Αλ. Τσίπρας: Καλωσορίζουμε την κυβέρνηση της ΝΔ στη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ

Ομιλία Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία στη συζήτηση & ψήφιση του νομοσχεδίου Καθορισμός του εύρους της αιγιαλίτιδας ζώνης στη θαλάσσια περιοχή του Ιονίου και των Ιονίων Νήσων μέχρι το Ακρωτήριο Ταίναρο της Πελοποννήσου

Η ομιλία γραπτώς

Κύριε πρωθυπουργέ, κυρίες και κύριοι βουλευτές, θα ήθελα ευθύς εξαρχής να πω ότι καλωσορίζουμε την επέκταση των χωρικών υδάτων της Ελλάδας προς δυσμάς. Ταυτόχρονα, όμως, καλωσορίζουμε και εσάς προσωπικά και το κόμμα σας σε μία ακόμα στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ την οποία λοιδορήσατε, λοιδορήσατε με μένος, όταν ήσασταν στην αντιπολίτευση.

Και θέλω να θυμίσω τι ακριβώς λέγατε, όταν εμείς ανακοινώσαμε αυτή τη θέση, την πρόθεση τον Οκτώβριο του 2018 και τόσο εσείς όσο και κορυφαία στελέχη του κόμματός σας που τότε ήταν στην αντιπολίτευση έβγαιναν με δημόσιες δηλώσεις και σχεδόν έλεγαν ότι χωρίζουμε την Ελλάδα στα δύο, έλεγαν σχεδόν ότι προχωράμε σε μία επιλογή η οποία θα φέρει τεράστια ζημία στα εθνικά μας συμφέροντα, τα ίδια σχεδόν, λίγο χαμηλότερος ο τόνος, με όσα λέγατε για τη Συμφωνία των Πρεσπών. Τουλάχιστον στο θέμα αυτό δεν κηρύξατε τον μεγάλο πατριωτικό πόλεμο, όπως κάνατε για τις Πρέσπες.

Και τώρα εσείς οι ίδιοι που πολεμήσατε τη θέση για την επέκταση των χωρικών μας υδάτων στο Ιόνιο δεν έχετε κανένα πρόβλημα να χειροκροτάτε αλλήλους, να σηκώνεστε όρθιοι και να χειροκροτάτε. Με αυτόν τον τρόπο αποδεικνύετε ότι η αναξιοπιστία σας στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής δεν ήταν τελικά μια απλή σύμπτωση. Ενδεχομένως να ήταν μια απλή σύμπτωση αν αφορούσε ένα θέμα. Εσείς σχεδόν σε όλα τα θέματα άλλα λέτε, όταν είστε στα έδρανα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και άλλα πράττετε, όταν είστε στα κυβερνητικά έδρανα.

Η αναξιοπιστία σας στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής φαίνεται να είναι η δεύτερή σας φύση. Διότι δύο κρίσιμα θέματα εξωτερικής πολιτικής που αναδείξαμε με αίσθημα εθνικής ευθύνης κατά τη διάρκεια της κυβερνητικής μας θητείας και ενώ εσείς γνωρίζατε, απολύτως γνωρίζατε, ότι ορθώς τα ανοίξαμε και ότι ορθώς τα σχεδιάσαμε και ότι ορθώς τα επεξεργαστήκαμε και ότι ήταν εθνικό όφελος η ολοκλήρωσή τους, εσείς τα πολεμήσατε και τα δύο με υποκριτικό, όπως αποδείχτηκε, μένος όσο ήσασταν στην Αντιπολίτευση. Και όταν γίνατε κυβέρνηση, κάνατε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών.

Η “προδοτική” Συμφωνία των Πρεσπών, κύριε Μητσοτάκη, έγινε τώρα τόσο επωφελής για τα συμφέροντα της χώρας, ώστε να απαιτείτε από τη Βόρεια Μακεδονία την τήρησή της, καλή τη πίστει μάλιστα, όπως είπατε στην πρόσφατη σχετική σας δήλωση. Ενώ οι σαρκασμοί και οι καταγγελίες για την επέκταση των χωρικών μας υδάτων, όταν ήσασταν στην αντιπολίτευση έδωσαν τώρα τη θέση τους όχι μόνο στην υλοποίηση της στρατηγικής, αλλά και στα θερμά χειροκροτήματα.
Και αναρωτιέμαι αν σας περνάει από το μυαλό ότι θα έπρεπε έστω σε κάποια στιγμή της τοποθέτησής σας αντί για θριαμβολογίες, αν θεωρούσατε ότι είναι χρήσιμη αν όχι για την ιστορία, τουλάχιστον για να δείξετε ότι έχετε διδαχθεί από τα λάθη σας και έτσι να ενισχύσετε κάπως την αξιοπιστία σας και μέσα και έξω από τη χώρα, να κάνετε μια κάποια αυτοκριτική.

Θέλω να σας θυμίσω, γιατί ξεχνιούνται με το πέρασμα των ημερών, τι δήλωνε ο τομεάρχης Εξωτερικών της Νέας Δημοκρατίας, ο κ. Κουμουτσάκος -και θα το καταθέσω και στα Πρακτικά- εκείνη την εποχή στο άκουσμα, στην ανακοίνωση από την πλευρά μας ότι σκοπεύουμε να προχωρήσουμε στην επέκταση των χωρικών υδάτων.

Ο κ. Κουμουτσάκος τότε μιλούσε για φθηνούς εντυπωσιασμούς που υποσκάπτουν θεμελιώδεις θέσεις της εξωτερικής μας πολιτικής. Αυτό κάνετε σήμερα και χειροκροτάτε;

Ακόμα και η κ. Μπακογιάννη, που συνηθίζει να έχει πολύ ειλικρινείς τοποθετήσεις στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και αποφεύγει, όχι όμως πάντα, τις τοποθετήσεις με βάση το μικροπολιτικό πρόσημο, έλεγε ότι πρόκειται για μία επιλογή που κινείται αντίθετα με την πάγια άποψη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ότι οι αποσπασματικές επιμηκύνσεις της αιγιαλίτιδας ζώνης δίνουν περαιτέρω επιχειρήματα στην τουρκική πλευρά.

Ο τομεάρχης Άμυνας της Νέας Δημοκρατίας τότε, ο κ. Κικίλιας, μας έλεγε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κινείται αντίθετα με την πάγια άποψη της εξωτερικής πολιτικής και ότι δεν γίνεται έτσι σοβαρή εξωτερική πολιτική, δημιουργώντας τετελεσμένα κατ’ αποκοπή γεγονότα και προσχωρώντας στην επιχειρηματολογία της Τουρκίας.

Όταν, εμείς, ανοίγαμε το θέμα αυτό που εσείς σήμερα χειροκροτάτε, ο τομεάρχης Άμυνας της Νέας Δημοκρατίας μάς έλεγε ότι προσχωρούμε στην επιχειρηματολογία της Τουρκίας.

Και φυσικά ο κ. Γεωργιάδης, ο λαλίστατος, μας έλεγε ότι κάνουμε ζημιά για τον τόπο που ξεχωρίζουμε το Ιόνιο από το Αιγαίο.

Ο κ. Συρίγος δε, ο νυν υφυπουργός Παιδείας, αλλά γνωστός για τις τοποθετήσεις του διαρκώς στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, μας έλεγε τότε ότι είναι μέγα λάθος η εξαίρεση του Αιγαίου από το Ιόνιο και μας προέτρεπε να επεκτείνουμε άμεσα τα χωρικά ύδατα και εντός του Αιγαίου, στην Πελοπόννησο και την Κρήτη.

Παρακαλώ, θα ήθελα κι αυτά να κατατεθούν στα Πρακτικά.

Αυτά λέγατε τότε. Και όλα αυτά πώς δικαιολογούνται με τους σημερινούς διθυράμβους και τα χειροκροτήματα; Αναρωτιέμαι! Κυρίως, πώς έχετε την εντύπωση ότι αν δεν αναθεωρήσετε τον τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίζετε «α λα καρτ» και κατά περίπτωση τα εθνικά μας θέματα, με το βλέμμα διαρκώς σε εσωτερικές και σε κομματικές επιδιώξεις, μπορείτε ως κυβέρνηση, αλλά και μπορούμε ως χώρα να έχουμε κάτι θετικό στο μέλλον;

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, επιτρέψτε μου με αφορμή τα παραπάνω να αναφέρω μερικές γενικότερες σκέψεις καλή τη πίστει, με μόνο σκοπό ειλικρινά να συμβάλω ώστε τα λάθη –συχνά εγκληματικά- του παρελθόντος να μη συνεχιστούν τώρα που εσείς έχετε την ευθύνη των εθνικών μας θεμάτων, σκιάζοντας το σήμερα και το αύριο της χώρας.

Πρώτη παρατήρηση, πρώτο ζήτημα που θέλω να θέσω είναι το εξής: νομίζω ότι θα συμφωνήσουμε όλοι ότι τα εθνικά θέματα, ιδιαίτερα το ακανθώδες ζήτημα των σχέσεών μας με την Τουρκία, που το περιπλέκει και το καθιστά άκρως επικίνδυνο η προκλητική κλιμάκωση της στάσης της γείτονος τους τελευταίους μήνες και η τακτική του προέδρου Ερντογάν, απαιτεί από το πολιτικό σύστημα, από τα πολιτικά κόμματα, κυρίως δε από το κυβερνών και το κόμμα της μείζονος αντιπολίτευσης, προσπάθεια για συνεννόηση και συναινέσεις.

Δηλώνω από αυτό το βήμα ότι σε αντίθεση με ό,τι κάνατε εσείς ως αντιπολίτευση, κύριε Μητσοτάκη, τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία όσο κι εγώ προσωπικά καταβάλλουμε και είμαστε διατεθειμένοι να συνεχίσουμε να καταβάλουμε κάθε προσπάθεια. Και είμαστε έτοιμοι να στηρίξουμε την κυβέρνηση στα θέματα εξωτερικής πολιτικής, όταν είναι για το καλό της πατρίδας, όπου χρειαστεί.

Όμως, υπάρχει μία μόνο απλή προϋπόθεση, θα έλεγα, που νομίζω ότι αποτελεί και απαίτηση κάθε λογικού πολίτη. Ότι η κυβέρνηση θα δείξει και θα αποδείξει ότι χειρίζεται τα εθνικά μας θέματα, τα ελληνοτουρκικά πρωτίστως, με εθνική σοβαρότητα, με εθνική υπευθυνότητα, με σαφή εθνική γραμμή και με σταθερότητα εθνική και όχι μικροκομματική, όχι επικοινωνιακή, όχι εσωκομματική, όπως έγινε δυστυχώς πολλές φορές στο πρόσφατο παρελθόν από την παράταξή σας.

Το δεύτερο που θέλω να καταθέσω είναι το εξής: Όλοι ξέρουμε ότι τον αποφασιστικό λόγο στον χειρισμό των εθνικών θεμάτων τον έχει ο πρωθυπουργός. Διότι υπήρξε και από την πλευρά του υπουργού Εξωτερικών χθες μία τοποθέτηση κι εσείς σήμερα σπεύσατε –δεν καταλαβαίνω τι ήταν αυτό που σας παρακίνησε να σπεύσετε- να ξεκαθαρίσετε ότι έχετε τις ίδιες απόψεις.

Προφανώς ο πρωθυπουργός έχει την ευθύνη. Όταν, φαντάζομαι, σε κρίσιμα ζητήματα υπάρχει διαφωνία, ο υπουργός Εξωτερικών δεν έχει άλλη επιλογή από το να ακολουθήσει τη γραμμή ή να αποχωρήσει.

Όμως, αν μου επιτραπεί, θα ήθελα να πω –και θα το πω με απόλυτη ειλικρίνεια- ότι αυτός είναι και ένας από τους λόγους που ανησυχούμε. Ανησυχούμε ως αξιωματική αντιπολίτευση και νομίζω ότι και η ελληνική κοινωνία θα πρέπει να είναι σε επαγρύπνηση και σε ανησυχία. Ο λόγος της ανησυχίας μας είναι πρώτα απ’ όλα το ιστορικό το δικό σας στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής. Αναφέρομαι κυρίως στον τρόπο με τον οποίο πολύ πρόσφατα ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης αντιμετωπίσατε όλα τα μείζονα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, τη στάση που κρατήσατε, τη στάση που ήταν αντίθετη με το εθνικό συμφέρον και που επιχειρήσατε να εκμεταλλευτείτε εν γνώσει σας ότι κάνει ζημιά στο εθνικό συμφέρον και στα εθνικά μας θέματα, με κίνδυνο να οδηγηθούμε και σε κλίμα εμφύλιου πολέμου και αντιπαραθέσεων.

Σας θυμίζω ότι τις εικόνες που είδαμε και όλοι καταδικάσαμε στο Καπιτώλιο της Ουάσιγκτον των Ηνωμένων Πολιτειών, τις ζήσαμε εδώ έξω από αυτήν εδώ την αίθουσα, όταν με πρωτοστάτες εσάς στις διαδηλώσεις εκείνες, αποσπάστηκε κομμάτι ακροδεξιών –της Χρυσής Αυγής και όχι μόνο- και επιχείρησε να εισέλθει μέσα στο Κοινοβούλιο.

Εν γνώσει σας ότι συμβαίνει αυτό, οι βουλευτές της πλειοψηφίας τότε στις περιφέρειές τους όχι μόνο δέχονταν σφαίρες και απειλητικά μηνύματα, αλλά διάφοροι βάνδαλοι πυρπολούσαν τις οικίες τους. Σ’ αυτήν την κατάσταση βρισκόμασταν δύο χρόνια πριν. Τα έχουμε ξεχάσει;

Τα έχετε ξεχάσει εσείς, βεβαίως, γιατί τώρα κάνατε την κωλοτούμπα. Όμως, αυτή ήταν μία πραγματικότητα τότε και εν γνώσει σας οδηγήσατε σ’ αυτά τα άκρα, σ’ αυτήν την εμφύλια αντιπαράθεση. Εν γνώσει σας στηρίξατε εκδηλώσεις ακραίου εθνικισμού. Εν γνώσει σας συμπλεύσατε με ακραίους και θολώσατε με τη συνδρομή φιλικών μέσων ενημέρωσης την εθνική αλήθεια, εν ονόματι του κομματικού και προσωπικού οφέλους, την αλήθεια που πολύ αργά βεβαίως, πολύ αργότερα, παραδεχτήκατε.

Θα ήθελα να προσθέσω εδώ ότι αν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ υποχωρούσε τότε στις ασφυκτικές πιέσεις του κ. Μητσοτάκη και της ακροδεξιάς και δεν είχε τη σοβαρότητα, την υπευθυνότητα, την αποφασιστικότητα, ακόμα και τη γενναιότητα να αποδεχθεί το πολιτικό και το κομματικό κόστος, σήμερα αντί στα βόρεια σύνορα της χώρας μας να είχαμε έναν φίλο, θα είχαμε έναν εχθρό και ενδεχομένως έναν ακόμα σύμμαχο της Τουρκίας του Ερντογάν, όπως τη Λιβύη. Και καταλαβαίνει κανείς τι θα σήμαινε αυτό στις συνθήκες της επικίνδυνης κλιμάκωσης της τουρκικής προκλητικότητας!

Θυμάστε, αλήθεια, κύριε Μητσοτάκη, με τι ευκολία –και εθνική επιπολαιότητα, θα πω εγώ- σ’ αυτήν εδώ την αίθουσα μάς λέγατε τότε ότι η Συμφωνία των Πρεσπών αποτελεί εθνική ήττα που έχει ήδη ακυρωθεί στη συνείδηση του ελληνικού λαού και ένα εθνικό λάθος –«mot à mot» τα διαβάζω- που προσβάλλει και την αλήθεια και την ιστορία και την πατρίδα μας;

Θυμάστε με τι ευκολία χειροκροτούσατε απ’ αυτά εδώ τα έδρανα στις 25 Γενάρη του 2019 τον κ. Βορίδη, τον σημερινό υπουργό Εσωτερικών, όταν αποκαλούσε την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ «κυβέρνηση εθνικής μειοδοσίας», κύριε πρωθυπουργέ, για μία Συμφωνία που τώρα και τηρείτε και τιμάτε, όπως δηλώνετε και που κατά τον υπουργό σας των Εξωτερικών αποκατέστησε πλήρως την ιστορία;

Ας σημειώσω παρεμπιπτόντως ποια εθνική σοβαρότητα δείχνει από τη μία να καλείτε τον υπουργό Εξωτερικών της Βόρειας Μακεδονίας να τηρήσει πιστά τη Συμφωνία και από την άλλη να μην τολμάτε, κύριε Μητσοτάκη, από αυτό εδώ το βήμα, ως πρωθυπουργός της χώρας, να αρθρώσετε καν τις λέξεις «Βόρεια Μακεδονία», σε αυτήν εδώ την αίθουσα; Ή τη μία ημέρα να ανακοινώνετε στα μέσα ενημέρωσης ότι δίνετε μάχες για τη Βόρεια Μακεδονία και την άλλη να μην τολμάτε –εδώ και μήνες δεν τολμάτε- να φέρετε στη Βουλή και να κυρώσετε επιτέλους τα μνημόνια με τη γειτονική χώρα; Ποια ένδειξη σοβαρής χώρας είναι αυτή;

Είναι σοβαρότητα και υπευθυνότητα αυτό, στα θέματα εξωτερικής πολιτικής να κρύβεστε; Σε αυτά που συμφωνείτε κρύβεστε. Από τους βουλευτές σας, από ποιον κρύβεστε;

Άρα, λοιπόν, ένας από τους λόγους ανησυχίας μας είναι η ιστορία του κ. Μητσοτάκη στα θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Ο δεύτερος λόγος ανησυχίας μας είναι επίσης ο τρόπος με τον οποίον ως τώρα χειριστήκατε την κατάσταση στο Αιγαίο. Αμήχανη στρατηγική, ταλαντεύσεις, σπασμωδικές κινήσεις, εσωτερικές κυβερνητικές ασυνεννοησίες και πολλή σπατάλη επικοινωνίας για εσωτερική κατανάλωση. Αυτά είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του τρόπου με τον οποίο χειριστήκατε κρίσεις μικρές ή μεγαλύτερες το προηγούμενο διάστημα.

Μπορούμε, λοιπόν, έτσι να ελπίζουμε βάσιμα ότι έχουμε ελπίδα, ότι έχουμε θετικά προγνωστικά, να το πω έτσι, ότι θα αντιμετωπίσουμε με επιτυχία τις προκλήσεις της γείτονος; Ας βγάλουμε τα συμπεράσματά μας. Εμείς ανησυχούμε.

Λόγος ανησυχίας μας, τέλος, είναι η ασάφεια γύρω από το μείζον ζήτημα των επόμενων ημερών, την επανέναρξη των διερευνητικών συνομιλιών. Κρίσιμα ερωτήματα, τα οποία δεν έχουν αποσαφηνισθεί, είναι με ποια ατζέντα πάμε σε αυτές τις συνομιλίες, με ποιους στόχους πάμε σε αυτές τις συνομιλίες, με ποιες επιδιώξεις θα πάμε; Πώς θα αντιμετωπίσουμε τη στρατηγική Ερντογάν, που αξιοποιώντας στο έπακρο τη στάση Πόντιου Πιλάτου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιχειρεί να δημιουργήσει τετελεσμένα εις βάρος των εθνικών μας συμφερόντων; Τι κινήσεις γίνονται στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο για να εξασφαλίσουμε κάποιες συμμαχίες στην Ευρώπη και γενικότερα;

Όλα αυτά για εμάς, αλλά πιστεύω και για την συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών, παραμένουν θολά. Και όσο παραμένουν θολά και όσο η Άγκυρα επιμένει σε ρόλο χωροφύλακα του Αιγαίου και όσο η διεθνής κατάσταση και η κατάσταση στην περιοχή παραμένει ρευστή, τόσο οι κίνδυνοι για τη χώρα αυξάνονται.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές, στις συνθήκες αυτές, ασκώντας κριτική και εκφράζοντας τους φόβους ενός μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας, θέλω να επαναλάβω ότι δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση, σε ό,τι μας αφορά τουλάχιστον, να μετατρέψουμε ένα μείζον, κρίσιμο εθνικό θέμα σε έξαλλη αντιπολιτευτική στάση, σε εθνικιστικές «κορώνες», σε μια πασαρέλα –όπως κάνατε εσείς στις Πρέσπες- αντιπολιτευτικής αντίστασης, με το βλέμμα όμως στην μικροπολιτική, γιατί αυτό κάνατε.

Δεν έχω κανέναν δισταγμό να επαναλάβω: Εμείς παραμένουμε έτοιμοι να συμβάλουμε στην αναγκαία συνεννόηση και συναίνεση για τα κρίσιμα εθνικά θέματα και ιδίως σε σχέση με την Τουρκία.

Συμπερασματικά και καλή τη πίστει, θέλω να σας καλέσω, κύριε Μητσοτάκη και εσάς και την κυβέρνησή σας, να ξεφύγετε από την ασάφεια, από το καταστροφικό «βλέποντας και κάνοντας» και να προτείνετε, να ανακοινώσετε, να γνωστοποιήσετε στα πολιτικά κόμματα πρωτίστως, αλλά και στον ελληνικό λαό, έναν σαφή οδικό χάρτη αντιμετώπισης των τουρκικών προκλήσεων με διπλωματικά μέτρα, με διεθνείς πρωτοβουλίες, αλλά και με όλα τα μέσα άμυνας, πρόληψης και απάντησης, με σαφείς εθνικές κόκκινες γραμμές. Πρέπει να γίνουν σαφείς όχι μόνο σε εμάς, αλλά σε κάθε κατεύθυνση, έτσι ώστε και οι Ευρωπαίοι και οι σύμμαχοι και η Άγκυρα να γνωρίζουν ότι είμαστε ανοιχτοί στον διάλογο, ότι πάμε εκεί για να βρούμε λύσεις, ότι η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα που ζητάει την ένταση και τον πόλεμο, ότι είναι μια χώρα της ειρήνης και του σεβασμού στο διεθνές δίκαιο, αλλά δεν πρόκειται να δεχθεί τετελεσμένα και προκλήσεις.

Εδώ, όμως, είναι το πρόβλημα, κύριε Μητσοτάκη, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, και θέλω να αναφερθώ λίγο πιο συγκεκριμένα σε αυτό.

Το πρόβλημα κατ’ εμάς -σας το έχουμε πει επανειλημμένως- είναι ότι δεν έχετε σαφή στρατηγική ούτε για το πώς θα προασπίσουμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα ούτε για το πώς θα επιλυθούν οι διαφορές με τη γείτονα.

Βεβαίως, αυτό το έχετε αποδείξει όχι μόνο σε σχέση με τη στάση σας στο παρελθόν, αλλά όπως είπα και πιο πριν, και στο πώς χειριστήκατε τις προκλήσεις στο Αιγαίο. Περάσαμε όλο το 2020 με τις χειρότερες τουρκικές προκλήσεις από την εποχή των Ιμίων. Αντί να πείτε την αλήθεια στον ελληνικό λαό για το τι μπορούσαμε και τι δεν μπορούσαμε να κάνουμε, ποιες είναι, τι ακριβώς διακυβεύεται, αν υπάρχουν παραβιάσεις, αν δεν υπάρχουν παραβιάσεις, εσείς τι κάνατε; Βυθιστήκατε σε αντιφάσεις και πέρασε όλος αυτός ο χρόνος λέγοντας από την πλευρά σας πότε ότι η Τουρκία είναι απομονωμένη και ότι εμείς είμαστε η ασπίδα της Ευρώπης, πότε ότι η Τουρκία θα λάβει μια αποφασιστική απάντηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γαλλία και την Ευρωπαϊκή Ένωση και πότε ικανοποιούμενος με ανέξοδες και άσφαιρες δηλώσεις στήριξης των εταίρων μας.

Ως προς τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, πήγατε και συναντήσατε τον σήμερα και επισήμως πια απερχόμενο πρόεδρο Τραμπ με εκ των προτέρων μεγάλες παραχωρήσεις και με το μήνυμα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να στηρίξουν έναν πιστό και προβλέψιμο σύμμαχο. Και μετά, για έναν σχεδόν χρόνο, ο πρόεδρος Τραμπ επέδειξε περισσότερη ανοχή και παρείχε περισσότερη στήριξη στον Τούρκο πρόεδρο απ’ ό,τι οποιοσδήποτε άλλος Αμερικανός πρόεδρος των τελευταίων δεκαετιών σε Τούρκο ομόλογό του.

Ως προς τη Γαλλία, όλο το καλοκαίρι μιλούσατε για την αγορά φρεγατών από τη Γαλλία με δυνατότητες αεράμυνας στην Ανατολική Μεσόγειο και ταυτόχρονα για αμυντική συμφωνία με τη Γαλλία και την τελευταία στιγμή ακυρώσατε αυτήν την αγορά και ανοίξατε συζήτηση για την αγορά των Ραφάλ σχεδόν με την ίδια τιμή, αλλά άλλο πράγμα ζητούσαμε και συζητούσαμε και κυρίως δεν είδαμε αμυντική συμφωνία με τη Γαλλία. Ενδεχομένως δε αυτό να είχε και ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της γαλλικής στήριξης στις θέσεις μας για κυρώσεις κατά τις τελευταίες κρίσιμες Συνόδους Κορυφής.

Ως προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, κάνατε οκτώ μήνες να ζητήσετε κυρώσεις επισήμως, με τους υπουργούς σας να διατυμπανίζουν ότι οι Ρώσοι δεν αποτελούν προτεραιότητα και τον αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών να δηλώνει ότι δεν είναι επιλογή σας. Μετά υπογράψατε ορθώς την Ελληνοαιγυπτιακή Συμφωνία για την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, αλλά χωρίς να διασφαλίσετε ότι θα παραμείνει κοντά στις θέσεις μας η Γερμανία που αποτελεί μια κρίσιμη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με αποτέλεσμα για τέσσερις μήνες να είναι απέναντί μας στην προσπάθεια να υιοθετηθεί μηχανισμός κυρώσεων και βέβαια με κορυφαίο αποτέλεσμα να βλέπουμε προχθές έκπληκτοι όλοι τον Γερμανό υπουργό Εξωτερικών στην Άγκυρα να παρακολουθεί σιωπηλός, άφωνος, τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών την ώρα που αυτός απειλούσε ένα άλλο κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Την ίδια στιγμή δε που διεκδικούσατε κυρώσεις για παραβίαση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και το Όρουτς Ρέις όργωνε την περιοχή, εσείς αποδυναμώνατε τις θέσεις μας, λέγοντας δημόσια ότι δεν πραγματοποιούνται έρευνες και δεν υπάρχει καμία παραβίαση, στέλνοντας έτσι συγκεχυμένα μηνύματα και στην απέναντι πλευρά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, διότι η μόνη σας έγνοια και τώρα που είστε Κυβέρνηση είναι το δικό σας εσωτερικό κοινό, το εκλογικό σας κοινό και η εσωκομματική σας ισορροπία.

Επίσης, κύριε Μητσοτάκη, εσείς στο άρθρο σας -αν δεν κάνω λάθος, σε τρεις αλλοδαπές εφημερίδες- στις 9-9-2020, μιλούσατε για έρευνες σε μη οριοθετημένες θαλάσσιες ζώνες, ενώ την ίδια στιγμή το υπουργείο Εξωτερικών μιλούσε για παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων εντός της υφαλοκρηπίδας μας. Χθες ο κ. Δένδιας μάς είπε ότι η θέση της χώρας μας ως προς την ελληνική υφαλοκρηπίδα διατυπώνεται από τον νόμο Μανιάτη. Είναι γνωστό, βέβαια, το άρθρο, αλλά ας κατατεθεί.

Αν, λοιπόν, δεν διακρίνετε εσείς αντιφάσεις σε αυτές τις δηλώσεις και τις τοποθετήσεις, είναι πασιφανές ότι όλοι οι υπόλοιποι διακρίνουμε μεγάλες αντιφάσεις.
Και βέβαια, ενώ διατυμπανίζατε παντού ότι η Ελλάδα θα προασπίσει την κυριαρχία και τα κυριαρχικά της δικαιώματα, ο Υπουργός Επικρατείας, ο κ. Γεραπετρίτης, έλεγε δημόσια ότι η κόκκινη γραμμή μας είναι μόνο η κυριαρχία μας, δηλαδή τα χωρικά μας ύδατα στα έξι μίλια και τελεία. Όταν εμείς υπογραμμίζαμε ότι ο μόνος τρόπος να προασπίσεις ένα δικαίωμα που παραβιάζεται είναι να το ασκήσεις και προτείναμε την επέκταση των χωρικών υδάτων νοτίως και ανατολικά της Κρήτης, ο κ. Γεραπετρίτης και πάλι μας απαντούσε, μιλώντας για εύκολους λεονταρισμούς. Ο κ. Χρυσοχοΐδης από αυτό εκεί το υπουργικό έδρανο χαρακτήρισε την πρόταση μας εθνικιστική.

Εξακολουθείτε ακόμα και σήμερα να στέλνετε αντιφατικά μηνύματα και μάλιστα κατόπιν εορτής. Ακούσαμε χτες τον Υπουργό Εξωτερικών να λέει ότι η Κυβέρνηση σχεδιάζει τελικά την επέκταση των χωρικών υδάτων νοτίως και ανατολικά της Κρήτης. Σχεδιάζει αυτό που εμείς προτείναμε και μας λέγατε ότι είναι εθνικισμός, οι εύκολοι λεονταρισμοί, όπως έλεγε ο κ. Γεραπετρίτης.

Τελικά ποια είναι η γραμμή σας; Η γραμμή Δένδια ή η γραμμή Γεραπετρίτη; Να έχουμε μια σαφή απάντηση σε αυτό το ζήτημα.

Ξέρετε και κάτι ακόμα που είναι κρίσιμο; Διότι προφανώς δεν υπήρξε ποτέ κυβέρνηση που να μην πει το αυτονόητο, ότι δηλαδή είναι κυριαρχικό μας δικαίωμα και όποτε θέλουμε θα το ασκήσουμε, αλλά η χρονικότητα, ο χρόνος που αποφασίζεις να ασκήσεις ένα δικαίωμα έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία. Διότι εμείς σας λέγαμε να το ασκήσετε όταν το Όρουτς Ρέις είχε γίνει σαν πλοίο της γραμμής στο νοτιοανατολικό Αιγαίο, στα Δωδεκάνησα -εκεί που ταξιδεύει ο κ. Σκανδαλίδης συχνά, στην πατρίδα του- είχε φτάσει λίγα μίλια έξω από τη Ρόδο και απειλούσε ότι θα φτάσει και στην Κρήτη. Είχε μεγάλη σημασία, λοιπόν, τότε να κάνεις μια κίνηση σαν αυτή για να δείξεις ότι έχεις όρια.

Προφανώς, λοιπόν, τώρα η θέση όλων μας είναι ότι είναι κυριαρχικό μας δικαίωμα και όποτε θέλουμε θα το ασκήσουμε. Δεν φιλονικούμε σε αυτό.

Εν κατακλείδι, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ως προς τις διερευνητικές θα ήθελα να πω δυο λόγια. Οι συνθήκες υπό τις οποίες επανεκκινώνται δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι αρνητικές για τη χώρα και δυστυχώς ο τρόπος που χειριστήκατε την τουρκική επιθετικότητα, οι αντιφάσεις, τα αντικρουόμενα μηνύματα, η έλλειψη στρατηγικής είναι ο κυριότερος λόγος γι’ αυτό.

Σε ό,τι μας αφορά, το μήνυμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι σαφές: στηρίζουμε την επανεκκίνηση των διερευνητικών για υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, με την προοπτική και την ελπίδα να επιτευχθεί μια έντιμη συμφωνία στη βάση του διεθνούς δικαίου είτε διμερώς είτε με προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η Ελλάδα, όμως, πρέπει να είναι κάθετη απέναντι σε οποιαδήποτε συζήτηση για δήθεν γκρίζες ζώνες ή απέναντι σε οποιαδήποτε συζήτηση για αποστρατιωτικοποίηση των νησιών μας. Πρέπει να είναι κάθετη, επίσης, απέναντι σε πιέσεις τρίτων για ζητήματα που αφορούν την κυριαρχία και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα.

Αυτή είναι η θέση μας. Είναι σαφής, είναι κρυστάλλινη, είναι ξεκάθαρη και παρακαλώ, αξιοποιήστε τη θετικά. Κυρίως, θέση μας είναι -και θέλω να το επαναλάβω- ότι πρέπει να είναι απολύτως διακριτές οι κόκκινες γραμμές μας. Όμως, δεν έχουμε καμία εικόνα ποιοι θα είναι οι συγκεκριμένοι στόχοι της διαπραγμάτευσης και αυτό οφείλω να το πω και από αυτό εδώ το βήμα. Δεν έχουμε καμία εικόνα για το ποια θα είναι η τακτική που θα ακολουθήσουμε.

Κύριοι της κυβέρνησης, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η επέκταση των χωρικών μας υδάτων στο Ιόνιο αποτελεί αναμφισβήτητα ένα θετικό βήμα για τη χώρα. Αν, όμως, δεν συνδυαστεί με την επιστροφή σε μια σοβαρή εθνική στρατηγική για τον διεθνή, ευρωπαϊκό και περιφερειακό ρόλο της χώρας, με σαφείς κόκκινες γραμμές, αλλά και αποφασιστικότητα και σχεδιασμό για λύσεις βάσει του διεθνούς δικαίου, οι κίνδυνοι είναι εδώ και είναι μεγάλοι. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να βρεθούμε μπροστά σε ακόμα χειρότερες εξελίξεις για τον ελληνικό λαό, κλιμάκωσης έντασης, χειρότερες σε σχέση με αυτές που ζήσαμε το 2020. Οι καιροί ου μενετοί!

Οφείλετε, κύριε Μητσοτάκη, εσείς ως πρωθυπουργός και η κυβέρνησή σας να αναλάβετε τις ευθύνες σας και εμείς ως αντιπολίτευση είμαστε έτοιμοι -και το έχουμε αποδείξει- να αναλάβουμε αυτές που μας αναλογούν.
Σας ευχαριστώ.



Categories: ΣΥΡΙΖΑ

Tags: , , ,

Σχολιάστε Ελεύθερα

Αρέσει σε %d bloggers: