Έφυγε η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική ιδιοφυία, ο Ντιέγκο Μαραντόνα

Σοκ έχει προκαλέσει στον κόσμο του ποδοσφαίρου η απώλει της μεγαλύτερης ποδοσφαιρικής ιδιοφυίας του πλανήτη μας, του ανθρώπου που μας έμαθε να βλέπουμε το ποδόσφαιρο με άλλο μάτι. Στα 60 του χρόνια ο Μαραντόνα υπέστη ανακοπή καρδιάς. Γνωρίζουμε πως πάρα πολλά χρόνια αντιμετώπιζε προβλήματα λόγω των καταχρήσεων. Έναν άνθρωπο όμως τον κρίνεις από το έργο του και όσο για αυτό εαν μπορούμε να μιλήσουμε για το ποιός διαμόρφωσε το ποδόσφαιρο όπως το γνωρίζουμε σήμερα, στην πρώτη θέση θα βάζαμε τον Μαραντόνα.

Η ζωή του

Ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου του 1960 στο Λανούς, μια μέσου μεγέθους πόλη στην ομώνυμη επαρχία του Μπουένος Άιρες, αλλά μεγάλωσε στη Βίλα Φιορίτο μια παραγκούπολη στα νότια προάστια του Μπουένος Άιρες, σε μια φτωχή οικογένεια όπου είχε μετακινηθεί από την επαρχία Κοριέντες. Ήταν ο πρώτος γιος μετά από τρεις κόρες, ενώ είχε δύο νεώτερα αδέρφια, τον Ούγκο και τον Ραούλ, και οι δύο επαγγελματίες ποδοσφαιριστές. Οι γονείς του ήταν ο Ντιέγκο Μαραντόνα «Τσιτόρο» (2015) και η Ντάλμα Σαλβαδόρα Φράνκο «Δόνια Τότα». Η μακρινή καταγωγή της οικογένειας ήταν από την ισπανική Γαλικία, έχοντας δεχτεί προσμίξεις ιταλικές και κροατικές.

Στην ηλικία των 8 ετών εντοπίστηκε από έναν ανιχνευτή ταλέντων ενώ έπαιζε στην γειτονιά του, το σύλλογο Εστρέλια Ρόχα. Ο τότε προπονητής της ομάδας νέων Κορνέγιο είχε πει: «Όταν ο Ντιέγκο ήρθε στην Αρχεντίνος Τζούνιορς για δοκιμές, ήμουν πραγματικά τρελαμένος από το ταλέντο του και δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ήταν μόλις οκτώ ετών. Τον ρωτήσαμε για την ταυτότητά του, ώστε να το ελέγξουμε, αφού παρόλο που είχε τη διάπλαση ενός παιδιού, έπαιζε σαν ενήλικας. Όταν ανακαλύψαμε ότι μας είπε την αλήθεια αποφασίσαμε να αφιερώσουμε τον εαυτό μας καθαρά σε αυτόν». Έτσι στα 10 του έγινε βασικό κομμάτι της εφηβικής ομάδας των Αρχεντίνος Τζούνιορς του Μπουένος Άιρες, συλλόγου που ενδιαφερόταν για την προώθηση νέων ταλέντων.

Μέχρι τα 14 του έπαιζε στις ακαδημίες με την ομάδα να λέγεται Cebollitas, που σε κυριολεκτική μετάφραση σημαίνει «κρεμμυδάκια». Μέσα σε τρία χρόνια, οι Cebollitas όμως κατάφεραν να μείνουν στην ιστορία ως η πιο διάσημη και πετυχημένη παιδική ομάδα της Αργεντινής. Στα 12 του διασκέδαζε τους θεατές δείχνοντας τη μαγεία του με την μπάλα κατά τη διάρκεια των διακοπών του ημιχρόνου των παιχνιδιών πρώτης κατηγορίας, καταφέρνοντας να κερδίσει το θαυμασμό του κοινού.

Σε ηλικία 15 ετών 10 μηνών και 20 ημερών αγωνίστηκε για πρώτη φορά στους Αρχεντίνος Τζούνιορς ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, ο νεότερος στην ιστορία του πρωταθλήματος της χώρας. Στις 20 Οκτωβρίου του 1976, έκανε το ντεμπούτο του στην πρώτη ομάδα, 10 ημέρες πριν από τα γενέθλιά του, αγωνιζόμενος σαν αλλαγή για 10 λεπτά πριν από το τέλος της συνάντησης με την Ταγιέρες στον αγώνα πρωταθλήματος της Αργεντινής. Παρά το γεγονός ότι οι Red Beetles (προσωνύμιο της Αρχεντίνος) έχασαν αυτόν τον αγώνα (1-0) οι πρώτες εντυπώσεις ήταν πολύ καλές. Στις 14 Νοεμβρίου του 1976 σημειώνει το πρώτο του γκολ ως επαγγελματίας εναντίον της Club Atlético San Lorenzo (Mar del Plata) στο γήπεδο «Στρατηγού Σαν Μαρτίν» σε αγώνα που έληξε με 5-2 υπέρ της Αρχεντίνος και σημείωσε δύο τέρματα στο 42ο και 52ο λεπτό, το πρώτο με αριστερό σουτ. Στην πρώτη του χρονιά λοιπόν συμμετείχε σε 11 αγώνες και σημείωσε δύο γκολ, η συνέχεια όμως θα ήταν αυτή που θα του έδινε το προσωνύμιο του μύθου του ποδοσφαίρου.

Ο Μαραντόνα με τα χρώματα της Αργεντίνος

Την αγωνιστική περίοδο 1977-78 αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος με 22 γκολ και η ομάδα κατατάσσεται πέμπτη στο πρωτάθλημα Μετροπολιτάνο. Την επόμενη χρονιά ο τίτλος του πρώτου σκόρερ είναι πάλι δικός του με 22 τέρματα και η ομάδα ανέρχεται στη δεύτερη θέση του πρωταθλήματος. Όμως στον κρίσιμο αγώνα των πλέι-οφ είναι τιμωρημένος λόγω αποβολής του σε προηγούμενο φιλικό αγώνα και η Αρχεντίνος χάνει με 4-0 και οι προσδοκίες σταματούν εκεί. Οι εμφανίσεις του προσέλκυσαν γρήγορα το ενδιαφέρον των μεγάλων συλλόγων της χώρας με τη λέσχη να πετυχαίνει να κρατήσει τον ταλαντούχο παίκτη πάση θυσία.

Το 1980 είναι πάλι κορυφαίος σκόρερ του πρωταθλήματος αλλά και πάλι η δεύτερη θέση στο πρωτάθλημα Μετροπολιτάνο είναι η οροφή για το σύλλογο. Στις 9 Νοεμβρίου του 1980 σε αγώνα για το πρωτάθλημα Νασιονάλ σημείωσε τέσσερα γκολ εναντίον της Μπόκα Τζούνιορς-που έμελλε να είναι ο επόμενος σταθμός της καριέρας του-στη νίκη με 5-3. Την ίδια χρονιά ήταν πρώτος σκόρερ όλων των πρωταθλημάτων του κόσμου με 42 τέρματα.

Οι εντυπωσιακές του εμφανίσεις στο Αργεντίνικο πρωτάθλημα κίνησαν γρήγορα το ενδιαφέρον του ομοσπονδιακού προπονητή Σέσαρ Λουίς Μενότι που τον κάλεσε στην Εθνική ομάδα με το ντεμπούτο του να υλοποιείται στις 27 Φεβρουάριου του 1977 σε φιλικό αγώνα με την Ουγγαρία (5-1) σε ηλικία 16 ετών και 4 μηνών, όπου μπήκε στο δεύτερο ημίχρονο σαν αλλαγή. Στις 3 Απριλίου του 1977 έκανε το ντεμπούτο του ως μέρος της ομάδας νέων της Αργεντινής, με την οποία έπαιξε στο Πρωτάθλημα Νέων της Νότιας Αμερικής, που πραγματοποιήθηκε την ίδια χρονιά στη Βενεζουέλα.

Όταν η Αργεντινή διοργάνωσε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 δεν έλαβε μέρος, καθώς δεν είχε κλείσει καν τα 18 χρόνια του και θεωρήθηκε πολύ μικρός για να παίξει στην εθνική σε μία τόσο μεγάλη διοργάνωση. Ήταν μάλιστα ο τελευταίος παίκτης που αποκλείστηκε από την ομάδα 13 ημέρες πριν από την έναρξή της. Το 1979 όμως συμμετείχε στην ομάδα νέων στο πρωτάθλημα της Νότιας Αμερικής. Εκεί, οι Αργεντινοί κατέλαβαν τη δεύτερη θέση, χάνοντας μόνο από τους οικοδεσπότες της διοργάνωσης, Ουρουγουάη.

Στην εθνική ελπίδων όμως του δόθηκε η ευκαιρία να εμφανιστεί σε μεγάλη διοργάνωση το 1979 στο Παγκόσμιο Κύπελλο Νέων στην Ιαπωνία, όπου και κατέκτησε τίτλο για πρώτη φορά στη σταδιοδρομία του. Οι εμφανίσεις του στη διοργάνωση ήταν εντυπωσιακές και πολλοί αθλητικοί συντάκτες και φίλαθλοι άρχισαν τις συγκρίσεις με τον Πελέ, γεγονός που τον ακολούθησε καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του και εξακολουθεί να υπάρχει. Οι δυο τους είχαν συναντηθεί στις 9 Απριλίου του 1979, όταν ο Μαραντόνα ταξίδεψε στο Ρίο ντε Τζανέιρο για να δει τον Πελέ. «Ο βασιλιάς» υποσχέθηκε να τον δει να παίζει στο Μπουένος Άιρες και του έδωσε συμβουλές. Ο Ντιέγκο είχε πραγματοποιήσει ένα όνειρό του και ενθουσιασμένος, είπε μετά: «Ήξερα ότι ήταν θεός ως παίκτης. Τώρα, είναι και ως άτομο. Πόσα παιδιά σαν κι εμένα θέλουν να τον δουν, να τον αγγίξουν, να αλλάξουν λίγα λόγια μαζί του. Και είχα το προνόμιο ότι μου έδωσε ακόμη συμβουλές. Είδα ότι ο Πελέ πλησίαζε και δεν μπορούσα να το πιστέψω».

Στις 26 Αυγούστου του 1979 έκανε το ντεμπούτο του στο Παγκόσμιο Κύπελλο Νέων απέναντι στην Ινδονησία, το οποίο τελείωσε με νίκη για τους Αργεντινούς με 5-0. Ακολούθησαν δύο νίκες απέναντι στη Γιουγκοσλαβία (1-0) και την Πολωνία (4-1). Η ομάδα προκρίθηκε στον τελικό αφού νίκησε στον προημιτελικά την Αλγερία με 5-0 και την Ουρουγουάη με 2-0 στον ημιτελικό. Η Αργεντινή κυριάρχησε στον τελικό της διοργάνωσης νικώντας τη Σοβιετική Ένωση με 3-1, ο Μαραντόνα σημείωσε ένα γκολ και ψηφίστηκε ως καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ομάδα νέων του 1979 ήταν η καλύτερη ομάδα σε όλη την καριέρα του στην οποία έπαιξε ποτέ. Τη χρονιά εκείνη ψηφίστηκε καλύτερος ποδοσφαιριστής της χρονιάς στην Αργεντινή και καλύτερος αθλητής της χώρας από τους αθλητικούς συντάκτες, και οι δύο διακρίσεις για πρώτη φορά στην καριέρα του. Συμμετείχε επίσης με την εθνική ανδρών στο Κόπα Αμέρικα του 1979 που διοργανώθηκε με τη μορφή ομίλων και διπλών αγώνων (εντός-εκτός έδρας), με πλήρη αποτυχία της ομάδας που αποκλείστηκε στον πρώτο γύρο κατατασσόμενη τρίτη σε όμιλο μαζί με τη Βραζιλία και τη Βολιβία.

Ο Μαραντόνα σε προσπάθειά του από τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου U20 στην Ιαπωνία

Η Ευρώπη γνώρισε τον εκκολάπτοντα αστέρα το 1979, όταν η εθνική Αργεντινής ξεκίνησε θερινή περιοδεία στην Ευρώπη, αποφασισμένη να δείξει ότι ήταν άξιοι παγκόσμιοι πρωταθλητές μετά τον αμφιλεγόμενο θρίαμβο του Παγκόσμιου Κυπέλλου στην έδρα της ένα χρόνο νωρίτερα. Η πρώτη συνάντηση ήταν με τη Σκωτία την οποία και νίκησε με 3-1 στη Γλασκώβη, στην οποία ο Μαραντόνα σημείωσε το πρώτο του διεθνές γκολ. Μετά τον αγώνα της 2ας Ιουνίου η βρετανική εφημερίδα The Observer ήταν ενθουσιασμένη στην έκθεσή της, επαινώντας το Μαραντόνα για το ότι είχε έναν «ασύγκριτο συνδυασμό φυσικής και πνευματικής δύναμης που διακρίνει τους αθάνατους από τους απλώς μεγάλους».

Ο Guardian, επίσης, είπε για το νέο «βασιλιά» του ποδοσφαίρου: «Η λέξη ότι είναι ο νέος Πελέ θέλει σκεπτικισμό, αλλά πολύ πριν από το μισό στάδιο του βασανισμού της Σκωτίας το ξέραμε ότι ήταν αλήθεια». Την επομένη χρονιά η Ευρώπη ξαναείδε τον Αργεντινό σε νέα περιοδεία της εθνικής του ομάδας. Παίζοντας στα Βρετανικά νησιά νίκησε την Ιρλανδία (1-0) στο Δουβλίνο και έχασε από την Αγγλία με 3-1 αφήνοντας ανεξίτηλες εντυπώσεις, Ιδιαίτερα στη συνάντηση με την Αγγλία όπου απέτυχε να σημείωσε γκολ σε μια προσπάθειά του, που όσοι είχαν την ευκαιρία να δουν τη συνάντηση θεωρούν ότι θα έμενε στην ιστορία ως το γκολ του αιώνα. Ακολούθησε μία νίκη με 5-1 στη Βιέννη επί της Αυστρίας με τρία γκολ να συνοδεύουν την καθ’ όλα εκπληκτική εμφάνισή του.

Μεγάλη πρόκληση για τη διεθνή καταξίωση του 20χρονου Μαραντόνα ήταν το Μουντιαλίτο (επίσης γνωστό ως Copa de Oro -«Χρυσό Κύπελλο»), μια διοργάνωση για τον εορτασμό της 50ης επετείου του θεσμού του Παγκόσμιου Κυπέλλου. Η Ουρουγουάη, που είχε φιλοξενήσει το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο, ήταν οι οικοδεσπότες αυτής της μοναδικής διοργάνωσης που διεξήχθη στο διάστημα 30 Δεκεμβρίου 1980-10 Ιανουαρίου 1981. Επρόκειτο να περιλαμβάνει όλους τους προηγούμενους νικητές του Παγκοσμίου Κυπέλλου: Ουρουγουάη (1930, 1950), Ιταλία (1934, 1938), Δυτική Γερμανία (1954, 1974), Βραζιλία (1958, 1962, 1970) και Αργεντινή (1978). Οι νικητές του 1966 (Αγγλία) είχαν επίσης προσκληθεί αλλά αρνήθηκαν και τη θέση της πήρε η Ολλανδία, φιναλίστ των δύο τελευταίων διοργανώσεων. Η Αργεντινή βρέθηκε λοιπόν στον όμιλο με τη Βραζιλία και τη Δυτική Γερμανία. Μετά από τη νίκη επί των Γερμανών με 2-1, η Αργεντινή αντιμετώπισε τη Βραζιλία σε συνάντηση που έληξε με 1-1 με τον Μαραντόνα να ανοίγει το σκορ. Τις εντυπώσεις τελικά έκλεψαν οι Ουρουγουανοί που νίκησαν στον τελικό τη Βραζιλία με 2-1. Όλοι οι αγώνες έγιναν στο Σεντενάριο όπου πραγματοποιήθηκε και ο τελικός του 1930.

Μετά από πέντε ιδιαίτερα επιτυχημένα χρόνια στην Αρχεντίνος (έστω και χωρίς τίτλους σε ομαδικό επίπεδο), εντάχθηκε στο δυναμικό της Μπόκα Τζούνιορς κατόπιν έντονης επιθυμίας του ιδίου με τη μορφή δανεισμού και σταδιακή αποπληρωμή, παρά το γεγονός ότι η Ρίβερ Πλέιτ είχε κάνει οικονομικά πιο συμφέρουσα προσφορά. Η Μπόκα οργάνωσε το ίδιο βράδυ της συμφωνίας φιλικό με την Αρχεντίνος Τζούνιορς, με τον νεαρό Ντιεγκίτο να παίζει στο πρώτο ημίχρονο με την παλιά του ομάδα και στο δεύτερο ημίχρονο με τη Μπόκα. Το φιλικό εκείνο έληξε 3-2 υπέρ της Αρχεντίνος, με τον Μαραντόνα να σκοράρει κόντρα στην πρώην ομάδα του με πέναλτι, ενώ δύο ημέρες αργότερα πραγματοποίησε το επίσημο ντεμπούτο του με τη Μπόκα να επικρατεί με 4-1 της Ταγιέρες ντε Κόρδοβα και τον ίδιο να σημειώνει δύο τέρματα.

Με την Μπόκα κέρδισε τον πρώτο συλλογικό του τίτλο, το πρωτάθλημα του 1981, τον μοναδικό που κέρδισε στην πατρίδα του. Ήταν αυτός που έδωσε την ασίστ για ένα από τα θρυλικότερα γκολ στην ιστορία του συλλόγου στο συμπαίκτη του Ούγκο Περότι στη νίκη με 1-0 επί της Οέστε στην 32η αγωνιστική εξασφαλίζοντας το τίτλο από την αντίπαλό της. Το γκολ έμεινε στην ιστορία ως «η χιονοστιβάδα του Περότι» και η Μπόκα κατέκτησε το πρωτάθλημα για πρώτη φορά από το 1976. Η μαγική πάσα του Ντιέγκο, ο Περότι που έμεινε όρθιος, η βασανιστική πορεία της μπάλας στα δίχτυα και φυσικά η τρομακτική ανθρώπινη χιονοστιβάδα δώσαν αυτή την ονομασία.

Στο πρωτάθλημα της Αργεντινής ήταν για πέντε συνεχόμενες χρονιές πρώτος σκόρερ, επίδοση ρεκόρ που ακόμα παραμένει. Το 1979 και το 1980 ψηφίστηκε ως ο καλύτερος ποδοσφαιριστής της Νότιας Αμερικής . Σε αυτά τα χρόνια της καριέρας του στην Αργεντινή ο Μαραντόνα σημείωσε 144 γκολ πρωταθλήματος σε 207 αγώνες.

Από την αρχή του 1982 η Μπόκα Τζούνιορς βρέθηκε σε δύσκολη οικονομική θέση μη δυνάμενη να κρατήσει το νεαρό σούπερ σταρ στη δύναμη της, παρά τη συμμετοχή σε πολλούς φιλικούς αγώνες σε Ευρώπη Ασία εκμεταλλευόμενη την ανερχόμενη δημοφιλία του αστέρα της για αύξηση των εσόδων της. Έτσι ξεκίνησε μυστικά διαπραγματεύσεις για την πώλησή του σε ευρωπαϊκό σύλλογο. Διαπραγματεύσεις για την πώληση στη Ευρώπη είχε κάνει και η Αρχεντίνος το 1980 ερχόμενη κατ’ αρχάς σε συμφωνία με την Μπαρτσελόνα αλλά με τη συμφωνία να ενεργοποιείται μετά το επόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο. Ο ίδιος ο Μαραντόνα δεν ήθελε να πάει στην Ιταλία (η Γιουβέντους έδειξε έντονο ενδιαφέρον από την προηγούμενη χρονιά και με υψηλότερη οικονομική προσφορά) και έτσι προτίμησε την Μπαρτσελόνα.Η συμφωνία ανακοινώθηκε λίγο πριν το επερχόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο με τη Μπόκα να εισπράττει το 1/3 των χρημάτων και την Αρχεντίνος τα υπόλοιπα.

Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982 στην Ισπανία, ο Μαραντόνα αγωνιζόμενος με την παγκόσμια πρωταθλήτρια Εθνική ομάδα της Αργεντινής έφτασε μέχρι την προημιτελική φάση, όπου αποκλείστηκε από τη Ιταλία, μελλοντική νικήτρια της διοργάνωσης. Έπαιξε και στους πέντε αγώνες της ομάδας του, χωρίς να αγγίξει ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα απόδοσης, σκόραρε 2 φορές όμως σε αγώνα της πρώτης φάσης απέναντι στην Ουγγαρία (4-1), αλλά αντιμετωπίστηκε ιδιαίτερα σκληρά (στο ματς με την Ιταλία κέρδισε τον αριθμό ρεκόρ των 23 φάουλ πολύ στενά μαρκαρισμένος από τον Κλαούντιο Τζεντίλε και δέχτηκε οξύτατη κριτική για την αποβολή του στο τελευταίο ματς με την αντίπαλο Βραζιλία. Η ομάδα δεν είχε σημαντικές διαφοροποιήσεις από αυτή του 1978 και με την προσθήκη του Μαραντόνα υπήρχαν υψηλές προσδοκίες των οπαδών της, όμως η ομάδα ξεκίνησε από την αρχή άσχημα με ήττα-έκπληξη με 1-0 από την δευτεραθλήτρια Ευρώπης ομάδα του Βελγίου και τελικά δεν κατάφερε να προκριθεί στους “4” της διοργάνωσης, αγωνιζόμενη στη δεύτερη φάση σε όμιλο “φωτιά” με Βραζιλία και Ιταλία.

Μετά τη διοργάνωση η αλλαγή στην τεχνική ηγεσία της εθνικής, οδήγησε το Μαραντόνα εκτός ομάδας, με το νέο ομοσπονδιακό Κάρλος Μπιλάρδο να προσκαλεί παίκτες αποκλειστικά από το πρωτάθλημα της χώρας, κάτι που απομάκρυνε τον σούπερ σταρ για 24 συνεχόμενους αγώνες μέχρι το 1985. Επέστρεψε όμως επίσημα στην εθνική στις 28 Φεβρουαρίου σε συνάντηση με τη Βενεζουέλα για τα προκριματικά του επερχόμενου Παγκοσμίου Κυπέλλου. Στην επιστροφή του έγραψε και την ιστορία, καθώς θα ακολουθούσαν τα Μουντιάλ του 1986 και 1990 και το Κόπα Αμέρικα του 1987-1989.

Η μεταγραφή στη Μπαρτσελόνα

Η Μπαρτσελόνα ανακοίνωσε το 1982 διθυραμβικά την απόκτησή του, κλείνοντας συμβόλαιο ύψους ρεκόρ στην ποδοσφαιρική ιστορία. Ο Μαραντόνα έγινε παίκτης της ομάδας της Καταλονίας από το 1982 μέχρι το 1984 αγωνιζόμενος περισσότερο ως επιθετικός μέσος παρά ως καθαρόαιμος επιθετικός όπως ξεκίνησε την καριέρα του, σημείωσε 38 γκολ συνολικά σε 58 επίσημους αγώνες. Έκανε το ντεμπούτο του στις 4 Αυγούστου του 1982 σε αγώνα προετοιμασίας με την Μέπεν στη Γερμανία (0-5). Ο Ντιέγκο προσαρμόστηκε γρήγορα στην καινούργια του ομάδα, σκόραρε στον πρώτο του αγώνα στο πρωτάθλημα απέναντι στη Βαλένθια (4 Σεπτεμβρίου, ήττα με 2-1), πέτυχε χατ-τρικ στην πρώτη του συμμετοχή στο Κύπελλο Κυπελλούχων με αντίπαλο τον Απόλλωνα Λεμεσού και δύο ακόμα γκολ μέσα στο Βελιγράδι στον δεύτερο γύρο επί του Ερυθρού Αστέρα. Ωστόσο την περίοδο αυτή η υγεία του κλονίστηκε (ηπατίτιδα) με αποτέλεσμα να απουσιάσει 4 μήνες την περίοδο 1982-1983 και 14 αγώνες πρωταθλήματος.

Με τη φανέλα της Μπαρτσελόνα το 1982

Στις 26 Ιουνίου του 1983 γνώρισε την αποθέωση από τους οπαδούς της Ρεάλ Μαδρίτης για το γκολ του που άνοιξε το σκορ στο Σαντιάγκο Μπερναμπέου σε αγώνα του Κυπέλλου χειροκροτούμενος για ένα λεπτό από το κοινό (ο αγώνας έληξε ισόπαλος).

Ένας σοβαρός τραυματισμός στις 24 Σεπτέμβριο του 1983 σε αγώνα με την Αθλέτικ Μπιλμπάο τον άφησε εκτός αγωνιστικών χώρων για χρονικό διάστημα τριών μηνών. Τη δεύτερη χρονιά ο σύλλογος άλλαξε προπονητή με τη πρόσληψη του Σέζαρ Λουίς Μενότι, που είχε υπό τις οδηγίες του το Μαραντόνα στην ομάδα που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο Νέων του 1979. Παρά τη δημόσια καλή εικόνα της σχέσης μεταξύ τους, αναπτύχθηκαν προβλήματα που σχετίζοταν με το πρόγραμμα προπονήσεων. Τελικά η αντιπαράθεση οδήγησε τον παγκόσμιο πρωταθλητή τεχνικό να ζητήσει την εκδίωξη του παίκτη θεωρώντας ότι έτσι μόνο θα κατάφερνε η ομάδα να κατακτήσει το πολυπόθητο πρωτάθλημα που τελευταία φορά είχε πανηγυρίσει το 1974, εποχή του ολλανδικού διδύμου Ρίνους Μίχελς – Γιόχαν Κρόιφ.

Συνολικά έτσι οι εντυπώσεις του Μαραντόνα από την Ισπανία ήταν αρνητικές (παρά τη δημοφιλία του): η ομάδα κατέκτησε μόνο ένα Κύπελλο Ισπανίας και ένα Σούπερ Κύπελλο την πρώτη χρονιά, ενώ ο ίδιος θεωρήθηκε ως κύριος υπεύθυνος των εκτεταμένων επεισοδίων μεταξύ ποδοσφαιριστών στον αγωνιστικό χώρο του Σαντιάγκο Μπερναμπέου στον τελικό του Κυπέλλου Ισπανίας στις 5 Μαΐου του 1984 απέναντι στην Αθλέτικ Μπιλμπάο. Έτσι η ανάγκη ανεύρεσης νέας επαγγελματικής στέγης ήταν επιτακτική. Ήδη υπήρχαν ενδείξεις για κακή εξωγηπεδική ζωή του νεαρού αστέρα, γεγονός που ελαχιστοποίησε την οποία υποστήριξη από την πλευρά της διοίκησης. Η ιστορία δικαίωσε το Μενότι αφού η Καταλανική λέσχη ήταν πρωταθλήτρια την επόμενη χρονιά αλλά ο ίδιος δεν ήταν στον πάγκο της ομάδας.

Ο Μαραντόνα στη Νάπολι

Εαν στη Μπαρτσελόνα δεν έκανε όσα περίμεναν οι ιθύνοντες της ομάδας δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για την στάση του στο Ιταλικό πρωτάθλημα και την ομάδα της Νάπολι, μια ομάδα που με την παρουσία του μετατράπηκε από μια μικρή ομάδα (που την τελευταία χρονιά προτού τον ερχομό του είχε γλιτώσει τον υποβιβασμό για ένα βαθμό) σε μια από τις πιο αγαπητές τότε στον κόσμο ομάδες έχοντας αποκτήσει με τη πάροδο του χρόνου πολλούς οπαδούς. Μία από τις φτωχότερες περιοχές της χώρας είχε φέρει τον πιο ακριβό παίκτη στον κόσμο. Όπως το έθεσε μια τοπική εφημερίδα εκείνη την εποχή, «η πόλη δεν είχε δήμαρχο, σπίτια, σχολεία, δουλειά, λεωφορεία, και αποχέτευση, αλλά κανένα από αυτά δεν έχει σημασία επειδή έχουμε το Μαραντόνα».

75.000 Ναπολιτάνοι, κάτοικοι μιας πόλης που πάντα αγαπούσε πολύ το ποδόσφαιρο αλλά ουδέποτε είχε δει μεγάλες χαρές από αυτό και που από τη φύση τους είχαν την προσμονή ενός μεσσία τον υποδέχθηκαν πανηγυρικά στο Σαν Πάολο, το γήπεδο της ομάδας στις 5 Ιουλίου 1984. «Θέλω να γίνω το είδωλο των φτωχών παιδιών της Νάπολης, επειδή αυτοί είναι όπως ήμουν εγώ στο Μπουένος Άιρες», δήλωσε στην επίσημη παρουσίασή του. Η μεταγραφή ήταν ουσιαστικά έκπληξη λόγω των οικονομικών δυνατοτήτων του συλλόγου και δημιούργησε μακροχρόνιες υποψίες για ανάμειξη της Μαφίας στη διαδικασία, κάτι που διέψευσε ο τότε πρόεδρος της ομάδας, αλλά χρόνια αργότερα, παραδέχθηκε ότι η Καμόρα επανειλημμένα αποπειράθηκε να εμπλακεί στη Νάπολι αλλά κάτι τέτοιο ουδέποτε συνέβη.

Οι διανοούμενοι της πόλης ήταν λιγότερο εντυπωσιασμένοι, με πάνω από 100 να υπογράφουν μια αίτηση διαμαρτυρίας για την ανηθικότητα τέτοιων δαπανών σε μια πόλη που δεν είχε ουσιαστικές δομές. Στη Νάπολη, έφτασε στο απόγειο της επαγγελματικής καριέρας του και κληρονόμησε το περιβραχιόνιο του αρχηγού και γρήγορα έγινε το πιο υπέρλαμπρο αστέρι μεταξύ των οπαδών του συλλόγου και όχι μόνο. Στην εποχή του η ομάδα είχε την πιο επιτυχημένη πορεία της ιστορίας της, ακόμα και αν συμπεριληφθούν τρεις τουλάχιστον μεταγενέστερες δεκαετίες. Το γήπεδο της ομάδας ήταν ασφυκτικά γεμάτο με 70.000 οπαδούς σε κάθε εντός έδρας αγώνα με αριθμούς σε μεταγενέστερες εποχές στο μισό.

Ο Αργεντινός έπαιξε στη Νάπολι σε μια περίοδο κατά την οποία οι εντάσεις Βορρά-Νότου στην γείτονα χώρα έφθαναν στην αιχμή τους εξαιτίας ποικίλων ζητημάτων και ιδίως των οικονομικών διαφορών μεταξύ των δύο. Ο Μαραντόνα ενσωμάτωνε τέλεια αυτό το πνεύμα, δεδομένης της ταπεινής καταγωγής του και της αρχικής χαμηλής κοινωνικής του κατάστασης : τα πολλαπλά κέρδη από το άθλημα δεν τον έκαναν να χάσει τους τρόπους έκφρασης και το λεξιλόγιο των λιγότερο πλούσιων τμημάτων του πληθυσμού, ακόμα και του περιθωρίου. Το ντεμπούτο στο πρωτάθλημα έγινε στις 16 Σεπτεμβρίου του 1984 εναντίον της Ελλάς Βερόνα, με ήττα 3-1. Η ομάδα δεν μπόρεσε να βρει τον δρόμο της και στον πρώτο γύρο πήρε μόνο 9 βαθμούς. Ωστόσο, στο δεύτερο γύρο ανέκαμψε και πήρε 24 ακόμη και αναρριχήθηκε στην 8η θέση στο πρωτάθλημα.

Οι συμπαίκτες του Αργεντινού ήταν Ιταλοί, ορισμένοι διεθνείς χωρίς κανένας να αποτελεί αστέρι πρώτου μεγέθους στη χώρα του. Ο Μαραντόνα κατέλαβε την τρίτη θέση στον πίνακα των σκόρερ με 14 γκολ. Την αγωνιστική περίοδο 1985-1986 η ομάδα ανέβηκε ακόμα περισσότερο στην τρίτη θέση. Από την πρώτη αγωνιστική περίοδο ο Μαραντόνα παρουσίασε όλες τις πτυχές του ταλέντου του με κορυφαία έκφραση στον αγώνα εναντίον της Λάτσιο το Φεβρουάριο του 1985 στο Σαν Πάολο, όπου σημείωσε και τα τρία γκολ της Νάπολι στο τελικό 3-0, ένα από τα οποία θεωρείται από τα καλύτερα της σταδιοδρομίας του.

Στις 3 Νοεμβρίου 1985 η Νάπολι νίκησε τη Γιουβέντους με 1-0 για πρώτη φορά με γκολ του Μαραντόνα. Εκείνη την ημέρα ένας τηλεσχολιαστής ανακοίνωσε την κατάρρευση πέντε ατόμων και καρδιακών προσβολών δύο εκ των οποίων στο γήπεδο. «Αυτός ο στόχος ήταν για τους ανθρώπους της Νάπολης», συνέχισε.

Με επικεφαλής τον Αργεντινό, η Νάπολι κέρδισε το πρώτο ιταλικό πρωτάθλημα της Σέριε Α το 1986-87, 61 χρόνια μετά την ίδρυσή της, ενώ μέχρι τότε είχε μόνο δύο τίτλους Κυπέλλου στην τροπαιοθήκη της. Από την αρχή της χρονιάς φάνηκε η ισχύς της ομάδας του, όταν ξεκίνησε με νίκη επί της Μπρέσια με γκολ του Μαραντόνα και από την έβδομη αγωνιστική που πέρασε στην κορυφή μετά από ακόμη ένα γκολ του Μαραντόνα (1-0 την Ρόμα στην πρωτεύουσα), δεν έπεσε από εκεί.

Παρέμεινε αήττητη στους 12 πρώτους αγώνες και νικώντας τις πρωταθλήτριες των δύο προηγούμενων ετών Γιουβέντους και Ρόμα (την πρώτη και στους δύο αγώνες). Η Νάπολι ξεκινούσε το πρωτάθλημα με νίκη στη Μπρέσια με γκολ του Μαραντόνα και από την έβδομη αγωνιστική πέρασε στην κορυφή μετά από ακόμη ένα γκολ του Μαραντόνα (1-0 την Ρόμα στο Ολίμπικο) και βέβαια δεν έπεσε από εκεί. Η πρώτη μεγάλη επιτυχία ακολουθήθηκε από την κατάκτηση του Κυπέλλου με νίκη επί της Αταλάντα με 4-0 με δύο τέρματα του Αργεντινού, που ήταν τότε ο μόνος ξένος παίκτης της ομάδας.

Η Νάπολι έγραψε την σημαντικότερη στιγμή στην ιστορία της κατακτώντας το νταμπλ, κάτι που μόνο τρεις άλλοι σύλλογοι είχαν καταφέρει μέχρι τότε (Γιουβέντους, Τορίνο, Ίντερ), και οι τρεις της βόρειας χώρας. Ο Μαραντόνα σημείωσε 10 γκολ στο πρωτάθλημα και 7 στο Κύπελλο, όπου η ομάδα κατέκτησε το τρόπαιο νικώντας σε όλους τους αγώνες (13), ρεκόρ που παραμένει μέχρι σήμερα. Ο Γκόλντμπλατ έγραψε: «Οι εορτασμοί ήταν θορυβώδεις, μια σειρά τρομακτικών εκδηλώσεων και εορτασμών που ξέσπασαν από το δρόμο, ξέσπασαν μεταναστευτικά σε όλη την πόλη σε ένα καρναβάλι όλο το εικοσιτετράωρο, το οποίο έτρεχε πάνω από μία εβδομάδα. Οι κηδείες για τη Γιουβέντους και το Μιλάνο (Ίντερ, Μίλαν), η καύση των φερέτρων τους, οι εκφράσεις θανάτου τους αναγγέλλονταν το Μάιο του 1987, η άλλη Ιταλία έχει νικήσει και γεννιέται μια νέα αυτοκρατορία».

«Η σπουδαιότερη σειρά πανηγυρισμών που έγινε ποτέ για πρωτάθλημα στην ιστορία», αναφέρει ο Τζον Φουτ στο βιβλίο του Calcio: A History of Italian Football. Σύντομα, η φωτογραφία του Μαραντόνα κρεμάστηκε δίπλα στον Ιησού στα μισά σπίτια της Νάπολης. Τοιχογραφίες του Ντιέγκο ζωγραφίστηκαν παντού ακόμα και στα αρχαία κτίρια της πόλης και τα νεογέννητα παιδιά ονομάζονταν προς τιμήν του. Για αυτό το λόγο βέβαια ήρθε σε σύγκρουση και με τον Πάπα, για την οποία είχε δηλώσει μετά την επίσκεψή του στο Βατικανό (9 Νοεμβρίου 1985): «Ναι, τσακώθηκα με τον Πάπα. Τσακώθηκα με τον Πάπα επειδή ήμουν στο Βατικανό και είδα χρυσές στέγες και μετά άκουσα τον Ποντίφικα να λέει ότι η Εκκλησία ανησυχεί για τα φτωχά παιδιά. Τότε πούλα τις στέγες φίλε, κάνε κάτι!»

Την επόμενη αγωνιστική περίοδο (1987-88), το παραγωγικό επιθετικό τρίο της ομάδας, που σχηματίστηκε από τους Μαραντόνα, Τζιορντάνο και τον νεοαποκτηθέντα Καρέκα, αργότερα μετονομάστηκε σε Ma-Gi-Ca (μαγική) πρώτη γραμμή δεν έφερε όση επιτυχία αναμενόταν. Η πρώτη συμμετοχή στο Κύπελλο Πρωταθλητριών ήταν αποτυχημένη με την ομάδα να αποκλείεται από τη Ρεάλ Μαδρίτης στη φάση των “16”. Στο πρωτάθλημα όμως η Νάπολι στην 25η αγωνιστική (από τις 30) ήταν μπροστά με 4 βαθμούς διαφορά από τη Μίλαν, τα στοιχήματα υπέρ της κατάκτησης και δεύτερου συνεχόμενου τίτλου ήταν στα ύψη, αλλά η ήττα από τη Γιουβέντους και η ισοπαλία με τη Βερόνα με 1-1 (το γκολ ο Μαραντόνα) έφεραν στην τελευταία αγωνιστική αντιμέτωπους τους δύο διεκδικητές στο Μιλάνο με τους Ναπολιτάνους ένα βαθμό μπροστά. Το σκληρό παιχνίδι έληξε με νίκη των γηπεδούχων με 3-2 με το γκολ της ισοφάρισης του Αργεντινού να αποδεικνύεται πολύ λίγο.

Οι πολίτες της Νάπολης έχασαν μεγάλα ποσά καθώς οι αποδόσεις των στοιχημάτων ήταν πολύ υψηλές και η Καμόρα που έλεγχε κυρίως τα παράνομα στοιχήματα (totonero) αποκόμισε μεγάλα κέρδη, ενώ την προηγούμενη χρονιά είχε συμβεί ακριβώς το αντίθετο. Αργότερα, στις 12 Ιανουαρίου 1995 εκδόθηκε από την Εισαγγελία της Νάπολης ένταλμα σύλληψης δύο μελών της παράνομης οργάνωσης για το στοιχηματισμό εκείνης της περιόδου με τον τότε οδηγό και σωματοφύλακα του Αργεντινού να δηλώνει ότι «Ο Μαραντόνα πούλησε το πρωτάθλημα της σεζόν 1987-1988 για λογαριασμό της Καμόρα, τη χρονιά στην οποία η Νάπολι είχε προβάδισμα 5 πόντων και το πρωτάθλημα κέρδισε τελικά η Μίλαν». Ο ίδιος ο Μαραντόνα το διέψευσε τότε κατηγορηματικά. Ο Αργεντινός τελείωσε τη χρονιά ως πρώτος σκόρερ με 15 τέρματα.

Οι υποψίες που καλλιεργήθηκαν έφεραν σε δύσκολη θέση το Μαραντόνα, ο οποίος ζούσε προκλητικά πλούσια σε σχέση με τα εισοδήματα που προέκυπταν από το συμβόλαιο που είχε. Η υποστήριξη των οπαδών στο πρόσωπό του όμως δεν κάμφθηκε. Την επόμενη χρονιά και σε ένα από τα καλύτερα ματς όλων των εποχών στις 27 Νοεμβρίου του 1988, η Νάπολι διέλυσε με 4-1 τη πανίσχυρη Μίλαν, μια ομάδα που εφτά μήνες αργότερα έμελλε να κατακτήσει το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Εκείνο το απόγευμα, ο Μαραντόνα πέτυχε το πρώτο γκολ της καριέρας του σε βάρος των «ροσονέρι», με τρία ακόμα να προστίθενται στο «πάρτι», με τη Μίλαν απλώς να σημειώνει το γκολ τιμής και η οποία τελικά κατέκτησε το πρωτάθλημα και εκείνη τη χρονιά αφήνοντας τη Νάπολι δεύτερη.

Στη Νάπολι ο Μαραντόνα λατρεύτηκε σα «θεός», αν και οι φήμες για την εξωγηπεδική ζωή του οργίαζαν. Με το σύλλογο της νότιας Ιταλίας κατέκτησε δύο πρωταθλήματα, το Κύπελλο Ιταλίας, το Σούπερ Κύπελλο της χώρας καθώς και το Κύπελλο UEFA της χρονιάς 1988-1989.

Ο Μαραντόνα με το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ του 1989

Το Κύπελλο UEFA της αγωνιστικής περιόδου 1988-89 ήταν ο πρώτος και τελευταίος διεθνής τίτλος του συλλόγου και του αρχηγού της στην Ευρώπη. Στον πρώτο γύρο απέκλεισε τον ΠΑΟΚ (1-0 και 1-1) και στη συνέχεια Λοκομοτιβ Λειψίας και Μπορντό. Ο δρόμος στη συνέχεια ήταν δύσκολος έχοντας να αντιμετωπίσει στον προημιτελικά τη Γιουβέντους από την οποία είχαν χάσει με 2-0 στην πρώτη αναμέτρηση. Μπροστά από σε ένα φανατισμένο πλήθος στο στάδιο Σαν Πάολο (γεγονός που ήταν συνυφασμένο με την παρουσία του) ο Μαραντόνα – σε μια πολύ καλή ατομική εμφάνιση – σκόραρε στο 10ο λεπτό και στη συνέχεια πάσαρε ένα ακόμα γκολ του συμπαίκτη του Αντρέα Καρνεβάλε. Έτσι παρέμεινε το σκορ στην κανονική διάρκεια, και η πρόκριση κρίθηκε στο 119ο λεπτό με ένα τέρμα της Νάπολι. Στα ημιτελικά ούτε η Μπάγερν Μονάχου κατάφερε να σταματήσει τους ναπολιτάνους που κέρδισαν στην έδρα τους με 2-0 και πήραν την επιθυμητή ισοπαλία στο Μόναχο με 2-2 με δύο γκολ του Καρέκα από ασίστ του Αργεντινού. Στον τελικό αντιμετώπισε τη Στουτγκάρδη την οποία νίκησε στην Νάπολη με 2-1 (με ασίστ του Μαραντόνα στο νικητήριο τέρμα) και ήρθε ισόπαλη με 3-3 στη Γερμανία. Στον αγώνα του Σούπερ Κυπέλλου Ιταλίας το 1990 (1 Σεπτεμβρίου) η Νάπολι συνέτριψε τη Γιουβέντους με 5-1 σε μία συνάντηση που έγινε στη Νάπολη και πρόσφερε στο Μαραντόνα τον τελευταίο τίτλο του στην Ευρώπη.

Στη σεζόν 1989-90 η Νάπολι κυνηγούσε τον τίτλο ενώ μπροστά της είχε τη Μίλαν. Οι Ναπολιτάνοι επικράτησαν 2-4 της Μπολόνια (22 Απριλίου), με το Μαραντόνα να σκοράρει για 16η και τελευταία φορά στο πρωτάθλημα. Λίγο αργότερα η Μίλαν γνώριζε ήττα έκπληξη από τη Βερόνα και την επόμενη-τελευταία αγωνιστική η Νάπολι κατέκτησε το δεύτερο πρωτάθλημα. Όπως και το 1987-88, έτσι και το 1990-91 η Νάπολι απέτυχε στο Κύπελλο Πρωταθλητριών αποκλειόμενη αυτή τη φορά στο δεύτερο γύρο από τη Σπαρτάκ Μόσχας (στη πρώτη συμμετοχή αποκλείστηκε από τη Ρεάλ Μαδρίτης) με το Μαραντόνα να μην ακολουθεί την αποστολή της ρεβάνς στη Μόσχα με δημοσιογραφικά στοιχεία να αναφέρουν εξωαγωνιστικές δραστηριότητες του σταρ να καθιστούν αδύνατη τη μετάβασή του με την υπόλοιπη ομάδα. Τελικά αγωνίστηκε στο δεύτερο ημίχρονο της συνάντησης χωρίς αξιοσημείωτη παρουσία και η Νάπολι αποκλείστηκε στα πέναλτι. Δεν ήταν η πρώτη φορά που μεγάλος σταρ ήταν ασυνεπής στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις οδηγώντας σε πρόστιμα τη διοίκηση του συλλόγου και σε δυσμενή σχόλια του τύπου.

Η νέα αγωνιστική περίοδος ξεκίνησε μέτρια για την ομάδα και ο Μαραντόνα απουσίαζε αλλά η επάνοδος άλλαξε την πορεία για την ομάδα που φαινόταν ότι θα διεκδικούμε πάλι το πρωτάθλημα αλλά ο Μαραντόνα ήταν μέτριος έχοντας σκοράρει πέντε τέρματα, όλα με πέναλτι. Τον Μάρτιο του 1991 βρέθηκε θετικός σε κοκαΐνη σε ντόπινγκ τεστ που πραγματοποιήθηκε μετά τον αγώνα Νάπολι-Μπάρι. Έφυγε στην πατρίδα του και στις 26 Απριλίου 1991 ο Αργεντινός συνελήφθη σε διαμέρισμα στο Μπουένος Άιρες με ποσότητες κοκαΐνης. Η καριέρα του στην Ιταλία τελείωσε εκεί ως πρώτος σκόρερ στην ιστορία της Νάπολι με 115 τέρματα σε επίσημους αγώνες. Τιμωρήθηκε με αποκλεισμό ενάμιση έτους (η ποινή δεν αφορούσε μόνο την Ιταλία, αλλά οπουδήποτε υπήρχε επαγγελματικό ποδόσφαιρο).

Στις 6 Μαΐου η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Αργεντινής τιμωρεί το «χρυσό» παιδί της με 14 μήνες για χρήση απαγορευμένων ουσιών. «Ναι, έκανα χρήση κοκαΐνης. Ήθελα να ξεπεράσω το στρες και την πίεση από τη σωματική και ψυχολογική κόπωση. Έκανα πολλά λάθη στη ζωή μου. Πίστεψα ότι η κοκαΐνη θα με ανακούφιζε. Δεν είχα δίκιο, αλλά δεν είχα και τις ηθικές δυνάμεις να αντισταθώ», παραδέχεται ο ίδιος ο Μαραντόνα. Ο κορυφαίος Ιταλός αμυντικούς Φράνκο Μπαρέζι είχε πει πως όταν ήταν σε καλή μέρα ήταν ασταμάτητος, ενώ ο ιστορικός αρχηγός της Μίλαν και της Εθνικής Ιταλίας Πάολο Μαλντίνι τον υπέδειξε ως τον δυσκολότερο αντίπαλο που είχε αντιμετωπίσει ποτέ. Στο διάστημα της τιμωρίας του ακολούθησε πρόγραμμα απεξάρτησης και ήρθε σε καταρχήν συμφωνία με τους Σαν Ντιέγκο Σόκερς για να αγωνιστεί στο MSL εσωτερικού χώρου, κάτι που δεν πραγματοποιήθηκε τελικά λόγω της δέσμευσής με τη Νάπολι μέχρι το 1993.

Αυτή ήταν η πορεία του στους συλλόγους, παράλληλα όμως με την επιστροφή του στην Εθνική Αργεντινής κατάφερε να κατακτήσει το παγκόσμιο κύπελλο του 1986, να πάει στον τελικό την ομάδα του, το 1990. Ας πάρουμε όως τα πράγματα από την αρχή.

Η χρυσή πορεία του Μαραντόνα με την εθνική Αργεντινής

Το 1986 κατέκτησε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στο Μεξικό με την ομάδα της Αργεντινής. Ήταν αρχηγός της εθνικής ομάδας στη διοργάνωση και επιβεβαίωσε την κυριαρχία του σε βαθμό που δεν είχε παρουσιαστεί μέχρι τότε. Τα γκολ του εναντίον της Αγγλίας και του Βελγίου, η ασίστ στον Μπουρουσάγα στον τελικό, αλλά και το γκολ με «Το χέρι του Θεού», εκτίναξαν τη δημοτικότητά του.

Το χέρι του θεού

Έπαιξε κάθε λεπτό κάθε παιχνιδιού της Αργεντινής, σημείωντας πέντε γκολ και δίνοντας πέντε ασίστ, τρεις από αυτούς στον εναρκτήριο αγώνα με τη Νότια Κορέα στην πόλη του Μεξικού. Οι ατομικές επιδεξιότητές του (ίσως οι καλύτερες όλων των εποχών) κυριάρχησαν στους σημαντικότερους αγώνες της διοργάνωσης. Το πρώτο τέρμα του τουρνουά ήρθε απέναντι στην Ιταλία στο δεύτερο παιχνίδι της ομάδας που έληξε ισόπαλο 1-1. Ήταν η μόνη ισοπαλία της ομάδας που νίκησε Νότια Κορέα (3-1) και Βουλγαρία (2-0). Η Αργεντινή κατετάγη πρώτη στον όμιλό της και απέκλεισε την Ουρουγουάη στον πρώτο γύρο νοκ-άουτ στην Πουέμπλα.

Εκτός του αρχηγού της η εθνική διέθεται και άλλους καταξιωμένους διεθνώς ποδοσφαιριστές, ξεκινώντας από τον αρχηγό της ομάδας που κέρδισε το προηγούμενο Παγκόσμιο Κύπελλο Ντανιέλ Πασαρέλα (έστω και αν δεν αγωνίστηκε) το Χόρχε Βαλντάνο, βασικό στέλεχος της Ρεάλ Μαδρίτης, και το Χόρχε Μπουρουτσάγα που δημιουργούσαν ένα δυνατό σύνολο ικανό να πρωταγωνιστήσει, χωρίς όμως να θεωρείται και από τα φαβορί της διοργάνωσης. Η ομάδα όμως δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένη, εφάρμοσε ένα σύστημα (3-5-2) ασυνήθιστο μέχρι τότε στην ιστορία της που έδινε τη δυνατότητα στο Μαραντόνα να πρωταγωνιστήσει αλλά ο Μπιλάρδο είχε δεχτεί έντονη κριτική για τις επιλογές του. Ο Μαραντόνα χρίστηκε αρχηγός στη θέση του Πασαρέλα, απόφαση που λειτούργησε θετικά στο φρόνημα της ομάδας.

Στα προημιτελικά στις 22 Ιουνίου 1986, η Αργεντινή αντιμετώπισε την Αγγλία στο Στάδιο Αζτέκα της πόλης του Μεξικού μπροστά σε 115.000 θεατές σε μία σύγκρουση με έμελλε να μείνει στην ιστορία. Είχαν περάσει σχεδόν τέσσερα χρόνια από τον πόλεμο των Φώκλαντς κάτι που κατά κοινή διαπίστωση είχε δημιουργήσει ένταση μεταξύ των δύο εθνών που μεταφέρθηκε και σε αυτή τη σύγκρουση. Ήδη πριν τον αγώνα οι οπαδοί είχαν αψιμαχίες στους δρόμους της Πόλης του Μεξικού αλλά και στο γήπεδο. Ως αποτέλεσμα, αρκετοί Άγγλοι οπαδοί νοσηλεύτηκαν, ενώ μερικές από τις σημαίες τους είχαν κλαπεί από τους αντιπάλους τους. Αυτές οι σημαίες θα εκτίθονταν τότε από τους υποστηρικτές της Μπόκα Τζούνιορς κατά τη διάρκεια ορισμένων αγώνων της Αργεντινής. Το πρώτο τέρμα του Μαραντόνα στο 51ο λεπτό σημειώθηκε εμφανώς με το χέρι, μιας και ο Αργεντινός ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να νικήσει στον αέρα τον τερματοφύλακα Πίτερ Σίλτον. Έτσι χρησιμοποίησε το χέρι του και δήλωσε μετά τον αγώνα : «Το γκολ αυτό μπήκε λίγο από το κεφάλι του Μαραντόνα και λίγο από το χέρι του Θεού». Έτσι καθιερώθηκε ως το «χέρι του Θεού» (La mano de Dios).

Ο Τυνήσιος διαιτητής κατακύρωσε το τέρμα αιτιόμενος αργότερα ότι μη έχοντας την καλύτερη δυνατή οπτική γωνία περίμενε την αντίδραση του αρμόδιου επόπτη που ποτέ δεν υπήρξε και έτσι έκανε ένα από τα μεγαλύτερα λάθη στην ιστορία του αθλήματος. Ο Σίλτον σε συνέντευξή του στις αρχές του 2020 δήλωσε πως θεωρεί το Μαραντόνα ως τον κορυφαίο ποδοσφαιριστή όλων των εποχών αλλά δεν τον σέβεται εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν ζήτησε συγγνώμη ποτέ διευκρινίζοντας ότι η εθνική του αποσυντονίστηκε μετά αυτό το γεγονός. Το δεύτερο γκολ σημειώθηκε τέσσερα λεπτά αργότερα και προήλθε σε μια επέλαση περίπου 60 μέτρων μακριά από το αντίπαλο τέρμα, πέρασε πέντε παίκτες της Αγγλίας μαζί με τον τερματοφύλακα. Έτσι προέκυψε η αντίθεση ανάμεσα στα δύο γκολ του εναντίον της Αγγλίας: «παράνομο» το πρώτο, «εξιλέωση και αποκατάσταση» της απάτης του με το υπέροχο δεύτερο.

Η γαλλική εφημερίδα L’Équipe περιέγραψε το Μαραντόνα σε εκείνο το παιχνίδι ως «μισός διάολος, μισός άγγελος». Ο προπονητής της εθνικής Αγγλίας Μπόμπι Ρόμπσον είπε ότι το δεύτερο «ήταν ένα γκολ βγαλμένα από την σφαίρα της φαντασίας». Ο ίδιος ο Μαραντόνα είπε για το πρώτο του τέρμα: «Αν μπορούσα να επιστρέψω στο παρελθόν και να αλλάξω την ιστορία, θα το έκανα. Τώρα μπορώ να ζητήσω συγνώμη μόνο για την πράξη μου. Αυτό που συνέβη, έγινε, η Αργεντινή έγινε παγκόσμια πρωταθλήτρια και έγινα ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στον πλανήτη». Η μείωση του σκορ στο 81ο λεπτό από τον πρώτο σκόρερ της διοργάνωσης Γκάρι Λίνεκερ δεν άλλαξε τον ρου της ιστορίας.

Ο αγώνας ώθησε το Μαραντόνα προς την αναγνώριση ως τον σούπερ σταρ του αθλήματος, καθιστώντας τον ως τον πιο συναρπαστικό αντι-ήρωα του παιχνιδιού. Το 2015 ο Αργεντινός επισκέφθηκε τον Τυνήσιο διαιτητή της συνάντησης και του πρόσφερε μία φανέλα του της εθνικής ομάδας υπογεγραμένη. Ως φόρο τιμής στην απόδοση του Μαραντόνα, οι αρχές στο Στάδιο Αζτέκα τοποθέτησαν άγαλμά του, αφιερωμένο στο «Γκολ του Αιώνα» στην είσοδο του σταδίου.

Η εμφάνισή του στον ημιτελικό απέναντι στην Εθνική Βελγίου (25 Ιουνίου, 2-0 με δύο δικά του τέρματα στο δεύτερο ημίχρονο), ήταν μνημειώδης και έχει χαρακτηριστεί και βαθμολογηθεί από ειδικούς του αθλήματος ως η καλύτερη ενός ποδοσφαιριστή σε αγώνα τελικής φάσης Παγκοσμίου Κυπέλλου.Στον τελικό της 29ης Ιουνίου, η Δυτική Γερμανία προσπάθησε να τον συγκρατήσει με διπλή φρούρηση κάτι που έγινε επιτυχώς, αφού το κύριο καθήκον ανήκε στο Λόταρ Ματέους αλλά ωστόσο βρήκε τους χώρους και έδωσε την ασίστ της νίκης με 3-2. Η Αργεντινή προηγήθηκε στο πρώτο ημίχρονο με 2-0 αλλά ισοφαρίστηκε από τους Γερμανούς μέχρι να έρθει η λύτρωση για τους λατινοαμερικάνους. Η απόδοση του Μαραντόνα στον τελικό ήταν λιγότερο εντυπωσιακή αλλά όχι λιγότερο χρήσιμη σε σχέση με τις προηγηθείσες συναντήσεις, γεγονός που επιβεβαίωσε την άποψη ότι η Αργεντινή ήταν δίκαια παγκόσμια πρωταθλήτρια και δεν είχε μόνο έναν σούπερ αστέρι, ισχυρισμοί που είχαν υποστηρικτές μετά κυρίως τους δύο προηγούμενους αγώνες της ομάδας.

Κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης, ο Μαραντόνα προσπάθησε ή δημιούργησε πάνω από το ήμισυ των τερμάτων της Αργεντινής, πραγματοποίησε 90 ντρίμπλες, περίπου τρεις φορές περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο παίκτη και ανακόπηκε 53 φορές (αριθμός ρεκόρ στην ιστορία του θεσμού) κερδίζοντας για την ομάδα του δύο φορές περισσότερα φάουλ από οποιονδήποτε άλλο. Συμμετείχε σε 10 από τα 14 γκολ της Αργεντινής, ενώ ήταν και τρίτος σκόρερ της διοργάνωσης. Ψηφίστηκε καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης και στην καλύτερη ενδεκάδα. Εκείνη τη χρονιά ψηφίστηκε καλύτερος ποδοσφαιριστής της χρονιάς στη χώρα του για τέταρτη φορά και καλύτερος αθλητής για δεύτερη φορά.

Κόπα Αμέρικα 1987, 1989

Το Κόπα Αμέρικα του 1987 διοργανώθηκε στην Αργεντινή και η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια ήταν λογικά το μεγάλο φαβορί. Στον πρώτο γύρο αντιμετώπισε το Περού με το οποίο ήρθε ισόπαλη 1-1 με το Μαραντόνα να ανοίγει το σκορ χωρίς αυτό να είναι όμως αρκετό. Στο δεύτερο αγώνα σημείωσε δύο γκολ στη νίκη με 3-2 επί του Ισημερινού. Στον ημιτελικό αντιμετώπισε την κάτοχο του τίτλου Ουρουγουάη χάνοντας με 1-0. Η Αργεντινή όμως απέτυχε και στον μικρό τελικό χάνοντας από την Κολομβία με 2-1.

Στη διοργάνωση του 1989 στη Βραζιλία, η Αργεντινή προχώρησε στο δεύτερο γύρο παρά την εμφανή επιθετική της αδυναμία (σε τέσσερις συναντήσεις πέτυχε μόλις δύο γκολ). Η απόδοση του Μαραντόνα ήταν σημαντικά κατώτερη του αναμενόμενου, δεδομένου ότι είχε πολύ καλή χρονιά στην Ιταλία. Ακολούθησαν δύο ήττες από τις άλλες δύο μεγάλες λατινοαμερικάνικες δυνάμεις, Βραζιλία και Ουρουγουάη με το ίδιο σκορ (2-0) και η ομάδα κατετάγη τελικά τρίτη.

Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990

Τέσσερα χρόνια αργότερα, ήταν και πάλι φιναλίστ (ανέλπιστα) στον τελικό με τη Δυτική Γερμανία. Ο Μαραντόνα έδειξε τις ηγετικές ικανότητές του, ειδικά στον αγώνα εναντίον της Βραζιλίας με μια εκπληκτική ασίστ σε αντεπίθεση στον Κλάουδιο Κανίγια. Η ομάδα δεν είχε στις τάξεις της ορισμένα από τα βασικά στελέχη που την οδήγησαν στον τίτλο το 1986 και έτσι το στυλ παιχνιδιού ήταν προσανατολισμένο στην καλή αμυντική παρουσία παίζοντας κακό ποδόσφαιρο και ανάλογα κινήθηκε και ο Μαραντόνα. Η δήλωση του προπονητή Κάρλος Μπιλάρδο για την σύνθεση της ομάδας ότι είναι «ο Μαραντόνα και άλλοι 10» είναι χαρακτηριστική.

Στον πρώτο γύρο η Αργεντινή έχασε από το Καμερούν στην πρεμιέρα με 1-0, νίκησε βέβαια τη Σοβιετική Ένωση και ήρθε ισόπαλη με τη Ρουμανία. Έτσι κατετάγη μόλις τρίτη στον όμιλό της. Αυτή η πορεία αντίστοιχη των πραγματικών δυνατοτήτων της δεν την εμπόδισε να φτάσει στον τελικό σε ένα από τα χειρότερα από πλευράς θεάματος Μουντιάλ όλων των εποχών. Ο Μαραντόνα βρίσκονταν στο απόγειο της δημοφιλίας του έχοντας κερδίσει με την Νάπολι το δεύτερο πρωτάθλημα της ιστορίας της με δύο βαθμούς διαφορά από την Μίλαν νικώντας στον τελευταίο αγώνα τη Λάτσιο.

Στον προημιτελικό η Αργεντινή αντιμετώπισε τη Βραζιλία που ήταν ακλόνητο φαβορί της συνάντησης και πυρπόλησε την άμυνα των γειτόνων για 81 λεπτά αλλά δεν έβρισκε στόχο έχοντας τρία δοκάρια. Μέχρι τότε ο Μαραντόνα δεν έκανε επιθετικά τίποτα αλλά σε μια αντεπίθεση περιτριγυρισμένος από αμυντικούς έδωσε εξαιρετική ασίστ στον Κανίγια που έδωσε την πρόκριση στην ομάδα του.

Στον προημιτελικό Αργεντινή και Γιουγκοσλαβία έμειναν στο 0-0 με την πρώτη να προκρίνεται στα πέναλτι, με το Μαραντόνα να χάνει το δικό του. Στον ημιτελικό της 3ης Ιουλίου, όπου η Αργεντινή αντιμετώπισε την Ιταλία, στο στάδιο της Νάπολι, οι φίλαθλοι αντί για την εθνική Ιταλίας εμψύχωναν τον Αργεντίνο, ο οποίος για άλλη μία φορά κατέκρινε την αντίθεση του βορρά-νότου της χώρας και είχε ζητήσει δημόσια την υποστήριξη της ομάδας του από τους Ιταλούς φιλάθλους. Φίλαθλοι φώναζαν «η Νάπολη δεν είναι Ιταλία» διχάζοντας μια χώρα δεκάδων εκατομμυρίων. Στην σκιά αυτής της διχόνοιας, η Ιταλία ευτύχησε να προηγηθεί νωρίς με γκολ – οφσάιντ του μετέπειτα πρώτου σκόρερ της διοργάνωσης, Σαλβατόρε Σκιλάτσι. Αυτό το άδικο γκολ πείσμωσε την «αλμπισελέστε», η οποία έπαιξε το καλύτερο ποδόσφαιρό της στην διοργάνωση.

Ισοφάρισε με τον Κλαούντιο Κανίγια και οδήγησε τη συνάντηση στην παράταση, όπου άντεξε μέχρι τέλους, παρ’ ότι στο 103ο λεπτό έμεινε με δέκα παίκτες. Στα πέναλτι, οι δύο ομάδες ευστόχησαν στις πρώτες έξι εκτελέσεις και, στη συνέχεια, ανέλαβε δράση ο τερματοφύλακας Γκοϊκοετσέα. Απέκρουσε δύο πέναλτι, ενδιάμεσα ο Μαραντόνα σκόραρε και έτσι οι Λατινοαμερικάνοι προκρίθηκαν. Το παιχνίδι αυτό ήταν καθοριστικό για την μετέπειτα παρουσία του Αργεντινού ποδοσφαιριστή στην Ιταλία. Όντας ήρωας σε μια χώρα που τον «φιλοξενούσε» για τόσο καιρό, έγινε persona non grata (ανεπιθύμητο πρόσωπο) σχεδόν σε μια νύχτα συντελώντας στο να μεταφερθεί στην υφήλιο η εικόνα ενός διχασμένου λαού σε καιρό ειρήνης εν μέρει δεν υποστήριζε τη χώρα του. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης του επιτέθηκαν άσχημα με πρωτοσέλιδα όπως «ο Λούσιφερ ζει στη Νάπολη». στην εφημερίδα Repubblica. Σε δημοσκόπηση μετά τη διοργάνωση ψηφίστηκε ως ο πιο μισητός άνθρωπος στην Ιταλία. Αυτή η εξέλιξη πολλοί θεωρούν ότι ήταν μέρος ενός ενορχηστρωμένου σχεδίου για την κατάρρευση του Αργεντινού.

Στον τελικό η Δυτική Γερμανία ήταν πλήρης, ο Κανίγια τιμωρημένος και έτσι η Αργεντινή περιορίστηκε και πάλι σε αμυντικό ρόλο, κάτι που είχε συνηθίσει κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης καθώς σε 6 παιχνίδια είχε σημειώσει μόλις 5 τέρματα. Ο αγώνας της 8ης Ιουλίου στη Ρώμη δεν είχε θέαμα, ίσως ηταν ένας από τους χειρότερους στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου με τη Γερμανία βέβαια να κερδίζει σε μια μάχη αρνητισμού. Καθώς οι Ιταλοί θεατές αυτή τη φορά σφύριξαν αποδοκιμάζοντας στον εθνικό ύμνο της Αργεντινής, η κάμερα επικεντρώθηκε στο Μαραντόνα, του οποίου τα χείλη μουρμούριζαν hijos di puta (γιοί των σκύλων).

Ο Μαραντόνα ήταν περιορισμένος επιθετικά και παρόλο που η Αργεντινή είχε μείνει με 9 παίκτες λόγω δύο αποβολών, χρειάστηκε ένα έντονα αμφισβητούμενο πέναλτι στο 84ο λεπτό για να νικήσει η Γερμανία. Ο Μαραντόνα ψηφίστηκε τρίτος καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης και στην καλύτερη ομάδα για δεύτερη φορά.

Το κύκνειο άσμα των Μουντιάλ, το 1994

Η πρόκριση της Αργεντινής στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου των Η.Π.Α. παίκτηκε σε αγώνα μπαράζ με την Αυστραλία. Θορυβημένη η Ομοσπονδία και η τεχνική ηγεσία κάλεσαν το Μαραντόνα να βοηθήσει ο οποίος δέχτηκε αλλά έπρεπε να προετοιμαστεί διεξοδικά για την επιστροφή του. Το αστέρι της Αργεντινής στρατολογήθηκε σε ένα αγρόκτημα και υποβλήθηκε σε αυστηρή διατροφή, ενώ προπονούταν σκληρά. Ο Μαραντόνα έχασε 15 κιλά και επέστρεψε δείχνοντας σε άριστη κατάσταση. Έτσι στη διοργάνωση του 1994, η πρωταθλήτρια Νότιας Αμερικής του 1993 Αργεντινή είχε το πνεύμα του νικητή και ως ένα από τα φαβορί περίμενε την ώρα της στέψης.

Διέθετε ταχύτητα, δύναμη, συνδυασμούς, εφευρετικότητα, επιθετική διάθεση με τον ηγέτη Μαραντόνα αναγεννημένο κι έτοιμο να πάρει την μπαγκέτα του μαεστρικά να οδηγήσει την ομάδα στην κορυφή, όπως θα έκανε ένας μελίρρυτος μαέστρος σε μία συμφωνική ορχήστρα και τα πρώτα δείγματα απέναντι στην Ελλάδα ήρθαν να επιβεβαιώσουν το γεγονός. Πρεμιέρα στο Μουντιάλ η εθνική Αργεντινής κάνει στις 21 Ιουνίου απέναντι στην Ελλάδα του Αλκέτα Παναγούλια με τον Γκαμπριέλ Μπατιστούτα να σημειώνει χατ-τρικ και το Μαραντόνα να προσθέτει άλλο ένα γκολ μετά από εντυπωσιακό συνδυασμό σε μία αναμέτρηση που ένα πολύ μεγαλύτερο σκορ δεν θα ήταν υπερβολή. Μετά το γκολ απέναντι στην Ελλάδα, ο Μαραντόνα είχε έναν από τους πιο διάσημους εορτασμούς γκολ στον Παγκόσμιο Κύπελλο καθώς έτρεξε προς μια από τις κάμερες που περιστρέφονταν με ένα παραμορφωμένο πρόσωπο και γουρλωμένα μάτια.

Μετά την Ελλάδα ακολούθησε η Νιγηρία και με δύο γκολ του Κανίγια η Αργεντινή επικράτησε με 2-1. Όλα άλλαξαν βέβαια με την αποκάλυψη ότι ο Μαραντόνα ήταν ντοπαρισμένος (χρήση εφεδρίνης – ουσία που χρησιμοποιείται συνήθως για απώλεια βάρους). Τιμωρήθηκε με αποκλεισμό 15 μηνών. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι είχε την έγκριση να χρησιμοποιήσει το φάρμακο πριν τη διοργάνωση για να τον βοηθήσει στην απώλεια βάρους, στόχος που επιτεύχθηκε αγωνιζόμενος στα σχεδόν 75 κιλά όπως στη διοργάνωση του Μεξικού.

Αυτό αποδείχθηκε ότι ήταν το τελευταίο διεθνές τέρμα και η τελευταία εμφάνιση για τη χώρα του που ήταν ταυτόχρονα ρεκόρ επίτευξης τερμάτων και συμμετοχών για την εθνική Αργεντινής. Συμμετέχοντας σε τέσσερα Παγκόσμια Κύπελλα αγωνίστηκε σε 21 αγώνες (επίδοση που ισοφάριζε το τότε ρεκόρ), σε 16 ήταν αρχηγός (επίδοση ρεκόρ), σημείωσε 8 τέρματα και ψηφίστηκε αργότερα δύο φορές (1994, 2013) ως ο δεύτερος καλύτερος ποδοσφαιριστής που αγωνίστηκε στην κορυφαία διοργάνωση πίσω από τον Πελέ. Ήταν όμως ήδη 34 ετών και αντικειμενικά οι πιθανότητες ανάκαμψης ήταν λίγες.

Μετά από την τιμωρία των 15 μηνών και παρά το συγκρατημένο ενδιαφέρον μεγάλων συλλόγων, έπαιξε για ένα χρόνο στη Σεβίλλη. Η επαρχιακή ομάδα που δεν έχει κατακτήσει τίποτα για 45 χρόνια και έχει τερματίσει 12η την προηγούμενη αγωνιστική περίοδο, μετατρέπεται σε «παράσταση», όπου κι αν ταξιδεύει. Η διοίκηση κανονίζει ταξίδια – αστραπή για φιλικά σε Μπουένος Άιρες και Κωνσταντινούπολη, όπου γίνεται το αδιαχώρητο στο αεροδρόμιο κατά την άφιξη της αποστολής. Τα εισιτήρια διαρκείας από τα 26.000 έφτασαν τα 40.000 μετά από την απόκτηση του 31χρονου. Ο Μαραντόνα έκανε ντεμπούτο στο πρωτάθλημα στην 5η αγωνιστική, στην εκτός έδρας συνάντηση με την Αθλέτικ Μπιλμπάο (4 Οκτωβρίου 1992).

Υπό εκκωφαντικές αποδοκιμασίες – λόγω των επεισοδίων στα οποία είχε πρωταγωνιστήσει σε τελικό κυπέλλου της Μπιλμπάο με τη Μπαρτσελόνα το 1984 και της «βεντέτας» του με τον Άντονι Γκοϊκοετσέα – δίνει την ασίστ για το γκολ της ομάδας του στην ήττα με 2-1. Στο ντεμπούτο του στο «Σαντσέθ Πιθχουάν» το 1-0 διαμορφώνεται με δικό του εύστοχο πέναλτι, αλλά η στιγμή που το κοινό παραληρεί είναι όταν βρίσκει ένα κουβαριασμένο αλουμινόχαρτο κατά τύχη στο σημείο του κόρνερ και το σηκώνει για να κάνει μπαλιδάκια.

Προϊόντος του χρόνου ο 32χρονος σούπερ σταρ χάνει 10 κιλά, βρίσκει τα πατήματά του και ανά στιγμές στο τερέν θυμίζει τον παλιό καλό Ντιέγκο, ενώ το κάνει σε όλο το 90λεπτο στο εντός έδρας ματς με τη Ρεάλ. Με το κίνητρο του πρώην μπλαουγκράνα να ξυπνάει μέσα του οδηγεί τους Σεβιγιάνους σε μεγάλη νίκη με 2-0. Με 5 γκολ και 7 ασίστ στη Λα Λίγκα, ο Μαραντόνα είναι ο ηγέτης μιας ομάδας που διεκδικεί έξοδο στην Ευρώπη, σε ένα από τα κορυφαία πρωταθλήματα του κόσμου. Η εξαιρετική του παρουσία επιβραβεύεται με τον 6ο τίτλο καλύτερου ποδοσφαιριστή της Νότιας Αμερικής.

Οι «αλκυονίδες ημέρες» όμως δεν κρατάνε πολύ. Από τα μέσα της χρονιάς κι έπειτα επιστρέφει στις κακές συνήθειες, υποκύπτοντας στις σειρήνες της νύχτας. Αρχίζει να ξενυχτάει και να αργεί στις προπονήσεις, αναγκάζοντας τον προπονητή Μπιλάρδο να μεταφέρει κάποιες εξ’ αυτών τα απογεύματα για να τις προλαβαίνει από την αρχή. Στον τοπικό Τύπο κάνουν την εμφάνιση τους τα πρώτα σκάνδαλα, που αφορούν νυχτερινούς καυγάδες, κλήσεις από την αστυνομία για υπερβολική ταχύτητα. Τελικά η Σεβίλλη κατατάσσεται στην 7η θέση του πρωταθλήματος, είχε σημαντικό οικονομικό όφελος αλλά το διαζύγιο ανάμεσα στις δύο πλευρές ήταν αναπόφευκτο.

Αργότερα στη χρονιά επέστρεψε στην πατρίδα του και αγωνίστηκε αρχικά για 5 μόνο παιχνίδια με τη Νιούελς Ολντ Μπόις. Μετά από την αναμενόμενη υποδοχή ήρωα έκανε το ντεμπούτο του σε φιλικό απέναντι στην Έμελεκ του του Ισημερινού, στις 7 Οκτωβρίου 1993, σημειώνοντας το νικητήριο γκολ. Το επίσημο ντεμπούτο ήταν τρεις μέρες αργότερα με την Ιντεπεντιέντε, στην ήττα με 3-1. Η Νιούελς έλυσε τη συνεργασία μαζί του γιατί δεν προσέρχονταν στις προπονήσεις. Όταν πολιορκείται από δημοσιογράφους στο σπίτι του, πυροβολεί με αεροβόλο, τραυματίζοντας τέσσερις. Τιμωρήθηκε για αυτό με διετή φυλάκιση με αναστολή και χρηματική αποζημίωση των τραυματισθέντων δημοσιογράφων.

Στη συνέχεια το 1995 μετά το τέλος και της δεύτερης τιμωρίας του αγωνίστηκε για δύο χρόνια με την Μπόκα Τζούνιορς. Στις 7 Οκτωβρίου του 1995, ο Μαραντόνα πρωταγωνίστησε σε ένα από τα πιο συναισθηματικά κεφάλαια της εξαιρετικής καριέρας του, όταν συνειδητοποίησε μια παλιά επιθυμία και επέστρεψε στην αγαπημένη του Μπόκα, σε έναν αγώνα ενάντια στον Κόλον ντε Σάντα Φε, έπαιξε στο Λα Μπομπονέρα για την έναρξη του πρωταθλήματος του ίδιου έτους. Το γήπεδο με 50.000 θεατές ήταν στα πόδια του σε μία συνάντηση που έληξε με νίκη της Μπόκα με 1-0. Οι εκκλήσεις των οπαδών του συλλόγου για να επιστρέψει γινόταν τραγούδι κάθε φορά που ο Ντιέγκο επισκέπτονταν το γήπεδο, με τον ύμνο: «Έλα στην Μπόκα, γεννάω αυγά, όλοι φωνάζουν, για να επιστρέψει ο Ντιέγκο». Η χρονιά ήταν καλή με την ομάδα να χάνει στο τέλος το πρωτάθλημα από τη Βέλες Σάρσφιλντ. Η συνολική απόδοσή του ήταν βέβαια κατώτερη των δυνατοτήτων του με χαρακτηριστική την απώλεια 5 συνεχόμενων πέναλτι.

Ομολόγησε δε για πρώτη φορά τον εθισμό του στην κοκαΐνη τον Ιανουάριο του 1996 στο περιοδικό Gente. Οι δηλώσεις που επηρέασαν τον εγχώριο και διεθνή τύπο. Έγιναν στο πλαίσιο της εκστρατείας του «Ήλιου χωρίς ναρκωτικά», την οποία η κυβέρνηση της χώρας ξεκίνησε εκείνο το καλοκαίρι με το Μαραντόνα ως την κύρια μορφή. Τελείωσε την ποδοσφαιρική του σταδιοδρομία το 1997 σε ηλικία 37 ετών: σε έναν αγώνα με την Κόλο-Κόλο που υπέστη τραυματισμό και θα τον κρατούσε αδρανή για αρκετές ημέρες. Επανήλθε για να παίξει στις 25 Οκτωβρίου του 1997, στον αγώνα της Μπόκα με την αιώνια αντίπαλο Ρίβερ Πλέιτ αλλά αντικαταστάθηκε στο ημίχρονο. Ο αγώνας έληξε με νίκη της Μπόκα με 2-1 και αυτό θα ήταν και το τελευταίο επίσημο παιχνίδι του, καθώς ανακοίνωσε την αποχώρησή του από επαγγελματικό ποδόσφαιρο την ίδια ημέρα των 37ων γενεθλίων του, στις 30 Οκτωβρίου, έχοντας σημειώσει 360 τέρματα σε 704 επίσημους αγώνες (στοιχεία με βάση την RSSSF), ενώ συμπεριλαμβανομένων και των φιλικών 552 τέρματα. Συχνά αντιμετωπίστηκε σκληρά από τους αμυντικούς της εποχής του αλλά το καλά δομημένο κορμί του άντεξε σε μια περίοδο που η στοιχειώδης προστασία των μεγάλων αστέρων ήταν άγνωστη.

Γεννημένος για να ζήσει μια αντισυμβατική ζωή, ο Μαραντόνα δεν ακολούθησε την πεπατημένη. Πήγαινε συχνά κόντρα σε όλους και σε όλα. Τα «πιστεύω» του πολλές φορές προκάλεσαν, αλλά ο ίδιος ήταν πάντα αποφασισμένος να τα υπερασπιστεί μέχρι τέλους. Δεν του ταιριάζει η μετριότητα και η σιωπή. Πολλά από τα λεγόμενά του κρίθηκαν υπερβολικά με τον ίδιο να διευκρινίζει ότι «εάν κατά καιρούς θυμώνω ή παραπονιέμαι, είναι επειδή δεν ξέρω πώς να συγκρατήσω τα συναισθήματά μου. Και δεν θέλω να μάθω». Κατά τη διάρκεια ενός τετάρτου του αιώνα, επηρρέασε πλήθος ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων μερικών από τους κορυφαίους μελλοντικούς ποδοσφαιριστές. Η επιδεξιότητά του ήταν τέτοια που πρόσφερε στιγμές που πιθανά κανείς δεν θα καταφέρει ποτέ να μιμηθεί. Κατάφερνε πάντως να συγχωρεί τα σφάλματά του ο κόσμος και να του δείχνει αγάπη και εκτίμηση. Με αυτόν τον τρόπο, η συμβολή του στην ιστορία του ποδοσφαίρου και του πολιτισμού είναι απαράμιλλη.

Εκτός βέβαια από τις λαμπρές ικανότητές του, ο Μαραντόνα έχει προκαλέσει παγκόσμιες διαμάχες εκτεταμένου μεγέθους. Η προσωπική του ζωή ήταν γεμάτη σκοτεινές ιστορίες, καταχρήσεις και παρεκτροπές και η υπέρμετρη αναίδεια έναντι των πανίσχυρων αξιωματούχων της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου και άλλων ισχυρών παραγόντων του χώρου.

Το 2000, κέρδισε το βραβείο της ΦΙΦΑ ως ο καλύτερος ποδοσφαιριστής του 20ού αιώνα, το οποίο πραγματοποιήθηκε με ψηφοφορία στην επίσημη ιστοσελίδα της Ομοσπονδίας, στο επίσημο περιοδικό της και σε μεγάλη κριτική επιτροπή. Ο Μαραντόνα κέρδισε τη δημοσκόπηση με βάση το διαδίκτυο, συγκεντρώνοντας το 53,6% των ψήφων έναντι 18,5% του Πελέ που ήταν δεύτερος. Παρά ταύτα, και λίγο πριν την τελετή, η ΦΙΦΑ πρόσθεσε ένα δεύτερο βραβείο και όρισε μια επιτροπή «ποδοσφαιρικής οικογένειας» που αποτελούνταν από ποδοσφαιρικούς δημοσιογράφους, οι οποίοι έδωσαν στον Πελέ τον τίτλο του καλύτερου παίκτη του αιώνα, ο Αργεντινός κατατάχθηκε τρίτος πίσω και από τον Αλφρέδο Ντι Στέφανο και έτσι ο τίτλος μοιράστηκε.

Ο Μαραντόνα διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτή την αλλαγή στη διαδικασία και δήλωσε πως δεν θα παρευρεθεί στην τελετή εάν πάρει ο Πελέ το βραβείο. Τελικά, αποφασίζεται να απονεμηθούν δύο βραβεία ένα για τον καθένα. Ο Ντιέγκο δέχτηκε το βραβείο του, αλλά έφυγε από την τελετή χωρίς να δει τον Πελέ να παραλαμβάνει το δικό του. Ακόμα, εκλέχθηκε 2ος καλύτερος του 20ού αιώνα σε ειδική ψηφοφορία του περιοδικού France Football, ανάμεσα στους νικητές της Χρυσής Μπάλας το 1999 με 65 ψήφους έναντι 122 του πρώτου Πελέ, ενώ ήταν επίσης 2ος στις ψηφοφορίες του World Soccer, του ιταλικού Guerin Sportivo και του βραζιλιάνικου Placar, πάντα πίσω από τον Πελέ.

Λίγο πριν εγκαταλείψει την επαγγελματική του καριέρα ως ποδοσφαιριστής, ξεκίνησε την προσπάθειά του να γίνει προπονητής.  Κατά τη διάρκεια της τιμωρίας του ανέλαβε δύο φορές για μικρό χρονικό διάστημα (μηνών) ομάδες στη χώρα του ανεπίσημα, καθώς δεν διέθετε την απαραίτητη άδεια. Το Νοέμβριο του 2008, ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της εθνικής Αργεντινής νικώντας τη Σκωτία στο ντεμπούτο του με 1-0. Οδήγησε την Αργεντινή στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2010, αλλά παρέμεινε στην τεχνική ηγεσία μέχρι τον Ιούλιο αποχωρώντας μετά την συντριβή της ομάδας του από την Γερμανία με 4-0.

Τον Μάιο του 2011 ο Ντιέγκο Μαραντόνα ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Αλ Γουάσλ, ομάδας από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, όπου έμεινε για ένα χρόνο. Επανήλθε στα Εμιράτα το 2017 για μία ακόμη χρονιά με την Αλ Φουτζέιρα. Το 2019 επέστρεψε στην πατρίδα του ως προπονητής αναλαμβάνοντας τη Χιμνάσια ι Εσγρίμα ντε Λα Πλάτα, οπου παρέμεινε ως προπονητής μέχρι τον θάνατο του.

Τι να πει κανείς για αυτόν τον σπουδαίο γίγαντα, το μόνο που μπορούμε να πούμε, είναι ότι έμεινε στην αιωνιότητα της ιστορίας του Βασιλιά των Σπορ

One thought on “Έφυγε η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική ιδιοφυία, ο Ντιέγκο Μαραντόνα

Σχολιάστε Ελεύθερα