ΔΙΕΘΝΗ

112 χρόνια από τη γέννηση του Ενβέρ Χότζα

Στις 16 Οκτωβρίου του 1908 ήρθε στον κόσμο ο Ενβέρ Χότζα, ο ηγέτης της Αλβανίας από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τον θάνατό του το 1985. Πρόκειται για μια σημαντική και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα της γείτονος χώρας, αλλά οπωσδήποτε ο άνθρωπος που άφησε το στίγμα του στην ιστορία της χώρας του και του κομμουνιστικού κινήματος.

Αλβανία: Όταν ο Χότζας έκλεισε τις εκκλησίες και ξύρισε τους ιερείς | Ιερά  Μονοπάτια

Ο βίος του

Ο Χότζα γεννήθηκε στο Αργυρόκαστρο, πόλη στη νότια Αλβανία (τότε υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία), όπου ζούσαν πολλές επιφανείς οικογένειες. Ήταν γιος του Χαλίλ Χότζα, Μπεκτασή Τόσκη εμπόρου υφασμάτων, που ταξίδευε πολύ στην Ευρώπη και στην Αμερική, και της Τζίλιχαν (Τζίλο) Χότζα. Στα 16 του βοήθησε στην ίδρυση και έγινε γραμματέας της Σπουδαστικής Ένωσης του Αργυρόκαστρου, που διαμαρτυρόταν κατά της μοναρχικής κυβέρνησης του Ζόγου Α΄. Όταν η κυβέρνηση έκλεισε την Ένωση μετακινήθηκε στην Κορυτσά, συνεχίζοντας τις σπουδές του σε Γαλλικό γυμνάσιο. Εκεί έμαθε Γαλλική ιστορία, λογοτεχνία και φιλοσοφία. Στην πόλη αυτή διάβασε για πρώτη φορά το Κομμουνιστικό Μανιφέστο.

Ο Ενβέρ Χότζα 18 ετών

Το 1930 πήγε να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ στη Γαλλία, με κρατική υποτροφία που του δόθηκε από τη Βασιλομήτορα, για τη σχολή των Φυσικών επιστημών. Παρακολουθούσε τα μαθήματα και τις διασκέψεις της Εργατικής Ένωσης, που οργανώνονταν από το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά δεν κατάφερε να αποκτήσει πτυχίο ούτε στη φιλοσοφία ούτε στα νομικά.

Μετά από ένα χρόνο, μην έχοντας ενδιαφέρον για τη βιολογία και μην έχοντας περάσει καμία πανεπιστημιακή εξέταση, έφυγε από το Μονπελιέ για το Παρίσι, ελπίζοντας να συνεχίσει τις σπουδές του. Παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στη Σορβόννη, αλλά πάλι δεν έδωσε ποτέ εξετάσεις. Στο Παρίσι λέγεται ότι συνεργάστηκε με τη L’Humanité (εφημερίδα του ΓΚΚ), γράφοντας άρθρα για την κατάσταση στην Αλβανία με το ψευδώνυμο Λούλο Μαλεσόρι. Αναμείχθηκε επίσης στην Αλβανική Κομμουνιστική Ομάδα υπό την καθοδήγηση του Λαζάρ Φούντο, που τον δίδαξε νομικά.

Τα παράτησε για μια ακόμη φορά και από το 1934 έως το 1936, διετέλεσε γραμματέας του αλβανικού προξενείου στις Βρυξέλλες, αποσπασμένος στο προσωπικό γραφείο της Βασιλομήτορος Σαντιγιέ. Απολύθηκε όταν το προξενείο ανακάλυψε ότι ο υπάλληλός του είχε στο γραφείο του Μαρξιστικό υλικό και βιβλία. Το 1936 επέστρεψε στην Αλβανία, για να εργαστεί ως καθηγητής στην Κορυτσά. Με την εκτενή εκπαίδευσή του γνώριζε άπταιστα Γαλλικά και επίσης Ιταλικά, Σερβικά και Ρώσικα. Ως ηγέτης θα ανέτρεχε συχνά στη Le Monde και στην International Herald Tribune.

Στις 7 Απριλίου η Αλβανία δέχτηκε την εισβολή της φασιστικής Ιταλίας. Οι Ιταλοί εγκατέστησαν μια κυβέρνηση ανδρεικέλων στην Αλβανία υπό τον Μουσταφά Μερλίκα-Κρούγια. Ο Χότζα απολύθηκε από τη θέση του δασκάλου μετά την Ιταλική εισβολή, επειδή αρνήθηκε να γίνει μέλος του Αλβανικού Φασιστικού Κόμματος. Άνοιξε ένα μικρό καπνοπωλείο στα Τίρανα, ονόματι Φλόρα, που αποτέλεσε μυστικό τόπο συνάντησης Αλβανών κομμουνιστών, με την βοήθεια γιουγκοσλάβων κομμουνιστών. Τελικά η κυβέρνηση το έκλεισε.

Ο Ενβέρ Χότζα την περίοδο του αντιστασιακού αγώνα

Τον Μάιο του 1944, ο Χότζα ανέλαβε πρόεδρος της Εθνικής Αντιφασιστικής Επιτροπής Απελευθέρωσης της Αλβανίας. Με το τέλος της γερμανικής κατοχής, τον Νοέμβριο του 1944, η Επιτροπή αυτή μετονομάστηκε σε Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση της Αλβανίας και ο Χότζα ανέλαβε καθήκοντα πρωθυπουργού και υπουργού Εξωτερικών. Τον Μάρτιο του 1946, η Συνταγματική Εθνοσυνέλευση, που είχε εκλεγεί λίγους μήνες νωρίτερα, κήρυξε ως πολίτευμα της Αλβανίας τη λαϊκή δημοκρατία.

Προσηλωμένος στον ορθόδοξο κομμουνισμό του Ιωσήφ Στάλιν, ο Χότζα διέκοψε διπλωματικές σχέσεις με τη Γιουγκοσλαβία το 1948, όταν ο Τίτο ήρθε σε ιδεολογική ρήξη με τη Μόσχα, ενώ το 1949 διέταξε την εκτέλεση του υπουργού Άμυνας, Κότσι Τζότζε, κατηγορώντας τον ότι συμμετείχε σε δραστηριότητες υπέρ της Γιουγκοσλαβίας.

Κατά τη διακυβέρνησή του, ο Χότζα δήμευσε τις περιουσίες μεγάλων γαιοκτημόνων και οργάνωσε κολχόζ κατά τα σοβιετικά πρότυπα. Σύντομα μάλιστα, η προπαγάνδα του καθεστώτος του Χότζα άρχισε να μιλά για μια Αλβανία με πλήρη αυτάρκεια γεωργικών προϊόντων. Το ίδιο συνέβη και στον τομέα της βιομηχανίας. Η πτώση όμως του κομμουνιστικού καθεστώτος έδειξε μια παντελώς διαφορετική εικόνα, αφού η Αλβανία όχι μόνο δεν ήταν αυτάρκης και βιομηχανική χώρα, αλλά ήταν οπισθοδρομική ακόμα και σε σύγκριση με άλλες ανατολικοευρωπαϊκές χώρες.

Ένα από τα έργα που άφησε πίσω το καθεστώς του Χότζα είναι τα περίπου 600.000 πολυβολεία (τα αποκαλούμενα bunker) διάσπαρτα σε όλη την Αλβανία για τον φόβο ξένων επιδρομέων. Πέρα τούτου όμως το 1956 η Αλβανία διέκοψε τις σχέσεις τις με τη Μόσχα και με όλα τα άλλα κομμουνιστικά κράτη της Ανατολικής Ευρώπης, επειδή το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης (ΚΚΣΕ) αποκήρυξε τον Στάλιν που ΄πιστευε ο ίδιος.

Το 1967 επίσης απαγόρευσε αυστηρά κάθε θρησκευτική δραστηριότητα και ανακήρυξε την Αλβανία ως το πρώτο επισήμως άθεο κράτος. Τα Τζαμιά, οι εκκλησίες και τα μοναστήρια δημεύτηκαν, καταστράφηκαν ή μετατράπηκαν σε αποθήκες, εργαστήρια και αίθουσες κινηματογράφου.

Το 1968, η Αλβανία εξήλθε από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την εισβολή των Ρώσων στην Τσεχοσλοβακία. Στη δεκαετία του ’70, ο Χότζα ήρθε σε ρήξη και με τον Μάο και έτσι διέκοψε τις σχέσεις του και με το Πεκίνο και το ΚΚ Κίνας. Ο λόγος ήταν ότι διαφώνησε με τη θεωρία των τριών κόσμων του Μάο και με τα ανοίγματα του τελευταίου προς τη δύση και έτσι αυτοαναγόρευσε την Αλβανία ως το μοναδικό κομμουνιστικό καθεστώς στον κόσμο. Εκείνη την εποχή ο Χότζα προσέγγισε τις χώρες της Δύσης. Αυτό βέβαια δεν τον εμπόδισε να προβεί σε διαδοχικές εκκαθαρίσεις στον κρατικό μηχανισμό. Ανώτατα στελέχη της κυβέρνησης, η ηγεσία του στρατού ακόμα και παλαιοί σύντροφοι από τα χρόνια του αντάρτικου εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. …

Ο Χότζα την εποχή της παντοδυναμίας του

Οι σχέσεις με την Κίνα δεν αποκαταστάθηκαν ούτε μετά τον θάνατο του Μάο το 1976, λόγω της επικράτησης των αναθεωρητών μέσα στο ΚΚ Κίνας. Το 1981 διέταξε εκτεταμένες εκκαθαρίσεις στο κομμουνιστικό κόμμα και την κυβέρνηση της Αλβανίας. Μεταξύ των θυμάτων συγκαταλέγεται και ο τότε πρωθυπουργός της χώρας Μεχμέτ Σέχου, ο οποίος, κατά τα επίσημα ανακοινωθέντα, αυτοκτόνησε. Λίγο αργότερα όμως ο Χότζα αποσύρθηκε από τα πιο πολλά καθήκοντά του και παρέδωσε τα ηνία της χώρας στον Ραμίζ Αλία.

Μετά τον θάνατό του, την πλήρη εξουσία ανέλαβε ο Αλία. Το 1990 όμως το κομμουνιστικό καθεστώς της Αλβανίας κατέρρευσε όπως και τα υπόλοιπα της ανατολικής Ευρώπης και το 1992 την εξουσία ανέλαβε το Δημοκρατικό Κόμμα του Σαλί Μπερίσα. Ο Μπερίσα ήταν ο γιατρός του Χότζα και για αυτό ακόμα και σήμερα κατηγορείται ότι ήταν ευνοούμενος του κομμουνιστικού καθεστώτος, εντούτοις αυτός υποστήριξε τις αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις των φοιτητών στο Πανεπιστήμιο «Ενβέρ Χότζα» τον Δεκέμβριο του 1990.

Οι κριτές του καθεστώτος του Χότζα μιλάνε για το πιο καθυστερημένο από πλευράς οικονομίας που άφησε πίσω του ο Χότζα, η άλλη πλευρά των υποστηρικτών του λένε ότι η Αλβανία την εποχή που ανέλαβε ο Χότζα δεν είχε καμία στοιχειώδη υποδομή και ότι ακόμα και σήμερα οι υποδομές της χώρας οφείλονται στο έργο του. Η αλήθεια πάντα είναι κάπου ενδιάμεσα.

Η ελληνική μειονότητα την εποχή του Χότζα και έπειτα (Πρώτο θέμα)

Όπως γνωρίζουμε η Αλβανία αν και πολέμησε στο πλευρό της φασιστικής Ιταλίας, βρέθηκε μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στο πλευρό των νικητών. Υπάρχει λοιπόν μία έντεχνα διοχετευμένη από αλβανικής πλευράς προπαγάνδα, ότι στρατεύματα της γειτονικής χώρας πήραν μέρος σε επιχειρήσεις των Ιταλών του Μουσολίνι εναντίον της Ελλάδας ,περίπου με το πιστόλι στον κρόταφο και εκβιαστικά. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει όμως. 22.000 Αλβανοί στρατιώτες εντάχθηκαν χωρίς καμία πίεση στο πλευρό των Ιταλών και πολέμησαν κατά των ελληνικών στρατευμάτων.

Η στροφή όμως που έγινε από τον Ενβέρ Χότζα το 1943 έδωσε άλλοθι στις Μεγάλες Δυνάμεις για να συμπεριλάβουν την Αλβανία στις νικήτριες χώρες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ήδη μάλιστα από το 1942 οι ισχυρές χώρες είχαν αποφασίσει ότι η Αλβανία θα παρέμενε ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος. Οι προσπάθειες του τότε Έλληνα πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Τσαλδάρη στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης στο Παρίσι (1946) να αποδοθεί η Βόρεια Ήπειρος (μεταξύ άλλων) στη χώρα μας, απέβησαν άκαρπες. Η Αλβανία είχε τη στήριξη και την προστασία της Σοβιετικής Ένωσης κατά κύριο λόγο και δευτερευόντως της ενωμένης τότε Γιουγκοσλαβίας του Τίτο.

Για μία ακόμα φορά η Ελλάδα πλήρωσε βαρύτατο τίμημα πολεμώντας στο πλευρό των Συμμάχων οι οποίοι συναγωνίζονταν ο ένας τον άλλον σε επιδαψίλευση τιμών και επαίνων για τη χώρα μας στη διάρκεια του πολέμου και μετά τη λήξη του της παραχωρήθηκαν μόνο τα Δωδεκάνησα, τα οποία αποδόθηκαν ύστερα από ατέρμονες διαπραγματεύσεις, στην Ελλάδα.

Η εθνική ελληνική μειονότητα στην Αλβανία, όπως είναι αναγνωρισμένη από το επίσημο αλβανικό κράτος είναι η μεγαλύτερη πληθυσμιακά και γεωγραφικά, καθώς και η πιο αναπτυγμένη μειονότητα στη γειτονική χώρα και αποτελεί ανάλογα με τις διάφορες πηγές και εκτιμήσεις το 1,1-4,9% του συνολικού αλβανικού πληθυσμού. Ο ελληνικός πληθυσμός ζει στις νότιες περιοχές της Αλβανίας, στις περιφέρειες Αργυροκάστρου, Αγίων Σαράντα, Δέλβινου και Πρεμετής που ανήκουν ιστορικά στη Βόρειο Ήπειρο ,ενώ από τον πληθυσμό αυτό εξαιρέθηκαν οι περιοχές της Κορυτσάς, της Κολόνιε και του Λεσκοβικίου όπου υπήρχε παραδοσιακά συμπαγές ελληνικό στοιχείο, αλλά και όλος ο βλαχόφωνος ελληνισμός της Αλβανίας που ήταν διάσπαρτος σε διάφορες περιοχές. Σύμφωνα με στοιχεία του 2003 οι Αρωμούνοι (Βλάχοι) της Αλβανίας ήταν συνολικά 139.000.

Οι Αλβανοί ξεκίνησαν τις προσπάθειες για αλλοίωση της πληθυσμιακής σύνθεσης της ελληνικής περιοχής ήδη από την εποχή του βασιλιά Ζογκ (Ζόγκου) όταν επιχείρησαν να μετεγκαταστήσουν αλβανόφωνους του Κοσόβου στην περιοχή. Συνάντησαν ωστόσο τη σθεναρή αντίσταση των κατοίκων της Δρόπολης. Παρόμοιο αποτέλεσμα είχαν και οι προσπάθειες των μπέηδων του Λιμποχόβου να εγκαταστήσουν αλβανόφωνους στο Βουλιαράτι.

Το 1945 μάλιστα έγιναν νύξεις για την εγκατάσταση των Τσάμηδων που είχαν εκτοπιστεί από την Ελλάδα στην Δρόπολη και τον Βούρκο για να αλλοιώσουν τον ελληνικό πληθυσμό και να τον μετατοπίσουν, αλλά και για να χρησιμοποιηθούν ως προφυλακή μιας ενδεχόμενης ελληνικής επίθεσης στο μέλλον. Κάτι τέτοιο τελικά δεν έγινε και οι Τσάμηδες εγκαταστάθηκαν στις περιοχές της Αυλώνας, του Φίερι και του Δυρραχίου. Ωστόσο οι Αλβανοί πέτυχαν σε ορισμένες περιοχές να αλλοιώσουν τον πληθυσμό κάποιων μειονοτικών περιοχών. Ιδιαίτερα στην περιοχή των Αγίων Σαράντα όπου παρήκμασαν, ερημώθηκαν ή εξαφανίστηκαν 11 ελληνόφωνα χωριά.

Το 1951 το μεθοριακό χωριό Περδικάρι ερημώθηκε και οι κάτοικοί του υπό την υπόνοια της δραπέτευσής τους στην Ελλάδα εξορίστηκαν στην ενδοχώρα, υποχρεούμενοι να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Στις παρυφές της ελληνόφωνης περιοχής των Αγίων Σαράντα ιδρύθηκαν τα χωριά Βάρφαϊ, Μπάικαϊ, Στιάρι, Βάνα, Γκιάστα και Ξαμίλι ενώ άλλοι οικισμοί εμφυτεύτηκαν, όπως γράφει πολύ εύστοχα ο κύριος Ντάγιος, μέσα στην ελληνική περιοχή για να διαταραχθεί η πληθυσμιακή της ομοιογένεια. Πρόκειται για τους οικισμούς Ντόμπρα, Σελεγκάρι, Μπίστριτσα και Τσλιρίμι. Στο Αργυρόκαστρο επίσης ιδρύθηκε το 1947 ο οικισμός Ασίμ Ζενέλι από μεταφερόμενους αλβανόφωνους του ορεινού όγκου του Κουρβελεσίου (στις παρυφές των μειονοτικών περιοχών), η Μπούλιο (1950) αποτελούμενη από μεικτό πληθυσμό, Έλληνες και Αλβανούς, τα Βρυσερά ως διοικητικό κέντρο στην αρχή και οικισμός στη συνέχεια και το Λυκομύλι τα οποία κατοικούνται και τα δύο από ελληνικούς πληθυσμούς και δύο βλάχικα χωριά το Αντόν Πότσι και η Χουμελίτσα.

Το καθεστώς του βασιλιά Ζογκ θεωρούσε Έλληνες τους Βλάχους και τους υποχρέωνε να εγγραφούν στα ληξιαρχικά μητρώα της Ελλάδας ακόμα και να υπηρετούν στον Ελληνικό Στρατό. Με την επικράτηση του κομμουνιστικού καθεστώτος ο βλαχόφωνος ελληνισμός αγνοήθηκε και υποτιμήθηκε.

Το 2001, Αλβανοί μελετητές συνέταξαν τον “Γεωγραφικό Χάρτη του Αλβανικού Πληθυσμού”, σύμφωνα με τον οποίο 65.900 Έλληνες εξακολουθούν να παραμένουν στην Αλβανία. Κατά τους υπολογισμούς τους, 11.000 Έλληνες μετανάστευσαν οριστικά, συνεπώς ο συνολικός πληθυσμός της ελληνικής μειονότητας είναι 66.900 κάτοικοι (Ardile Berxholi, “Minoritet”, σ.102). Μπορεί ο αριθμός αυτός να φαίνεται μικρός, ωστόσο είναι η πρώτη φορά που επίσημες αλβανικές πηγές αναφέρουν ότι ο πληθυσμός των Ελλήνων της μειονότητας ξεπερνά τις 60.000.

Ομογενειακά σωματεία και διάφοροι φορείς στην Ελλάδα αναφέρουν ότι οι Έλληνες της Αλβανίας είναι πολύ περισσότεροι, κάποιοι ανεβάζουν τον αριθμό τους σε 500.000, συμπεριλαμβάνοντας και τους Ελληνορθόδοξους της Κορυτσάς, του Λεσκοβικίου και της Πρεμετής.

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία (Διεθνής Επιτροπή Εθνολογικού Ελέγχου), στις αρχές του 1914, στον καζά της Κορυτσάς ζούσαν 40.080 Έλληνες (έναντι 28.600 Αλβανών), στον καζά του Λεσκοβικίου 7.453 Έλληνες (έναντι 2.993 Αλβανών), στον καζά της Πρεμετής 12.551 Έλληνες (έναντι 10.823 Αλβανών) και στον καζά της Κολόνιε 14.269 Έλληνες, (έναντι 6.615 Αλβανών). Βλέπουμε για μία ακόμη φορά λοιπόν, την κατάφωρη αδικία που έγινε με την ένταξη όλων αυτών των περιοχών, και φυσικά της ευρύτερης περιοχής του Αργυρόκαστρου, της Χιμάρας, του Δέλβινου και των Αγίων Σαράντα στην Αλβανία .

Μετά τον Πόλεμο, η Ελλάδα θεωρήθηκε ως βασική απειλή για την Αλβανία και αυτό συντέλεσε αποφασιστικά στη διαμόρφωση της εθνικής πολιτικής του αλβανικού κράτους, απέναντι στην ελληνική μειονότητα. “Η επιβολή της έννομης τάξης σε όλες τις ανατολικές χώρες έγινε με τρόπο εγκληματικό, δικτατορικό και αντιδημοκρατικό”, γράφει ο Σταύρος Ντάγιος.

Ο Ενβέρ Χότζα προσπάθησε να εξοντώσει με σταλινικές μεθοδεύσεις την ελληνική μειονότητα, την ίδια στιγμή που η Ελλάδα δεν ήταν σε θέση να αντιδράσει αποτελεσματικά. Το 1947 μάλιστα άφησε να κυκλοφορήσουν φήμες ότι ο πόλεμος με την Ελλάδα είναι αναπόφευκτος. Ο Χότζα επιτέθηκε με μένος εναντίον των Αγγλοαμερικανών και τόνισε ότι ο Εμφύλιος στην Ελλάδα, δεν θα επηρεάσει τη μειονότητα. Από το 1949, οι διώξεις των Βορειοηπειρωτών, εντάθηκαν.

Ο Χότζα και οι κομμουνιστές στην Αλβανία, δεν δυσκολεύτηκαν να εκριζώσουν τους δημοκρατικούς θεσμούς του παρελθόντος, καθώς αυτοί δεν υπήρχαν καν. Το εθνικιστικό κομμουνιστικό δόγμα επικράτησε σχεδόν χωρίς καμία αντίδραση. Το καλοκαίρι του 1945 τα σύνορα έκλεισαν και η Βόρεια Ήπειρος απομονώθηκε. Οι Βορειοηπειρώτες δεν είχαν πλέον καμία επικοινωνία με την Ελλάδα, όπου βρίσκονταν πολλοί συγγενείς και φίλοι τους. Οι παλαιοί ελληνοδιδάσκαλοι και οι φορείς της εθνικής ιδέας είχαν εξοντωθεί ή είχαν οδηγηθεί στις φυλακές. Το ίδιο συνέβαινε με τους μορφωμένους ιερείς.

Η πολιτική της αλβανικής κυβέρνησης απέναντι στην ελληνική μειονότητα, ήταν η εξής: απόλυτος έλεγχος των ελληνόφωνων περιοχών με την επιβολή σκληρών κατασταλτικών μέτρων, διώξεις και εξόντωση των Βορειοηπειρωτών που είχαν διακριθεί για τα εθνικά τους φρονήματα, αποτροπή της ελληνικής επιρροής στους Βορειοηπειρώτες, μέσω της απόλυτης απομόνωσης τους από την Ελλάδα και διασφάλιση της πολιτικής υποστήριξής τους μέσω υποσχέσεων και διάβρωσης της εθνικής και κοινωνικής τους συνοχής.

Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε και η Μόσχα, που συνιστούσε στον Χότζα να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός, να κρατήσει την ελληνική μειονότητα ελεγχόμενη στενά και η συνδεδεμένη με την αλβανική κομμουνιστική κυβέρνηση και να χρησιμοποιήσει για τον σκοπό αυτό όλα τα μέσα, την πειθώ και την καταστολή. Τα βασικά μέρη εναντίον της ελληνικής μειονότητας, ήταν τα εξής: συστηματική, μεθοδική και συνεχής φθορά του ελληνικού στοιχείου με διασπορά σε άλλες περιοχές, αναγκαστική μετακίνηση Βορειοηπειρωτών που χαρακτηρίζονταν ως αντιφρονούντες προς το καθεστώς, εμφύτευση αλβανικών χωριών, εμβόλιμα, σε αμιγώς βορειοηπειρωτικές περιοχές, αναγκαστική μετακίνηση Βορειοηπειρωτών για εξεύρεση εργασίας και παράλληλη μετακίνηση Αλβανών σε αμιγώς ελληνόφωνες περιοχές με επαγγελματικές προφάσεις.

Η διδασκαλία, εκμάθηση και διάδοση της ελληνικής γλώσσας, παρεμποδίστηκε με κάθε τρόπο. Οι περιουσίες των Βορειοηπειρωτών κατασχέθηκαν, οι εκκλησιαστικές δημεύθηκαν, οι ιερείς αποσχηματίστηκαν και διώχθηκαν, τα θρησκευτικά ιδρύματα μετατράπηκαν σε αποθηκευτικούς χώρους, όπως γράψαμε και παραπάνω, και μόνον μερικές εκκλησίες παρέμειναν ως διατηρητέα μνημεία.

Το 1975 ο Χότζα τα Ελληνικά ονόματα και τοπωνύμια άλλαξαν καταναγκαστικά

Πολίτες, έχοντες ακατάλληλα ονόματα και προσβλητικά επώνυμα από πολιτική, ιδεολογική και ηθική άποψη υποχρεούνται να τα αλλάξουν.

Διάταγμα 5339/1975

Ως αποτέλεσμα της πρακτικής αυτής, στο 75%-80% των μαθητολογίων στις βορειοηπειρωτικές περιοχές εμφανίζονταν αλβανικά ονόματα ενώ ο βορειοηπειρωτικός πληθυσμός από αντίδραση, χρησιμοποιούσε διπλή ονομασία. Μια επίσημη (αλβανικό όνομα) και μία για καθημερινή χρήση (ελληνικό όνομα). Υπήρξαν επίσης σφοδρές αντιδράσεις τόσο από τους Βορειοηπειρώτες όσο και από την Ελληνική Κυβέρνηση. Οι Αλβανοί πρώτη φορά αντέδρασαν εγείροντας θέμα Τσάμηδων από το 1947 .

Σε υπόμνημα που έδωσε ο Αλβανός ΥΠΕΞ Νέσι Νάστε, στον Έλληνα πρέσβη στα Τίρανα Δημήτριο Φραντζεσκάκη, στις 26 Ιανουαρίου 1976, αναφερόταν μεταξύ άλλων και τα εξής:

Με λύπη υποχρεωνόμαστε να σας υπενθυμίσουμε ότι ήταν ακριβώς οι Έλληνες σοβινιστές της Μεγάλης Ιδέας αυτοί που διέπραξαν βαρβαρότητες εις βάρος της αλβανικής μειονότητας των Τσάμηδων στην Ελλάδα, δολοφόνησαν, λεηλάτησαν και έδιωξαν τους Τσαμήδες από τα εδάφη τους με ένα πουκάμισο στην πλάτη. Γι’ αυτό εμείς δεν ενοχοποιήσαμε τον ελληνικό λαό, μήτε κυβερνητική υπόθεση εγείραμε, αν και μπορούσαμε να το πράξουμε.

Τελικά, το θέμα έληξε με ένα υπόμνημα της αλβανικής πλευράς, στο οποίο εξηγούσε ότι η Αλβανία δεν σκόπευε ν’ αλλάξει τα ελληνικά τοπωνύμια, αλλά εκείνα που είχαν επιβληθεί από τους κατακτητές. Οι διώξεις όμως εναντίον των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου συνεχίστηκαν.

Η Αλβανία στις διεθνείς συμβάσεις που είχε υπογράψει, εμφανιζόταν ως εγγυήτρια της ελληνικής μειονότητας, της γλώσσας, του πολιτισμού, των ηθών και των εθίμων της και είχε δεσμευτεί ότι θα ασκούνται απρόσκοπτα τα εθνικά της δικαιώματα. Φυσικά, τίποτε απ’ αυτά δεν έγινε.

Στα τέλη Ιουνίου 1945, ένοπλες περιπολίες Αλβανών ανταρτών έστηναν μπλόκα σε όλες τις περιοχές όπου ζούσαν Έλληνες και συλλάμβαναν επιφανείς Βορειοηπειρώτες, οι οποίοι είτε αντιμετώπιζαν «σκληρή» εξορία σε απρόσιτες περιοχές της χώρας, είτε οδηγούνταν στις φυλακές ή σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Από τους Αγίους Σαράντα εντοπίστηκαν και μεταφέρθηκαν στον Βορρά 25 ελληνικές οικογένειες, από το Δέλβινο 6 και από το Αργυρόκαστρο 10, με την αιτιολογία ότι ήταν Έλληνες. Στις 22 Ιουνίου 1945, συνελήφθησαν και εκτοπίστηκαν από τη Δερβιτσιάνη 25 οικογένειες. Παράλληλα, μαζικές ήταν οι λιποταξίες από τον αλβανικό στρατό.

Το πρώτο εξάμηνο του 1946, λιποτάκτησαν από την Κορυτσά μόνο, 20 στρατιώτες. Την ίδια περίοδο, στην Καστοριά κατέφυγαν 103 Βορειοηπειρώτες, στη Χαλκηδόνα 668, στη Θεσσαλονίκη 854, στην Έδεσσα 92, στην Κοζάνη και σε άλλες περιοχές 1198 Έλληνες Βορειοηπειρώτες 150 φυλακισμένοι δραπέτευσαν από τις φυλακές Ελμπασάν και πήραν ομήρους αστυνομικούς και σωφρονιστικούς υπαλλήλους. Τον Σεπτέμβριο του 1946, δραπέτευσε ο αστυνομικός διοικητής Κορυτσάς. Παρά την καταστολή και τα μέτρα αστυνόμευσης, στις αρχές του 1947, παρατηρήθηκε νέο κύμα αποδράσεων. Βέβαια, οι αποδράσεις των Βορειοηπειρωτών είχαν ξεκινήσει από τη δεκαετία του 1930. Στη διάρκεια της Κατοχής 3.865 Έλληνες Βορειοηπειρώτες είχαν εγκαταλείψει τις εστίες τους. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία των Αλβανών, ο αριθμός των δραπετών μόνο από τις ελληνόφωνες περιοχές του Αργυροκάστρου μεταξύ 1945-1949 ήταν 595, ενώ ως το 1984, έφτασαν τους 854, οι οποίοι, σύμφωνα με τις αλβανικές αρχές, ήταν αναμεμειγμένοι σε πολιτικές δραστηριότητες κατά της Αλβανίας, ενώ 81 απ’ αυτούς χρησιμοποιήθηκαν ως σύνδεσμοι από ξένες μυστικές υπηρεσίες.

Το 1950, οι Αλβανοί κατήγγειλαν ότι Ελληνοαμερικανοί πράκτορες βρίσκονταν πίσω από την δραπέτευση των Βορειοηπειρωτών. Επρόκειτο για έωλο ισχυρισμό, καθώς η Ελλάδα δεν είχε κανένα συμφέρον από τη φυγή Βορειοηπειρωτών από τις εστίες τους. Τα μέλη των οικογενειών όσων δραπέτευσαν, δεινοπαθούσαν.Χαρακτηρίζονταν «εχθροί του λαού» και έξω εξορίζονταν στην ενδοχώρα.

Στις αρχές του 1960, οι μισοί από τους πολιτικούς κρατούμενους στην Αλβανία κατηγορούνταν για απόπειρα διαφυγής από τη χώρα. Ως τις αρχές της δεκαετίας του ’60, το κύμα φυγής συνεχιζόταν. Στις 25 Μαρτίου 1961 αναρτήθηκαν κατά μήκος των ελληνικών συνόρων, ιδίως στην Κακαβιά φωτεινές επιγραφές και πανό με συνθήματα «Ζήτω η Ελλάδα!» και «Ζήτω η Βόρειος Ήπειρος!», ενώ μία μέρα αργότερα Βορειοηπειρώτες που είχαν έρθει στην Ελλάδα φώναξαν: «Ελευθερία στα αδέλφια μας! Επιτρέψτε μας να επικοινωνήσουμε με τους αδελφούς μας», εμφανιζόμενοι με εθνική στολή του Πωγωνίου, της Δρόπολης και του Βούρκου, αλλά με μαύρη αμφίεση.

Το 1961, επέστρεψαν στην Ελλάδα, μετά από δική τους επιθυμία, από την Αλβανία, πολιτικοί πρόσφυγες μέσω Κακαβιάς. Να σημειώσουμε, ότι η δραπέτευση από την Αλβανία, δεν ήταν καθόλου εύκολη. Εκτός από τους στρατιώτες, τους μυστικούς πράκτορες και τους ανθρώπους του καθεστώτος, κατά μήκος της συνοριακής γραμμής με την Ελλάδα, υπήρχαν ηλεκτροφόρα σύρματα ύψους 2,20 μέτρων Μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, τα σύρματα «έπεσαν», έτσι έγινε πολύ εύκολη η φυγή από την Αλβανία προς την Ελλάδα. Στα ελληνοαλβανικά σύνορα σήμερα, υπάρχουν κολονάκια (πυραμίδες όπως λέγονται), που συνδέονται μεταξύ τους με νοητά ευθύγραμμα τμήματα και κανένα άλλο εμπόδιο…

Πολιτικές δίκες στην Αλβανία του Ενβέρ Χότζα

Οι πολιτικές δίκες με κατασκευασμένες κατηγορίες ήταν επίσης πολύ συχνές. Από τον Γενάρη του 1946, 16 ελληνοδιδάσκαλοι που είχαν φοιτήσει σε ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα εκτελέστηκαν ενώ εκατοντάδες άλλοι φυλακίστηκαν. Η φωτογραφία του Σταύρου Ντάγιου από τις φυλακές Αργυροκάστρου το 1945, είναι ενδεικτική της κατάστασης που επικρατούσε σ’ αυτές.

Την 1η Ιουλίου 1946 άρχισε η δίκη 19 Ελλήνων Βορειοηπειρωτών στο στρατοδικείο της Περιφέρειας Αργυροκάστρου με κατηγορίες για κατασκοπεία σε βάρος της Αλβανίας, εσχάτη προδοσία κλπ. Στο κατηγορητήριο, υπήρχαν τα ονόματα άλλων 86 εμπλεκόμενων. Τρεις κατηγορούμενοι, ο Αριστοτέλης (Τέλης) Χαρμπάτσης από τη Δίβρη, ο Σωτήρης Σκεύης από τα Καλύβια του Πασά και ο Νάσος Πάντος από τη Σωπική καταδικάστηκαν σε θάνατο δια τουφεκισμού, άλλοι δύο, ο Φίλιππας Παπαθανάσης και ο Χαράλαμπος Λέζος σε ισόβια κάθειρξη και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, συνολικά, σε 134 έτη φυλάκισης!

Σημαντική ήταν και η δίκη που έγινε για την επινοημένη υπόθεση της «Μονής της Πέπελης» (1963»). Η δίκη έγινε στις 29-30 Σεπτεμβρίου 1964. Καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν ο Ευθύμιος Τάταρης και ο Κώστας Μπόζδος (γνωστότερος ως Παπά-Κώστας). Άλλοι δύο συγκατηγορούμενοί τους, ο Μιχάλης Γκιόκας και ο Γιώργος Στόλης καταδικάστηκαν σε 20 και 12 χρόνια φυλάκισης αντίστοιχα.

Συμπεράσματα

Ο Χότζα για την χώρα του μπορεί να υπήρξε ο ηγέτης που έβγαλε την Αλβανία από το βούρκο, μιας και εαν δεν γινόντουσαν έστω και με τον τρόπο που έγιναν κάποιες μεταρρυθμίσεις, η Αλβανία σίγουρα θα είχε γίνει μέρος της Τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας. Παρόλα αυτά τόσο τον ίδιο όσο και το καθεστώς του βαραίνεται από σωρεία θανάτων και σωρεία εγκλημάτων έναντι της ελληνικής μειονότητας. Στην εποχή μας ο Έλληνας που θεωρεί σπουδαίο τον Χότζα θα πρέπει να σκεφτεί και τον Έλληνα της Βορείου Ηπείρου, που οι διώξεις εναντίον του, συνεχίζονται μέχρι σήμερα, από ηγέτες που μπορεί να μην είναι Κομμουνιστές αλλά από τι φαίνεται ήταν αποκυήματα του καθεστώτος αυτού, κάτι που μοιάζει με λογικό μιας και πάνω από μισό αιώνα η χώρα αυτή ήταν κάτω από κομμουνιστικό καθεστώς. Ας μην ξεχνάμε ότι όταν άνοιξαν τα σύνορα το 1990, σωρεία πεινασμένων και κατατρεγμένων Αλβανών και Βορειοηπειρωτών ήρθαν στην χώρα μας και αποτέλεσαν μέρος του πληθυσμού της χώρας μας. Ακόμα και σήμερα οι Αλβανοί στην Ελλάδα είναι πάρα πολλοί. Ο Χότζα βέβαια δεν έχει κριθεί ακόμα, όπως και πολλά άλλα ιστορικά πρόσωπα, όμως τα ζητήματα-κωλύμματα των Αλβανικών Κυβερνήσεων ακόμα και σήμερα μπήκαν την περίοδο της διακυβέρνησης του Κομμουνιστικού κόμματος της Αλβανίας και αυτό δείχνει και την αξία του όσο αφορά την χώρα του, όχι την δικιά μας. Είναι δίκαιο να θεωρείται τύραννος-χασάπης και δικτάτορας για τους Έλληνες, είναι όμως το ίδιο δίκαιο οι ιδιοι Αλβανοί να τον αποκαλούν έτσι? Αυτοί ξέρουν….

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: