ΑΠΟΨΕΙΣ

9 Οκτωβρίου 1967: Δολοφονείται ο Τσε Γκεβάρα

Σαν σήμερα πριν ακριβώς 53 χρόνια πριν δολοφονήθηκε ο Τσε Γκεβάρα εν ψυχρώ στη ζούγκλα της Βολιβίας.

Ο Τσε Γκεβάρα με το θάνατο και τη ζωή του, έγινε σύμβολο της επανάστασης. Αυτό που κατάφερε η CIA με το τρόπο που δολοφόνησε τον Τσε ήταν να κάνει τον Αργεντίνο ένα σύμβολο της επαναστατικής αυτοδιάθεσης.

Η γέννηση ενός θρύλου

Ο Ερνέστο Γκεβάρα γεννήθηκε στο Ροσάριο της Αργεντινής στις 14 Ιουνίου του 1928 και ήταν το μεγαλύτερο από τα πέντε παιδιά του αντιπερονιστή αρχιτέκτονα Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς και της Σέλια ντε λα Σέρνα, μίας εξαιρετικά δυναμικής γυναίκας που συμμετείχε δραστήρια σε αριστερά κινήματα.

Η οικογένειά ανήκε στην αργεντίνικη ολιγαρχία. Ο Τσε είχε τόσο ισπανικές όσο και ιρλανδικές καταβολές. Παρ’ όλα αυτά, οι γονείς του Ερνέστο δεν απέφευγαν καθόλου την επαφή με ανθρώπους χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων. Πολλά μέλη της ολιγαρχίας μάλιστα θεωρούσαν προκλητικό αυτόν τον τρόπο ζωής επειδή το ζεύγος Γκεβάρα έδειχνε φανερά ότι σεβόταν και δεχόταν προοδευτικές ιδέες.

O πατέρας του χαρακτηρίστηκε ως τυχοδιώκτης, που εγκατέλειψε τις αρχικές του σπουδές στην αρχιτεκτονική, προκειμένου να δραστηριοποιηθεί στον επιχειρηματικό χώρο, ενώ η μητέρα του υπήρξε ένθερμη καθολική, που όμως αργότερα μεταστράφηκε στον φιλελευθερισμό της αριστεράς.

Η υγεία του

Ο Ερνέστο όταν ήταν δύο ετών διαπιστώθηκε ότι πάσχει από άσθμα. Μια ασθένεια που τον συνόδεψε όλη του τη ζωή και συνέβαλε σημαντικά στην εξέλιξη της προσωπικότητάς του. Παρόλι την κατάσταση της υγείας του έκανε ιδιαίτερες προσπάθειες από νεαρή ηλικία ως προς την σκληραγώγησή του, μέσω του αθλητισμού. Σε ηλικία όμως εννέα ετών παρουσίασε βαριά επιπλοκή στο άσθμα που τον ταλαιπωρούσε και διαπιστώθηκε «σπαστικός βήχας». Εξαιτίας της κατάστασης της υγείας του, δεν φοίτησε κανονικά στο σχολείο και έτσι έμαθε να γράφει και να διαβάζει από την μητέρα του, ενώ αργότερα φοίτησε στο δημόσιο σχολείο, ολοκληρώνοντας όμως κανονικά μόνο τη δεύτερη και τρίτη τάξη και παρακολουθώντας τα μαθήματα των υπόλοιπων τάξεων όταν του επέτρεπε η υγεία του και μελετώντας κυρίως στο σπίτι.

Στην παιδική του παρέα υπήρχαν παιδιά από διάφορα κοινωνικά στρώματα της περιοχής. Ήδη τότε μάλιστα φανερώθηκε το χάρισμα και η κοινωνικότητά του, χαρίσματα τα οποία καλλιεργούσαν συνεχώς οι γονείς του. Ήταν πλέον καθημερινό το φαινόμενο να μπαινοβγαίνουν τα παιδιά της γειτονιάς και της περιοχής συνεχώς στο σπίτι των γονέων του. O Γκεβάρα χαρακτηριζόταν εκείνη την εποχή από την έντονη εσωστρέφεια και σοβαρότητα. Μια κατάσταση που τον όδήγησε στη λογοτεχνία. Έτσι, κατά την περίοδο της εφηβείας του, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ποίηση και ειδικότερα για το έργο του Πάμπλο Νερούδα, ενώ συγχρόνως έγραφε και ο ίδιος ποιήματα σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Τα λογοτεχνικά του ενδιαφέροντα εκτείνονταν από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία (Πολιτεία του Πλάτωνα, Αριστοτέλη) και την ευρωπαϊκή λογοτεχνία (Σαίξπηρ, Γκαίτε) μέχρι και τα κλασικά έργα του Τζακ Λόντον ή του Ιουλίου Βερν και πραγματείες του Σίγκμουντ Φρόυντ και του Μπέρτραντ Ράσελ.

Σύμφωνα με τον πατέρα του, «όταν έγινε δώδεκα χρονών κατείχε μία παιδεία που αναλογούσε σε έναν νέο δεκαοκτώ ετών, ενώ η βιβλιοθήκη του ήταν γεμάτη από κάθε είδους βιβλία περιπέτειας και ταξιδιωτικά μυθιστορήματα». Σε μεγαλύτερη ηλικία, ανέπτυξε επίσης ενδιαφέρον για τη φωτογραφία.

To 1942 εγγράφηκε στο δημόσιο λύκειο Ντεάν Φούνες της Κόρδοβα. Οι σχολικοί του βαθμοί υπήρξαν πολύ καλοί στη λογοτεχνία, την ιστορία και τη φιλοσοφία, αλλά και πολύ κακοί στην αγγλική γλώσσα, τα μαθηματικά και τη φυσική ιστορία. Την ίδια περίοδο όμως ξεκίνησε να συντάσσει ένα είδος φιλοσοφικού λεξικού, καταγράφοντας τα αναγνώσματά του και κρατώντας σημειώσεις σχετικά με αυτά.

Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στο λύκειο, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στον τομέα της εφαρμοσμένης μηχανικής.Για τούτο τον σκοπό γράφτηκε στη Σχολή Εφαρμοσμένης Μηχανικής του πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες και για ένα διάστημα εργάστηκε στην κατασκευή δημοσίων έργων, κυρίως σε μικρές πόλεις. Η ασθένεια όμως της γιαγιάς του, Άννας, η οποία είχε υποστεί εγκεφαλική αιμορραγία και κατόπιν ημιπληγία, τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την εργασία του προκειμένου να την φροντίσει κατά τις τελευταίες μέρες της ζωής της. Οι καταστάσεις αυτές πιθανώς συνέβαλαν στην απόφαση του να ασχοληθεί τελικά με την ιατρική.

Η εγγραφή του στην Ιατρική σχολή και η ενασχόλησή του με το φοιτητικό κίνημα

Το 1948 γράφτηκε στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες, όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 1953, χωρίς όμως να ακολουθήσει την κλινική πρακτική που απαιτούταν προκειμένου να είναι σε θέση να εξασκήσει το επάγγελμα του γιατρού.

Στα φοιτητικά του χρόνια ήρθε σε επαφή με το φοιτητικό κίνημα, καθώς και με τις παράνομες αριστερές οργανώσεις. Εκείνη την εποχή άρχισε να διαβάζει με πάθος τον Καρλ Μαρξ, τον Φρίντριχ Ένγκελς, τον Βλαντίμιρ Λένιν, τον Λέων Τρότσκι και τον Μάο Τσετούνγκ. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, στα τέλη του 1950, εξασφάλισε μάλιστα και άδεια ώστε να μπορεί να εργαστεί ως νοσοκόμος σε εμπορικά πλοία του αργεντίνικου στόλου.

Τους επόμενους μήνες πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια στη νότια και κεντρική Αμερική, στη διάρκεια των οποίων έζησε από κοντά τις κοινωνικές συνθήκες στις λατινοαμερικανικές χώρες.

Επηρεασμένος από τις εμπειρίες αυτές, άρχισε να ασχολείται όλο και περισσότερο με τα πολιτικά ζητήματα και τον μαρξισμό ενώ στα αρχικά του σχέδια για τη ζωή κυριαρχούσε η ανθρωπιστική, σχεδόν ιεραποστολική, διάθεση να βοηθήσει τους λαούς της Λατινικής Αμερικής, που μαστίζονταν από τη φτώχεια και τις αρρώστιες της υπανάπτυξης.

Ήταν αυτή η αλτρουιστική διάθεση που οδήγησε τα βήματά του στο Περού, όπου πρόσφερε αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες του σε τοπικό λεπροκομείο, για να ακολουθήσουν ανάλογα ταξίδια στην Κολομβία και τη Βενεζουέλα. Η ήρεμη διέξοδο στην ιατρική, δηλαδή η μέχρι αυτοθυσίας τάση για κοινωνική προσφορά και η αχόρταγη διάθεσή του να γνωρίσει άλλες χώρες και άλλους λαούς, εκείνη την εποχή, άρχισαν να τον σπρώχνουν σε πιο μαχητικούς δρόμους.

Ταξίδεψε σ’ όλη τη Λατινική Αμερική, όπου η πολιτική ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη, καθώς οι επαναστάσεις, τα πραξικοπήματα, οι γενικές απεργίες και ο ανταρτοπόλεμος βρίσκονταν διαρκώς στην ημερήσια διάταξη. Συνδέθηκε με αριστερές οργανώσεις στο Περού, τη Βολιβία, τον Ισημερινό, τον Παναμά, την Κόστα Ρίκα, τη Νικαράγουα και το Ελ Σαλβαδόρ.

Στη συνέχεια, ο Γκεβάρα ταξίδεψε στη Γουατεμάλα. Εκεί γνώρισε την Περουβιανή οικονομολόγο Ίλδα Γκαδέα, η οποία εργαζόταν στην κρατική υπηρεσία του Ινστιτούτου Προώθησης της Παραγωγής. Η Γκαδέα ήταν εξόριστη εξαιτίας της συμμετοχής της στη Λαϊκή Επαναστατική Αμερικανική Συμμαχία (American Popular Revolutionary Alliance, APRA) του Περού, και διέθετε γνωριμίες με πολιτικά πρόσωπα. Με τη βοήθειά της, ο Γκεβάρα ήρθε σε επαφή με ένα ευρύ κύκλο εξόριστων και αριστερών διανοουμένων.

Κατά το δεύτερο μήνα της παραμονής του στη χώρα, και ενώ η πολιτική της κατάσταση εντεινόταν λόγω των μεταρρυθμίσεων του φιλελεύθερου λαϊκού καθεστώτος του προέδρου Χακόμπο Άλμπενς, ο Γκεβάρα πραγματοποίησε τις πρώτες του επαφές με πολιτικούς της κυβέρνησης. Στις 15 Φεβρουαρίου του 1954 ανέφερε σε επιστολή του προς τη θεία του, πως είχε λάβει οριστικά θέση υπέρ της κυβέρνησης της Γουατεμάλας, επιλέγοντας το κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα και σχετιζόμενος με άλλους αριστερούς διανοούμενους. Στα τέλη του ίδιου μήνα, κατέγραψε επίσης την πολύ κακή οικονομική του κατάσταση. Για ένα σύντομο διάστημα, ο Γκεβάρα εγκατέλειψε τη Γουατεμάλα και μετέβη στο Ελ Σαλβαδόρ, προκειμένου να ανανεώσει τη βίζα παραμονής του.

Η πρώτη του συμμετοχή σε επαναστατική κίνηση

Λίγο μετά την επιστροφή του, επιχειρήθηκε από τη CIA ένοπλη δράση, με επικεφαλής το συνταγματάρχη Κάρλος Καστίγιο Άρμας, για την ανατροπή της κυβέρνησης του Άρμπενς και με αφορμή την άφιξη ενός πλοίου με όπλα από την Τσεχοσλοβακία. Ο Γκεβάρα συμμετείχε στην ένοπλη πολιτοφυλακή της κομμουνιστικής νεολαίας που αντιστάθηκε, αλλά παρά τη διάθεσή του να αγωνιστεί στο μέτωπο, κατετάγη τελικά ως γιατρός.

Στις 27 Ιουνίου, ο Άρμπενς ανακοίνωσε την παραίτησή του και αναζήτησε άσυλο στη μεξικανική πρεσβεία. Ο Γκεβάρα όντας καταζητούμενος του νέου καθεστώτος, αναζήτησε άσυλο στην πρεσβεία της Αργεντινής κατόπιν προτροπής του φίλου του, Σάντσες Τοράνσο. Οι πολιτικές εξελίξεις όμως στη Γουατεμάλα σημάδεψαν βαθιά τον Γκεβάρα και η εμπειρία που αποκόμισε στη χώρα χαρακτηρίζεται ως σημείο πολιτικής καμπής για τον ίδιο.

Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1954, ο Γκεβάρα ταξίδεψε στο Μεξικό, που αποτελούσε κοινό προορισμό εξόριστων Λατινοαμερικανών, από χώρες όπως το Πουέρτο Ρίκο, το Περού, η Βενεζουέλα, η Γουατεμάλα και η Κούβα.

Στην πόλη του Μεξικού, συνάντησε τον Κουβανό εξόριστο Νίκο Λόπες, γνώριμό του από την περίοδο της παραμονής του στη Γουατεμάλα, ενώ επανασυνδέθηκε και με την Ίλδα Γκαδέα.

Προκειμένου να συντηρείται οικονομικά, εργάστηκε ως γιατρός σε κεντρικό νοσοκομείο και ως φωτογράφος, εν μέσω πολλαπλών επαγγελματικών κρίσεων και οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπισε κατά διαστήματα.

Το καλοκαίρι του 1955, ήρθε σε επαφή με τον αδελφό του Φιδέλ Κάστρο, Ραούλ, από τον οποίο πληροφορήθηκε την επικείμενη άφιξη του Κάστρο στο Μεξικό. Στις αρχές Ιουλίου του 1955, o Γκεβάρα συνάντησε για πρώτη φορά τον Φιδέλ Κάστρο, o οποίος ήταν αρχηγός των «Moνκαντίστας» και ηγέτης της αποτυχημένης ένοπλης επίθεσης στο στρατόπεδο της Μονκάδα το 1953, και είχε καταφύγει στο Μεξικό μετά την αποφυλάκισή του, αποτέλεσμα της χάρης που του δόθηκε από τον Φουλχένσιο Μπατίστα.

Την πρώτη συνάντησή τους όμως ακολούθησαν πολυάριθμες συναντήσεις και συζητήσεις γύρω από την πολιτική κατάσταση στη Λατινική Αμερική και το ενδεχόμενο της οργάνωσης ενός αντάρτικου αγώνα με στόχο την ανατροπή του διεφθαρμένου, φασιστικού καθεστώτος του Μπατίστα. Την ίδια περίπου περίοδο, η Γκαδέα του ανακοίνωσε πως ήταν έγκυος και ο Γκεβάρα της πρότεινε γάμο, ο οποίος τελέστηκε τελικά στις 18 Αυγούστου 1955, στο ληξιαρχείο του μεξικανικού χωριού Τεποτσοτλάν.

Η επανάσταση στην κούβα

Πεπεισμένος πως ο Κάστρο είχε τις προϋποθέσεις να αποτελέσει ένα χαρισματικό ηγέτη της κουβανικής επανάστασης, ο Γκεβάρα συμμετείχε στο κίνημα της 26ης Ιουλίου με στόχο την ένοπλη δράση για την ανατροπή του κουβανικού καθεστώτος. Ο Γκεβάρα συμφώνησε να τους συνοδεύσει με την ιδιότητα του γιατρού, ωστόσο έλαβε κανονικά μέρος στην στρατιωτική εκπαίδευση των ανταρτών, το βασικό στάδιο της οποίας ξεκίνησε στις αρχές του 1956, υπό τις οδηγίες του Μεξικανού παλαιστή Αρσάνιο Βαγένας σε ζητήματα εκγύμνασης και αυτοάμυνας, καθώς και του πρώην συνταγματάρχη του Ισπανικού Δημοκρατικού Στρατού, Αλπέρτο Μπάγιο.

Στα απομνημονεύματα του Μπάγιο καταγράφεται πως ο Γκεβάρα επέδειξε μεγάλη θέληση κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης, αποτελώντας τον καλύτερο μαθητή του. Την ίδια περίοδο μάλιστα θεωρείται πιθανό πως απέκτησε το παρωνύμιο Τσε (Che), εξαιτίας της συχνής χρήσης της λέξης che (φίλος ή και επιφώνημα: Ε εσύ!) που έκανε ο ίδιος μιλώντας, έκφραση που αν και είχε εισαχθεί στη γλώσσα των Αργεντινών, φαινόταν αστεία στους Κουβανούς.

Στις 25 Νοεμβρίου του 1956, 82 επαναστάτες, μεταξύ αυτών ο Φιντέλ Καστρο και ο Τσε Γκεβάρα, ξεκίνησαν με το πλοιάριο Γκράνμα από τον ποταμό Τούξπαν του Mεξικoύ και στις 2 Δεκεμβρίου έφτασαν παράνομα στην παραλία Λας Κολοράδας της Κούβας. Τρεις μέρες αργότερα, η ομάδα έπεσε σε ενέδρα του κυβερνητικού στρατού και αποδεκατίστηκε: μόλις 22 μαχητές διασώθηκαν, μεταξύ των οποίων ο Φιντέλ, ο αδελφός του, Ραούλ, και τραυματισμένος αλλά αποφασισμένος όσο ποτέ, ο Γκεβάρα.

Οι αντάρτες κατάφεραν να ανασυνταχθούν και να καταφύγουν στην οροσειρά της Σιέρρα Μαέστρα, που έγινε το ορμητήριό τους. Με σημείο εκκίνησης την επίθεση αυτή, ο ρόλος του Τσε Γκεβάρα στον ανταρτοπόλεμο διαφοροποιήθηκε σταδιακά, αντιλαμβανόμενος o ίδιος όλο και λιγότερο ως μοναδικό καθήκον του την ιατρική συμπαράσταση, και λαμβάνοντας ενεργό μέρος στις ένοπλες δραστηριότητες τον επαναστατών.

Η αποφασιστικότητά του και οι ικανότητές του, σύντομα οδήγησαν στην άνοδό του στην ιεραρχία του αντάρτικου σώματος, κερδίζοντας το σεβασμό των υπολοίπων ανταρτών, χωρίς να απουσιάζει και το αίσθημα του φόβου που προκαλούσε ενίοτε η σκληρότητά του, αφού ήταν υπεύθυνος ο ίδιος για εκτελέσεις ανταρτών που λειτουργούσαν ως πληροφοριοδότες του κουβανικού καθεστώτος. Ο Τσε υπήρξε ο πρώτος αντάρτης, στον οποίο δόθηκε το αξίωμα του Κομαντάντε του Επαναστατικού Στρατού της Κούβας, στις 21 Ιουλίου 1957.

Στις μάχες που ακολούθησαν, ο Αργεντινός εντυπωσίασε τον Κάστρο όχι τόσο για το θάρρος και τη δεξιοτεχνία του στην εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων, όσο για τα στρατιωτικά του χαρίσματα και το πολιτικό του κριτήριο. Αν και μέχρι τότε αποτελούσε έναν απλό οπλίτη, χωρίς να έχει διακριθεί ιδιαιτέρως σε στρατιωτικό επίπεδο αλλά έχοντας επιδείξει γενναιότητα και αρχηγικές δεξιότητες, ο Κάστρο του εμπιστεύτηκε την ηγεσία της Δεύτερης Φάλαγγας του αντάρτικου στρατού, έχοντας έτσι μόνο τον Κομαντάντε εν Σέφε Φιδέλ Κάστρο ως ανώτερό του.

Αυτή την περίοδο έγινε η αποφασιστική μεταμόρφωση του ρομαντικού διανοούμενου Ερνέστο Γκεβάρα σε χαρισματικό «Κομαντάντε Τσε» με τη μεγαλύτερη ίσως στρατιωτική επιτυχία του να είναι η κατάκτηση της Σάντα Κλάρα στις 29 Δεκεμβρίου του 1958 σε μία καθοριστική στιγμή στην ιστορία της κουβανικής επανάστασης. Είχαν προηγηθεί άλλωστε δύο χρόνια ανταρτοπολέμου στην Σιέρρα Μαέστρα εναντίον του πολύ μεγαλύτερου στρατού του Μπατίστα, o οποίος δεχόταν και την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών.

Με την κατάκτηση όμως της Σάντα Κλάρα, ο δρόμος για την πρωτεύουσα Αβάνα ήταν πλέον ελεύθερος και την 1η Ιανουαρίου του 1959, ο δικτάτορας Μπατίστα εγκατέλειψε την Κούβα, με προορισμό την Δομινικανή Δημοκρατία. Την μάχη στη Σάντα Κλάρα ακολούθησαν και άλλες σημαντικές πολεμικές συγκρούσεις, πριν την τελική επικράτηση των ανταρτών.

Μέλος της κυβέρνησης της Κούβας

Μετά την επιτυχία του αντάρτικου στρατού και κατά τους πρώτους μήνες της κατάληψης της εξουσίας, ο Τσε Γκεβάρα τέθηκε διοικητής του φρουρίου Λα Καμπάνια, με αρμοδιότητα να εξετάζει τις εφέσεις των υποθέσεων των δύο Επαναστατικών Δικαστηρίων που λειτουργούσαν δικάζοντας στρατιωτικούς και αστυνομικούς ή πολίτες.

Στις 7 Φεβρουαρίου 1959, ψηφίστηκε ένα διάταγμα μέσω του οποίου αποκτούσαν την κουβανική υπηκοότητα όλοι οι αλλοδαποί διοικητές του αντάρτικου στρατού. Ο νόμος αυτός, επρόκειτο εμφανώς να εφαρμοστεί αποκλειστικά στην περίπτωση του Τσε Γκεβάρα, αποτελώντας ένα είδος φόρου τιμής και αναγνώρισης στο πρόσωπό του και τη συμβολή του στην κουβανική επανάσταση.

Μαζί με τους Φιδέλ Κάστρο, Ραούλ Κάστρο και Καμίλο Σιενφουέγος, αποτέλεσε μετά την επανάσταση σημαντικό μέλος της νέας κουβανικής κυβέρνησης, η οποία σύντομα ξεκίνησε να πραγματοποιεί ριζικές μεταρρυθμίσεις, καθιερώνοντας για παράδειγμα δωρεάν σύστημα υγείας, όπως και ένα εκπαιδευτικό σύστημα που εξασφάλιζε και στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα (μέχρι τότε κυρίως αναλφάβητα) σχολική μόρφωση.

Στην κυβέρνηση, ο Γκεβάρα υποστήριξε περισσότερο τις κομμουνιστικές ιδέες απ’ όσο ο Φιδέλ Κάστρο. Αν και ήταν ένθερμος υποστηρικτής μίας ριζικής αγροτικής μεταρρύθμισης στη χώρα, χαρακτήρισε τον πρώτο σχετικό νόμο της κυβέρνησης ως μετριοπαθή, «που δεν αποτολμούσε να υπεισέλθει στα ουσιαστικότερα ζητήματα, όπως ήταν η κατάργηση της μεγάλης γαιοκτησίας».

Στις 7 Οκτωβρίου, ο Κάστρο του ανέθεσε την αρχηγία του τομέα βιομηχανίας του Εθνικού Ινστιτούτου της Αγροτικής Μεταρρύθμισης, ρόλος που προστέθηκε στα καθήκοντά του ως διοικητής της Λα Καμπάνια αλλά και αρχηγός του τμήματος εκπαίδευσης των Ενόπλων Δυνάμεων.

Για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του έργου του, ο Γκεβάρα απευθύνθηκε στον οικονομολόγο Σαλβαδόρ Βιλασέκα, ξεκινώντας μαζί του μία σειρά από μαθήματα ανώτερων μαθηματικών. Στην ακμή της πολιτικής του δραστηριότητας ως μέλος της κυβέρνησης, ο Τσε διορίστηκε διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας, στις 26 Νοεμβρίου 1959, διατηρώντας παράλληλα την ευθύνη για το τμήμα βιομηχανίας του ινστιτούτου Αγροτικής μεταρρύθμισης και την πολιτιστική επιμόρφωση του στρατού.

Ανάμεσα στις πρώτες του ενέργειες, ήταν μία σειρά μέτρων με στόχο τον έλεγχο του αποθέματος συναλλάγματος, καθώς και η ρευστοποίηση των τραπεζών του καθεστώτος του Μπατίστα. Στα τέλη όμως του 1959, και ενώ οι τράπεζες των Ηνωμένων Πολιτειών είχαν ήδη αναστείλει τις πιστώσεις των εισαγωγών, άρχισε να διερευνά, σε συνεργασία με τον Φιδέλ Κάστρο και άλλους κομμουνιστές ηγέτες, το ενδεχόμενο της σοβιετικής στήριξης.

Το Φεβρουάριο του 1960, υποδέχθηκε τον Αναστάς Μικογιάν, μέλος του πολιτικού γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης και ένθερμο υποστηρικτή της προσέγγισης με την Κούβα, όπως άλλωστε ήταν αρχικά και ο ίδιος ο Τσε. Το επόμενο διάστημα, εντάθηκε η αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της κουβανικής κυβέρνησης, ενώ στις 13 Οκτωβρίου κηρύχθηκε εμπάργκο σε όλα τα εμπορεύματα με προορισμό την Κούβα, αποκλείοντας τη χώρα από κάθε οικονομική δραστηριότητα.

Μία εβδομάδα αργότερα, ο Τσε Γκεβάρα σχολίασε τον αποκλεισμό, αναφερόμενος σε ελλείψεις που δεν θα ήταν δυνατό να καλυφθούν, αλλά και εκφράζοντας αισιοδοξία για την πορεία της κρατικοποιημένης πλέον βιομηχανίας. Παράλληλα, έκανε γνωστό πως δεν ήταν πλέον πρόεδρος της τράπεζας, αναλαμβάνοντας νέα καθήκοντα.

Στα τέλη Οκτωβρίου του 1960, συμμετείχε ως επικεφαλής μίας διπλωματικής αποστολής, με στόχο την εξασφάλιση της στήριξης του σοβιετικού μπλοκ, με τις κύριες διαπραγματεύσεις να πραγματοποιούνται στη Σοβιετική Ένωση. Συναντήθηκε με τον Νικίτα Χρουστσόφ στη Μόσχα ενώ αργότερα επισκέφτηκε το Πεκίνο όπου συνάντησε τον Μάο Τσετούνγκ και έγινε γενικά θερμά δεκτός. H περιοδεία του περιλάμβανε ακόμα τη Βόρεια Κορέα και τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας.

H αποστολή εξασφάλισε τελικά ευνοϊκές συμφωνίες, για την εξαγωγή τεσσάρων εκατομμυρίων τόνων ζάχαρης, σε τιμή υψηλότερη από εκείνη της παγκόσμιας αγοράς, εξασφαλίζοντας παράλληλα τον εφοδιασμό της Κούβας με πετρέλαιο και αγορές βιομηχανικών μονάδων με ευέλικτες πιστώσεις.

Στις 23 Φεβρουαρίου 1961 διορίστηκε υπουργός του νεοσύστατου υπουργείου Βιομηχανίας της Κούβας, σκοπός του οποίου ήταν η οργάνωση των πολυάριθμων βιομηχανικών μονάδων που είχαν αποκτηθεί, καθώς και των κρατικοποιημένων επιχειρήσεων που υπάγονταν στο τμήμα βιομηχανίας του Ινστιτούτου της Αγροτικής Μεταρρύθμισης. Τον Απρίλιο του 1961, κατά τη διάρκεια της αμερικανικής εισβολής στον Κόλπο των Χοίρων, ο Τσε Γκεβάρα τέθηκε επικεφαλής των κουβανικών στρατευμάτων που θα υπερασπίζονταν την επαρχία Πινάρ ντελ Ρίο, όπου σύμφωνα με ενδείξεις των μυστικών υπηρεσιών, αναμενόταν η πρώτη επίθεση.

Χάρη στην αποτελεσματική αντίδραση της κουβανικής αεροπορίας και την αντίσταση της πολιτοφυλακής, η αμερικανική εισβολή απέτυχε, ενώ το στράτευμα του Γκεβάρα παρέμεινε σε αμυντική διάταξη και ανενεργό, καθώς η συγκέντρωση αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων κοντά στο Πινάρ ντελ Ρίο αποτέλεσε τελικά προσπάθεια αντιπερισπασμού.

Συνεχίζοντας το έργο του ως υπουργός βιομηχανίας, επεδίωξε να προωθήσει την ταχεία εκβιομηχάνιση της χώρας, πρόγραμμα που υπήρξε όμως πρόωρο, αντιμετωπίζοντας πολλές δυσκολίες στην εφαρμογή του και καταλήγοντας σε αποτυχία. Τον Αύγουστο του 1961 συμμετείχε στις συνεδριάσεις της ολομέλειας του Διαμερικανικού Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου, καταψηφίζοντας το δεκαετές σχέδιο του Τζον Φ. Κένεντι «Συμμαχία για την Πρόοδο», το οποίο χαρακτήριζε ως μία προσπάθεια αναχαίτισης των επαναστατικών κινημάτων στη Λατινική Αμερική και κατασκεύασμα κατά της Κούβας.

Την ίδια περίπου περίοδο, διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην απόφαση εγκατάστασης σοβιετικών πυραύλων στο έδαφος της Κούβας, γεγονός που δεν πέρασε απαρατήρητο από τις μυστικές υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών, οδηγώντας τελικά στην Κρίση των πυραύλων, τον Οκτώβριο του 1962.

Σε ότι αφορά την οικονομική πολιτική, ο Τσε Γκεβάρα ήταν αντίθετος στην αντιγραφή του σοβιετικού οικονομικού μοντέλου της «οικονομικής αυτοδιαχείρισης», καθώς θεωρούσε πως οι ιδιαίτερες συνθήκες της Κούβας απαιτούσαν διαφορετικές πρακτικές και υπερασπιζόταν το συγκεντρωτισμό στον τομέα της βιομηχανίας.

Απομάκρυνση από την Κούβα

Στις 11 Δεκεμβρίου του 1964 εκπροσώπησε την Κούβα στη Συνδιάσκεψη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Στην ομιλία του ξεχώρισε η έντονη διαμαρτυρία του ενάντια στην πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών και τις λατινοαμερικανικές δικτατορίες, η συμπαράταξή του στο θέμα του πυρηνικού αφοπλισμού και το ειρηνευτικό σχέδιο που πρότεινε για την Καραϊβική.

Λίγες ημέρες αργότερα, ξεκίνησε μία τρίμηνη διεθνή περιοδεία, κατά την οποία επισκέφτηκε την Αλγερία, την Κίνα, τη Γκάνα, τη Γουινέα, το Μάλι, το Κονγκό, την Τανζανία, με μικρές στάσεις στο Παρίσι, την Ιρλανδία και την Πράγα. Στις 24 Φεβρουαρίου, έλαβε μέρος στη διάσκεψη του δεύτερου Οικονομικού Σεμιναρίου της Αφροασιατικής Αλληλεγγύης, πραγματοποιώντας την τελευταία δημόσια παρουσία του στο διεθνές προσκήνιο.

Η ομιλία του προκάλεσε αρκετές εντάσεις στο σοβιετικό μπλοκ, δηλώνοντας πως οι σοσιαλιστικές χώρες όφειλαν να επωμιστούν το κόστος των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων, ενώ θεωρείται πιθανό πως προκάλεσε επίσης ρήξη στη σχέση του με τον Κάστρο, αν και δεν υπάρχει καμία σχετική αναφορά στα απομνημονεύματα του ίδιου του Γκεβάρα. Στις 14 Μαρτίου του 1964 επέστρεψε από την Αφρική στην Κούβα και μετά από περίπου μία εβδομάδα παραμονής του στην Αβάνα τα ίχνη του χάθηκαν για αρκετούς μήνες.

Η εξαφάνιση του Γκεβάρα προκάλεσε έντονη φημολογία, τροφοδοτώντας πολλές θεωρίες. Οι περισσότερες από αυτές θεωρούσαν πως ήρθε σε σύγκρουση με τον Κάστρο πάνω στο ζήτημα της εκβιομηχάνισης της χώρας ή της σχέσης της με τη Σοβιετική Ένωση και την Κίνα. Άλλοι ισχυρίζονταν ότι η σύγκρουση οφειλόταν στο γεγονός πως ο Γκεβάρα ήθελε μία πιο ενεργητική υποστήριξη των επαναστατικών κινημάτων της Λατινικής Αμερικής, ενώ άλλοι ότι εκδιώχθηκε με απαίτηση των Σοβιετικών, που δεν ενέκριναν την ανεξάρτητη από τη Μόσχα γραμμή του και ανησυχούσαν μήπως τους οδηγήσει σε διεθνείς περιπέτειες με τους επαναστατικούς τυχοδιωκτισμούς του.

Άλλες φήμες διέρρεαν ότι σκοτώθηκε σε μυστική επαναστατική αποστολή που του ανέθεσε ο Κάστρο στο Κονγκό και άλλες ότι κλείστηκε σε σανατόριο λόγω υποτροπής των χρόνιων προβλημάτων που αντιμετώπιζε με το άσθμα του. Ο ίδιος ο Κάστρο επιχείρησε αρχικά να βάλει ένα τέλος στις φημολογίες στις 18 Απριλίου δηλώνοντας μέσω ραδιοφώνου πως ο Γκεβάρα βρισκόταν πάντα εκεί όπου ήταν πιο χρήσιμος για την επανάσταση, προσθέτοντας πως ανήκε στους κορυφαίους ηγέτες της Κούβας και πως το ταξίδι του στην Αφρική ήταν εξαιρετικά παραγωγικό.

Το επόμενο διάστημα, ωστόσο, προσπάθησε να εκμεταλλευτεί πολιτικά την φημολογία γύρω από την εξαφάνιση του Γκεβάρα από το προσκήνιο, ενισχύοντας για παράδειγμα με δηλώσεις του την ανησυχία καθεστώτων της Λατινικής Αμερικής που φοβούνταν πιθανές επιχειρήσεις του Γκεβάρα και οδηγώντας σε εσφαλμένες εκτιμήσεις ορισμένους Αμερικανούς αξιωματούχους, ειδικά στη CIA, που είχαν πιστέψει πως ήταν νεκρός.

Στις 3 Οκτωβρίου του 1965, ο Κάστρο διάβασε σε δημόσια συγκέντρωση, μπροστά στη γυναίκα και τα παιδιά του Γκεβάρα, ιδιόχειρη επιστολή που του παρέδωσε την 1η Απριλίου ο μέχρι τότε υπουργός Βιομηχανίας, παραιτούμενος από όλα τα κρατικά και κομματικά του αξιώματα και διαγράφοντας αχνά τα μελλοντικά του σχέδια. Στην επιστολή αναφέρονταν μεταξύ άλλων τα εξής:

Νιώθω πως έχω πια εκπληρώσει το μέρος εκείνο του χρέους μου που με έδενε με την κουβανική επανάσταση στο έδαφός της και σας αποχαιρετώ, εσένα, τους συντρόφους και το λαό σου που είναι πια και δικός μου. Παραιτούμαι επίσημα από τα καθήκοντά μου στην ηγεσία του κόμματος, από τη θέση του υπουργού, από το βαθμό του κομαντάτε, από την κουβανική υπηκοότητα. Καμιά νομική σχέση δεν με συνδέει με την Κούβα, μόνο δεσμοί άλλου είδους που δεν μπορούν να σπάσουν, όπως οι διορισμοί σε κάποιες θέσεις. Κοιτάζοντας τη ζωή μου ως τα τώρα, πιστεύω πως έχω δουλέψει με αρκετή τιμιότητα και αφοσίωση για την εδραίωση της επαναστατικής νίκης (…) Άλλες χώρες του κόσμου ζητάνε τη συμβολή των σεμνών μου προσπαθειών. Εγώ μπορώ να κάνω αυτό που εσένα δεν σου επιτρέπεται, λόγω των ευθυνών σου απέναντι στην Κούβα, και έφτασε η ώρα να αποχαιρετιστούμε.

Με την επιστολή αυτή, ο Γκεβάρα απάλλασσε την κουβανική κυβέρνηση από οποιαδήποτε ευθύνη για τη μελλοντική δράση του στο Κονγκό. Οι εικασίες περί ρήξης στις σχέσεις του τον Κάστρο που οδήγησε στην απόφασή του να εγκαταλείψει την Κούβα δεν φαίνεται να έχουν βάση. Οι λόγοι της φυγής του εντοπίζονται, αντίθετα, σε δύο βασικές παραμέτρους: την επιθυμία του Γκεβάρα να μεταφέρει της επανάσταση σε όλον τον κόσμο, κάτι που αισθανόταν ως προσωπική αποστολή ζωής, αλλά και το γεγονός πως κάτι τέτοιο απαιτούσε ελευθερία κινήσεων, την οποία του εξασφάλιζε η αποδέσμευσή του από αξιώματα και τις κυβερνητικές θέσεις.

Ο τσε στο Κονγκό

Πρώτος σταθμός του Τσε Γκεβάρα, μετά τη φυγή του από την Κούβα υπήρξε το Κονγκό (σημερινή Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό), ενισχύοντας και βοηθώντας οργανωτικά τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό. Μαζί με τον δεύτερο στην ιεραρχία Βικτόρ Ντρέκε και δώδεκα ακόμα Κουβανούς πολεμιστές, έφθασε εκεί στις 24 Απριλίου του 1965, ενώ λίγο αργότερα ακολούθησαν και άλλοι Κουβανοί, συνθέτοντας συνολικά μία φάλαγγα με περισσότερα από εκατό μέλη.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Αλγερίας εκείνη την περίοδο και φίλο του, Αχμέντ Μπεν Μπελά, «η κατάσταση που κυριαρχούσε στην Αφρική, η οποία φαινόταν να διαθέτει μεγάλη δυναμική για μία επανάσταση, οδήγησε τον Τσε στο συμπέρασμα πως η Αφρική αποτελούσε τον αδύναμο κρίκο του ιμπεριαλισμού. Ήταν λοιπόν στην Αφρική που αποφάσιζε να αφιερώσει τις προσπάθειές του». Η έλλειψη οργάνωσης και συνοχής των κονγκολέζικων δυνάμεων καταγράφεται στα ημερολόγια του Τσε Γκεβάρα ως ο κύριος λόγος της αποτυχίας της επανάστασης.

Στα τέλη λοιπόν του έτους, εγκατέλειψε το Κονγκό, μαζί με τους επιζώντες της κουβανικής ομάδας (έξι μέλη της είχαν πεθάνει σε μάχη) και πέρασε τους επόμενους έξι μήνες στο Νταρ ες Σαλάμ της Τανζανίας. Στο διάστημα αυτό, ολοκλήρωσε μία σειρά χειρόγραφων σημειώσεων σχετικά με την εμπειρία του στο Κονγκό, ενώ εργάστηκε επίσης πάνω σε δύο ακόμα βιβλία, φιλοσοφικών και οικονομικών σημειώσεων.

Το Φεβρουάριο του 1966 ταξίδεψε μεταμφιεσμένος και με πλαστό διαβατήριο, με προορισμό την Πράγα. Εκεί άρχισε να επεξεργάζεται την ιδέα ενός νέου αντάρτικου στη Λατινική Αμερική, με αρχικό στόχο το Περού και αργότερα εστιάζοντας στη Βολιβία.

Η Παρουσία του Τσε στη Βολιβία

Η προετοιμασία της επιχείρησης οργάνωσης αντάρτικου στη Βολιβία άρχισε το 1966, υπό συνθήκες άκρας μυστικότητας, σε ένα απομονωμένο μέρος στην επαρχία Πινάρ δελ Ρίο και ειδικότερα στην περιοχή Βινιάλες που διακρίνεται για την παρουσία των ιδιόμορφων λόφων «μογκότες». Εκεί εκπαιδεύτηκε εντατικά ο πρώτος πυρήνας του μελλοντικού αντάρτικου, που αποτελείτο από 10 Κουβανούς και αρκετούς Βολιβιανούς, πρώην μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος της χώρας αυτής.

O Τσε Γκεβάρα έφτασε στη Βολιβία την 1η Νοεμβρίου του 1966 ταξιδεύοντας με αεροπλάνο από το Σάο Πάολο της Βραζιλίας. Πιθανότατα έφτασε στη χώρα αυτή αφού πρώτα ταξίδεψε σε πόλεις της Δυτικής Ευρώπης, όπως και αρκετοί σύντροφοί του, προκειμένου να μην δημιουργήσουν υποψίες για τη δράση τους. Είχε φροντίσει να αλλάξει δραστικά την εμφάνισή του ώστε να μοιάζει περισσότερο με επιχειρηματία, ξυρίζοντας το μούσι του, κουρεύοντας τα μαλλιά του και φορώντας γυαλιά και γραβάτα.

Στην κατοχή του είχε δύο πλαστά ουρουγουανικά διαβατήρια που είχαν εκδοθεί με τα ονόματα Ραμόν Μπενίτεζ Φερνάντεθ και Αντόλφο Μένα Γκονζάλεθ αντίστοιχα. Στη Λα Πας, σημαντική ήταν η επαφή του με μία γυναίκα γνωστή με το κωδικό όνομα Τάνια (πραγματικό όνομα Χάιντι Ταμάρα Μπούνκε). Μέσω αυτής ο Γκεβάρα εξασφάλισε ένα επίσημο έγγραφο, σύμφωνα με το οποίο αποτελούσε διαπιστευμένο μέλος μιας αποστολής του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών που πραγματοποιούσε έρευνα πάνω στις κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις στις αγροτικές περιοχές της Βολιβίας.

Το έγγραφο αυτό του έδινε τη δυνατότητα να ταξιδεύει ελεύθερα σε ολόκληρη τη χώρα. Από τη βολιβιανή πρωτεύουσα μεταφέρθηκε το βράδυ της 6ης Νοεμβρίου, μαζί με τον στενό συνεργάτη του, Αλμπέρτο Φερνάντεζ (κωδικά ονόματα Πάτσο, Πατσούγκο), στην τοποθεσία Νιανκαουασού. Εκεί είχαν φροντίσει τον Ιούλιο του 1966, με τη βοήθεια των αδελφών Ρομπέρτο («Κόκο») και Γκουίντο («Ίντι») Περέδο, να αγοράσουν 1.277 εκτάρια γης, που προορίζονταν για την οργάνωση στρατοπέδου. Η έκταση βρισκόταν στη θέση μιας εγκαταλελειμμένης φάρμας νοτιοδυτικά του διαμερίσματος Σάντα Κρουζ, σε μία σχετικά απομονωμένη και δασώδη περιοχή που περιβαλλόταν από βουνά και πυκνή βλάστηση, 50 μίλια βόρεια της πόλης Καμίρι.

Μια πιθανή εξήγηση για την επιλογή να εγκατασταθεί στα νοτιοανατολικά της Βολιβίας, είναι πως η περιοχή αυτή εξασφάλιζε γρηγορότερη πρόσβαση στην Αργεντινή, στη Βραζιλία, στη Χιλή και στην Παραγουάη. Επιπλέον, η αραιή πληθυσμιακή κάλυψη και η απομόνωση που πρόσφερε η περιοχή ευνοούσε την οργάνωση αντάρτικου στρατού, μειώνοντας τον κίνδυνο να ανακαλυφθεί πριν ξεκινήσει τις επιχειρήσεις του.

Οι πρώτες εβδομάδες του 1967 αφιερώθηκαν κατά κύριο λόγο στην εκπαίδευση των μαχητών και στη δημιουργία υποδομής. Έχοντας μαθητεύσει στο μεγάλο σχολείο των Βιετκόνγκ, ο Γκεβάρα, που πλέον είχε υιοθετήσει το συνθηματικό όνομα Ραμόν, φρόντισε να οργανώσει από την πρώτη στιγμή ένα δεύτερο, εφεδρικό στρατόπεδο, το «Καμπαμέντο ντελ Όρσο» (το Στρατόπεδο της Αρκούδας) και ένα ολόκληρο δίκτυο υπόγειων τούνελ, αποθηκών και κρησφύγετων.

Η δωροδοκία ορισμένων αξιωματικών της Χωροφυλακής μείωνε αποτελεσματικότατα την περιέργεια των τοπικών αρχών, ενώ το καμουφλάρισμα των όλων εργασιών έδωσε την εντύπωση στους περαστικούς αγρότες ότι επρόκειτο για άλλη μία περίπτωση παράνομης κατεργασίας και διακίνησης κοκαΐνης -κάτι διόλου ασυνήθιστο για τα βολιβιανά βουνά. Ήδη, όμως, από τα πρώτα βήματα της εκστρατείας του εμφανίστηκαν αποθαρρυντικά σημάδια, αφού οι Βολιβιανοί παρουσιάστηκαν εξαιρετικά απρόθυμοι να στελεχώσουν το αντάρτικο, ο πυρήνας του οποίου παρέμενε κατά βάση κουβανέζικος.

Ο Γκεβάρα όμως δεν ήταν μόνος σ’ αυτό το δύσκολο ξεκίνημα. Από τη στιγμή που πάτησε τα βολιβιανά βουνά, αποκατέστησε ασύρματη επικοινωνία με τον Κάστρο ο οποίος, παρότι κινδύνευε να επισύρει την οργή της Ουάσινγκτον, έκανε ό,τι μπορούσε για να ενισχύσει την προσπάθεια του παλιού του συντρόφου. Ο Κουβανός ηγέτης πίεζε προσωπικά τον πρώην αντιπρόεδρο της Βολιβίας, Χουάν Λεχίν, ο οποίος, αν και εξόριστος στη Χιλή, ασκούσε καθοριστική επιρροή στους αριστερούς εργάτες των ορυχείων, να συντονίσει το βήμα του με το αντάρτικο του Τσε.

Προς την ίδια κατεύθυνση προσπάθησε, χωρίς αποτέλεσμα όμως, να επηρεάσει τον εξόριστο στο Περού πρώην πρόεδρο της Βολιβίας, Βίκτορ Εντενσόρο. Στο τέλος κλήθηκε στην Αβάνα τον γενικό γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βολιβίας, Μάριο Μόνχε (αλλιώς Εστανισλάο ή Ελ Νέγκρο Μάριο), ο οποίος μετέβη στη Νιανκαουασού για να συναντήσει τους αντάρτες.

Υπό το πρόσχημα της μαζικής πάλης και της αποφυγής ολέθριων τυχοδιωκτισμών, έθεσε ως όρο οποιασδήποτε σύμπραξης την πλήρη υποταγή του αντάρτικου στην πολιτική γραμμή και τη διοίκηση του κόμματος, με αποτέλεσμα να επέλθει η οριστική ρήξη με τον Γκεβάρα. Το αντάρτικο άρχισε τη δράση του έχοντας συγκεντρώσει, στις καλύτερες στιγμές του, μόλις μερικές δεκάδες μαχητές.

Το Μάρτιο του 1967 σημειώθηκαν οι πρώτες επιτυχίες, όταν οι αντάρτες έστησαν ενέδρες και εξολόθρευσαν δυνάμεις του ανοργάνωτου βολιβιανού στρατού. Οι αιχμάλωτοι, αφού ανακρίθηκαν για λίγες μέρες, αφέθηκαν ελεύθεροι για να μεταφέρουν στις μονάδες και στις οικογένειές τους την έκπληξή τους για το επίπεδο οργάνωσης, τη μαχητική ικανότητα και την ανθρώπινη συμπεριφορά των αντιπάλων τους.

Στη Λα Πας οι φήμες οργίαζαν, υπερβάλλοντας κατά πολύ την πραγματικότητα, και ο βολιβιανός Τύπος έκανε λόγο για εισβολή ξένων δυνάμεων και φονικές μάχες. Στις 27 Μαρτίου ο πρόεδρος Μπαριέντος αναγκάστηκε, σε ραδιοφωνικό του μήνυμα, να παραδεχθεί την ύπαρξη του αντάρτικου, αποδίδοντάς το σε «ξένη δύναμη που επιβουλεύεται τη χώρα». Ωστόσο, αρνήθηκε ότι συμμετείχε σε αυτό ο Γκεβάρα, υπολογίζοντας την επίδραση που θα μπορούσε να ασκήσει στον πληθυσμό η είδηση ότι ένας ήρωας της κουβανέζικης επανάστασης πολεμούσε το διεφθαρμένο καθεστώς του στα βουνά της Βολιβίας.

Ο Μπαριέντος δεν ήταν έτοιμος για άμεση αναμέτρηση με τον μικρό, αλλά καλά εκπαιδευμένο και πειθαρχημένο, αντάρτικο πυρήνα του Γκεβάρα. Η τακτική που ακολούθησε είχε στόχο να του εξασφαλίσει τον απαιτούμενο χρόνο, απομονώνοντας και εξαντλώντας ταυτόχρονα τον αντίπαλό του.

Έτσι, κήρυξε τη νοτιοδυτική περιοχή της χώρας, όπου αναπτύχθηκε το αντάρτικο, «Κόκκινη Ζώνη» στρατιωτικών επιχειρήσεων, εκκένωσε ολόκληρες περιοχές από τον αγροτικό τους πληθυσμό, ο οποίος μεταφέρθηκε γρήγορα σε άλλα σημεία, εφάρμοσε αποκλεισμό τροφίμων και εφοδίων και κατέστρεψε τη σοδειά, ακολουθώντας τακτική «καμένης γης».

Στο μεταξύ, οι Η.Π.Α. πήραν στα χέρια τους το στρατιωτικό σκέλος της επιχείρησης εξολόθρευσης του Γκεβάρα. 40 Αμερικανοί στρατιωτικοί ειδικοί, στην πλειονότητά τους βετεράνοι των πολέμων στην Κορέα, το Βιετνάμ και το Κονγκό, δημιούργησαν στρατόπεδο εντατικής εκπαίδευσης 800 μισθοφόρων πρασινοσκούφηδων που μυήθηκαν στα μυστικά του ανταρτοπολέμου και εξοικειώθηκαν με τις πολύ σκληρές συνθήκες της ζούγκλας.

Παράλληλα, οι Αμερικανοί προμήθευσαν το βολιβιανό στρατό με όπλα, πυρομαχικά, ελικόπτερα και ασύρματους, ενώ στις προσπάθειες εντοπισμού του Γκεβάρα συμμετείχε και αμερικανικός κατασκοπευτικός δορυφόρος. Τα πρώτα προειδοποιητικά σύννεφα άρχισαν να συσσωρεύονται το Μάιο, όταν το αντάρτικο είχε τις πρώτες του απώλειες, σε μάχες με περιπόλους του κυβερνητικού στρατού. Σε μία από τις συμπλοκές, συνελήφθη ο Γάλλος δημοσιογράφος και φιλόσοφος Ρεζί Ντεμπρέ, ο οποίος είχε μεταβεί στη Νιανκαουασού στις αρχές Μαρτίου, ενώ νωρίτερα είχε παίξει επίσης ρόλο συνδέσμου με τον Κάστρο.

Ο Ντεμπρέ κατηγορήθηκε για προδοσία του Γκεβάρα και των συντρόφων του κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων, μία κατηγορία που ο ίδιος αρνήθηκε. Οι ενδείξεις για εκ των έσω διαρροών πύκνωσαν, ιδίως έπειτα από την αιφνιδιαστική επίθεση των κυβερνητικών δυνάμεων στο αρχηγείο του αντάρτικου.

Στη μάχη που ακολούθησε, ξεχώρισαν οι στρατιωτικές αρετές του Γκεβάρα και οι κυβερνητικές δυνάμεις εξολοθρεύτηκαν, ωστόσο το κρησφύγετο ήταν πια άχρηστο. Οι αντάρτες μετέφεραν εσπευσμένα το αρχηγείο τους στο εφεδρικό στρατόπεδο «Καμπαμέντο ντελ Όρσο», ενώ η υποψία της προδοσίας άρχισε να επηρεάζει την ατμόσφαιρα μεταξύ των επαναστατών. Υποψίες διοχετεύτηκαν και προς την Τάνια, για την οποία γράφτηκε ότι στρατολογήθηκε από την KGB το 1961 με αποστολή να παρακολουθεί και να αναφέρει διαρκώς τις κινήσεις του Γκεβάρα στους ανήσυχους Σοβιετικούς.

Η αλήθεια όμως είναι ότι η Τάνια, που συμμετείχε στο βολιβιανό αντάρτικο από την πρώτη στιγμή, πήρε μέρος σε πολύ επικίνδυνες αποστολές και έπεσε στο πεδίο της μάχης σε μία από αυτές, τον Αύγουστο, ενώ το καθεστώς Μπαριέντος προσπάθησε να στερήσει από τον Γκεβάρα τις ενδεχόμενες εφεδρείες του στις βολιβιανές πόλεις.

Στις 12 Απριλίου το καθεστώς της χώρας κήρυξε παράνομο το Κομμουνιστικό Κόμμα Βολιβίας και το τροτσκιστικό Επαναστατικό Εργατικό Κόμμα, για να ακολουθήσουν μαζικές συλλήψεις και εκτοπισμοί.

Στις 12 Μαΐου, έπειτα από έντονες εξωτερικές πιέσεις, οι αρχές της Χιλής συνέλαβαν τον εξόριστο ηγέτη των Βολιβιανών εργατών ορυχείων, τον ισχυρότερο δυνάμει σύμμαχο του Γκεβάρα, Χουάν Λεχίν, ο οποίος λίγες μέρες πριν είχε χαρακτηρίσει το αντάρτικο σαν «το μόνο δρόμο για την απελευθέρωση του λαού της Βολιβίας από τον βάρβαρο ζυγό του». Παρά τα προληπτικά μέτρα του καθεστώτος, η βασική σύλληψη του Γκεβάρα για μαζική εξέγερση των πόλεων, που θα συνδυαζόταν με κλιμάκωση του ανταρτοπόλεμου πιέζοντας τη χούντα του Μπαριέντος, άρχισε να διαγράφεται ρεαλιστική στον ορίζοντα στις αρχές Ιουνίου, όταν η Βολιβία συγκλονίστηκε από ένα μεγάλο κύμα εργατικών και φοιτητικών διαδηλώσεων.

Οι εργάτες του Ορούρο, του Χουανίνι και του Κατάρι κήρυξαν γενική απεργία, ενώ οι φοιτητές της Λα Πας προχώρησαν σε καταλήψεις και πορείες με συνθήματα για την πτώση της κυβέρνησης και φωτογραφίες του Γκεβάρα. Ο Μπαριέντος απάντησε επιβάλλοντας κατάσταση πολιορκίας και οι ταραχές πήραν χαρακτήρα ανοιχτής εξέγερσης, καθώς οι εργάτες των ορυχείων κήρυξαν τις περιοχές τους «ελεύθερες ζώνες».

Η εξέγερση καταστάλθηκε ύστερα από επέμβαση του στρατού, στις 24 Ιουνίου, που στοίχισε τις ζωές 21 εργατών, ενώ εκατοντάδες συνδικαλιστές και φοιτητές συνελήφθησαν. Με διχασμένη και αμφιταλαντευόμενη ηγεσία, το κίνημα των πόλεων απέτυχε, αφήνοντας τον Γκεβάρα χωρίς εφεδρείες στους πρόποδες των Άνδεων.

Προς τα τέλη του Ιουλίου η δουλειά των Αμερικανών ειδικών άρχισε να αποδίδει καρπούς. Οι πρασινοσκούφηδες Ρέιντζερ είχαν πια ολοκληρώσει την ταχύρρυθμη εκπαίδευσή τους και βγήκαν στο βουνό. Ο Γκεβάρα ανακάλυψε ότι ο εχθρός τον πολεμούσε με τα ίδια του τα όπλα, ακολουθώντας την τακτική του αιφνιδιασμού.

Στις 30 Ιουλίου γλίτωσε παρά λίγο σε μία ενέδρα, ενώ οι δυνάμεις του εξασθενούσαν από τις απώλειες στο πεδίο της μάχης, την έλλειψη τροφής και φαρμάκων, που τις έκανε ευάλωτες στις αρρώστιες. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη δυστοκία στη στρατολόγηση ντόπιων, είχαν αναπόφευκτα αρνητική επίδραση στο ηθικό των ανταρτών.

Από τον Αύγουστο, το αντάρτικο πέρασε καθαρά σε αμυντικό αγώνα αυτοσυντήρησης, καθώς ο κλοιός του εχθρού έσφιγγε ολοένα και περισσότερο. Στις αρχές του Οκτωβρίου ήρθε το τέλος του Τσε.

Ο Θάνατος του Τσε

Τη νύχτα της 7ης Οκτωβρίου ένας αγρότης διέκρινε κοντά στο χωριό Λα Ιγκέρα, στην περιοχή της χαράδρας Γιούρο, τις φιγούρες μίας ομάδας ανταρτών (συνολικά 17 άνδρες) και έτρεξε να ειδοποιήσει τον τοπικό στρατιωτικό διοικητή και λοχαγό Γκάρι Πράδο Σαλμόν. Ο Γκεβάρα χώρισε τη διμοιρία σε μικρότερες ομάδες, ωστόσο σύντομα αντιλήφθηκαν πως ήταν περικυκλωμένοι. Οι κυβερνητικές δυνάμεις που είχαν κινητοποιηθεί γρήγορα εντόπισαν τους αντάρτες τα χαράματα της 8ης Οκτωβρίου και ακολούθησε μάχη. Η ομάδα του Γκεβάρα, αποτελούμενη από επτά αντάρτες επιχείρησε να οπισθοχωρήσει. Το όπλο του, είτε εξαιτίας εμπλοκής είτε από κάποια εχθρική σφαίρα είχε αχρηστευτεί και ο ίδιος έφερε τραύμα στο κάτω μέρος του ποδιού που τον δυσκόλευε στο περπάτημα.

Υποβασταζόμενος από τον Σιμόν Κούμπα («Γουίλι»), έναν επαναστάτη εργάτη από τα ορυχεία του Χουανίνι, έπεσε τελικά στα χέρια τριών στρατιωτών του Πάρδο. Σύμφωνα με ορισμένες αναφορές, ο Γκεβάρα διέταξε τους στρατιώτες να μην πυροβολήσουν, αποκαλύπτοντας την ταυτότητά του και υπενθυμίζοντάς πως θα τους ήταν πολυτιμότερος ζωντανός. Πιθανόν, όμως, να ήταν και ο Σιμόν Κούμπα εκείνος που απευθύνθηκε στους στρατιώτες.

Την καταδίωξη του Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία παρακολουθούσε από κόντά η CIA, με επικεφαλής τον πράκτορα Φέλιξ Ροδρίγκες (Félix Rodríguez), ο οποίος μετέφερε την πληροφορία της σύλληψής του στο αρχηγείο της υπηρεσίας του και σύντομα μετέβη ο ίδιος στη Λα Ιγκέρα. Μετά από μερικές ανακρίσεις στο σχολείο του χωριού, ο αιχμάλωτος Γκεβάρα δολοφονήθηκε, στις 9 Οκτωβρίου 1967, από τον υπαξιωματικό του βολιβιανού στρατού Μάριο Τεράν (Mario Terán).

Ο συγκεκριμένος αρχικά δίστασε να εκτελέσει την εντολή για τη δολοφονία του αλλά τελικά πυροβόλησε τον αιχμάλωτο, ο οποίος φέρεται να του είπε «Ήρθατε να με σκοτώσετε. Ρίξε, δειλέ, έναν άντρα θα σκοτώσεις». Ο θάνατός του σημειώθηκε λίγο μετά τη 1:00 το μεσημέρι.

Την επόμενη μέρα, οι δημοσιογράφοι που μεταφέρθηκαν εσπευσμένα με στρατιωτικά ελικόπτερα στο Βαγιεγκράντε, αντίκρισαν ξαπλωμένο σε ένα πρόχειρο κρεβάτι, έναν γενειοφόρο άντρα γυμνό από τη μέση και πάνω, με χακί παντελόνι και στρατιωτική ζώνη. Ήταν ο Τσε Γκεβάρα νεκρός. Όχι από τα μάλλον επιπόλαια τραύματα στο πεδίο της μάχης, αλλά από δύο σφαίρες στο σβέρκο.

Ο Τσε, στα 39 του χρόνια, πλήρωσε με τη ζωή του το σχέδιο οργάνωσης αντάρτικου στη Βολιβία, με προοπτική την επέκτασή του και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Ακόμα και νεκρός όμως ο Γκεβάρα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνος για το βολιβιανό καθεστώς που δεν διανοήθηκε να ρισκάρει μία δημόσια ταφή του. Επίσης στον αδελφό του, Ρομπέρτο Γκεβάρα, δεν έδειξαν το πτώμα του, με συνέπεια πολλοί να αμφισβητήσουν αν πέθανε πραγματικά ή μήπως επρόκειτο για μπλόφα των αρχών.

Στην Κούβα, ο Φιδέλ Κάστρο κράτησε αρχικά επιφυλακτική στάση απέναντι στην είδηση του θανάτου του, ωστόσο στις 15 Οκτωβρίου, αποδέχτηκε το γεγονός, μετά από την εμφάνιση φωτογραφικών αποδείξεων, και κήρυξε τριήμερο πένθος στη δεύτερη πατρίδα του Αργεντινού επαναστάτη.

Το πτώμα του Γκεβάρα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Σαν Χοσέ ντε Μάλτα όπου έγινε και νεκροψία, στο πρακτικό της οποίας καταγράφτηκαν συνολικά εννέα πληγές που είχαν προκληθεί από σφαίρες. Σύμφωνα με τη νεκροψία, ο θάνατός του προκλήθηκε από τα τραύματα που έφερε στο θώρακα και την αιμορραγία. Το πτώμα του έπρεπε για τους στρατιωτικούς να χαθεί δίχως κανένα ίχνος και θάφτηκε κρυφά κοντά στο αεροδρόμιο, 30 χλμ. από την Λα Ιγκέρα. Νωρίτερα, στο νοσοκομείο, είχαν κοπεί τα χέρια του, τα οποία διατηρήθηκαν σε φορμόλη προκειμένου να γίνει αργότερα η οριστική αναγνώρισή του.

Το πτώμα του έμεινε στον μυστικό του τάφο μέχρι που ανακαλύφθηκε στις 12 Ιουλίου 1997 στο Βαγιεγκράντε της Βολιβίας. Από κει μεταφέρθηκε στην Κούβα και κηδεύτηκε στη Σάντα Κλάρα, την πόλη που ο ίδιος είχε κατακτήσει το 1958 ανοίγοντας το δρόμο για την τελική νίκη του Κάστρο.

Ανάμεσα στα αντικείμενα του Τσε Γκεβάρα που διέθεταν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους διώκτες του, ανήκε και το ημερολόγιό του, στο οποίο καταγράφονταν τα γεγονότα που σχετίζονταν με τη δράση του αντάρτικου σώματος στο έδαφος της Βολιβίας.

Η πρώτη καταχώρηση σε αυτό έγινε στις 7 Νοεμβρίου του 1966, λίγο καιρό μετά την εγκατάσταση του Τσε στην περιοχή Νιανκαουασού, ενώ η τελευταία καταγραφή σημειώθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1967, μία ημέρα πριν τη σύλληψή του. Στο ημερολόγιο αναφέρεται πώς οι αντάρτες αναγκάστηκαν να προβούν σε επιχειρήσεις πρόωρα, εξαιτίας της ανακάλυψής τους από τον βολιβιανό στρατό. Επίσης καταγράφονταν οι λόγοι για τους οποίους ο Γκεβάρα αποφάσισε να διαχωριστεί η φάλαγγα σε δύο μονάδες, χωρίς να καταφέρουν έκτοτε να έρθουν σε επαφή, περιγράφοντας συνολικά τα αίτια της αποτυχίας του αντάρτικου στρατού.

Το ημερολόγιο τυπώθηκε μετά από ελέγχους της γνησιότητάς του, στις 22 Ιουνίου 1968 στην Κούβα. Η διανομή του έγινε δωρεάν και συγχρόνως δημοσιεύτηκε σε πολλά έντυπα ανά τον κόσμο.

Ο θρύλος του Τσε είναι τεράστιος ακόμα και σήμερα, όπου φέρει σεβασμό τόσο από τους εχθρούς όσο και από τους φίλους της ιδεολογίας του.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: