν των Καλαβρύτων. Από της στιγμής εκείνης οι Γερμανοί – παρ’ όλον που αυτοί οι ίδιοι προεκάλεσαν τον θάνατον των στρατιωτών των, αφού δεν εσταματούσαν τις εκτελέσεις των αθώων ομήρων – απεφάσισαν αγρίαν εκδίκισιν. Και δεν ήργησαν να την πραγματοποιήσουν, κατά τον τρομακτικώτερον τρόπον».

Πέραν ορισμένων ιστορικών ανακριβειών, ειδικότερα δε αυτής που αναφέρεται στην εκτέλεση των Γερμανών ομήρων πριν την καταστροφή των Καλαβρύτων, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η απαρχή της τραγωδίας της πόλης και των γύρω περιοχών έχει βαθύτερα αίτια από αυτά που ο Γατόπουλος παρουσιάζει. Στις 8 Σεπτέμβρη του 1943 ο φασιστικός άξονας δέχτηκε ένα ισχυρότατο πλήγμα. Ολόκληρη η Ευρώπη μάθαινε από τις συχνότητες του BBC, μέσω ενός μαγνητοφωνημένου ραδιοφωνικού μηνύματος του αρχιστράτηγου των συμμαχικών δυνάμεων στρατηγού Ντουάιτ Ντ. Αϊζενχάουερ, ότι η ιταλική κυβέρνηση παρέδωσε άνευ όρων τις στρατιωτικές της δυνάμεις. Η ιταλική συνθηκολόγηση – που είχε γίνει από τις 3 Σεπτέμβρη του 1943 όταν η 8η αγγλική στρατιά του στρατηγού Μοντγκόμερι πέρασε το στενό πορθμό της Μεσσήνης από τη Σικελία κι αποβιβάστηκε στη μύτη της ιταλικής μπότας, κρατήθηκε, για ευνόητους λόγους, μυστική, υποχρεώνοντας την Γερμανία να αναλάβει τον πλήρη έλεγχο των κατεχόμενων χωρών όπου μέχρι εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν και ιταλικά στρατεύματα. Αυτό ακριβώς έγινε και στην Ελλάδα. Πέραν όμως της αντικατάστασης των ιταλικών δυνάμεων κατοχής με γερμανικές, οι ναζί, ειδικά, για την Ελλάδα πήραν επιπλέον μέτρα, τα οποία οφείλονταν στους φόβους τους ότι μετά τη συμμαχική απόβαση στην Ιταλία θα ακολουθούσε απόβαση και στην Ελλάδα κατά μήκος των ακτών προς το Ιόνιο, συμπεριλαμβανομένης και της Πελοποννήσου. Μια διαταγή του Χίτλερ – που διαβίβασε, στις 6/10/1943, ο στρατάρχης Κάιτελ προς τον στρατάρχη Μαξιμίλιαν φον Βάικς, στρατιωτικό διοικητή της Νοτιανατολικής Ευρώπης – αναφέρει χωρίς περιστροφές πως σε περίπτωση απόβασης συμμαχικών δυνάμεων στην Ελλάδα τα γερμανικά στρατεύματα θα πρέπει να καταστρέψουν τα πάντα νότια της γραμμής Κερκύρας – Μετσόβου – Ολύμπου.

Πριν όμως φτάσουν στο σημείο να καταστρέψουν κατ’ αυτό τον τρόπο, οι ναζί όφειλαν να ξεμπερδεύουν με την Εθνική Αντίσταση, χτυπώντας αλύπητα όχι μόνο τους αντάρτες, αλλά και όσους τους υπέθαλπαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, δηλαδή τα χωριά, τις πόλεις και τις κωμοπόλεις, όπου υπήρχαν πολιτικές οργανώσεις Εθνικής Αντίστασης κι όπου συχνά οι αντάρτικες δυνάμεις έβρισκαν καταφύγιο, τροφή και κάθε είδους υποστήριξη. Μια έκθεση της 117ης γερμανικής Μεραρχίας Κυνηγών (καταδρομών), γραμμένη στα τέλη Νοέμβρη του 1943 αναφέρεται στην κατάσταση που ήδη έχει διαμορφωθεί στην Πελοπόννησο, σημειώνοντας ανάμεσα σε άλλα: Ολόκληρη η Πελοπόννησος πρέπει να θεωρείται σήμερα συμμορίτικη περιοχή. Οι διαρκείς επιθέσεις δείχνουν ότι κι εκεί όπου υπάρχουν συγκεντρωμένα γερμανικά στρατεύματα, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ειρηνοποίηση της χώρας. Η ορεινή ενδοχώρα είναι υπό την πλήρη κυριαρχία των συμμοριών. Εκεί αυτές αποτελούν κράτος εν κράτει κι ασκούν απεριόριστα την κομμουνιστική κυβερνητική εξουσία τους…». Ακριβώς στο πλαίσιο αυτών των στρατιωτικών υπολογισμών σχεδιάζεται και η «επιχείρηση Καλάβρυτα», η οποία θεωρείται αναγκαία για τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής που υπολόγιζαν πως στην ευρύτερη περιοχή Καλαβρύτων βρίσκονταν περί τις 5.000 αντάρτες, η ισχυρότερη δηλαδή αντάρτικη δύναμη σ’ ολόκληρη την Πελοπόννησο.

Οι Γερμανοί, γράφει ο Ευάγγελος Μαχαίρας στις αναμνήσεις του, «ήξεραν πως η κύρια βάση των ανταρτών ήταν τα Καλάβρυτα… Από την περιοχή των Καλαβρύτων ξεκίνησαν οι πρώτοι αντάρτες. Τα Καλάβρυτα και η ορεινή περιοχή τους ήταν το ασφαλές καταφύγιό τους, το κέντρο ανεφοδιασμού και της στρατολογίας τους και έπρεπε να το καταστρέψουν. Πολύ περισσότερο δε που οι αντάρτες της περιοχής Καλαβρύτων είχαν ταπεινώσει το γερμανικό στρατό στη μάχη της Κερπινής και είχαν στα χέρια τους 80 αιχμαλώτους. Ηξεραν ακόμη ότι Καλάβρυτα – Μέγα Σπήλαιο – Αγία Λαύρα ήταν ορμητήρια του απελευθερωτικού αγώνα του 1821 και ότι η παράδοση αυτή θα συνεχιζόταν. Η ιερή αυτή για τους Ελληνες περιοχή θα ήταν το ορμητήριο χιλιάδων αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, που θα χτυπούσαν αλύπητα τους κατακτητές. Επομένως ο σκοπός της εκστρατείας τους κατά της περιοχής των Καλαβρύτων ήταν διπλός:

Πρώτον, η σκληρή τιμωρία, δηλαδή η πλήρης εξόντωση των αντάρτικων τμημάτων που τόλμησαν να χτυπήσουν γερμανική φάλαγγα, να τη διαλύσουν και να την αιχμαλωτίσουν, δεύτερον να καταστρέψουν τα ιστορικά εθνικά μας κέντρα (Καλάβρυτα – Μέγα Σπήλαιο – Αγία Λαύρα) και ολόκληρη τη γύρω περιοχή, να την μετατρέψουν σε καμένη γη, ώστε να μην μπορεί να είναι ούτε ορμητήριο, ούτε φωλιά ανταρτών. Να είναι ερημιά, ερείπια, στάχτες, που να εμπνέουν στους περαστικούς το φόβο, τον τρόμο και την απελπισία». Η διαταγή για την «επιχείρηση Καλάβρυτα» δόθηκε από τον Χίτλερ και τον στρατάρχη Κάιτελ στις 29/10/1943.

Η εκτέλεση της επιχείρησης ανατέθηκε στον διοικητή της 117ης Μεραρχίας, αντιστράτηγο Καρλ φον Λε Σουίρ. Ο τελευταίος αφού συγκέντρωσε τις στρατιωτικές δυνάμεις που του ήταν απαραίτητες, στις 25/11/1943, εξέδωσε την υπ’ αριθ. 1296 διαταγή προς τις μονάδες που θα έπαιρναν μέρος στην επιχείρηση. Απ’ όσα αναφέραμε γίνεται σαφές ότι η καταστροφή των Καλαβρύτων δεν ήταν απλά μια πράξη αντεκδίκησης και αντιποίνων των κατακτητών αλλά μια πράξη συνειδητή και θεωρητικός ενταγμένη στην κατάπνιξη του κουμουνιστικού κινδύνου.

Η θεωρία των αντιποίνων: Σκοπιμότητες, προεκτάσεις και η ιστορική αλήθεια

Πολλοί λένε ότι η σφαγή των Καλαβρύτων ήταν ουσιαστικά η αντίδραση στην εκτέλεση Γερμανών στρατιωτών ομήρων από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Η θεωρία αυτή ορισμένες φορές μάλιστα έφτανε στα όρια της φαιδρότητας. Για παράδειγμα, σε μια μπροσούρα του δικηγόρου Ιωάννη Τρόκαλλη με τίτλο «Η τραγωδία των Καλαβρύτων», που κυκλοφόρησε το 1946 (περίληψη του περιεχομένου της είχε μεταδοθεί από τον Κρατικό Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών στις 25/3/1945) διαβάζουμε: Διατί οι Γερμανοί προέβησαν εις ομαδικήν εκτέλεσιν των Καλαβρυτινών, την πυρπόλησιν των Καλαβρύτων και της Αιγιαλείας; Διότι ο Κομμουνισμός, εν τη εφαρμογή του σχεδίου του να γενικεύση την απαθλίωσιν του πληθυσμού της επαρχίας των Καλαβρύτων διά να πυκνώση τας φάλαγγας των προλεταρίων και αναρχικών οπαδών του, προέβη εις ωρισμένας ενέργειας εις βάρος των Γερμανών με τον αποκλειστικόν σκοπόν να εφαρμοσθούν τα υπό τούτων εξηγγελμένα αντίποινα κατά του αμάχου πληθυσμού και να ευοδωθούν ούτω οι εκτεθέντες αναρχο-πολιτικοί του Κομμουνισμού σκοποί. Αλλοτε πάλι η φαιδρότητα κρυβόταν πίσω από την επισημότητα κάποιου προσώπου και η θεωρία των αντιποίνων πρόβαλλε ως δήθεν σοβαρή ιστορική ανάλυση.

Το 1960, για παράδειγμα, ο τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Καραμανλή, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, δικαιολογούσε τις σφαγές των χιτλερικών στη μαρτυρική πόλη των Καλαβρύτων με το επιχείρημα ότι ο ΕΛΑΣ έφταιξε που έσφαξε αιχμαλώτους Γερμανούς. Χωρίς αμφιβολία η αντικομμουνιστική τύφλωση δεν επέτρεπε στους κατά καιρούς κομμουνιστοφάγους να σκεφτούν το εντελώς κοινότυπο και λογικό, ότι σε έναν πόλεμο, όσο σκληρός κι αν είναι, με τίποτα δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η μαζική σφαγή άμαχου πληθυσμού, το ξεθεμέλιωμα πόλεων και χωριών. Θα μπορούσε, συνεπώς, να ερμηνεύσει κανείς τη θεωρία των αντιποίνων επικαλούμενος τον αντικομμουνισμό της εποχής που γράφτηκαν και ειπώθηκαν τα προαναφερόμενα. Αλλά μήπως ίδια δεν είναι και η λογική με την οποία προσεγγίζουν σήμερα την περίοδο της Κατοχής οι λεγόμενοι αναθεωρητές της ιστορίας (Καλύβας, Μαρατζίδης, κλπ.) όταν στο όνομα της ύπαρξης και δράσης του ΕΛΑΣ, επιχειρούν να δικαιολογήσουν όχι μόνο τη δράση των κατοχικών δυνάμεων αλλά και τη δράση των ντόπιων συνεργατών τους; Εν πάση περιπτώσει, το εκάστοτε πολιτικό συμφέρον της κυρίαρχης τάξης ρίχνει βαριά τη σκιά του πάνω στην ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων.

Ας εξετάσουμε επομένως αν όντως ευσταθεί ο ισχυρισμός των αντιποίνων, αν δηλαδή υπήρχε βάση για τα οποιαδήποτε αντίποινα. Αναφερόμενος στο ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων, ο Βρετανός ιστορικός Mark Mazower (Μαρκ Μαζάουερ) κι ένας εκ της ομάδος των αναθεωρητών της Ιστορίας, ισχυρίζεται ότι οι πράξεις των Γερμανών στα Καλάβρυτα και στη γύρω περιοχή στηρίζονταν στη λογική των αντιποίνων. Συγκεκριμένα γράφει: Μια σφαγή ιδιαίτερα – ο μαζικός τουφεκισμός άνω των 500 ανδρών στα Καλάβρυτα – μετέτρεψε την πρακτική των αντιποίνων σε έντονα διαμφισβητούμενο πολιτικό ζήτημα. Στα τέλη Οκτωβρίου 1943 αντάρτες της Βόρειας Πελοποννήσου είχαν απαγάγει και σκοτώσει 78 στρατιώτες της 117ης Μεραρχίας Γέγκερ του Λε Σουίρ. Αυτό έγινε σε μια στιγμή που ο πασίγνωστος ανθέλληνας Λε Σουίρ ένιωθε πως η περιοχή που διοικούσε ξέφευγε από τον έλεγχό του, οι αντάρτες σχημάτιζαν “ένα κράτος εν κράτει” στην Πελοπόννησο, παρά τις εκτεταμένες επιχειρήσεις του εναντίον τους τους τελευταίους εκείνους μήνες. Σε αντεκδίκηση για το θάνατο των ανδρών του, αποδύθηκε σε μια σειρά από αποτρόπαιες επιδρομές αντιποίνων στα βουνά γύρω από τα Καλάβρυτα και στα μέσα Δεκεμβρίου οι δυνάμεις του είχαν κάψει 25 χωριά και τουφεκίσει 696 Ελληνες, μαζί και όλο τον αρσενικό πληθυσμό των Καλαβρύτων, όπου οι πληροφοριοδότες του ισχυρίζονταν ότι είχαν οδηγηθεί οι απαχθέντες στρατιώτες της Βέρμαχτ. Ο Μαζάουερ προβαίνει σε πολλές παραποιήσεις της ιστορικής αλήθειας που είναι εμφανείς διά γυμνού οφθαλμού. Μιλάει, για παράδειγμα, για απαχθέντες Γερμανούς στρατιώτες κι όχι για αιχμαλώτους, θέλοντας μάλλον να δώσει το χαρακτήρα συμμορίας – και όχι στρατού οργανωμένου – στους αντάρτες.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Αδιάσειστα ιστορικά στοιχεία, τα οποία δεν μπορεί να αγνοεί κανείς στις μέρες μας, βεβαιώνουν πως όταν οι Γερμανοί πραγματοποιούσαν το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων δε γνώριζαν πως οι στρατιώτες τους είχαν εκτελεστεί από τους αντάρτες. Επίσης, όταν οι Γερμανοί αποφάσισαν την «επιχείρηση Καλάβρυτα» οι αιχμάλωτοι δεν είχαν εκτελεστεί (εκτελέστηκαν μεταξύ 13/12/1943 και 15/12/1943), πράγμα που σημαίνει πως το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων εξυπηρετούσε για τις δυνάμεις κατοχής στρατιωτικούς σκοπούς ανεξάρτητους από την τύχη των αιχμαλώτων. Σχολιάζοντας το θέμα ο Ευάγ. Μαχαίρας γράφει στις αναμνήσεις του: «Τα αντίποινα δεν διατάχθηκαν, ούτε εφαρμόστηκαν μετά την εκτέλεση των αιχμαλώτων, αλλά πριν απ’ αυτήν. Πριν από την εκτέλεση κάηκαν τα Καλάβρυτα και είκοσι ακόμη χωριά. Πριν από την εκτέλεση των αιχμαλώτων εκτελέστηκαν 1.000 περίπου στα Καλάβρυτα και 300 περίπου στα παραπάνω χωριά και μοναστήρια. Η μνήμη αυτών των ανθρώπων δεν πρέπει να χαθεί κια σε αυτή αναφέρθηκαν με μια σειρά ανακοινώσεις οι πολιτικοί.

Σχολιάστε Ελεύθερα