Αποκλίνουν ή αποκλείουν;

Γράφει ο Δημήτρης Σεβαστάκης για την Αυγή

Ξαναπιάνω τη «συνέχεια» μετά το διάλειμμα με τον «Μαραντόνα» της προηγούμενης Κυριακής. Ακούγοντας την ανάλυση του επιστήμονα, στελέχους της Prorata στο μεσημβρινό μαγκαζίνο στον ρ/σ Στο Κόκκινο για τη δημοσκοπική κάμψη της Ν.Δ., την επιβάρυνση όλων των δεικτών, αλλά και την αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να εισπράξει, μου έκανε εντύπωση μια παράμετρος που επισήμανε: το ποσοστό άρνησης προς τον ΣΥΡΙΖΑ είναι αμετάβλητο και πάντως υψηλό.

Νομίζω χρησιμοποίησε τη φράση «αποστροφή προς την αξιωματική αντιπολίτευση». Η άρνηση είναι ενεργητική πολιτική θέση. Δεν είναι «μη πεπεισμένοι» πολίτες, αλλά πολίτες που αρνούνται, που αποστρέφουν το πρόσωπο. Αυτό για μένα είναι το προβληματικό. Όχι αν κάποιος αποκλίνει από τις θέσεις σου, αλλά αν σε αποκλείει από τις επιλογές του.

Μου φαίνεται άδικο και άνισο. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε αρκετά επιτεύγματα κατά την κυβερνητική του θητεία, δεν έκανε δα και τόσα λάθη ώστε να συγκεφαλαιώνει τη μήνιν, τόση μάλιστα ώστε να μην βλέπουν οι πολίτες την εξαιρετική ανεπάρκεια και τη χαμηλή ποιότητα της σημερινής κυβέρνησης. Ούτε η μιντιακή υπεροπλία εξασφαλίζει την καταδίκη του αντιπάλου, εκτός από τη δική σου επιβίωση: το 2015 επίσης ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορούνταν από τον δεσπόζοντα μιντιακό λόγο, αλλά αυτό δεν τον ακύρωνε. (σ.σ.: οι τηλεοπτικώς ενημερωμένοι πολίτες είναι πιο θετικοί στην κυβέρνηση απ’ ό,τι οι ενημερωμένοι με άλλο τρόπο. Αλλά αυτό δεν εξηγεί τη σκληρή αντιΣΥΡΙΖΑ άρνηση).

Οι αναλύσεις πάντως που διαβάζω δεν προσεγγίζουν το πρόβλημα ούτε της έστω κατιούσας δημοσκοπικής υπεροχής της κυβέρνησης, ούτε της στασιμότητας της από δω πλευράς. Είτε εντοπίζουν ως άκομψη και εύκολη την αντιπολίτευση που ασκεί ο ΣΥΡΙΖΑ (την ίδια στιγμή που τους φαινόταν κομψή και πάντως μη ενοχλητική, μη λαϊκιστική η αντιπολίτευση που έκανε η Ν.Δ. απέναντι σε όλα, ακόμα και τα πιο ευνοϊκά για τους πολίτες – φυσικά και απέναντι στη Συμφωνία των Πρεσπών) είτε γίνονται αναλύσεις αυτοχειριασμού (κατά τα αριστερά ειωθότα), είτε απλής καταγγελίας του αντιπάλου. Οι μορφές ανάλυσης είτε έχουν αντίπαλη πολιτική θέση (σ.σ.: πρέπει να διαβάζονται με προσοχή, δεν σημαίνει απαραίτητα η διαφωνία και ανακρίβεια), είτε υπεκφεύγουν: φταίει η οργάνωση, φταίει η εσωστρέφεια, φταίνε οι ενδοσυγκρούσεις και οι προσωπικές στρατηγικές κ.λπ. Ναι, αλλά δεν είναι απαραίτητο ο «πλατύς κόσμος» να αντιλαμβάνεται όσα συμβαίνουν στον κομματικό μικρόκοσμο. Και δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι ένα τοπικό στέλεχος που δεν αποδίδει ή έχει τον «ανθρωποδιώχτη» επηρεάζει δραματικά. Τότε τι; Γιατί η στασιμότητα; Φταίει η δυσανάλογη προσδοκία που καλλιέργησε και ο ΣΥΡΙΖΑ και οτιδήποτε λιγότερο φάνηκε σαν απιστία; Συμβαίνουν στη ζωή αυτά, αλλά ορίζουν τη σημερινή πολιτική σκηνή; Φταίνε λάθη επικοινωνίας, συμπεριφορών, ανοησίες και αφλογιστίες; Πάντως σκάνδαλα και προκλήσεις δεν υπήρξαν.

Νομίζω πως έχει γίνει ανεπούλωτη η τομή, η σχάση. Η χαράδρα μίσους υπάρχει, χωρίζει, δεν είναι αποκλειστικά δικαιούχος και «καπρωτής» του μίσους ο ΣΥΡΙΖΑ. Υφίσταται ένα αυτόνομο κοινωνικό μίσος. Επεκτεινόμενο σαν αέριο. Η αποστροφή είναι η γραμματική και το συντακτικό μιας νέας ιδεολογικής και ψυχολογικής επικράτειας διχοτομικής και ρηγματώδους. Σ’ αυτό το υπόστρωμα, καλλιεργημένο μαζικά και από την ανεξήγητη, στα μάτια του κόσμου, χρεοκοπία και από τις πολιτικές καταγγελίας και σκληρής ενοχοποίησης του πολιτικού αντιπάλου με τις οποίες αφομοιώθηκε, είναι αδύνατο να αντιληφθεί κανείς το διαφορετικό. Το άλλο. Να το ζυγίσει, να το σκεφτεί. Να βάλει ένα μικρό περιθώριο ανοχής, ένα «μήπως».

Μισεί γιατί έτσι αυτοσυγκροτείται, αυτοορίζεται.

Αυτό το περιβάλλον έχει να αντιπολιτευτεί ο ΣΥΡΙΖΑ και όχι απλώς αντίπαλα κόμματα. Και να το αντιπολιτευτεί όντας μέσα στην αρένα, όχι στην κερκίδα.

(Συνεχίζεται…)

Σχολιάστε Ελεύθερα