ΑΠΟΨΕΙΣ

8 Νοεμβρίου 1901: Η κορύφωση των Ευαγγελικών στην Αθήνα

Στις 9 Σεπτεμβρίου 1901 η εφημερίδα «Ακρόπολις» αρχίζει να δημοσιεύει το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο σε μετάφραση στη δημοτική γλώσσα από τον Αλέξανδρο Πάλλη. Η αντίδραση των καθηγητών και φοιτητών της Θεολογικής Σχολής είναι άμεση…

Όπως γνωρίζουμε ακόμα και σήμερα τουλάχιστον στην επίσημη εκκλησία δεν έχει γίνει μεταφορά του λόγου των Ευαγγελίων από την ελληνιστική κοινή στην δημοτική γλώσσα. Πολλοί βέβαια λένε οτι εαν γινόταν αυτό οι ψαλμοί θα έχαναν την μαγεία τους, που όντως έχουν, άλλοι όμως λένε πως επειδή η γλώσσα είναι δυσνόητη για τα σύγχρονα δεδομένα, δεν μπορεί να γίνει κατανοητός ο λόγος του θεού. Το πρόβλημα βέβαια αυτό, το έχουν και τα άλλα χριστιανικά δόγματα, αφού για παράδειγμα στην καθολική εκκλησία στα ευαγγέλια χρησιμοποιείται η Λατινική γλώσσα. Μια γλώσσα από τη μια χρήσιμη ως μητρα όλων σχεδόν των ευρωπαϊκών γλωσσών αλλά άχρηστη από πλευράς ότι είναι μη ομιλούσα από τον σύγχρονο κόσμο.

Ο Αλέξανδρος Πάλλης που γνώριζε το πρόβλημα ξεκινούσε ως πρωταγωνιστής του δημοτικισμού κάτι πολύ ρηξικέλευθο, αλλά η άποψη των καθηγητών όσο και των φοιτητών (δεν ήταν πάντα προοδευτικό το φοιτητικό κίνημα), ήταν διαφορετική. Ας πάμε όμως στα γεγονότα.

Ένα χρόνο μετά την οδυνηρή ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, η Ελλάδα πορεύεται ακροβατώντας ανάμεσα σε δύο γλώσσες, την καθομιλουμένη δημοτική και την επίσημη καθαρεύουσα. Ο εκδημοκρατισμός του εκπαιδευτικού συστήματος κρίνεται αναγκαίος και η αρχή επιχειρείται με τη μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική. Η πρώτη απόπειρα έγινε το 1898, όταν η βασίλισσα Όλγα έδωσε μάλιστα τη σχετική εντολή στη γραμματέα της και λογία Ιουλία Σωμάκη, προκαλώντας τη μήνη των αρχαϊστών. Τη μεταγλώτισση των Ευαγγελίων στη δημοτική ενθάρρυνε και ο τότε αρχιεπίσκοπος Αθηνών Προκόπιος Β’ (Οικονομίδης).

Στις 9 Σεπτεμβρίου 1901 η εφημερίδα «Ακρόπολις» του Βλάση Γαβριηλίδη άρχισε να δημοσιεύει σε συνέχειες το Ευαγγέλιο του Ματθαίου σε μετάφραση του λογοτέχνη και μέγα δημοτικιστή Αλέξανδρου Πάλλη, υπό τον τίτλο «Το έργον της Βασιλίσσης η “Ακρόπολις” το συνεχίζει». Η αντίδραση των καθηγητών και φοιτητών της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ήταν άμεση. Σε ανακοίνωσή τους χαρακτηρίζουν τη μεταγλώττιση του Πάλλη «γελοιοποίηση των τιμαλφεστέρων του έθνους κειμηλίων».

Τη σκυτάλη παραλαμβάνουν οι εφημερίδες «Σκριπ», «Καιροί» και «Εμπρός», που εμφανίζουν τους δημοτικιστές ως άθεους, προδότες και πράκτορες των Σλάβων, λόγω της ρωσικής καταγωγής της βασίλισσας Όλγας. Στις 17 Οκτωβρίου μάλιστα το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολεως με έγγραφό του προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος αποδοκίμασε τη μεταγλώττιση ως «βέβηλη». Ο εκδότης της «Ακροπόλεως» βρέθηκε τότε στριμωγμένος από την πληθώρα των αντιδράσεων και τρεις ημέρες αργότερα αποφάσισε τη διακοπή της δημοσίευσης.

Οι αντιδράσεις όμως δεν σταμάτησαν, οι επόμενες ημέρες θα ήταν οδυνηρές. Στις 5 και 6 Νοεμβρίου, οι φοιτητές, με την ενθάρρυνση της «δεληγιαννικής» αντιπολίτευσης, πραγματοποίησαν θορυβώδεις διαδηλώσεις στο κέντρο της Αθήνας. Συγκρούστηκαν με την αστυνομία και λιθοβόλησαν τα γραφεία της «Ακροπόλεως».

Στις 8 Νοεμβρίου, που ήταν και η κορύφωση του κινήματος, διοργανώθηκε μεγάλο συλλαλητήριο στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, με αίτημα τον αφορισμό των υπευθύνων της μεταγλώτισσης. Στις συγκρούσεις που ακολούθησαν με την αστυνομία, τρεις φοιτητές και πέντε πολίτες έχασαν τη ζωή τους (Ν. Πάνστρας, Α. Παπαναστασίου, Ε. Παπαντωνίου, Ε. Δράκος, Ι. Διβάρης, Φ. Ρήγος, Ι. Στεφανίδης, Στράτος, αγνώστων λοιπών στοιχείων), ενώ άλλοι 70 τραυματίστηκαν. Για λίγες ακόμη ημέρες, οι φοιτητές θα παραμέναν οχυρωμένοι στο πανεπιστήμιο και θα αποχωρούσαν τελικά στις 12 Νοεμβρίου.

Ήταν η απαρχή του πρώτου φοιτητικού κινήματος στην Ελλάδα που είχε ως αίτημα τη διατήρηση των παραδόσεων και της αρχαΐζουσας γλώσσας. Για να λυθεί το γλωσσικό ζήτημα χρειάστηκαν άλλα 75 έτη από τότε. Το 1976 με νόμο της κυβέρνησης Καραμανλή και με υπουργό τον Γεώργιο Ράλλη η δημοτική Γλώσσα έγινε η επίσημη γλώσσα του κράτους μας και λύθηκε ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, διότι μέχρι τότε αλλιώς μιλούσαμε αλλιώς γράφαμε. Το 1976 αυτά τα δύο συγχρονίστηκαν παρόλο που και τότε και τώρα, πιο λίγοι, αντιδρούσαν και αντιδρούν στην καθιέρωση της γλώσσας που ομιλούμε.

Τι προκάλεσαν τα ευαγγελικά?

Τα αιματηρά επεισόδια της 8ης Νοεμβρίου προκάλεσαν την παραίτηση της κυβέρνησης του Γεωργίου Θεοτόκη αλλά και την παραίτηση του αρχιεπισκόπου που πίστευε στη δημοτική γλώσσα. Ο Προκόπιος μετά την παραίτησή του αποσύρθηκε στη Μονή Φανερωμένης της Σαλαμίνας. Από εκεί μεταφέρθηκε αργότερα, ασθενής στην Αθήνα, όπου και πέθανε, τον επόμενο χρόνο και μόλις επτά μήνες από την παραίτησή του, στις 4 Ιουλίου του 1902.

Οι παραιτήσεις όμως ηρέμησαν τα πνεύματα προσωρινά, αφού ένα μήνα αργότερα και συγκεκριμένα στις 12 Δεκεμβρίου, οι φοιτητές συγκρότησαν και νέο συλλαλητήριο, αυτή τη φορά ειρηνικό, στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, καίγοντας όμως πρώτα ένα αντίτυπο της μεταγλώτισσης του Ευαγγελίου. Στη συνέχεια αυτή της διαδήλωσης ενέκριναν ψήφισμα, με το οποίο αξίωναν τη λήψη μέτρων για τη μη κυκλοφορία του μεταγλωττισμένου κειμένου του Ευαγγελίου στη δημοτική και την αυστηρή τιμωρία καθενός που θα επιχειρούσε μεταγλώττισή του στο μέλλον.

Εντέλει με τις αντιδράσεις των φοιτητών η κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1911 πρόσθεσε στην αναθεώρηση του συντάγματος στο άρθρο 2, παράγραφος 2 την εξής φράσης: «Τὸ κείμενον τῶν Ἁγίων Γραφῶν τηρείται ἀναλλοίωτον· ἡ εἰς ἄλλον γλωσσικὸν τύπον ἀπόδοσις τούτου ἄνευ τῆς προηγούμενης ἐγκρίσεως καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἀπαγορεύεται ἀπολύτως». Το 1927 η φράση τροποποιήθηκε στη μορφή «ἄνευ τῆς προηγούμενης ἐγκρίσεως τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας» και η διάταξη αυτή παρέμεινε απαράλλαχτη για τα επόμενα 50 περίπου χρόνια.

Στο Σύνταγμα του 1975 (άρθρο 3, παράγραφος 3) προστέθηκε η λέξη «ἐπίσημος» («ἡ εἰς ἄλλον γλωσσικὸν τύπον ἐπίσημος μετάφρασις»), ενώ στη συζήτηση που συνοδεύτηκε στη Βουλή διευκρινίστηκε η έννοια της «ἐπισήμου» μετάφρασης. Μολαταύτα, οι μεταφραστικές προσπάθειες συνεχίστηκαν όλες τις επόμενες δεκαετίες καθώς ανταποκρίνονταν στη βαθύτερη ανάγκη του λαού για την απόδοση της Γραφής σε γλώσσα σύγχρονη και κατανοητή. Καμία όμως δεν έχει εγκριθεί από την επίσημη εκκλησία.

Παρόμοιες αντιδράσεις είχαμε και το 1903 στα λεγόμενα ορεστειακά, όταν ένας άλλος επιφανής φιλόλογος ο Γεώργιος Σωτηριάδης απόδωσε στην Ελληνική γλώσσα την Ορέστεια του Αισχύλου. Η ελληνική ιστορία κάνει κύκλους και για αυό λειτουργεί ως ανάστροφη προφητεία.Στην σύγκρουση μεταξύ του φωτός και του Σκοταδιού στις αρχές του προηγούμενου αιώνα κέρδισε το σκοτάδι. Ένα σκοτάδι που δημιούργησε πολέμους και αντιθέσεις αλλά στο τέλος εκείνου το τούνελ ήρθε το σήμερα που είναι αποκύημα μιας ιστορίας γεμάτης με αντιφάσεις αλλά με την πιθανότητα οι γενιές που της ζήσαν να τις αλλάξουν.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: