ΑΠΟΨΕΙΣ

«αφτ΄αλιούρι» ο καιρός!

Γράφει η Χαρούλα Κοτσάνη (Νοέμβριος 2020)

Αποβραδίς είχε πάει στον καφενέ όπως το συνήθιζε χρόνια τώρα από τότε πούταν λεύτερος… τραβούσε τον ανήφορο έπιανε το καμπί του σχολειού κι ηπόσονε … τα χρόνια βέβαια του βάραιναν την πλάτη κι όσο νάναι και τα πόδια έδειχναν μια κάποια απροθυμία.

Ποτέ όμως δεν σκέφτηκε να παραιτηθεί από αυτή την τακτική βραδινή έξοδο που του έδινε μόνο χαρά…

«Ξέρεις τι είναι να ζεις τόσα χρόνια, μήτε κι εγώ δεν θυμάμαι πια πόσα, με την κυρά Καλή»; έλεγε, την γυναίκα του, «μέρα – νύχτα να σε «τρώει», να σου γκρινιάζει με το παραμικρό, πότε θα πας για κλαδί; πότε θα βγάλεις τα ζώα όξω; πότε θα φέρεις νερό, πότε θα σκάψεις τον κήπο, πότε θα κλαδέψεις… πότε το ΄να,  και πότε τ΄ άλλο»! Εμ! Καλά λέγαν οι παλιοί: Η παντρειά και το τσουκάλι θέλ΄ανάγκασιν μεάλη!

Σύναυγα και πριν ακόμα τσιγκάσει  ο ήλιος, όρθια η Κυρά έβραζε την φλασκομηλιά σκυμμένη στο τζάκι και φώναζε ντου αμέσως  να σηκωθεί, να μην χασομερά, να τοιμαστεί για τις όξω δουλειές… εκείνη είχε το ζύμωμα, το πλύσιμο, τα χουσμετοδούλεια, το φαΐ για ούλους!  Πολυφαμελίτικη οικογένεια, πέντε παιδιά πώς να τα βγάλει κι αυτή πέρα; «μην κοιτάτε σήμερα» έλεγε συχνά στις νυφάδες της «οπούχετε ούλα τα καλά του κόσμου»!   τι καλά δηλαδή, να! έχουν όμως το νερό στο σπίτι, έχουν και το φως να φέγγουν, λίγα είν΄ αυτά; Αμ δεν είναι λίγα… όλος ο πολιτισμός είν΄ τούτα…

Και δεν φαντάζεστε πόσο πολύ μας θύμωναν οι παραθεριστές του καλοκαιριού που ερχόταν από την Αθήνα ή απ΄ την Αμερική και μας έλεγαν με ύφος ειδικού Λαογράφου:

«Πάει χαλάσατε κι εσείς τα ωραία που είχατε… πάνε οι λάμπες, πάνε οι στάμνες για νερό, πάει το τσίγκινο βρυσάκι της αυλής, πάει το φουρναριό!  αλλοιώνετε χωρίς να το θέλετε την γραφικότητα των χωριών μας»! Τι να τους λέγαμε κι εμείς…

«Για ελάτε να ζήσετε εδώ με την λάμπα, με το τζάκι στα κρύα του χειμώνα, για κοπιάστε να κουβαλάτε το νερό απ΄ τους βότσους, να πλένεστε απ΄ το βρυσάκι,  να ζυμώνετε, να κουβαλάτε ξύλα απ΄ το ρουμάνι, να φουρνίζετε… να περπατούν καθημερινά τα παιδάκια σας για το σχολειό μία ώρα δρόμο με όλους τους καιρούς, με βροχή, με χιόνι, με παγωνιά, με ζέστη…»

Στον καφενέ λοιπόν έβρισκε την παρέα του, ξεχνιόταν και ξεκουραζόταν, έπινε σαν λάχαινε και τα τσιπουράκια του, έπαιζε και καμιά πρέφα…

Αχ! αυτή η πρέφα τα βράδια, σκέτη απόλαυση!!! Και η μια κουβέντα έφερνε την άλλη, το ένα τσίπουρο το άλλο, όλα αυτά υπό το φως μιας λάμπας πετρελαίου… μόνο σε γιορτινές μέρες, για λόγους οικονομίας άναβε το λουξ ο καφετζής.

Έβαζε λίγο οινόπνευμα για να ανάψει μία φλογίτσα που θα ζέσταινε τον αμίαντο, ένα δικτυωτό λεπτεπίλεπτο σακουλάκι ήταν,  το οποίο κρεμόταν στο εσωτερικού του περίεργου αυτού φωτιστικού. Μετά άρχιζε να «τρομπάρει» μ΄ ένα μικρό έμβολο στην βάση του εκεί που είχε το τεποζιτάκι πετρελαίου, αφού έκανε όλα αυτά ερχόταν η θαυματουργή στιγμή όπου στρίβοντας με προσοχή ένα άλλο πάλι διακόπτη… ξάφνου με ένα παπ! Και εγένετο φως!!!

Αυτό μάλιστα είναι εξέλιξη…  από το δαδί, στο λυχνάρι κι απέ στη λάμπα και τώρα στο λουξ!  Όμως οι λάμπες εδώ που τα λέμε ιδιαίτερα εκείνες οι μεγάλες, οι ζωγραφιστές – πορσελάνινες που τις έφερναν οι προγιαγιάδες από την Σμύρνη, είχαν μια δεσπόζουσα θέση πάνω στο μπουφέ της σάλας, έδειχναν πλούτο, αρχοντιά, έναν μακρινό κοσμοπολιτισμό! και τι καμάρι όταν λέγαμε από πού ήρθαν και ποιος τις έφερε! κειμήλια «Ιερά» της οικογένειας που τα κρεμάμε κι αυτά μέχρι σήμερα δίπλα στο εικονοστάσι, ισο-υψή με την πίστη μας και με περισσή αγάπη!

Σαν έφευγε απ΄ τον καφενέ δεν ξεχνούσε ποτέ την τραγιάσκα του, στο βαρύ χειμώνα έριχνε πάνω του και την χλαίνη που είχε πάρει κάποτε ως ενθύμιο από τον στρατό, τους καληνύχτιζε παίρνοντας το δρόμο για το σπίτι, πιο εύκολα τώρα στο κατήφορο.                                                                                                                          

Σκεπτόταν πάλι τι θ΄ ακούσει  απ΄ την κυρά Καλή, όμως είχε βρει όπως έλεγε τον τρόπο… είχε «τοποθετήσει» ένα αόρατο κουμπάκι κάπου πάνω στον κρόταφο και μόλις έμπαινε μέσα με ένα κλικ το έκλεινε… δεν πάν΄ να χτυπούσαν καμπάνες και κανόνια να βαρούσαν τίποτα δεν άκουγε!…

«Γαρμπή» τον κορόιδευαν αυτό ήταν το παρατσούκλι του, όλοι είχαν ένα παρατσούκλι, σε κάποιους δεν άρεσε καθόλου, άλλοι το δέχονταν με χιούμορ, μερικοί γελούσαν, ορισμένοι αντιδρούσαν με θυμό όπως κι εκείνος, δεν ήθελε να τον λένε έτσι, γιατί ο «Γαρμπής» ήταν ένας καιρός κρύος, άγριος που φέρνε, κάτι δυνατές μπόρες και τότε ήταν που αντάριαζε ο ουρανός και μαύριζε η Δύση… Ένας ήσυχος, πράος, υπομονετικός που άντεχε χρόνους τώρα την Κυρά του, πως ήταν δυνατόν να τον παρομοιάζουν με αυτό τον αναμικιόρη καιρό;  Το αξιόλογο όμως είναι πως την ίδια γνώμη είχε και η «Καλή» του.

Τι κι αν του παραπονιόταν συνεχώς, τι κι αν δεν τον άφηνε σε ησυχία κατά βάθος τον αγαπούσε τον άντρα της  και γινόταν άγρια θάλασσα σαν άκουγε να τον ονοματίζουν μ΄ αυτό το παράταιρο για κείνον παρατσούκλι…

Κάθε πρωί , νύχτα σχεδόν που έβγαινε πρώτος απ ΄το σπίτι είχε αναλάβει μία υποχρέωση: να ενημερώνει την αφέντρα του τι καιρό είχε:

Πουνέντης, Σορόκος, Λεβάντης, Γραίγος, ή Τραμουντάνα, μ΄ αυτούς όλα καλά!

 Σαν φύσαγε όμως ο Γαρμπής τι να πεί…  παρατσούκλι λοιπόν και σ΄ αυτόν!

  • Ε! Κωσταντή μου, ήντα καιρό έχει σήμερον; βλέπεις βροχή;
  • Μην χολομανάς «Αφτ΄αλιούρι» είναι… και βροχή θα φέρει κι αέρα!

Κι έτσι ο «Γαρμπής» έγινε … «Αφτ΄ αλιούρι», από κεί δηλαδή που είχαν το σπιτάκι του γουρουνιού  (το αλιούρι)…


Τον «Γαρμπή με την Καλή του» δεν τους πρόλαβα… θυμάμαι όμως ούλα τ΄ άλλα και νοιώθω τυχερή μα και πλούσια!  Το λουξ, τους Παππούδες με την πρέφα, τις λάμπες, την αμπάρα στο κελάρι, την στάγκα πίσω απ΄ την πόρτα, το βρυσάκι κάτω απ΄ τον περίπατο της αυλής … την μυρωδιά του φρεσκοψημένου  ψωμιού μόλις έβγαινε από τον «πανισμένο» φούρνο!  …τις ιστορίες των ανθρώπων! Ένας πλούτος που δεν μπορεί κανείς να μας τον κλέψει μα ούτε και να τον φορολογήσει… α ν ε κ τ ί μ η τ ο ς!

Α! κι εκείνον τον κρύο «Γαρμπή», που σε μας κατέβαινε από του «Γαδουρά» τον λούρο κι έκανε το τζάκι, στο μόνο καιρό να καπνίζει, … μα δεν είχαμε κι άλλη επιλογή, καιρός ήταν άλλαζε συχνά τα μουσούδια του, παίζοντας μαζί μας!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: