ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα θύματα του πολυτεχνείου της Μεταπολίτευσης

Όλοι όταν μιλάνε για το πολυτεχνείο έρχονται στον νου τους οι εικόνες με το τανκς στου 1973. Τα θύματα της μάχαης για τη δημοκρατία. Ξεχνάμε όμως και τα θύματα που προέκυψαν και τα επόμενα χρόνια. Τον Κούμη και την Κανελοπούλου το 1980 αλλά και τον Μιχάλη Καλτεζά το 1985. Θύματα της αστυνομικής βίας από το 1973 και μετά υπήρξαν πάρα πολλά, όμως υπήρξαν και οι νεκροί. Ας ξεκινήσουμε όμως με το όχι και πολύ μακρινό, όπως αποδεικνύεται στα γεγονότα του σήμερα, 1980. Πορεία Πολυτεχνείου 40 χρόνια πριν.

Δύο νεκρόι, ο Κύπριος φοιτητής Ιάκωβος Κουμής και η εργάτρια από το Περιστέρι, Σταματίνα Κανελλοπούλου. Ήταν πάλι όπως αύριο, η πορεία απαγορευμένη, ήταν και τότε κυβέρνηση η Δεξιά. Παρόλες όμως τις απαγορεύσεις η πορεία έγινε και η αστυνομική βία οδήγησε στους δύο νεκρούς.

Όπως αναφέρεται στο ιστορικό λεύκωμα της εφημερίδας «Καθημερινή», το φθινόπωρο του 1980 η κυβέρνηση Ράλλη είχε θέσει ως πρώτη προτεραιότητα μιας ιδιαίτερα φιλόδοξης ατζέντας την άρση όλων των εκκρεμοτήτων στις σχέσεις της Ελλάδας με το «δυτικό κόσμο». Στο πλαίσιο αυτό, στις 21 Οκτωβρίου 1980 η Ελλάδα έγινε ξανά δεκτή στη στρατιωτική δομή του ΝΑΤΟ, ενώ η κυβέρνηση είχε ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ για την ανανέωση των συμφωνιών παραμονής των αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα και ο Ευάγγελος Αβέρωφ, τότε υπουργός άμυνας, συμμετείχε για πρώτη φορά μετά την αντιπολίτευση στην Επιτροπή Πυρηνικού Σχεδιασμού του ΝΑΤΟ.

Η αντίδραση του λαού ήταν έντονη, ενώ διάχυτος ήταν ο αντιαμερικανισμός ιδίως ανάμεσα στους φοιτητές, καθώς ήταν φρέσκες ακόμα οι μνήμες της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο και του αμερικανικού παράγοντα στην ελληνική στρατιωτική Χούντα. Ωστόσο, για την κυβέρνηση, το ενδεχόμενο η πορεία για την επέτειο του Πολυτεχνείου να κινηθεί προς την αμερικανική πρεσβεία αποτελούσε εξέλιξη που έπρεπε πάση θυσία να αποφευχθεί. Έτσι, με συνοπτικές διαδικασίες η κυβέρνηση απαγορεύει στην πορεία να κατευθυνθεί προς την Αμερικάνικη πρεσβεία και θέτει ως όριο την πλατεία Συντάγματος: οι διαδηλωτές μπορούσαν να φτάσουν μόνο ως το Σύνταγμα και εκεί να διαλυθούν.

Η στάση της αντιπολίτευσης παραμένει υποτονική. Με το βλέμμα στραμμένο προς τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους και μπροστά στην επιθετική στάση της κυβέρνησης που δηλώνει αποφασισμένη να σταματήσει με τη βία οποιαδήποτε προσπάθεια να φτάσει η πορεία στην πρεσβεία, ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ γρήγορα συμβιβάζονται με την κυβερνητική απαγόρευση. Στο ίδιο πλαίσιο, το κεντρικό συμβούλιο της ΕΦΕΕ – αποτελούμενο κατά πλειοψηφία από τα μέλη της ΚΝΕ και της νεολαίας ΠΑΣΟΚ – αποφασίζει να πειθαρχήσει στην απαγόρευση, ενώ η αριστερή μειοψηφία, αποτελούμενη από οργανώσεις όπως οι ΠΠΣΠ, ΑΑΣΠΕ, ΕΚΟΝ, Ρήγας Φεραίος-Β’ Πανελλαδική, ΚΚΕ μ-λ, ΕΚΚΕ και άλλες, αποφασίζουν να συνεχίσουν προς την αμερικανική πρεσβεία.

Η σύγκρουση και η βία είναι αναπόφευκτες

Η συγκέντρωση της ΕΦΕΕ έληξε κατά τις 6 το απόγευμα της Κυριακής, 16 Νοεβρίου, και στη συνέχεια η πορεία ανέβηκε την οδό Σταδίου και συνέχισε προς την πλατεία Συντάγματος, με έντονο το αντιαμερικανικό στοιχείο και με σημαντική περιφρούρηση της πορείας από δυνάμεις των πολιτικών κομμάτων. Από την άλλη, στα Χαυτεία, οργανώνεται συγκέντρωση από τη μειοψηφία της ΕΦΕΕ, η οποία με περίπου 1.000 φοιτητές ετοιμάζεται να κινηθεί προς την αμερικανική πρεσβεία και γύρω στις 7.30 εισέρχεται στο κύριο σώμα της πορείας.

Η πορεία φτάνει στο Σύνταγμα και τα κύρια μπλοκ της αρχίζουν σταδιακά να διαλύονται ειρηνικά. Ωστόσο, γύρω στις 9 το βράδυ, συγκεντρώνονται υπό την αιγίδα της μειοψηφίας της ΕΦΕΕ περίπου 3.000 άτομα στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη και επιχειρούν να κινηθούν προς την οδό Βασιλίσσης Σοφίας, όπου είναι παρατεταγμένοι αστυνομικοί και από πίσω τους τα ΜΑΤ.

Για λίγα λεπτά, τα δύο μέτωπα έμειναν ακίνητα και ανταλλάχθηκαν διαξιφισμοί, ενώ σύντομα οι διαδηλωτές κατάφεραν να σπάσουν τον κλοιό των αστυνομικών και να κινηθούν προς την πρεσβεία. Σε εκείνο το σημείο, ο προϊστάμενος της εισαγγελίας, Γ. Κουβέλης, πήρε την κατάσταση στα χέρια του: έδωσε εντολή στις έξι διμοιρίες των ΜΑΤ που βρίσκονταν παρατεταγμένες πίσω απ’ τον αστυνομικό κλοιό να επιτεθούν. Σε λίγα λεπτά το μπλοκ των διαδηλωτών έκανε τα πρώτα βήματα προς τον σχηματισμό των ΜΑΤ και τότε αυτά επιτέθηκαν. Η μάζα των διαδηλωτών ήταν πυκνή και η υποχώρηση ήταν δύσκολη.

Αρχίζει τότε το όργιο της βίας, με χρήση όχι μόνο κλομπ αλλά για πρώτη φορά μετά τη Χούντα και πυροβόλων όπλων, ενώ η αστυνομία επιστρατεύει και «αύρες», τα ειδικά τεθωρακισμένα οχήματά της για την απώθηση των διαδηλωτών, όπου αργότερα καταργήθηκαν για να έρθουν ξανά στις μέρες μας. Τα ΜΑΤ ξεφεύγουν από κάθε έλεγχο και επιτίθενται όχι μόνο στους διαδηλωτές που αψήφησαν την κυβερνητική απαγόρευση, αλλά και κατά αυτών που ειρηνικά διαδήλωναν προς την πλατεία Συντάγματος. Τα επεισόδια χαρακτηρίστηκαν από σύσσωμο τον πολιτικό κόσμο ως τα πιο αιματηρά μετά τα Ιουλιανά και διήρκεσαν μέχρι τις 4 τα χαράματα.

Τα θύματα

Τη νύχτα εκείνη, η Σταματίνα Κανελλοπούλου, εργάτρια από το Περιστέρι, έπεσε αναίσθητη και αιμόφυρτη από αλλεπάλληλα χτυπήματα αστυνομικών κλομπ στην οδό Πανεπιστημίου. Μια ομάδα αστυνομικών την ξυλοκόπησε και τη χτύπησε αλύπητα στο κεφάλι και στο σώμα. Μεταφέρθηκε αναίσθητη στο «Ιπποκράτειο» όπου άφησε την τελευταία της πνοή, προτού οι γιατροί της προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες. Το πόρισμα του ιατροδικαστή συγκλονίζει: 18 χτυπήματα στο κρανίο, πολλαπλά κατάγματα και βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση.

Ο Κύπριος φοιτητής Ιάκωβος Κουμής που συμμετείχε στη συγκεκριμένη πορεία με τους συντρόφους του της «Επιτροπής Αυτοδιάθεσης Κύπρου», στην Πλατεία Συντάγματος έγινε θύμα άγριας επίθεσης των ΜΑΤ, η οποία τον άφησε επί τόπου βαριά τραυματισμένο. Μάλιστα, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ο Κουμής δεν είχε λάβει καν μέρος στα επεισόδια, αλλά καθόταν σε παρακείμενο καφενείο την ώρα των επεισοδίων. Ο Κουμής μεταφέρεται στο Λαϊκό Νοσοκομείο και το βράδυ της Κυριακής είναι ήδη κλινικά νεκρός. Την Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου, κηδεύεται στην Κύπρο και αμέσως μετά πραγματοποιείται πορεία διαμαρτυρίας προς την Ελληνική Πρεσβεία της Λευκωσίας.

Την ευθύνη για τα αιματηρά γεγονότα ο πολιτικός κόσμος αποφάσισε να τα ρίξει στους διαδηλωτές. Στις 10 το βράδυ της ημέρας των επεισοδίων ο Ανδρέας Παπανδρέου δηλώνει ότι «μικρές ομάδες ανευθύνων στοιχείων και προβοκατόρων άγνωστης και ύποπτης προέλευσης δημιούργησαν θλιβερά έκτροπα με προφανή σκοπό να αμαυρώσουν και να δυσφημήσουν τη μεγάλη λαϊκή επέτειο του Πολυτεχνείου». Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση περιορίστηκε να εκφράσει την οργή της για τις «οργανωμένες ομάδες αναρχικών και εξτρεμιστικών στοιχείων» που «αμαύρωσαν τη μεγάλη λαϊκή επέτειο και προκάλεσαν βάναυσα τα δημοκρατικά και ειρηνικά αισθήματα του συνόλου του ελληνικού λαού». Σε ό,τι αφορά το θάνατο της Κανελλοπούλου, η κυβέρνηση περιορίσθηκε να δηλώσει ότι «για τις συνθήκες υπό τις οποίες σημειώθηκε ο θάνατος νεαρής εργάτριας διετάχθησαν διοικητικές ανακρίσεις».

Στη συζήτηση που έγινε στη Βουλή μία εβδομάδα αργότερα ο πρωθυπουργός, κ.Ράλλης, έκανε την εξής δήλωση που έμεινε στην ιστορία: «Και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ σπάθην κρατεί στα χέρια του για να αμυνθεί εναντίον των δαιμόνων. Δεν κρατεί άνθη». «Θα ήταν σε θέση, πραγματικά, η Αστυνομία στο σημείο της σύγκρουσης να προχωρήσει με ελιγμό τέτοιο, ώστε να αποκοπεί, το επαναλαμβάνω, το σώμα των 2.000 εξτρεμιστών και εκεί να τους αντιμετωπίσει», δήλωσε από την πλευρά του και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Όσο για τις «διοικητικές ανακρίσεις» για το θάνατο των δύο διαδηλωτών καμία απάντηση δε δόθηκε, κανένας ένοχος δεν τιμωρήθηκε. Τα ονόματά τους κοντεύουν να ξεχαστούν στις μέρες μας, τοποθετούμενα στον τραγικό κατάλογο των νεκρών αγωνιστών για τους οποίους δεν αποδόθηκε ποτέ δικαιοσύνη.

1985: Πέφτει νεκρός ο Μιχάλης Καλτεζάς

Η πορεία ξεκίνησε και τελείωσε ομαλά χωρίς κανένα επεισόδιο αφού η περιφρούρησή της από τους διοργανωτές ήταν επιτυχής. Μετά το τέλος της πορείας και ενώ οι διαδηλωτές διαλύονταν σε κάποια ψησταριά των Εξαρχείων σταματά για φαγητό μια ομάδα ΜΑΤ. Από το σημείο περνά μια παρέα αναρχικών που ειρωνεύτηκαν τους αστυνομικούς, ενώ την ίδια στιγμή κατέφθαναν συνάδελφοι των τελευταίων οι οποίοι περίμεναν σε σταθμευμένη κλούβα των ΜΑΤ. Εν τω μεταξύ πολλαπλασιάζονταν και οι αναρχικοί και άρχισαν να καταδιώκουν τους αστυνομικούς, με τα επεισόδια να εξαπλώνονται στο κέντρο της Αθήνας.

Κάποια στιγμή, ομάδα διαδηλωτών συμπεριλαμβανομένου του Καλτεζά, έβαλαν φωτιά με βόμβες μολότοφ στην κλούβα των ΜΑΤ στην οποία ήταν μέσα και ο Μελίστας. Μετά από αυτή την πράξη και ενώ οι διαδηλωτές αποχωρούσαν τρέχοντας προς την Πλατεία Εξαρχείων, στη διασταύρωση των οδών Στουρνάρη και Μπόταση, ο Μελίστας πυροβόλησε και σκότωσε από πίσω τον Καλτεζά. Ασθενοφόρο μετέφερε το θύμα στον Ευαγγελισμό όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του.

Αμέσως μετά τον θάνατο του Καλτεζά καταλήφθηκε από αναρχικούς σε ένδειξη διαμαρτυρίας το παλιό Χημείο στη Σόλωνος και το Πολυτεχνείο. Το πρωί της 18ης Νοεμβρίου δόθηκε η άδεια από την Επιτροπή Πανεπιστημιακού Ασύλου, με πρόεδρο τον πρύτανη Μιχάλη Σταθόπουλο, να μπει η Αστυνομία στο Χημείο. Η εισβολή έγινε με χρήση δακρυγόνων, για πρώτη φορά μετά το 1976, και οι αστυνομικοί συνέλαβαν 37 άτομα τα οποία ξυλοκόπησαν, ενώ λίγοι κατάφεραν να διαφύγουν και να φτάσουν στην κατάληψη του Πολυτεχνείου μέσα από τους υπονόμους. Αυτή ήταν και η πρώτη άρση ασύλου από την επίσημη θεσμοποίησή του το 1982. Τα επεισόδια στην Αθήνα συνεχίστηκαν και τις επόμενες ημέρες.

mais03.jpg

Ύστερα από τα γεγονότα υπέβαλλαν τις παραιτήσεις τους για λόγους ευθιξίας ο υπουργός Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης Μένιος Κουτσόγιωργας και ο αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης Θανάσης Τσούρας, τις οποίες ο πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου δεν έκανε δεκτές. Με απόφαση του Τσούρα απομακρύνθηκαν από τις θέσεις τους ο αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας Γεώργιος Ρωμοσιός, ο κλαδάρχης Ασφάλειας Τάξης Μανώλης Μποσινάκης και ο γενικός διευθυντής Αστυνομίας Αττικής Στέλιος Τζανάκης, προκειμένου να προχωρήσει η έρευνα σε βάθος.

Στις 30 Νοεμβρίου, μετά από εισήγηση του Θανάση Τσούρα, το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε να επανέλθουν στις θέσεις τους οι Ρωμοσιός και Μποσινάκης με το αιτιολογικό πως δεν έφεραν καμία ευθύνη. Τον Στέλιο Τζανάκη στα καθήκοντα του Αττικάρχη αντικατέστησε ο αστυνομικός διευθυντής Νίκων Αρκουδέας.

Στις 26 Νοεμβρίου του 1985 η 17 Νοέμβρη, σε αντίποινα για τη δολοφονία του Καλτεζά, επιτέθηκε με βόμβα σε κλούβα των ΜΑΤ κοντά στο Ξενοδοχείο Κάραβελ, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο αρχιφύλακας Νίκος Γεωργακόπουλο και να τραυματιστούν δεκατέσσερις συνάδελφοί του. O Μελίστας καταδικάστηκε πρωτόδικα σε δυόμισι χρόνια φυλάκιση με αναστολή και σε δεύτερο βαθμό αθωώθηκε στις 26 Ιανουαρίου 1990 από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο με ψήφους 6-1.

Από τους δικαστές που τον έκριναν αθώο, πέντε υποστήριξαν πως επρόκειτο για ανθρωποκτονία από πρόθεση εν βρασμώ ψυχικής ορμής σε κατάσταση άμυνας (τρεις υποστήριξαν πως έγινε υπέρβαση των ορίων της άμυνας λόγω φόβου, ταραχής και πανικού) και ένας πως επρόκειτο για ανθρωποκτονία ενσυνείδητης αμέλειας καθ’ υπέρβαση των ορίων άμυνας λόγω φόβου και ταραχής. Συνήγορος υπεράσπισης ήταν ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος ενώ στην πολιτική αγωγή συμμετείχαν ο Φώτης Κουβέλης και ο Νίκος Κωνσταντόπουλος.

Η αθώωσή του προκάλεσε νέα σοβαρά επεισόδια με κατάληψη του Πολυτεχνείου από δυνάμεις της Αριστεράς και αναρχικούς.

Αυτά είναι τα άλλα θύματα της εξέγερσης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: