Απ΄ τον Βυζηινό… στον «Κόμπο»! μια ιστορία δρόμος…

Γράφει η Χαρούλα Κοτσάνη

Μου είπε ένας καλός φίλος: «ωραία αυτά που μας λες, γράψε μας όμως και κάτι για τη Νικαριά του σήμερα» !

προς στιγμή γέλασα γιατί ο νους μου πήγε σ΄ εκείνον τον παππού του Γιωργή που διηγιόταν  στον εγγονό του, εντυπώσεις από τα αναρίθμητα ταξίδια που έκανε στη ζωή του, από τις βασιλοπούλες που είχε συναντήσει κρυφά στα δαιδαλώδη παλάτια του Σουλτάνου, από τις απέραντες πολιτείες που τριγύριζε… από τους παράξενους ανθρώπους που είχε γνωρίσει… και τι απογοήτευση ήταν εκείνη που δοκίμασε ο μικρός Γιωργής όταν ο παππούς, του εκμυστηρεύτηκε πως ποτέ δεν είχε καταφέρει να κάνει ένα ταξίδι,  ένα ολόκληρο ταξίδι από την αρχή ως το τέλος… μα έμενε πάντοτε στις προετοιμασίες και τούτο γιατί στο τέλος πάντοτε όλο και κάτι συνέβαινε, μια γεννούσε η αγελάδα και πώς να την αφήσει; την άλλη ερχόταν ένας θείος απ’ την Πόλη και δεν ήταν ευγενικό να φύγει…   Για να μην πάνε όμως όλα χαμένα έβαζε, την τελευταία στιγμή,  την γιαγιά πάνω στο άλογο, άλλο που δεν ήθελε εκείνη, και την έστελνε με τον αδερφό της να την προσέχει κιόλας όπου είχε σχεδιάσει ο ίδιος να ταξιδέψει…  όλα όμως αυτά που έλεγε στον εγγονό του ήταν αλήθεια, η δική του «αλήθεια», τα είχε διηγηθεί σ΄ εκείνον η καλομάνα του κι ας μην είχε πάει αυτός ποτέ πουθενά αλλά ούτε και η καλομάνα είχε πάει… και τούτη από την δικιά της τα είχε ακούσει… ένα μόνο ταξίδι κατάφερε να ολοκληρώσει ο παππούς με απόλυτη ακρίβεια και επιτυχία …                                                                            

                                         «Το τελευταίο της ζωής του ταξείδιον»!

Οποία χαρά με κατακλύζει σαν βυθίζομαι στον Βυζηινό ! τότε μόνο μου φαίνεται πως  ταξιδεύω πραγματικά! παραφράζοντας τον Μονταίνιο, που λέει πως οι άνθρωποι ονειροπολούν με τα μελλούμενα, εγώ έχω την τάση ίσως και την απερισκεψία μπορεί να πει κάποιος ότι ονειροπολώ με τα περασμένα.

Στέκομαι στο «λούρο» (βράχος), κάτω – κάτω στην άκρη του περιβολιού κι αγναντεύω κατά την Ανατολή βλέποντας το πέλαγος που ανοίγεται μπροστά μου ως τις απέναντι Ιωνικές ακτές, κάπου στο βάθος πίσω από τον «αθέρα» προβάλει θαμπά ο Κέρκης της Σάμου, ακούω πρώτα το σφύριγμα του πλοίου και μετά το βλέπω φωταγωγημένο και αντανακλώμενο σαν να γλιστράει πάνω σε τεράστιο καθρέφτη, έχει πια σουρουπώσει, να μπαίνει στο λιμάνι του Ευδήλου…                                                                                                                                  

Τόχεις δει ποτέ σου αυτό; Ε! τότε καμάρι μου, τίποτα δεν έχεις δει!

Βρέθηκα, που λέτε κάποτε, σε μια από τις πιο όμορφες πόλεις της Φλάνδρας, την Μπριζ, σαν παραμύθι! … εκεί στην κεντρική πλατεία υπάρχουν πολλοί ξεναγοί με τα γεροδεμένα μαλλιαρά και πανύψηλα άλογά τους, πρόθυμοι να σε ξεναγήσουν με μια αξέχαστη «αμαξάδα» μέσα στα γραφικά σοκάκια της πόλης τους, με το αζημίωτο βεβαίως…

Η πλατεία αναδίδει την έντονη οσμή της καβαλίνας, οι κοπριές αυτών των ζώων πέφτουν σε ειδικό σάκο χωρίς να φαίνονται, η μυρωδιά όμως σου θυμίζει κάτι από αχυρώνα, παρ΄ όλα αυτά βρίσκεσαι σε μία γραφικότατη πλατεία του Βορρά με τα καφέ, τα ρεστο, τα χαμηλά χαρακτηριστικά – πολύχρωμα σπίτια να σε περιτριγυρίζουν κι ένα παρδαλό ανθρωπομάνι να φωτογραφίζεται σε κάθε γωνιά…  απεναντίας, η ίδια ακριβώς μυρωδιά των μουλαριών που περιμένουν με τις ώρες στην αποβάθρα ενός λιμανιού, είναι άλλης τάξεως σαφώς υποδεέστερης κι άλλου χρόνου, παρελθόντος πλέον… οι αγωγιάτες εδώ και όχι ξεναγοί, περιμένουν το αγώι!

Κι αν σήμερα γεμίζουν οι δρόμοι αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες που δεν βρίσκουν χώρο να παρκάρουν κι αν σήμερα ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες δημιουργείται ένα κυκλοφοριακό χάος στον Εύδηλο, διότι δεν προνόησαν οι «άρχοντες» του τόπου να έχουμε κανονικούς δρόμους ή γιατί μας κατατρώει μια περίεργη αντίληψη στον τρόπο που ζούμε και κινούμαστε τότε περισσότερο για παρηγοριά καταφεύγεις στους αγωγιάτες, στα αγώγια και στα μουλάρια! σταθμευμένα χωρίς κανένα ρίσκο με το ταγάρι κρεμασμένο στο χοντρό σβέρκο γεμάτο άχυρο, αφοδεύοντας ελεύθερα χωρίς σάκους και αναμένοντας!

Η πρώτη όμως «απειλή» της ύπαρξής τους ήρθε με το πρώτο φορτηγό αυτοκίνητο που έφθασε στη Νικαριά περί τα τέλη της δεκαετίας του ’50! Ήταν ο θρυλικός «Ταρζαν» του «Κόμπου» έτσι έμεινε στην ιστορία της σύγχρονης οδοποιίας ο Κώστα Κόχυλας ιδιοκτήτης και θρυλικός σωφερ!

Ως τότε οι αγωγιάτες περίμεναν υπομονετικά όπως ακριβώς και τα ζώα τους την ώρα που θα έπιανε ανοιχτά το «Μυρτιδιώτισσα» ή το «Κωστάκης Τόγιας» ή το «Μιαούλης», θα έριχνε την άγκυρα, θα κατέβαζε την ανεμόσκαλα και οι βαρκάρηδες θα πλησίαζαν να δώσουν και να παραλάβουν επιβάτες και εμπορεύματα… με πρώτο όρθιο στην βάρκα τον Πράκτορα κρατώντας σφιχτά την τσάντα με τα χρήματα των εισιτηρίων! Δεν ήταν και λίγες οι φορές που βρέθηκαν στο κρύο νερό και καλάθια και άνθρωποι όταν λίγο να μην πρόσεχαν και να μην έβρισκε το πόδι τον στόχο του σχοινένιου σκαλοπατιού που ανεβοκατέβαινε με το κύμα, εύκολα ακουγόταν ο παφλασμός στη θάλασσα από την πτώση.

Ο πρώτος δρόμος που ανοίχτηκε ήταν Αρμενιστής – Ράχες, στο έμπα της νέας δεκαετίας του ΄60 συνδέθηκαν οι Ράχες με το Μάραθο. Οι πατριώτες αυτής της περιοχής είχαν τώρα και την εναλλακτική λύση να πάρουν τον «Κόμπο» από Αρμενιστή και μέσω Ραχών να φτάσουν στο Μάραθο αποφεύγοντας την ταλαιπωρία  (έτσι νόμιζαν) της «μουλαροκαβαλαρίας», ν΄ ανεβούν εκείνο τον ανήφορο  του «Χραμπακιού» (ακόμα χειρότερα να σου τύχει και νύχτα), που πολλαπλασίαζε την κόπωση ενός 12 ωρου στην καλύτερη περίπτωση ταξιδιού, διαπλέοντας το πάντοτε σχεδόν τρικυμισμένο Ικάριο!                                                                                                                            

Τάχεις δει ποτέ σου αυτά; Ε! τότε μάτια μου τίποτα δεν έχεις δει!!

Έτσι σκέφτηκε και μια παρέα που έφτανε για τις καλοκαιρινές διακοπές στο χωριό τους! αντί να κατεβούν στον Εύδηλο, αποφάσισαν να αποβιβαστούν στον Αρμενιστή κι ας ήταν μακρύτερα,  με την ελπίδα ότι θα βρισκόταν και γρηγορότερα και πιο ξεκούραστα στο Μάραθο! (λογάριαζαν χωρίς τον «ξενοδόχο» ή μάλλον χωρίς τον οδηγό)…

Ναι! το αυτοκίνητο έστω και φορτηγό ήταν η εγγύηση της εξέλιξης του καινούριου κόσμου που άνοιγε δειλά αλλά με σιγουριά τα φτερά του και στο νησί μας!!!   Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία γι’ αυτό!

Ανέβηκαν λοιπόν όλοι στην καρότσα μαζί με σακιά αλεύρι κι ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί από: καλάθια, μπόγους, δέματα διαφόρων σχημάτων και χρωμάτων, βαλίτσες εποχής, μικρά και μεγάλα κοφίνια… οι πιο τυχεροί καθισμένοι αντικριστά στους  δύο παράλληλους ξύλινους πάγκους κι άλλοι επάνω στα εμπορεύματα… πιο πολύ όμως ήταν να λυπάσαι την ωραία κοπέλα της συντροφιάς: καλοντυμένη, στολισμένη, παρφουμαρισμένη, σωστή Πρωτευουσιάνα να προσπαθεί να ισορροπήσει σε κάθε απότομη στροφή με την αβεβαιότητα ζωγραφισμένη στα έκπληκτα μάτια της αν θα φτάσουν σώοι στον προορισμό τους κι αν τελικά είχαν πάρει την σωστή απόφαση… μα ήταν πλέον αργά για κάθε αναθεώρηση! Καθώς ανέβαιναν σταματούσαν συχνά να κατεβάσουν ή να ανεβάσουν μερικούς ακόμα γιατί ο «Κόμπος» δεν άφηνε κανέναν ταλαίπωρο να περπατά στον δρόμο, τους «μάζευε» για να τους ξεκουράζει…

Όμως ο κύριος Κώστας δεν ήταν μόνο «φορτηγατζής» ήταν και φαμελίτης άνθρωπος, είχε νοικοκυριό να φροντίσει για τούτο σταματάει κάπου στη μέση της διαδρομής, με την απόλυτη αταραξία του Ικαριώτη να αρμέξει και να μεταδέσει τα κατσίκια του, ευτυχώς για όλους που τα είχε κοντά στο δρόμο… δεν βιάζεται καθόλου. Βγαίνοντας από τις Ράχες προς του Μουντε ακόμα μία στάση χωρίς και πάλι βιασύνη να ποτίσει όπως τους ανήγγειλε, έναν μικρό «εψιμόκηπο» που είχε σχεδόν ξεραθεί… πόση υπομονή να έμενε στους λίγους εναπομείναντες επιβάτες και σ’ εκείνη την κοπέλα;… πάει και το κραγιόν, πάει και η ωραία κόμμωση… τόσες ώρες στο καράβι τα είχε καταφέρει μια χαρά κι αφού πάτησε στεριά δεν έλεγαν να ποσώσουν! (φτάσουν).  Το μόνο που ένοιωθαν ήταν η σκόνη που τους έλουζε σε όλη την διαδρομή, το μουγκρητό της μηχανής που τάραζε τον «Ταρζαν» κι εκείνους μαζί και τον σκληρό πάγκο όπως χοροπηδούσαν πάνω του σε κάθε χαντάκι…

Ο σπαρακτικός επίλογος ήταν όταν πρόβαλαν στις «Κεφάλες» που φάνηκε απέναντι σαν πίνακας Φλαμανδού ζωγράφου ούλο το χωριό!

«αχ! τι ωραίο κλαδί εδώ», των λέει, «να! λίγο θα σταματήσω να κόψω γιατί σαν επιστρέφω θα έχει νυχτώσει»!… κανείς δεν άντεχε να φέρει πλέον αντίρρηση! θες το χαμόγελο και η ηρεμία που εξέπεμπε το πρόσωπο του κυρ Κώστα, θες η κούραση, θες η ζαλάδα από τις στροφές του νιόσκαφτου δρόμου, δεν τους είχε απομείνει ίχνος δύναμης για διαμαρτυρίες… χαίρονταν μόνο στη σκέψη πως όσο και να καθυστερούσαν  μια δρασκελιά είναι πια από ΄δώ το χωριό!!! Κάπως έτσι αποσώσανε επιτέλους! μετά από ώρες πολλές, που αν είχαν προτιμήσει τους αγωγιάτες και εκείνο…   του «Χραμπακιού» τ΄ ανήφορο θα ΄χαν φτάσει από την προηγούμενη!!!

Ω! τι χαρές με γέλια  και καλωσορίσματα!… γρήγορα όλα ξεχάστηκαν, όμως ποτέ και κανένα καλοκαίρι δεν σκέφτηκαν να αναβάλουν ή να ακυρώσουν το ταξίδι τους για τη Νικαριά…

Τα χεις δει ποτέ σου αυτά; Ε! τότε γιαβρί μου, τίποτα δεν έχεις δει!!!



Categories: ΑΠΟΨΕΙΣ, ΙΚΑΡΙΑ

Tags: , ,

Σχολιάστε Ελεύθερα

Αρέσει σε %d bloggers: