ΑΠΟΨΕΙΣ

13 Οκτωβρίου 1904: Πεθαίνει μαχόμενος ο Παύλος Μελάς

Ο Μακεδονομάχος Παύλος Μελάς έφυγε από τη ζωή μαχόμενος σαν σήμερα πριν 116 χρόνια μαχόμενος για την Μακεδονία στην Καστοριά.

History Of Macedonia – Ο Παύλος Μελάς στη Μακεδονία

Ο βίος του

Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στη Μασσαλία, πόλη της νότιας Γαλλίας, στις 29 Μαρτίου του 1870. Ήταν ένα από τα επτά παιδιά της Ελένης Βουτσινά, κόρης εύπορου Κεφαλλονίτη εμπόρου από την Οδησσό, και του Ηπειρώτη έμπορου Μιχαήλ Μελά, γόνου σημαντικής εμπορικής οικογένειας η προέλευση της οποίας στις αρχές του 18ου αιώνα εντοπίζεται στην παλιά Πογδοριανή (σημ. Παρακάλαμος), όπου διασώζονται ερείπια πύργου των Μελάδων. Η οικογένεια του Μελά εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1874 και κατοίκησε σε ένα κτήριο της οδού Πανεπιστημίου, που σήμερα αποτελεί το μεγαρο της Αθηναϊκής Λέσχης.

Ο πατέρας του Μελά είχε ενστερνιστεί το όραμα της Μεγάλης Ιδέας, της διεύρυνσης των συνόρων του ελληνικού κράτους ώστε να συμπεριλάβουν όλες τις περιοχές όπου κατοικούσαν Έλληνες, και το 1878 έγινε ταμίας της Εθνικής Άμυνας, μιας οργάνωσης που υποστήριζε αλυτρωτικές κινήσεις στην Ηπειροθεσσαλία και την Κρήτη. Ασχολήθηκε με την πολιτική, το 1890 εκλέχτηκε βουλευτής Αττικής και τον επόμενο χρόνο δήμαρχος Αθηνών. Ο Μελάς μεγάλωσε σε αυτή την ατμόσφαιρα (κάποια στιγμή μάλιστα έτυχε να ανακάλυψει στο σπίτι τους όπλα που προορίζονταν για την Κρήτη) και συχνά φανταζόταν τον εαυτό του ως αντάρτη.

Το Σεπτέμβριο του 1886 ξεκίνησε την πενταετή του εκπαίδευση στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων στον Πειραιά, απ’ όπου αποφοίτησε ως ανθυπολοχαγός του πυροβολικού τον Αύγουστο του 1891. Το ίδιο καλοκαίρι γνώρισε τη Ναταλία Δραγούμη, κόρη του καταγόμενου από το Βογατσικό της Μακεδονίας πολιτικού και πρώην υπουργού Εξωτερικών στις κυβερνήσεις του Χαρίλαου Τρικούπη, Στέφανου Δραγούμη. Ο Μελάς και η Δραγούμη παντρεύτηκαν τον Οκτώβριο του 1892 και απέκτησαν δύο παιδιά, το Μιχαήλ (χαϊδευτικά Μίκης) το 1894 και τη Ζωή το 1898. Απέναντι στα παιδιά του, που αποτελούσαν πηγή ικανοποίησης, ο Μελάς δε δίσταζε να συμπεριφερθεί με αγάπη και με απροσχημάτιστη παιδικότητα ακόμη και ενώπιον άλλων. Αλληλοσυμπληρούμενοι, η Ναταλία εκτιμούσε την παιδικότητα που χαρακτήριζε το Μελά και τον στήριζε στις αποφάσεις του, ενώ ο Μελάς τις λογικές συμβουλές της και λυπόταν που δεν αισθανόταν άξιος να διαδραματίσει το ρόλο του προστάτη της.

Ο Μελάς με τη σύζυγό του, Ναταλία, και τα παιδιά τους.

Τον Αύγουστο του 1894 ο Μελάς συμμετείχε μαζί με άλλους 85 αξιωματικούς στην καταστροφή των γραφείων της εφημερίδας Ακρόπολις, που μετά τον αναίτιο ξυλοδαρμό ενός πολίτη από τρεις αξιωματικούς είχε δημοσιεύσει ένα πρωτοσέλιδο άρθρο που κατήγγειλε τον αυταρχισμό τους και αμφισβητούσε τη χρησιμότητα του σώματος των αξιωματικών. Οι στρατιωτικοί παραπέμφθηκαν στο στρατοδικείο, αλλά τα εντάλματα της προφυλάκισής τους έμειναν ανεκτέλεστα και στο στρατοδικείο αθωώθηκαν.

Το Νοέμβριο δεκατέσσερεις από αυτούς, υλοποιώντας μια ιδέα του ανθυπολοχαγού Νικόστρατου Καλομενόπουλου, ίδρυσαν την Εθνική Εταιρεία, ανάμεσα στα πρώτα μέλη της οποίας ήταν ο Μελάς, με αριθμό μητρώου 25. Εκείνη την περίοδο υπηρετούσε στην Χαρτογραφική στους Μύλους του Άργους.

Ο Μελάς ήταν ένας από τους πιο ενεργούς αξιωματικούς που ήταν μέλη της Εθνικής Εταιρείας, αναφορικά με την ίδρυση νέων κατά τόπους τμημάτων στην επαρχία και τη διασφάλιση της απρόσκοπτης επικοινωνίας τους με την ηγεσία της.

Στις 12 Φεβρουαρίου του 1897 o Μελάς υπηρετούσε ως αρχιφύλακας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όταν τον κάλεσαν να επιστρέψει με τους άνδρες του στο στρατώνα του πυροβολικού. Υπό την πίεση της Εθνικής Εταιρείας και ενάντια στη θέληση των Μεγάλων Δυνάμεων, η ελληνική κυβέρνηση είχε αποφασίσει να στείλει εκστρατευτικό σώμα στην Κρήτη για την στήριξη της εκεί επανάστασης. Ο Μελάς απογοητευμένος έμαθε πως η μονάδα του δεν περιλαμβανόταν στο εκστρατευτικό σώμα. Την επόμενη ημέρα όμως ανακοινώθηκε πως η πεδινή πυροβολαρχία του, υπό τη διοίκηση του πρίγκηπα Νικολάου, θα μετέβαινε στη Λάρισα. Στις 16 Φεβρουαρίου η μονάδα αναχώρησε με πλοίο από τον Πειραιά και μέσω Χαλκίδας και με το σιδηρόδρομο από το Βόλο έφτασε στη Λάρισα. Με την κάλυψη των ανωτέρων του, ο Μελάς ήταν υπεύθυνος για τη μετακίνηση με μια αμαξοστοιχία 55 βαγονιών από το Βόλο στα ελληνοοθωμανικά σύνορα ατάκτων της Εθνικής Εταιρείας που σκόπευαν να εισβάλλουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία για να προκαλέσουν πόλεμο.

Ο Μελάς με τους αδερφούς του κατά τον πόλεμο του 1897.

Η αποτυχημένη εισβολή Ελλήνων άτακτων στη Μακεδονία στις 9 Απριλίου έδωσε στην οθωμανική κυβέρνηση την αφορμή που αναζητούσε· στις 5/17 Απριλίου ανακοινώθηκε η διακοπή των διπλωματικών σχέσεων των δύο χωρών και η κήρυξη πολέμου.

Ο Μελάς στα ημερολόγια του εμφανίζεται ενθουσιασμένος από την έναρξη των εχθροπραξιών. Ενώ η μονάδα του βρισκόταν στα σύνορα, ο ίδιος παρέμενε στη Λάρισα, όπου πληροφορήθηκε την κατάρρευση του μετώπου την ώρα που, αδειούχος, παρακολουθούσε την ακολουθία του Επιταφίου.

Η γρήγορη αρνητική τροπή των πραγμάτων, η άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού και η εκκένωση της Λάρισας απογοήτευσαν το Μελά. Παρακολούθησε τη μάχη των Φαρσάλων και τη μάχη του Δομοκού. Δύο μέρες αργότερα, στις 7 Μαΐου, το σύνταγμά του στρατοπέδευσε στην Αλαμάνα, αλλά ο γιατρός είδε το Μελά εξαντλημένο και τον έστειλε στη Λαμία. Με τη συνοδεία ενός φίλου του ο Μελάς μετέβη στην Αγία Μαρίνα, όπου ελλιμενίστηκε το πλωτό νοσοκομείο Θεσσαλία, στο οποίο υπηρετούσε ως εθελόντρια νοσοκόμα η σύζυγός του Ναταλία.

Μαζί επέστρεψαν στο οικογενειακό του σπίτι στην Αθήνα, όπου παρέμεινε για μία εβδομάδα, και στη συνέχεια ζήτησε και επέστρεψε στη Λαμία. Τον Ιούνιο έλαβε μήνυμα ότι ο πατέρας του ασθενούσε και επέστρεψε στην Αθήνα. Στις 17 Ιουνίου, δυο μέρες μετά την άφιξη του Παύλου, ο Μιχαήλ Μελάς πέθανε περίλυπος για την ελληνική ήττα. Στο φέρετρο του πατέρα του ο Μελάς ορκίστηκε να προσφέρει τη ζωή του στην πατρίδα.

Τον Ιανουάριο του 1899 ο Μελάς έγινε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Εταιρείας, η οποία αυτοδιαλύθηκε το Δεκέμβριο του 1900 μετά από γενική κατακραυγή για την ήττα του ’97 και διαμάχη με την κυβέρνηση για τη διαχείριση των οικονομικών κεφαλαίων της. Ωστόσο, μετά από πρόταση του Μελά και του Νικόλαου Πολίτη, αποφασίστηκε το ΔΣ της Εταιρείας να συνεχίσει να συσκέπτεται για εθνικά ζητήματα «εισηγούμενον αναλόγους λύσεις εις την εκάστοτε Κυβέρνησιν».

Το δίκτυο Δραγούμη

Φέροντας τύψεις για την έκβαση του πολέμου του 1897, ο Μελάς αναμίχθηκε έντονα στις μακεδονικές υποθέσεις, οι οποίες είχαν μεγάλη σημασία για την οικογένεια Δραγούμη, οικογένεια πολιτικών, όλα τα μέλη της οποίας, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών, συμμετείχαν ενεργά στην υπόθεση αυτή. Ο Στέφανος Δραγούμης, Μακεδόνας τρίτης γενιάς, πρώην υπουργός Εξωτερικών και έκπαλαι υποστηρικτής των ελληνικών αλυτρωτικών επιδιώξεων, ήταν ένας από τους λίγους που ασκούσαν πίεση στην Αθήνα για μακεδονικά ζητήματα. Το σπίτι των Δραγούμηδων, το οποίο επισκέπτονταν Μακεδονες πρόσφυγες και μεταναστες στην Αθήνα, θεωρούνταν από όλους τους ενδιαφερόμενους το στρατηγείο για την υπόθεση της Μακεδονίας.

Ο Ίων Δραγούμης το 1903.

Γύρω από την οικογένεια Δραγούμη και με πρωτοβουλία του κουνιάδου του Μελά, Ίωνα, δημιουργήθηκε μια οργάνωση με σκοπό την υπεράσπιση του ελληνισμού στη Μακεδονία. Η ιδέα βρήκε μεγάλη απήχηση σε νέους αξιωματικούς και σε αξιωματικούς που είχαν υπάρξει μέλη της Εθνικής Εταιρείας, όπως ο Μελάς. Αξιωματικοί που υπηρετούσαν στη Χαρτογραφική Υπηρεσία Στρατού μετέφεραν στα σύνορα όπλα που κατέληγαν στην Μακεδονία στα χέρια ανθρώπων όπως του Μητροπολίτη Καστοριά Γερμανού Καραβαγγέλη, επιθετικότερου εκπροσώπου μιας ομάδας νέων ηλικιακά νεοτοποθετηθέντων επισκόπων του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως που υποστήριζαν τις ελληνικές θέσεις, ο οποίος από τις αρχές του 1902 προσπάθησε να διαβρώσει την ΕΜΕΟ, προσεταιριζόμενος απογοητευμένα στελέχη της και σχηματίζοντας ένοπλες ομάδες υπό οπλαρχηγούς της, με πρώτο τον Κώτα, σλαβόφωνο πατριαρχικό από τη Ρούλια της Φλώρινας.

Το Νοέμβριο του 1902 ο Ίων Δραγούμης διορίστηκε υποπρόξενος στο Μοναστήρι, απ’ όπου διατηρούσε αλληλογραφία με το Μελά, τον οποίο ενημέρωνε επιστολικά, του ζητούσε την αποστολή όπλων, χρημάτων και συνιστούσε την εξαγορά ευρωπαϊκών εφημερίδων, ενώ στις αρχές του 1903 σύστησε στο Μοναστήρι μια δική του οργάνωση με την ονομασία Άμυνα, για την αποτελεσματικότερη οργάνωση της ελληνικής προσπάθειας στη δυτική και κεντρική Μακεδονία. Με επιστολή του από εκεί τον Ιανουάριο του 1903 ο Δραγούμης ενημέρωσε το Μελά για την επικείμενη ίδρυση και τους σκοπούς του Μακεδονικού Κομιτάτου από «λίγους ανθρώπους, πλουσίους και καλούς» και απέρριπτε ως «αρρώστεια» το συνταγματικό κοινοβουλευτισμό, αλλά αποδεχόταν να διαχειρίζεται το κοινοβούλιο μόνο «επαρχιακά» και όχι «εθνικά ζητήματα», προκειμένου να μη «θυμώση ο λαός αν του αφαιρέσουν τον ψήφο».

Αν και ο ίδιος ο Μελάς, όπως και ο Στέφανος Δραγούμης, δεν έγιναν μέλη του Κομιτάτου, συνεργάστηκαν ωστόσο, με τα μέλη του χρησιμοποιώντας το δικό τους δίκτυο. Μετά από αίτημα του μητροπολίτη Καστοριάς, ο κύκλος του Δραγούμη και ο Μελάς οργάνωσαν το Μάιο του 1903 με τη βοήθεια του Σφακιανού ανθυπολοχαγού Γεώργιου Τσόντου και τη χορηγία της Λουίζας Ριανκούρ την αποστολή στον Καραβαγγέλη ένδεκα Κρητικών μισθοφόρων, Οθωμανών υπηκόων, μεταξύ των οποίων και ο Ευθύμιος Καούδης και ο Γεώργιος Δικώνυμος ή Μακρής. Οι Κρητικοί αυτοί είτε συνόδευαν ένοπλοι το μητροπολίτη για να τελέσει με τη βία τη θεία λειτουργία σε εξαρχικά χωριά είτε επιτίθενταν σε ομάδες κομιτατζήδων της ΕΜΕΟ και, με την έναρξη της εξέγερσης του Ίλιντεν, εξεγερμένων χωρικών, ώσπου τον Αύγουστο ο Καραβαγγέλης τους έστειλε πάλι στην Αθήνα, στο Μελά και το Στέφανο Δραγούμη, όπου φυγαδεύτηκαν με μεγάλη δυσκολία.

Για την ελληνική κυβέρνηση, η εξέγερση του Ίλιντεν τον Ιούλιο του 1903, αποκορύφωμα της δράσης της ΕΜΕΟ, έσεισε τον κώδωνα του κίνδυνου να προσαρτηθεί η Μακεδονία στη Βουλγαρία. Δυσανασχετώντας με τους αργούς ρυθμούς της διπλωματίας και τις επιφυλακτικές κινήσεις του ελληνικού ΥΠΕξ και αμφισβητώντας την καταλληλότητα των συνταγματικών κοινοβουλευτικών θεσμών της Ελλάδας να επιτύχουν τις εθνικές επιδιώξεις, τον Οκτώβριο ο Ίων Δραγούμης έγραψε στο Μελά από τη νέα θέση του, τις Σέρρες, ζητώντας του να είναι σε ετοιμότητα για να κινηθεί στρατιωτικά, είτε εναντίον των Βουλγάρων στη Μακεδονία είτε για την πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας στην Ελλάδα με επικεφαλής το στρατηγό Τιμολέοντα Βάσσο προκειμένου να αντικατασταθεί η κυβέρνηση Ράλλη από μία φιλικότερη και να εξασφαλιστεί η Μακεδονία για την Ελλάδα. Λίγες μέρες αργότερα, ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς της πραγματικότητας, έστειλε νέες διαφορετικές οδηγίες.

Αναγνωριστικές περιοδείες

Στις αρχές του 1904, η ελληνική κυβέρνηση, υπό την πίεση κοινής γνώμης έστρεψε το ενδιαφέρον της στη Μακεδονία και όρισε τον Αλέξανδρο Κοντούλη επικεφαλής μιας τετραμελούς ομάδας αξιωματικών που στάλθηκαν να ελέγξουν την κατάσταση στη δυτική Μακεδονία. Ο Κοντούλης επέλεξε ως συνοδεία του τον Αναστάσιο Παπούλα, το Γεώργιο Κολοκοτρώνη και το Μελά, που ήταν φίλος του, παρά την αντίρρηση του υπουργού Εξωτερικών Άθω Ρωμανού, που θεωρούσε το Μελά ακατάλληλο «ὡς ἐνθουσιώδη». Παρά τη διαφωνία της Ναταλίας και τη συγκαταβατική στάση των υπόλοιπων Δραγούμηδων, ο Μελάς ήταν γεμάτος ενθουσιασμό και δέος μπροστά στην προοπτική να μεταβεί στη Μακεδονία, χώρο τον οποίο δε γνώριζε ουσιαστικά, αλλά που θα του επέτρεπε να τηρήσει τον όρκο στον πατέρα του και να αφοσιωθεί σε μια υψηλή ιδέα. Η αγωνία για το μέλλον και η προοπτική της απομάκρυνσης από τα παιδιά του αναστάτωναν ψυχικά το Μελά, αλλά τον ηρέμησε η σύζυγός του.

Άποψη του Ανταρτικού (πρώην Ζέλοβο).

Αφου επέλεξαν τέσσερεις συνοδούς, μεταξύ των οποίων ο Καούδης και ο Μακρής, οι τέσσερεις αξιωματικοί ακολούθησαν χωριστές πορείες και συναντήθηκαν στο τέλος Φεβρουαρίου στα ελληνοτουρκικά σύνορα, στο Βελεμίστι, με τον Κώτα, το Φλωρινιώτη Λάκη Πύρζα και τον Παύλο Κύρου, σλαβόφωνο από το Ζέλοβο, οι οποίοι είχαν έρθει στην Αθήνα για να παρουσιάσουν στην ελληνική κυβέρνηση την κατάσταση που επικρατούσε στη Μακεδονία και οι δύο πρώτοι είχαν συναντήσει το Μελά στο σπίτι των Δραγούμηδων το Φεβρουάριο. Η αποστολή καθυστέρησε εξαιτίας των άσχημων καιρικών συνθηκών και διέσχισαν τον Αλιάκμονα μόλις στις 9(Ι.Η.)/22(Γ.Η.) Μαρτίου και ακολούθως κατευθύνθηκαν μέσω Σιατίστης προς το μοναστήρι του αγίου Νικολάου στο Τσιρίλοβο. Με οδηγό έναν απεσταλμένο του μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη έφτασαν στο χωριό Γκαμπρές στις 15/28 Μαρτίου.

Την επομένη ο Μελάς και ο Κολοκοτρώνης συνέδραμαν χρηματικά το δάσκαλο και το απόγευμα ο Κώτας, ο Κοντούλης και ο Μελάς μίλησαν στους ντόπιους υπέρ της σύνταξης με την ελληνική πλευρά. Έπειτα, προχώρησαν στη Ρούλια, το χωριό του Κώτα, την Όστιμα και το Ζέλοβο. Η προσωπικότητα του Κώτα εντυπωσίασε το νεαρό Μελά, ο οποίος τον αντιμετώπιζε με θαυμασμό και σεβασμό και ξεκίνησε να αντιλαμβάνεται την κατάσταση στη Μακεδονία σύμφωνα με την αντίληψη του Κώτα, ενός από τους τελευταίους εκπροσώπους της κλέφτικης παράδοσης και αδιαμφισβήτητου αρχηγού των ατάκτων της περιοχής. Ενώ βρίσκονταν στο Ζέλοβο (σημ. Ανταρτικό) της Φλώρινας ο Παπούλας και ο Κολοκοτρώνης διαφώνησαν με το Μελά και τον Κοντούλη αναφορικά με το αν τα ελληνικά συμφέροντα θα εξυπηρετούνταν με την αποστολή ένοπλων σωμάτων από την Ελλάδα, όπως υποστήριζαν οι πρώτοι, ή με την οργάνωση ντόπιων ομάδων.

Μετά το Ζέλοβο, βρέθηκαν στο Όροβνικ, όπου -χάρη σε μία από τις φωτογραφίες που μοίραζε ο Μελάς σε όσους τον επισκέπτονταν από τη Μακεδονία στην Αθήνα, την οποία είχε στο σπίτι του στο Πισοδέρι ο παπα-Σταύρος Τσάμης- ο ιερέας του χωριού αναγνώρισε το Μελά ως το πρόσωπο με την άφιξη του οποίου «θα γίνουν μεγάλα πράγματα».Την ίδια μέρα έλαβαν ένα μήνυμα από το Δραγούμη ότι ο Μελάς έπρεπε να επιστρέψει αμέσως στην Ελλάδα, επειδή οι τουρκικές αρχές είχαν πληροφορηθεί την παρουσία του. Ο Μελάς επισκέφθηκε στο Μοναστήρι το Δραγούμη, που τον έπεισε να υπακούσει. Απογοητευμένος, ο Μελάς πήρε το τραίνο για τη Θεσσαλονίκη φορώντας ένα φέσι, σύμβολο κύρους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, και στις 29 Μαρτίου έφτασε στην Αθήνα. Πέντε βδομάδες αργότερα επέστρεψαν και οι άλλοι τρεις αξιωματικοί, μετά από διαταγή του ελληνικού ΥπΕξ, ενώ ο Μακρής με τον Καούδη παρέμειναν με τον Κώτα.

Πίσω στην Αθήνα, μία λογομαχία στις 13 Μαΐου ανάμεσα στο Μελά και τον Κολοκοτρώνη για το ζήτημα της αποστολής ή όχι ενόπλων στη Μακεδονία κατέληξε στην οργάνωση ανάμεσά στους δύο στις 28 του ίδιου μηνός μίας μονομαχίας, προσφιλούς στους Έλληνες αξιωματικούς μεθόδου αποκατάστασης της τιμής την περίοδο που ακολούθησε τον ατιμωτικό για τους ίδιους πόλεμο του ’97.

Μετά τη μονομαχία, που είχε ως αποτέλεσμα τον ελαφρύ τραυματισμό του Κολοκοτρώνη από πυροβολισμό, ο Μελάς ανέλαβε καθήκοντα στη Σχολή Ευελπίδων, αλλά μετά από ειδικό αίτημα δύο Κοζανιτών που επισκέφθηκαν το Στέφανο Δραγούμη το τέλος Ιουνίου, πήρε άδεια είκοσι ημερών για να επανέλθει στη Μακεδονία,[προκαλώντας την έκπληξη και τη λύπη των οικείων του. Έχοντας αποκτήσει μια πρώτη εμπειρία δράσης στο μακεδονικό χώρο, ο Μελάς αναχώρησε για τη Μακεδονία αφού εμψύχωσε την «απαρηγόρητη» σύζυγό του και τους οικείους του. Μαζί με τον Πύρζα, έφτασε στην Κοζάνη, πόλη σχεδόν ολοκληρωτικά ελληνική, στις 19 Ιουλίου ως ζωέμπορος με το όνομα «Ζέζας»,ψευδώνυμο το οποίο στα αρβανίτικα σημαίνει «μαύρος» ή «μελαχρινός» και το οποίο είχε δώσει στο Μελά ο Κοντούλης, που μιλούσε τη γλώσσα.

Ενώ ο Πύρζας επισκέφθηκε το Βογατσικό, το Μπλάτσι και την Καστοριά, ο Μελάς διαπίστωσε ότι η κατάσταση ήταν χειρότερη από αυτή που ανέμενε, αλλά συναντήθηκε στο επισκοπικό μέγαρο της πόλης με μία εξαμελή επιτροπή, με την οποία συνομολόγησε την ανάγκη δημιουργίας επτά σωμάτων των δεκαπέντε ανδρών το καθένα, που θα δρούσαν στην περιοχή Καστοριάς και Βοδενών, υπό τους κλέφτες Καραλίβανο και Βισβίκη και το ύψος του μηνιαίου μισθού που θα δινόταν στους άνδρες. Ακολούθως, έστειλε μια αναφορά στο Στέφανο Δραγούμη ζητώντας την αποστολή χρημάτων στην Κοζάνη και επισκέφθηκε τη Σιάτιστα, όπου ενθουσιάστηκε από την τοπική επιτροπή που συνάντησε. Αν και σχεδίαζε να επισκεθεί τη Βέροια, τη Νάουσα και τα Βοδενά, καθώς εξέλιπαν οι μέρες της άδειάς του, επέστρεψε στην Αθήνα.

Ενόσω ήταν στην Κοζάνη, ο Μελάς συνειδητοποίησε την ανάγκη αποστολής ενόπλων στη Μακεδονία και αποφάσισε να αναλάβει ο ίδιος αντάρτικη δράση, ακολουθώντας το παράδειγμα δύο συμμαθητών του από τη Σχολή Ευελπίδων, των ανθυπολοχαγών Τσόντου και Κατεχάκη, για τους οποίους πληροφορήθηκε ότι είχαν οριστεί επικεφαλής ένοπλων ομάδων από το Μακεδονικό Κομιτάτο.

Ένοπλη δράση

Η σύλληψη από τις οθωμανικές αρχές, πιθανότατα μετά από προδοσία των πρώην συνεργών του, μάλλον του Γερμανού Καραβαγγέλη, τον Ιούνιο του 1904 του Κώτα, που είχε συμβάλει τα μέγιστα στην ενίσχυση του ελληνικού κόμματος στην περιοχή, στέρησε τα ερείσματα της δράσης της ελληνικής πλευράς στα Κορέστεια. Στις 14 Αυγούστου, λίγο μετά την επιστροφή του από την Κοζάνη και μετά από παρέμβαση του πρωθυπουργού Γεώργιου Θεοτόκη, ο Μελάς διορίστηκε από το Μακεδονικό Κομιτάτο αρχηγός όλων των σωμάτων που δρούσαν στην περιοχή του Μοναστηρίου και της Καστοριάς.

Περισσότερο ψύχραιμος απ’ ότι τις δύο πρώτες φορές, αν και βέβαιος ότι δε θα επέστρεφε στην Ελλάδα, ο Μελάς αναχώρησε με κάποια μυστικότητα και χωρίς συγκινητικούς αποχαιρετισμούς, παρά μόνο με τα παιδιά του, τέσσερεις μέρες αργότερα για την τρίτη περιοδεία του στη Μακεδονία συνοδευόμενος από τον Πύρζα και τρεις Κρητικούς. Στη Λάρισα προστέθηκαν στη συνοδεία του τέσσερεις Μακεδόνες και ο Δεσκατιώτης κλέφτης Κατσαμάκας με έξι άνδρες. Εκεί ο Μελάς φιλοξενήθηκε από τον ανθυπολοχαγό Χαράλαμπο Λούφα που, σύμφωνα με επιστολή που έστειλε ο Μελάς στη σύζυγό του, του ζήτησε να τον φωτογραφίσει. Ο Μελάς συμφώνησε και φωτογραφήθηκε στις 21 Αυγούστου από το Λαρισαίο φωτογράφο Γεράσιμο Δαφνόπουλο ένοπλος -κρατώντας ένα Μάουζερ, ζωσμένος ένα περίστροφο Μάουζερ Ζιγκ-Ζάγκ- και ένστολος, ενδεδυμένος ένα μαύρο κεντητό ντουλαμά.

Ο Μελάς έστειλε το πρώτο αντίτυπο της φωτογραφίας στη σύζυγό του, «υπό τον όρον να μην ιδή το φως της ημέρας», αλλά να μείνει ως ανάμνηση για την ίδια και τα παιδιά του αν έχανε τη ζωή του στην αποστολή του, βρίσκοντας ότι θα ήταν «κωμικό» και «μαρτύριο», εάν επέστρεφε άπρακτος, να βλέπει «την φάτσαν [τ]ου έτσι μασκαρεμένην».

Ο Μελάς (καθιστός στην πρώτη σειρά) με την ομάδα του (26.8.1904).

Τη νύχτα της 27ης με 28ης Αυγούστου ο Παύλος Μελάς με το επιχειρησιακό όνομα «Ζέζας» και ένοπλο σώμα περίπου 35 ανδρών, Κρητικών και Μακεδόνων, διέβη τα ελληνοοθωμανικά σύνορα και εισέβαλε στα εδάφη της Μακεδονίας, κοντά στο Οστροβό, (σημ. Αγναντιά Τρικάλων). Όπως και στις δύο πρώτες εξορμήσεις του στη Μακεδονία, ο Μελάς βρισκόταν κατά το ήμισυ σε ρυθμούς οικογενειακής ζωής· διατήρησε την ώρα Ελλάδας στο ρολόι του και αναλογιζόταν τις ασχολίες του καθενός μέλους της οικογένειάς του κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Στο σώμα του Μελά βρίσκονταν ντόπιοι κλέφτες και Κρητικοί παρόμοιων ενασχολήσεων, οι οποίοι κινούνταν και δρούσαν όπως οι κλέφτικες ομάδες. Διαβαίνοντας τα σύνορα, ο Μελάς προσπάθησε να υιοθετήσει την κλέφτικη στάση, απεκδύθηκε τη στολή του αξιωματικού και επέλεξε ως μόνιμη ενδυμασία του το ντουλαμά, με αποτέλεσμα να κερδίσει το σεβασμό των αντρών του σώματός του. Παρότι δεν ήταν πρακτική, ιδίως στην κακοκαιρία, η παραδοσιακή κλέφτικη φορεσιά τον έκανε να αισθάνεται πιο άνετα, βρίσκοντας, όπως πολλοί Μακεδονομάχοι, ότι εμψύχωνε τους άντρες του. Στις 30 Αυγούστου ο ληστής Θανάσης Βάγιας, τον οποίο ο Μελάς είχε προσλάβει ως οδηγό, λιποτάκτησε και στη συνέχεια κατέδωσε το σώμα του Μελά στους Οθωμανούς.

Για πάνω από μία εβδομάδα το ένοπλο σώμα του Μελά περιπλανήθηκε στην περιοχή της Σαμαρίνας, ορειβατώντας τη νύχτα, συχνά υπό βροχή, για να περνά απαρατήρητο, με τον ασυνήθιστο σε κακουχίες Μελά να καταπονείται ιδιαίτερα. Στις 5 Σεπτεμβρίου, ύστερα από πορεία πολλών ημερών, κατά την οποία αντιμετώπισαν την καχυποψία του τοπικού πληθυσμού ο Μελάς και οι σύντροφοι του έφθασαν στο χωριό Ζάνσκο, όπου τους βοήθησε και εφοδίασε πρόσωπο της εμπιστοσύνης τους, στις 7 διέβησαν τον Αλιάκμονα και με ενδιάμεσες στάσεις στο ελληνόφωνο πατριαρχικό Κωσταράτσι, όπου έμειναν για τρεις μέρες δεχόμενοι αιτήματα βοήθειας από γειτονικά χωριά, στο Βογατσικό και στη μονή του Αγίου Νικολάου στο Τσιρίλοβο, προπύργιο των ελληνικών σωμάτων της περιοχής, έφτασαν στις 13 Σεπτεμβρίου στο αλβανόφωνο πατριαρχικό χωριό Λέχοβο, όπου συνάντησαν τον ντόπιο κλέφτη Ζήση Δημουλιό, που με την άδεια των οθωμανικών αρχών διατηρούσε ένα σώμα εννιά ανδρών και εργαζόταν υπέρ των πατριαρχικών συμφερόντων, ενώ στο σπίτι του είχε αναρτημένη μεταξύ άλλων τη φωτογραφία της πριγκίπισσας Σοφίας και του Στέφανου Δραγούμη. Με τον Πύρζα ο Μελάς συζήτησε διστακτικά την ανάγκη αντεκδίκησης του φόνου του ιερέα του σλαβόφωνου χωριού Στρέμπενο, ο οποίος είχε δολοφονηθεί από κομιτατζήδες το Νοέμβριο του 1901.

Για το Μελά, όπως και άλλους Έλληνες αξιωματικούς που κατευθύνθηκαν από το ελεύθερο ελληνικό βασίλειο στη Μακεδονία, η σιωπηρή άρνηση σλαβόφωνων χωρικών να αναγνωρίσουν ως θρησκευτικό τους ηγέτη το Βούλγαρο Έξαρχο αντί του Οικουμενικού Πατριάρχη ήταν απόδειξη του ελληνικού τους «φρονήματος». Ο Μελάς θεωρούσε τους σλαβόφωνους χωρικούς εξίσου Έλληνες με τους ελληνόφωνους Κρητικούς που τον συνόδευαν και πίστευε ότι είχαν αλλοφωνήσει ως αποτέλεσμα της ξένης κυριαρχίας, μεταναστεύσεων και έλλειψης ελληνικής εκπαίδευσης Τους αποκαλούσε «Μακεδόνες», εννοώντας ότι είναι κάτοικοι της Μακεδονίας, και τη γλώσσα τους «μακεδονική» και τους θεωρούσε όμοιους με το υπόλοιπο αλλόφωνο ποίμνιο του Πατριάρχη. Συνειδητοποιώντας τη δυσκολία ταύτισης των χωρικών με έννοιες εθνικές, ο Μελάς εξήγησε στους άνδρες του ότι βάση του αγώνα που θα διεξήγαγαν ήταν η θρησκεία, η οποία προσβαλλόταν από τη δράση των Βουλγάρων. Ο ίδιος επέλεξε ως σφραγίδα του το σταυρό και την επιγραφή «Εν τούτω νίκα», σύμβολα κατανοητά από τους χωρικούς που αποσκοπούσε να προσεταιριστεί.

Στις 15 Σεπτεμβρίου ο Μελάς πραγματοποίησε την πρώτη του επιχείρηση. Συνέλαβε έξω από το Στρέμπενο έναν ηλικιωμένο και δύο παιδιά 8 και 15 ετών και στην συνέχεια τον καταζητούμενο πατέρα του 15χρονου. Νωρίς το βράδυ το σώμα εισέβαλε στο χωριό και συνέλαβε ακόμη έναν καταζητούμενο εξαρχικό. Αποφάσισε τελικά να μην σκοτώσει τους δύο καταζητούμενους, που είχε ταυτοποιήσει χάρη στη βοήθεια του Ζήση, υπό τον όρο πως θα πήγαιναν στην ελληνική Μητρόπολη και θα δήλωναν υποταγή στον εκεί Μητροπολίτη, όπως τους έβαλε να ορκιστούν σε μία βίβλο ότι θα πράξουν. Η επιεικής αυτή στάση του Μελά προκάλεσε τη μήνιν των πατριαρχικών του χωριού, που προσέβλεπαν σε πράξεις αντεκδίκησης για τις πράξεις βίας που είχαν διαπράξει τα προηγούμενα χρόνια εις βάρος τους τα ένοπλα βουλγαρικά σώματα, και έκανε τον Καραβίτη να αμφιβάλλει για το αν ο Μελάς είχε τη σωματική και ψυχική σκληρότητα που απαιτούνταν από τις περιστάσεις.

Παρά τις αμφιβολίες των ανταρτών για τις ικανότητες του Μελά ως στρατιωτικού, αναγνώριζαν την ηθική του καθαρότητα και ευγένεια, με αποτέλεσμα να απολαμβάνει την εκτίμησή τους. Στις 17 Σεπτεμβρίου ο Μελάς προσπάθησε να οργανώσει επίθεση στο χωριό Αετόζι, καθώς ήταν κέντρο εξαρχικών αυτονομιστών, όμως η απροθυμία συνεργασίας του Ζήση από το Λέχοβο του άλλαξε τα σχέδια. Μη διαθέτοντας κανέναν άνδρα που να γνωρίζει την περιοχή και μη έχοντας τη δυνατότητα να ακολουθήσει τις φευγαλέες κινήσεις των εξαρχικών σωμάτων, υποχρεώθηκε να στραφεί σε μεμονωμένα άτομα και αποφάσισε να επιτεθεί στο γειτονικό χωριό Πρεκοπάνα (σημερινή Περικοπή). Εκεί περικύκλωσε τον τοπικό πληθυσμό, που εκείνη την ώρα παρακολουθούσε μια κηδεία. Απαίτησε να δηλώσουν πίστη στον Έλληνα Μητροπολίτη και να ζητήσουν την αποστολή ιερέα και δασκάλου. Για να γίνει πιστευτή η απειλή του, πήρε μαζί του τον εξαρχικό δάσκαλο και τον εξαρχικό ιερέα ποπ-Νικόλα, ο οποίος τον Ιούλιο του 1903 είχε δολοφονήσει τον προκάτοχό του, παπα-Χρίστο, και οι συνεργάτες του τους εκτέλεσαν λίγο έξω από το χωριό. Η δολοφονία φαίνεται να συγκλόνισε τον Μελά.

Η Νεγκοβάνη (σημ. Φλάμπουρο), όπου διέμεινε ο Μελάς, σε φωτογραφία των αφών Μανάκη το 1906-7.

Στη συνέχεια κατευθύνθηκε στο χωριό Μπελκαμένη (σημ. Δροσοπηγή), όπου τους υποδέχτηκαν μυστικά Έλληνες του χωριού. Το απόγευμα της επόμενης ημέρας το σώμα μπήκε στο χωριό και υποχρέωσε τον ρουμανοδάσκαλο σε φυγή.Νωρίς το βράδυ το σώμα κατευθύνθηκε για να χτυπήσει το σλαβόφωνο χωριό Νερέτ (σημερινός Πολυπόταμος). Την επόμενη ημέρα όμως τα σχέδια τους ανατράπηκαν, όταν συνειδητοποίησαν πως στο χωριό βρισκόταν σημαντική δύναμη του οθωμανικού στρατού. Κατά τη διάρκεια της άτακτης φυγής τραυματίστηκε θανάσιμα ο συνεργάτης του Μελά Φίλιππος Καπετανόπουλος απο την Κατράνιτσα (σημ. Πύργοι Βερμίου).

Ο Μελάς τον σκέπασε με την κάπα του, στην οποία είχε αφήσει από αμέλεια ένα γράμμα του ίδιου του Καπετανόπουλου προς τον Δημήτριο Καλλέργη, τον Έλληνα πρόξενο στο Μοναστήρι. Η εύρεση της επιστολής οδήγησε αργότερα σε διάβημα της Υψηλής Πύλης προς την ελληνική κυβέρνηση και την ανάκληση του Καλλέργη. Σύμφωνα με μία απολογιστική του έκθεση, που έμεινε ανολοκλήρωτη, ο Μελάς έγραψε στον καϊμακάμη της Φλώρινας ότι μοναδικός σκοπός της δράσης του ήταν «η τιμωρία των δολοφόνων Βουλγάρων και η προστασία των αδελφών μας από τας ορδάς αυτών».

Από το Νερέτ το σώμα του Μελά κατευθύνθηκε στο πατριαρχικό Λέχοβο και έπειτα στη Νεγκοβάνη (σημερινό Φλάμπουρο), χωριό επίσης κατά πλειοψηφία πατριαρχικό, όπου έμεινε για αρκετές μέρες λόγω της αδιάκοπης βροχόπτωσης. Κατά την παραμονή του στη Νεγκόβανη ο Μελάς οργάνωσε την άμυνα της ευρύτερης περιοχής. Εκεί τους συνάντησαν στις 30 Σεπτεμβρίου πρόκριτοι του βλάχικου χωριού Νεβέσκα (σημερ. Νυμφαίο Φλώρινας), που τους εφοδίασαν με τρόφιμα και ενδύματα, και ο Καραλίβανος με περίπου σαράντα άνδρες με αποτέλεσμα το σώμα του Μελά να ξεπεράσει τους 70 το πλήθος. Κατατετμημένο σε τέσσερεις ομάδες υπό τον Καραλίβανο, το Γιοβάνη, τον Πουλάκα και τον Πύρζα, το πολυάριθμο σώμα ανάγκασε πολλούς κομιτατζήδες να εγκαταλείψουν τα χωριά όπου βρίσκονταν. Την ίδια περίοδο ενεργούσε στην περιοχή των Κορεστείων η ανταρτοομάδα του Κύρου. Την 1 Οκτωβρίου η ομάδα αυτή, στην οποία βρισκόταν και ο Ευθύμιος Καούδης, επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στην Όστιμα (σημερ. Τρίγωνο Φλώρινας) στο Μήτρο Βλάχο, που μετά από πολύωρη μάχη κατάφερε να διαφύγει, χάνοντας ωστόσο περίπου είκοσι άνδρες.

Θάνατος

Έχοντας οργανώσει την άμυνα των χωριών της Καστοριάς, ο Μελάς σκόπευε να αφήσει περίπου πενήντα άνδρες να ελέγχουν την περιοχή και ο ίδιος να περάσει μέσα από το Ζέλοβο και το Πισοδέρι στην περιοχή του Μεγάροβου και του Μοναστηρίου, για να εκδιώξει από εκεί τις ανταρτοομάδες των κομιτατζήδων και να οργανώσει την άμυνά τους για το χειμώνα. Στις 9 Οκτωβρίου περιέγραψε τη θέλησή του να παραμείνει στην περιοχή σε ένα γράμμα -το τελευταίο του-, που έστειλε στην κουνιάδα του Έφη Καλλέργη, κόρη του Στέφανου Δραγούμη και σύζυγο του αξιωματικού του ιππικού Γιάννη Καλλέργη, με την οποία ο Μελάς είχε ερωτικό δεσμό τους τελευταίους μήνες της ζωής του.

Ο Μήτρος Βλάχος και η ανταρτοομάδα του.

Την ίδια μέρα έλαβε ενισχύσεις από την Ελλάδα και δύο μέρες αργότερα με δύναμη 60 ανδρών επιτέθηκε εναντίον προγραμμένων μελών των κομιτάτων στο Νερέτ (σημ. Πολυπόταμο), όπου τους ειδοποίησε ότι κρύβονταν τρεις συμμορίες κομιτατζήδων ο γιος του δολοφονημένου ιερέα του χωριού, που είχε στοχοποιηθεί και ο ίδιος από την ΕΜΕΟ. Η επιχείρηση απέβη άκαρπη και κατά την υποχώρηση του το ελληνικό σώμα δέχτηκε επίθεση κομιτατζήδων με αποτέλεσμα να τραπεί σε φυγή. Μετά την αποτυχημένη επιδρομή στο Νερέτ, ο Μελάς έμεινε με τους μισούς άνδρες του, διανυκτέρευσε υπό βροχήν στο Βίτσι και έστειλε μήνυμα στον Κύρου και τον Καούδη να συναντηθούνε στις 14 Οκτωβρίου κοντά στη Στάτιστα (σημερινός Μελάς), χωριό τότε σλαβόφωνο και μικτού πληθυσμού πατριαρχικών και εξαρχικών, που διέθετε οργανωμένο βουλγαρικό πυρήνα.

Παρά την αντίρρηση του Πύρζα ότι θα ήταν ασφαλέστερο να μην μπουν στη Στάτιστα, καθώς ήταν πέρασμα των τουρκικών δυνάμεων που μετακινούνταν τακτικά από το Ζέλοβο στο Κονοπλάτι, ο Μελάς επέμενε να εισέλθουν στο χωριό.

Το σπίτι όπου σκοτώθηκε ο Μελάς στη Στάτιστα σήμερα στεγάζει το Μουσείο Παύλου Μελά.

Εκεί δέχτηκαν τη φιλοξενία προκρίτων του χωριού και του Ντίνα ή Ντίνε Στεργίου, ενός εικοσιτετράχρονου πρώην κομιτατζή και μέλους της ομάδας του Μήτρου Βλάχου, που είχε φύγει από αυτή για λόγους αντιζηλίας και, συστημένος από το μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη, είχε ενταχθεί τον περασμένο Αύγουστο στο σώμα των Καούδη και Κύρου, δίχως να έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη τους για το οριστικό της μεταστροφής του στην ελληνική πλευρά. Ο Ντίνε θα οδηγούσε το σώμα του Μελά στον τόπο συνάντησης με τον Καούδη και τον Κύρου στις 14 Οκτωβρίου και βοήθησε το Μελά να μοιράσει τους άνδρες της ομάδας σε πέντε σπίτια.

Το απόγευμα της 13ης Οκτωβρίου, όταν πληροφορήθηκαν ότι ένα οθωμανικό απόσπασμα είχε αναχωρήσει από το Κονοπλάτι, ο Μελάς δεν ανησύχησε, γνωρίζοντας ότι δεν ήταν τουρκική πολιτική να επιτίθενται σκόπιμα στις ελληνικές ομάδες, που τους απάλλασσαν από το καθηκον καταδίωξης των κομιτατζήδων. Ωστόσο, το απόσπασμα είχε κινητοποιηθεί μετά την παραλαβή ένός παραπλανητικού γράμματος γραμμένου στα ελληνικά που είχε συντάξει και στείλει με έναν χωρικό ο επικηρυγμένος Μήτρος Βλάχος, ο κομιτατζής, και έγραφε ότι στη Στάτιστα βρισκόταν ο ίδιος, υπολογίζοντας ότι ο τούρκος λοχαγός θα επετίθετο στη Στάτιστα για να λάβει το ποσό με το οποίο είχε επικηρυχθεί ο Μήτρος Βλάχος, προξενώντας, ωστόσο, το θάνατο του Μελά. Στις 13 Οκτωβρίου το χωριό περικυκλώθηκε από οθωμανικό απόσπασμα 150 ανδρών και ξεκίνησαν αψιμαχίες. Το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας θα έβρισκε τον Μελά νεκρό υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες.

Για τις ακριβείς συνθήκες του θανάτου του Μελά υπάρχει πλήθος εκδοχών. Το οθωμανικό απόσπασμα εντόπισε ένα από τα κρησφύγετα των Ελλήνων και ξέσπασαν πυροβολισμοί. Περικύκλωσε επίσης το σπίτι όπου έμεναν ο Μελάς, ο Πύρζας, ο Ντίνας, ο Χατζητάσης και ένας Κρητικός ονόματι Στρατινάκης, το οποίο καταδεικνυόταν σαφώς στο γράμμα του Μήτρου Βλάχου.Οι περισσότερες αφηγήσεις συντρόφων του Μελά αμφισβητούν το ότι υπήρξε σημαντική μάχη και είναι αμφίβολο αν ο Μελάς και όσοι ήταν μαζί του συμμετείχαν. Όλες οι εκδοχές συγκλίνουν πως κάποια στιγμή τη νύχτα ο Μελάς προσπάθησε να διαφύγει, όμως τραυματίστηκε θανάσιμα. Οι μαρτυρίες ποικίλουν για το αν ο Μελάς τραυματίστηκε από βόλι του τουρκικού αποσπάσματος ή των ανδρών του σώματός του, συγκεκριμένα από εκπυρσοκρότηση του όπλου του Πύρζα.

Μετά τον τραυματισμό του ο Μελάς ζήτησε από τον Πύρζα να παραδώσει το σταυρό του στη σύζυγό του, το τουφέκι του στο γιο του και το κωνσταντινάτο του στην Έφη Καλλέργη. Οι μαρτυρίες ποικίλουν επίσης για το αν, ύστερα από τον τραυματισμό του, ο Μελάς απεβίωσε, αυτοκτόνησε, ζήτησε από τον Ντίνα να τον αποτελειώσει ή ο τελευταίος τον σκότωσε αυτόβουλα. Σύμφωνα με μια αφήγηση των συμβάντων που διαδόθηκε από τις εφημερίδες της εποχής, αλλά δεν τεκμηριώνεται από καμία μαρτυρία, πέθανε στα χέρια του φίλου του, Γεώργιου Στρατινάκη και η τελευταία του φράση πριν ξεψυχήσει ήταν «Βούλγαρος να μη μείνει».

Ο τάφος του Παύλου Μελά όπως δημιουργήθηκε πρώτα στην Καστοριά. Φωτογραφία του 1904 του Λεωνίδα Παπάζογλου

Φαίνεται πως ο Μελάς ήταν ο μοναδικός νεκρός της ελληνικής πλευράς. Όλοι οι άνδρες του σώματός του διέφυγαν, εκτός από τους επτά που βρίσκονταν στο σπίτι που πολιόρκησε ο τουρκικός στρατός, οι οποίοι παραδόθηκαν και το 1905 καταδικάστηκαν σε φυλάκιση πέντε ετών για σύσταση συμμορίας. Οι σύνοικοι του Μελά άφησαν στον αχυρώνα του σπιτιού όπου βρίσκονταν τη σορό του Μελά, η οποία τάφηκε από χωρικούς της Στάτιστας ενδεχομένως την ίδια νύχτα, και κατευθύνθηκαν προς το κοντινό Ζέλοβο.

Επακόλουθα

Το πρωί της επομένης (14η Οκτωβρίου) οι τέσσερεις σύνοικοι του Μελά φτάσαν στο Ζέλοβο (σημ. Ανταρτικό) όπου συνάντησαν τον Καούδη και τον Κύρου και τους πληροφόρησαν για το θάνατο του αρχηγού τους. Την ίδια μέρα ο Ντίνας στάλθηκε στη Στάτιστα, απ’ όπου επέστρεψε δυο μέρες αργότερα λέγοντας ότι υπήρχε κίνδυνος να «πάρουν το κεφάλι» της σορού. Το βράδυ της 17ης αναχώρησαν για τη Μπελκαμένη (σημ. Δροσοπηγή) όλοι οι Μακεδονομάχοι, εκτός από τον Κύρου που παρέμεινε στο Ζέλοβο, ενώ ο Ντίνας στάλθηκε πάλι στη Στάτιστα εφοδιασμένος από τον Καούδη με πέντε λίρες για να ανακτήσει τη σορό του Μελά. Το πρωί της 18ης Οκτωβρίου ο Ντίνας εμφανίστηκε στο Ζέλοβο φέροντας το κεφάλι του Μελά και λέγοντας στον Κύρου και στον υπάλληλο του ελληνικού προξενείου του Μοναστηρίου, που μόλις λίγες ώρες πριν είχε έρθει στο χωριό, ότι, ενώ έκανε την εκταφή του νεκρού, στο χωριό εμφανίστηκε οθωμανικός στρατός και γι’ αυτό έκοψε βιαστικά το κεφάλι του νεκρού και έφυγε.

Το κεφάλι του Μελά τάφηκε στο παρεκκλήσι του ναού της Αγίας Παρασκευής στο χωριό Πισοδέρι, ενώ μετά από έρευνα στη Στάτιστα ο οθωμανικός στρατός εντόπισε το ακέφαλο σώμα και το μετέφερε στην Καστοριά στις 23 Οκτωβρίου. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη, ο καϊμακάμης της Καστοριάς εντόπισε πάνω στο νεκρό του Μελά γράμματα προς τον «κύριο Τζέτζα», ψευδώνυμο του Μελά, χάρη στα οποία ο Καραβαγγέλης αντιλήφθηκε την ταυτότητα του νεκρού και επέμεινε να παραδοθεί στον ίδιο για να τον κηδεύσει ως Έλληνα. Μπροστά στην επιμονή του καϊμακάμη να τον παραδώσει σε Βούλγαρο ιερέα, ο Καραβαγγέλης κινητοποίησε τη νεολαία της Καστοριάς και στη συνέχεια ζήτησε τη μεσολάβηση των ντόπιων μπέηδων, προειδοποιώντας ότι μπορεί να συμβούν ταραχές που θα έβλαπταν την ειρηνική συμβίωση Τούρκων και Ελλήνων. Οι μπέηδες της Καστοριάς ανάγκασαν τον καϊμακάμη να παραδώσει στον Καραβαγγέλη το σώμα του Μελά, το οποίο και τάφηκε στον περίβολο από το βυζαντινό παρεκκλήσι των Ταξιαρχών κοντά στο Μητροπολιτικό Μέγαρο Καστοριάς.

Το 1907 ο Στέφανος Δραγούμης ζήτησε από τον Καραβαγγέλη να παρευρεθεί η Ναταλία στην μετά τριετία εκταφή του σώματος του συζύγου της καθώς και να του δοθεί το κεφάλι του Μελά. Ο Καραβαγγέλης φρόντισε να έρθει το κεφάλι του Μελά από το Πισοδέρι στην Καστοριά και η Ναταλία επιβεβαίωσε, χάρη σε τρία χρυσά δόντια που η αδερφή του δεσπότη, Κλεονίκη, εντόπισε στο στόμα του, ότι επρόκειτο για το κεφάλι του Μελά, το οποίο ο Καραβαγγέλης έθαψε στην Καστορια μαζί με το υπόλοιπο σώμα, κάτω από την Αγία Τράπεζα του μητροπολιτικού ναού της πόλης. Τον Ιούλιο του 1950 τα οστά του Μελά μεταφέρθηκαν σε τάφο στο εσωτερικό του παρεκκλησίου των Ταξιαρχών.

Ένα τηλεγράφημα της 17ης Οκτωβρίου από το προξενείο του Μοναστηρίου προς το ελληνικό ΥπΕξ έφθασε στην Αθήνα στις 18, οπότε και ενημερώθηκαν για το θάνατο του Μελά οι Δραγούμηδες, ενώ την επομένη το νέο δημοσιεύθηκε στον τύπο. Στις εκκλησίες της Ελλάδας τελέστηκαν μνημόσυνα για το Μελά, ενώ στα σχολεία εκφωνήθηκε μια ομιλία συνταγμένη από την «Επίκουρο των Μακεδόνων Επιτροπή» που τον εξυμνούσε ως γενναίο «Βουλγαροκτόνο», απόστολο της Μεγάλης Ιδέας και φιλόπατρι θυσιασθέντα υπέρ της ελευθερίας, αντάξιο των μεγάλων ανδρών της αρχαίας Ελλάδας. Στο Μελά αφιέρωσε ένα ποίημά του ο ποιητής Κωστής Παλαμάς.

Σύμφωνα με την αφήγηση που κυριάρχησε, ο Μελάς βρήκε εκούσιο θάνατο αψηφώντας χάρη στη φιλοπατρία του τους κινδύνους που διέτρεχε, καθώς ο αθηναϊκός τύπος έγραψε ότι ο Μελάς πυροβολήθηκε αφότου είχε διασπάσει μαζί με το σώμα του τις γραμμές των τούρκων στρατιωτών. Η διασπορά πολλών διαφορετικών φημών σχετικά με το γεγονός και η προσπάθεια απόκρυψης ενοχλητικών λεπτομερειών, όπως του ότι οι μακεδονομάχοι ανέμεναν να μη δεχτούν επίθεση των τουρκικών αρχών και του ότι αυτές τους επιτέθηκαν επειδή νόμιζαν ότι είναι βουλγαρική ομάδα, που «ευλόγως», κατά τον Έλληνα πρόξενο στο Μοναστήρι, αποκρύφθηκαν από την ελληνική κοινή γνώμη, κάλυψαν κάτω από ένα πέπλο μυστηρίου τις συνθήκες θανάτου του Μελά.

Στα μέσα Νοεμβρίου ανέλαβε ως διάδοχος του Μελά στη θέση του αρχηγού των ελληνικών σωμάτων στη δυτική Μακεδονία ο Γεώργιος Τσόντος, που έγινε γνωστός ως «καπετάν Βάρδας», κατάφερε τα πρώτα αξιόλογα πλήγματα στον αντίπαλο, αποκατέστησε το κύρος της ελληνικής πλευράς στα μάτια των ντόπιων και αναδείχθηκε ο σημαντικότερος αξιωματικός του Μακεδονικού Αγώνα. Το 1907 ο Τσόντος-Βάρδας πληροφορήθηκε ότι δύο χρόνια νωρίτερα, το 1905, φοβούμενος για τη ζωή του, επειδή είχε θανατώσει το Μελά, ο Ντίνε μετανάστευσε στις ΗΠΑ. Τρία χρόνια αργότερα, ένας Έλληνας πράκτορας έγραψε στον πεθερό του Μελά, Στέφανο Δραγούμη, ότι συνέχιζε να αναζητεί τον Ντίνε αποφασισμένος να του δώσει «οικτρόν θάνατον» ως προδότη και υπεύθυνο για το θάνατο του Μελά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: