ΑΠΟΨΕΙΣ

Πολυφίλητη μνήμη!

Γράφει η Χαρούλα Κοτσάνη

Έτσι κι αλλιώς η ώρα είναι περασμένες δώδεκα, η ησυχία της νύχτας προκαλεί σκέψεις που τρέχουν ανεξέλεγκτες στον πολυδιάστατο χώρο/χρονο κι άντε τώρα να τις μαζέψεις μα προπάντων να τις τιθασεύσεις!

Ρεμπίκο: παραγωγή τσίπουρου, φωτο Χρ.Μαλαχίας

Ξάφνου ο ήχος μιας βγαλμένης εξάτμισης από το δίκυκλο του «ντελιβερά», είναι ικανός να σε εκνευρίσει και να ρίξεις και κανένα «μπινελίκι» ξεφεύγοντας κάπως απ΄ τους κανόνες της ευγενούς συμπεριφοράς… ευτυχώς τα μικρά μας κοιμούνται… γιατί όποτε εκείνα εκστομίζουν τα «γνωστά» μπροστά σε άλλους με απορία εγώ κι ο Σπύρος αναφωνούμε « Μα! πού τ΄ ακούνε αυτά τα παλιόλογα; εμείς δεν μιλάμε ποτέ έτσι»!

« Ρασκόν κατσίκι, λογισμέ, σ΄ εκείνον στάσου τον καιρόν,

που σε κολοκασόφυλλον πρωτόπιαμε νερόν…»

Σώσα Πλακίδα

Ήταν απομεσήμερο ενός μακρινού Αυγούστου, όταν μπήκε μέσα στην αυλή ένας ηλικιωμένος αλλά καλοστεκούμενος άντρας, θυμάμαι ακόμα το άσπρο μουστάκι του, αν δε με λαθεύει η μνήμη, τα γαλανά μάτια, το ελαφρώς γερμένο προς τα εμπρός κορμί του και ναι! τώρα μου έρχονται καθαρά οι πολυφορεμένες, σκονισμένες μπλε ερβιέλες του…

«Ε! καλώς τα κάνετε, ώρα καλή σας»! είπε κι απευθύνθηκε στη γιαγιά που έκπληκτη τον κοιτούσε προσπαθώντας να τον αναγνωρίσει… κανείς μας δεν έδειχνε να τον ξέρει… εμείς τα μικρά κοιτούσαμε το όλο σκηνικό από μια άκρη και περιμέναμε τις αντιδράσεις των μεγάλων! «Καλώς τον, κόπιασε, μα… πώς ακούγεσαι; κι από πού έρχεσαι»;

«Από την Μεσσαρέ»! δεν με αναγνωρίζεις πια μήτε κι εσύ…  περάσαν και τα χρόνια, είμαι ο Χρυσόστομος ο Φούτρας ο γιος του Δασκάλου… «κάτι» σαν παράξενη αστραπή φάνηκε στα μάτια της γιαγιάς εκείνη τη στιγμή που έβαλε το χέρι στο μάτι ανεβάζοντας προς τα πάνω τα χοντρά γυαλιά,  για να βγάλει δήθεν ένα μικρό σκουπιδάκι που την ενόχλησε… ποτέ δεν μάθαμε και πως θα μπορούσαμε άλλωστε; τι μνήμες ξύπνησε στη γιαγιά η απρόσμενη επίσκεψη ενός παλιού γνώριμου, ας είναι… κάθισε στην στρωμένη πεζούλα, τον τρατάραμε ένα κουταλάκι βανίλια μέσα σε κρύο νερό, πήρε μια βαθιά ανάσα κι άρχισε την κουβέντα!!

Ω! τι όμορφα που μιλούσε! Τι ιστορίες μας αράδιασε δεν λέγεται κι εκείνη η «γλώσσα» λες κι ερχόταν από αιώνες μακριά κι έφερνε όλη την δροσιά της νιότης του και την φρεσκάδα μιας αλλοτινής εποχής … το ποτήρι ξαναγέμισε από την στάμνα που βρισκόταν δίπλα του στη σταμνοθήκη, είχε στραθκιά ακόμη κι έπρεπε να πάρει δυνάμεις.

Φαινόταν πολύ ευχαριστημένος που βρέθηκε ανάμεσά μας, «για ελάτε μικρά πιο κοντά να ακούσετε κι εσείς μια ιστορία… που μου ‘ρθε στο νου σήμερα καθώς κατέβαινα από τ΄ Αρνοπέζα*». Μιλούσε για πρόσωπα, σόγια ολόκληρα, για σπιτικά και νοικοκυριά θεωρώντας βέβαιο ότι όλους αυτούς όχι μόνο τους γνωρίζαμε αλλά και ότι ανήκαμε όλοι εμείς στην ίδια μεγάλη οικογένεια που κατέχουμε και τα πιο απόκρυφα μυστικά ένας για τον άλλον

Απολείτουργα, να! εκειδά απέναντι στα Κοσοίκια**, ηβρέθει στ΄ αυλογύρι ο Σταμαθκιός κι εκεί που βοτογύριζε στ΄αλάνι της εκκλησάς, φώναξέν του ο Κορφάρης «Πάμε λέει του, να πάρομεν αφ΄των Καράδων μια χιλιάρα μπουκάλα ρακίν που βγάλασιν το πιο καλόν»;

Το χωριό της καλομάνας του, που ΄ξερε την ρουμανίσια κατσικόστρατα. Καλόπιασε τονε μ΄ ένα λουκούμι να τον γλυκάνει. Εχάφτηκέ το όχονου. Συμφωνήσανε για τη στραθκιά δυο μπακιροδεκάρες. Έθεκεν ο Σταμαθκιός το φυλάκιν εις την ράχην με την μπουκάλα κι ένα φελί ψωμί μέσα για το δρόμο. Σταυροκοπηθήκανε και φύανε ορεξάτοι.Μπρος εκείνος αξαπίσω ο Σταμαθκιός.

Ικαριώτικο Φυλάκι, δηλαδή σακίδιο ώμου από δέρμα κατσικιού, εφόδιο των Ικαρίων από αρχαιοτάτων χρόνων!

Καβαζάρανε μάνι – μάνι το αστάχι, χτυπήσανε την πέρα κοστέρα, σύνορα και βοσκοτόπια Περαμαρές – Μεσαρές. Δώκαν του της Σπίθας τ΄ανήφορο, μες στο πυκνό πευκορούμανο του Ράντη.

Άμα φτάσανε όξω αφ΄το σπιτογύρι των Τσελεκατάτων ηκάτσαν σ΄ένα βότσο να πιουν νερό, μοιράσανε και το ψωμί, ξερουμανιάζανε εν ηκαλοχρειάζετο. Παίρει τότε ο Κορφάρης το φυλάκιν να ξεκουράσει τον Σταμαθκιό, βιαστικοί κι ορεξάτοι, μπας προκάμουσιν το καφαρτέ. Δεν αργήσαν να ποσώσουν όξω αφ΄την ποργιά του περιβολιού, εκειδά τους έβαλε σε πειρασμό μια κατάκλιντη βυσσινέ από γιενάμμενα βύσσινα! Σμίξασιν οι θωργιές των σε μια σκέψη και πητικώσαν της, που λέτε, κι εχαύγαν τα συγκούκουτσα!

Σε λίγο πατήσαν το κατώφλι ήσα πά στο τσάκα. Ήσαν ούλοι γύρω στο τραπέζι ταιριασμένοι για το καφαρτέ… – Γεια και χαρά σας!

  • Καλώς κοπιάσατε, για ΄λάτε μικρά κοντά.

Ήσαν και δυο Παπιστάνοι, που απογύριζαν αφ΄τον Άγιο, ήτανε κλητεμένοι σε δίκη.

Όπως κάθονταν ούλοι ένα γύρω, ήκουσε ο Κορφάρης τον Κύρη:

«Ήντα όμορφα πούναι, άμα ΄χομε μουσαφιρέους»!

Δε θα ξεχάσει ποτέ εκείνη την ανθρωπιά.

Ο γεροντολέφτερος Γιάννης αγκάλιασε ένα διπλό ψωμί, ξεφικάρωσε αφ΄το φαρδύ ζωνάρι της βράκας του ένα κοψάρικο τσουπανομάχαιρο και τριπλοσταύρωσέν το. Έκοβγε τας φέτας ίσες μονοβολές, εχτίριαζέ ντας γύρου στο τραπέζι. Ο αδερφός του Νικόλας εφκέρωσεν το μαγεριό από μια χωματοτσουκάλα σε μια ξυλολακανίδα  πούχασκε πά στο τραπέζι με αποξεραμένα καλοκαιρινά τσιφκιά, βασόλια, πιπερές, κολοκυθοπούλουδα, κολοκυθόφετες και πατάτες βραστές φέτες, άκρη καιρού η χειμωνιάτικη κουμπάνια! Αυτό το μαγεριό!!! Θυμάται σαν αδανά τη νοστιμιά του α! και φραγκοπιπερίδια που τραβούσιν και κράσον… στο χέρι τα καλοκαμωμένα αντραχλοξυλοκούταλα βάλανε δουλειά.

Ο Γιάννης καμάρωνε με τον αχώριστο σύντροφο, το σιφούνι πλάι του. «Ε! ώρα του ΄ναι» . Συμμαζόστρεψε την πουλιαρέ μακρέ μουστάκα ντου μ΄ ένα σινιάλο κι αγάλια – αγάλια ρούφαν.  Έδωκέν του και κατάλαεν. «Ε! το βλοημένο, αίμα να γίνεται»! αναφώνησε νικητήρια! Βοτογύριζε, που λέτε στο τραπέζι το σιφούνι, ήρτε κι αράδα του Σταμαθκιού σαν πιο μικρό. Απλώνει και σφιχταγκαλιάζει με τα αδύναμα χεράκια του το σιφούνι και σμίξαν τα χείλη του απά στο ρουξούνι…

« Ε! μικρό έχετε και στραθκιάν»! ντράπηκεν ολίγο ως φαίνεται, είχε σπίξει παραπάνω μα είχε αφήκει και του Κορφάρη πούταν πλάι του. 

Σταυροκοπηθήκαν κι ευχαρίστησάν τους για τα μουσαφερλίκια. Καλόθεκαν τη μπουκάλα το ρακίν μες στο φυλάκι, πέρασε ο Σταμαθκιός το φυλάκι στη ράχη και φύανε στα γλήορα μην τους παντήσει η νύχτα…

Ξεπέρασαν όμορφα και καλά το ρουμάνι. Κι εκειδά στα πιο κακόβολα, που κάνει μια λουβάδα ο Βουτσιδές, λέει του ο Σταμαθκιός:

 « Έν το παίρνεις λίον, να με ξεκουράσεις»;

« Ε, μπάμε όμορφα έτσεδα; Εν τω πας μπάρε μου όσαμε το ρυάκι, που παίρομε τα ίσα»;

« Άχου, κουράστηκα, εγώ θα σε προσέχω από κοντά»…

Περνά το στη ράχη, μαύρη ώρα νάταν. Αγκαλιάζει, από πίσω κι αυτός τον κώλο του φυλακιού κι ηκουλούθαν του. Εκεδά σ΄ένα σκαλί, αποψήλωσέν το ο διάολος με το ράιν του. Κι άξαφνα ο θεός φυλάξει, ο κώλος του φυλακιού κι ο δικός του βροντούσιν απανωτά σε κείνο το διαολόσκαλο. Μπήει μια φωνή: «Παναΐα μου»! ήταν πια αργά …  Μάνι – μάνι αποθέτει και βάλει το χέρι μες στο φυλάκι. Πιάνει την μπουκάλα όπως ημπόρει και βγάζει την μισή γερή.

                   «Ά! Να που κόπην μπάρε μου κι όμορφα».

«Τον κακό σου φλάσκον ήταν παράτση, καλομπούλωσέ την ίσα βάστα την κι όσο πάρει»!

Αναποδογύρισε το φυλάκι την ξεχείλισε, το υπόλοιπο επλαντάκα μες στο φυλάκι, ας εβρώμα και προβιές… Εβάστα το φυλάκι περαντάρι κι ηκολούθαν τον. Άμα ξεπεράσανε το πέρα πλάι που θα ξανοίανε το χωριό νάσου κι αναφαίνει ο μάστρο Γιώργης ο Κατσάς, όπου απογυρίζετο για το ίδιο χωριό, τ΄ Αρνοπέζα. Κοντοσταθήκανε λίγο σαν να γυρεύγαν του βοήθεια. Ηθώρει μια τον Κορφάρη και μια το Σταμαθκιό κι ήρχετον κοντά… Χαμπάρισε τη ζημιά, χτυπά του κι η μυρουδιά, λόλανεν τον και καρατάριζε από πού να βάλει χέρι. Καλοσκέφτηκε και λέει των:«Βρε μικρά, για να δω έχει τίποτα απομείνει»;

Αυτοδά καρτέραν ο Κορφάρης για να ξαλαφρώσει… και τότε ο Γιώργης συμμαζώνει το άνοιγμα του φυλακιού, χτένισεν τα δασά μουστάκια του με τα χοντροδάχτυλα, δάγκασεν τα κι αναποδογύριζεν λάου – λάου το φυλάκιν. Κόλλησε το στο στόμα και ρούφαν με βαθιά αναγαλιάσματα, που ραξουνόσταζε το ρακίν στο γιλέκον του όσαμε την βράκαν του… με μια βαθιά βροντερή ανάσα αποστράγγισέ το που εν έμεινε ούτε δράγκα, θα ήτο πάνω από οκάν ρακί…

«Βρε μικρόν,  λέει του Σταμαθκιού που ηβάστα ακόμα τη μισόγεμη και κομμένη μπουκάλα, να, για φέρε μια ρουφέ μόνο, μια να ξεμυρίσει το στόμα». « Άχου! το ρούφηξε κι αυτό, Παναΐα μου θα σκάσει»! έτσι ξαλάφρωσε και το Σταμαθκιό…

« Να! εν ηπίεν τίποτε χαμένο, ήντα χολομανάτε; Εν ήτο σόι και για καφενέ, βρώμαν και προβιές. Και να πεις του κύρη σου πως ήπιε το ο φίλος του ο Γιώργης. Και την αδιαπάνω Κυργιακή, που θα κατάω στη λειτουργιά να κλησαστώ, έννοια του θα το πλερώσω».

Την άλλη μέρα που μαθεύτηκε, βούηξεν ούλη η Μεσσαρέ: πως ο Γιώργης ρούφηξεν των μικρών ούλο το ρακίν. Ήτο ψέμα ή αλήθεια πως τα ξαλάφρωσε;

Ένας μουσαφίρης πέρασε κάποτε απ΄ την αυλή μας κατακαλόκαιρο… κι έμεινε η θύμησή του κάτω από τον ίσκιο της συκαμινιάς σαν σε όνειρο!


*Αρνοπέζα: ερειπωμένο χωριό, παλαιός οικισμός πάνω από το Φραντάτο Ικαρίας,

**Κοσοίκια: χωριό στην περιοχή Μεσαριά Ικαρίας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: