ΑΠΟΨΕΙΣ

199 Χρόνια από την άλωση της Τριπολιτσάς

Μιλάμε για μια από τις κορυφαίες στιγμές της Επανάστασης του 1821, κατά την οποία αναδείχθηκε ο στρατηγικός νους του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Από τις πρώτες μέρες του εθνικού ξεσηκωμού, ο Κολοκοτρώνης είχε συλλάβει την ιδέα της πολιορκίας και της άλωσης της Τριπολιτσάς (σημερινής Τρίπολης), επειδή κατείχε στρατηγική θέση και ήταν το διοικητικό κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Μοριά. Στην Τριπολιτσά είχε την έδρα του ο Μόρα-Βαλεσί, ο στρατιωτικός διοικητής της Πελοποννήσου, με όλο το χαρέμι και τα πλούτη του, εκεί ζούσε ο μισός τουρκικός πληθυσμός της Πελοποννήσου και την υπερασπιζόταν σημαντικός αριθμός ενόπλων σωμάτων. Με λίγα λόγια ήταν μια επικίνδυνη εχθρική εστία, η οποία εάν δεν εξουδετερωνόταν θα ήταν μια διαρκής απειλή για τις επαναστατημένες επαρχίες της Πελοποννήσου.

Η πολιορκία (από τις αρχές Ιουνίου 1821) και εν τέλει η άλωση (23 Σεπτεμβρίου 1821) της Τριπολιτσάς αποτέλεσαν καθοριστικό σταθμό στην πορεία της Ελληνικής Επανάστασης, δεδομένου ότι είχαν ως αποτέλεσμα τη σταθεροποίησή της και την επικράτηση των Ελλήνων σε όλη την Πελοπόννησο, πλην ορισμένων φρουρίων.

Η Τριπολιτσά πριν την Άλωση

Η Τριπολιτσά εκείνη την εποχή ήταν το σημαντικότερο διοικητικό, στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο της Πελοποννήσου με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, καθώς ήλεγχε τις οδούς προς τις άλλες μεγάλες πόλεις της Πελοποννήσου. Η σημερινή πρωτεύουσα της Αρκαδίας ιδρύθηκε ως Τρίπολις περίπου τον 14ο αιώνα στη θέση τριών ερειπωμένων οικισμών: της Μαντίνειας, της Τεγέας και των Αμυκλών ή του Παλλαντίου και ήδη από το 1786 ήταν έδρα του βιλαετιού του Μοριά με διοικητή τον Πασά του Μορέως.

Οι Έλληνες είχαν δοκιμάσει να την πολιορκήσουν για πρώτη φορά το 1770 κατά τα Ορλωφικά που όμως έληξαν άδοξα και οδήγησαν στη σφαγή του ελληνικού πληθυσμού.

Γεγονότα πριν από την πολιορκία

Η Τριπολιτσά προστατευόταν από τείχος μήκους 3,5 χλμ., ύψους περίπου 4 μ. και πάχους 2 μ. στη βάση και ενός περίπου πιο πάνω. Είχε πύργους με διπλές πολεμίστρες, και τριάντα κανόνια, λίγα από τα οποία ήταν σε καλή κατάσταση. Το τείχος, που είχε επτά πύλες, δεν ήταν σε κλασικό κυκλικό σχήμα.

Η Τριπολιτσά κατά την Οθωμανική περίοδο

Υπήρχε επίσης ένα μικρό τετράγωνο φρούριο στο εσωτερικό του τείχους, σε ένα νοτιοδυτικό ύψωμα, ακρόπολις τρόπον τινά. Παρά την οχύρωσή της αυτή, η Τριπολιτσά ήταν περισσότερο ευάλωτη από τα υπόλοιπα κάστρα της Πελοποννήσου, γιατί βρισκόταν καταμεσής μιας πεδιάδας, γιατί το τείχος ήταν φτιαγμένο από απλές χωρίς ενίσχυση πέτρες αλλά κυρίως επειδή δεν μπορούσε να ελπίζει σε οποιαδήποτε υποστήριξη από θαλάσσης.

Σύμφωνα με τα δεδομένα διαφόρων ιστορικών πηγών, οι κάτοικοι της πόλης πριν από την επανάσταση, ανέρχονταν περίπου σε 15.000, εκ των οποίων οι 7.000 ήταν Έλληνες και οι 1.000 ήταν Εβραίοι. Μια άλλη εκτίμηση φέρει στην πόλη 13.000 Έλληνες, 7.000 Τούρκους καθώς και 400 Εβραίους, ενώ έτερη εκτίμηση αναφέρει πως οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν περίπου το 1/4 του συνολικού πληθυσμού της πόλης.

Μόλις άρχισαν οι εχθροπραξίες, οι Έλληνες έφυγαν και πολλοί Τούρκοι κατέφυγαν στην Τριπολιτσά, όπως και σε άλλες οχυρές πόλεις, με συνέπεια να διπλασιαστεί ο πληθυσμός της και να φτάσει στους τριάντα χιλιάδες κατοίκους τουλάχιστον. H πόλη δεν είχε επάρκεια τροφίμων και παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες κατέστρεψαν τα υδραγωγεία, τα νερά των πηγαδιών της πόλης ήταν άφθονα και πόσιμα.

Portrait of Hurshid Pasha 2.jpg
Ο Χουρσίτ Πασάς σύ μφωνα με προσωπογραφία της εποχής

Διοικητής της Πελοποννήσου στην περίοδο της κήρυξης της επανάστασης ήταν ο Χουρσίτ Πασάς, απασχολημένος όμως τον καιρό εκείνο εναντίον του Αλή πασά στην Ήπειρο. Άρα όταν ξεκίνησε η πολιορκία, ο Χουρσίτ, που δεν ήταν στην πόλη, έστειλε στην Τριπολιτσά 3.500 στρατιώτες υπό τον Κεχαγιάμπεη, ενός εκ των διοικητών της πόλης. Ο άλλος ήταν ο καϊμακάμης Σελίχ Μεχμέτ. Η δύναμη των ενόπλων της πόλης με την ενίσχυση του Πασά έφτανε στους 10.000 άντρες. Ο στρατός αυτός όμως ήταν ετερόκλητος, καθώς αποτελούνταν από Αλβανούς, Ασιάτες και Πελοποννήσιους Οθωμανούς.

Πριν ακόμη εκραγεί η Επανάσταση είχαν έλθει στην Τριπολιτσά αρκετοί αρχιερείς και προεστοί, ύστερα από διαταγή των Τούρκων οι οποίοι είχαν πληροφορίες για την σχεδιαζόμενη εξέγερση, με κάποια πρόφαση διοικητικών ρυθμίσεων. Έμειναν εκεί ως όμηροι σε όλο το διάστημα της πολιορκίας, υπό μαρτυρικές συνθήκες διαβίωσης.

Τη στρατηγική σημασία της κατάληψης της Τρίπολης περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον είχε κατανοήσει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και χάρη στην επιμονή του οι Έλληνες απέφυγαν την πολυδιάσπαση που είχε προταθεί από άλλους οπλαρχηγούς, που στόχευαν στα μικρά μεσσηνιακά κάστρα και επικεντρώθηκαν σε έναν μεγάλο και κεντρικό στόχο, που θα βοηθούσε στον ουσιαστικό έλεγχο της Πελοποννήσου. Είχαν άλλωστε προηγηθεί οι νίκες του στο Βαλτέτσι (12 Μαΐου) και στα Δολιανά (18 Μαΐου).

Εντός των τειχών βρίσκονταν συγκεντρωμένοι περισσότεροι από τριάντα χιλιάδες άμαχοι Τούρκοι, Εβραίοι καθώς και αρκετές χιλιάδες ενόπλων. Όταν η κατάσταση των πολιορκημένων έγινε δύσκολη από την έλλειψη τροφίμων αλλά και από τις συνεχόμενες ήττες των τουρκικών στρατευμάτων σε μάχες στο Λεβίδι, στο Βαλτέτσι, στα Δολιανά και στη Γράνα, ορισμένοι από αυτούς άρχισαν ιδιωτικές διαπραγματεύσεις με τους πολιορκητές για την ασφαλή έξοδό τους από την πολιορκημένη πόλη. Μέχρι την τελευταία στιγμή, οι πλουσιότερες οικογένειες προσέγγιζαν οπλαρχηγούς και με το κατάλληλο αντίτιμο εξαγόραζαν την προστασία τους φεύγοντας από την Τριπολιτσά, αρκετοί με τα κινητά τους υπάρχοντα.

Σε αναφορές της εποχής φαίνεται ότι οι Μαυρομιχαλαίοι, η Μπουμπουλίνα, ο Κολοκοτρώνης και οι υπόλοιποι οπλαρχηγοί κατάφεραν να κάνουν περιουσίες μέσα σε λίγες μέρες με αυτές τις «κατάπτυστες δοσοληψίες». Ως μοναδική εξαίρεση σε αυτό το όργιο χρηματισμού αναφέρεται ο Νικηταράς, ενώ με ξεχωριστή συμφωνία έφυγαν οι Αλβανοί της πόλης για την Ήπειρο, υπό την προστασία του Κολοκοτρώνη. Την συμφωνία αυτή βέβαια θέλησε να παραβιάσει ο Ανδρέας Λόντος, επειδή οι Αλβανοί αυτοί είχαν λεηλατήσει την Βοστίτσα, ενώ εμποδίστηκε και από τον Πλαπούτα.

Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, οι Έλληνες προσπαθούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους για το μοίρασμα των λαφύρων. Όταν έπεφτε η πόλη, οι στρατιώτες, οι οποίοι δεν είχαν πληρωθεί από την αρχή της πολιορκίας, θα λάμβαναν τα τρία τέταρτα της λείας ενώ το υπόλοιπο ένα τέταρτο θα πήγαινε στο Εθνικό θησαυροφυλάκιο. Η μοιρασιά μεταξύ των ανδρών θα ήταν ισότιμη, αφού η οπισθοφυλακή θα λάμβανε όσα και η εμπροσθοφυλακή. Μερίδια βέβαια είχαν προβλεφθεί ακόμα και για τις οικογένειες των νεκρών κατά τη διάρκεια της μάχης, ενώ θεσπίστηκαν ειδικές αμοιβές για κάθε αιχμάλωτο Τούρκο.

Η πολιορκία
Τέσσερα μεγάλα σώματα πολιορκητών σχημάτιζαν ημικύκλιο γύρω από την Τριπολιτσά. Το αριστερό κατείχε ο Κολοκοτρώνης με 2.500 άντρες, το δεξιό ο Γιατράκος με 1.500, το κέντρο με 1.000 ο Αναγνωσταράς και πίσω από το δεξιό και το κέντρο βρισκόταν ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης με 1.500 άντρες. Οι δρόμοι προς το Άργος και το Λεοντάρι φυλάγονταν από 150 και τριακόσιους άντρες αντίστοιχα. Αρχιστράτηγος ανακηρύχθηκε ο Πετρόμπεης υπό την υπέρτατη ηγεσία του Δημητρίου Υψηλάντη, αλλά πραγματικός αρχηγός ήταν ο Κολοκοτρώνης.

Μέχρι τον Αύγουστο λάμβαναν χώρα ακροβολισμοί μεταξύ των εμπολέμων, στους οποίους υπερτερούσαν οι Έλληνες όταν είχαν ν’ αντιμετωπίσουν το πεζικό των Τούρκων. Αλλά κι όταν επετίθετο το ιππικό τους, αποσύρονταν στους πρόποδες των βουνών και πάλι προξενούσαν βλάβη στους Τούρκους προστατευμένοι από την μορφολογία του εδάφους. Τον Αύγουστο μαθεύτηκε ότι ο Κιαμήλμπεης θα μετέφερε ενισχύσεις και πολεμοφόδια στην επίσης πολιορκούμενη Κόρινθο. Ο Κολοκοτρώνης διέταξε κι ανοίχθηκε τάφρος (γράνα) πάνω στον δρόμο που θ’ ακολουθούσαν οι Τούρκοι, αλλά ο Κιαμήλμπεης δεν βγήκε τελικά.

Βγήκαν όμως στις 10 Αυγούστου πάνω από τέσσερις χιλιάδες Τούρκοι και συγκέντρωσαν άφθονα τρόφιμα από τα γύρω χωριά. Στην επιστροφή τους προσβλήθηκαν από τους ενεδρεύοντες στην τάφρο Έλληνες, υπέστησαν βαριές απώλειες και όλες οι τροφές και τα ζώα έπεσαν στα χέρια των πολιορκητών. Η μάχη αυτή, της Γράνας λεγόμενη, έφερε σε απόγνωση τους πεινασμένους ήδη Τούρκους. Στα τέλη του Αυγούστου έφτασε από την Μασσαλία με πλοίο του ο Σκωτσέζος φιλέλληνας Thomas Gordon (Τόμας Γκόρντον), με Έλληνες και φιλέλληνες εθελοντές, τρία πυροβόλα και εξακόσια τουφέκια. Ο κλοιός στένευε και προκειμένου να αποφευχθεί η αιματοχυσία, ο Υψηλάντης πρότεινε παράδοση της πόλης υπό ευνοϊκούς όρους. Οι Τούρκοι όμως την απορρίψαν.

Στις 26 Αυγούστου διαδόθηκε η φήμη ότι ο τουρκικός στόλος έφερνε στην Πάτρα 10.000 στρατιώτες για απόβαση, ενώ στην πραγματικότητα είχε μόνο 1.000 Αλβανούς. Δεδομένου βέβαια ότι υπήρχε ο φόβος ότι τα στρατεύματα αυτά θα ενίσχυαν την πολιορκούμενη Τριπολιτσά, ο Υψηλάντης εξεστράτευσε στον Κορινθιακό κόλπο με 500 άντρες του Κολοκοτρώνη, μεταξύ των οποίων ο ανιψιός του Αποστόλης και οι γιοι του Πάνος και Γενναίος. Ο Οθωμανικός στόλος αγκυροβόλησε στη Ζάκυνθο, εφοδιάστηκε από τις ουδέτερες Αρχές του νησιού και στις 7 Σεπτεμβρίου κατέπλευσε στην Πάτρα. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου έγινε απόβαση 700 Αλβανών του στόλου, οι οποίοι μπήκαν στο εγκαταλελειμμένο Αίγιο και το κατέκαψαν, ενώ διασκορπίστηκαν σε όλη την επαρχία λαφυραγωγούντες.

Στις 19 Σεπτεμβρίου ο τουρκικός στόλος έπλευσε προς το Γαλαξίδι, όπου αιχμαλώτισε 34 πλοία, κατέστρεψε τα υπόλοιπα, έσφαξε λίγους γέροντες που είχαν μείνει στην πόλη και την έκαψε. Τελικά όμως ο στόλος δεν ανακούφισε τους πολιορκημένους της Τριπολιτσάς. Σκοπός του ήταν να διευκολύνει την μετάβαση στρατευμάτων προς την Πελοπόννησο αλλά η εκστρατεία αυτή απέτυχε λόγω της ήττας των Τούρκων στην μάχη των Βασιλικών. Εν τω μεταξύ παραδόθηκαν στους Έλληνες τα φρούρια της Μονεμβασιάς και του Ναβαρίνου.

Οι στρατιωτικές ήττες έκαναν τους εντός της Τρίπολης Οθωμανούς να διαιρεθούν σε τρεις φατρίες: τους εντόπιους Τούρκους με αρχηγό τον Κιαμήλμπεη, τους Τούρκους που είχαν έλθει από την Ασία με αρχηγούς τον Κεχαγιάμπεη και τον Καϊμακάμη, και τους Αλβανούς που είχε στείλει ο Χουρσίτ -τέσσερις χιλιάδες κατά τον Φωτάκο- και είχαν αρχηγό τους τον Ελμάσμπεη. Κατά τον Τρικούπη, η πρώτη ομάδα ζητούσε ασφάλεια, η δεύτερη τιμή και η τρίτη χρήματα. Και οι τρεις έβλεπαν κάθε αντίσταση μάταια, αφού έμαθαν ότι ηττήθηκε στα Βασιλικά η βοήθεια που ερχόταν από ξηράς. Αλλά οι μεν, περί τον Κεχαγιάμπεη, Οθωμανοί της Ασίας πρότειναν έξοδο και διαφυγή προς το Ναύπλιο, οι Αλβανοί όμως δεν ήθελαν να διακινδυνεύσουν κατά την έξοδο (ξέροντας μάλιστα ότι αν έφευγαν οι υπόλοιποι θα έρχονταν εύκολα σε συμφωνία με τους Έλληνες), οι δε εντόπιοι Τούρκοι δεν ήθελαν να διακινδυνεύσουν την ασφάλεια των οικογενειών τους και ήταν συνεπώς υπέρ ενός συμβιβασμού, βασιζόμενοι και στις σχέσεις τους με τους Έλληνες προκρίτους. Οι Ασιάτες και οι Αλβανοί δεν είχαν οικογένειες να φροντίσουν.

Όντας πλέον δύσκολα τα πράγματα για την πόλη πήρε μπρος η μαύρη αγορά, που την διαχειρίζονταν κατά κύριο λόγω οι Αλβανοί, που πουλούσαν τρόφιμα και νερό. Οι Έλληνες πολιορκητές φαίνεται ότι επίσης επιδίδονταν σε πώληση προϊόντων εντός της πόλης ιδίως κατά τις νυχτερινές ώρες.Οι Έλληνες έδιναν στους πολιορκούμενους τρόφιμα και έπαιρναν όπλα και πολύτιμα αντικείμενα. Οι οπλαρχηγοί ήξεραν για αυτές τις συναλλαγές αλλά έκαναν τα στραβά μάτια γιατί οι περισσότεροι Έλληνες ήταν άοπλοι. Όπως λέει ο Φωτάκος, μερικοί πολεμούσαν «με τη βουκέντρα του βοδιού τους».

Οι υπέρ του συμβιβασμού Τούρκοι υποκίνησαν τις γυναίκες, κάτι που συνηθιζόταν στους Οθωμανούς σε περιόδους κρίσεως, κι έτσι στις 6 Σεπτεμβρίου συγκεντρώθηκαν αυτές κάτω από το σαράι και απαιτούσαν έντονα συμβιβασμό γιατί πέθαιναν από την πείνα και την δίψα. Σε σύσκεψη που έγινε αμέσως μετά, ο Κεχαγιάμπεης αναγκάστηκε να υποχωρήσει κι αποφασίστηκε να γίνουν προς τους Έλληνες προτάσεις συμβιβασμού μέσω των αρχιερέων και προεστών που κρατούνταν ως όμηροι στην Τρίπολη.

Λόγω του θερμού και υγρού καιρού και των εκατοντάδων νεκρών που θάβονταν πρόχειρα μέσα και γύρω από την πόλη, ξέσπασε επιδημία τύφου που αφάνισε μεγάλο μέρος των πολιορκημένων αρχικά. Με την άλωση η επιδημία εξαπλώθηκε και στους Έλληνες και κατά ορισμένες εκτιμήσεις το χειμώνα του 1821 πέθανε το 1/4 του πληθυσμού της Πελοποννήσου. Τα περιστατικά της επιδημίας περιγράφει μεταξύ άλλων ο Πολωνός ιατρός Kutzowski που συνόδευε τον Υψηλάντη.

Οι αρχιερείς και οι πρόκριτοι ήταν στην αρχή απλώς σε περιορισμό μέσα στην πόλη. Στις αρχές όμως Απριλίου οι Τούρκοι αφόπλισαν και φυλάκισαν δεκαοκτώ σωματοφύλακες των ομήρων που είχαν μπει μαζί τους στην πόλη, ενώ στις 16 Απριλίου αποκεφάλισαν τον ανιψιό ενός προεστού και έναν από τους ανθρώπους τους ως συνεννοούμενους με τους πολιορκητές. Αμέσως μετά το πλήθος των Τούρκων όρμησε κατά των ομήρων αλλά αποκρούστηκε από την φρουρά. Στις 17 Απριλίου οι όμηροι φυλακίστηκαν «εις καθησύχασιν του όχλου» αλλά την επομένη δολοφονήθηκαν οι δεκαοκτώ σωματοφύλακες προκειμένου να ελευθερωθεί η αλυσίδα στην οποία ήταν δεμένοι ώστε στη συνέχεια να δεθούν σ’ αυτήν οι ιερωμένοι.

Οι όμηροι έζησαν πέντε μήνες σε τραγικές συνθήκες και όταν τους αποφυλάκισαν οι Τούρκοι για να τους χρησιμοποιήσουν στις διαπραγματεύσεις, είχε πεθάνει ήδη ένας μητροπολίτης και ένας διάκονος. Έξι ακόμη πέθαναν αμέσως μετά την αποφυλάκιση σε μια μόνο μέρα και δύο ύστερα από λίγο. Οι Τούρκοι δικαιολογήθηκαν ότι τους είχαν φυλακίσει για να τους προστατεύσουν από τον όχλο και τους υπαγόρευσαν επιστολές προς τους πολιορκητές. Όταν οι Τούρκοι κατάλαβαν ότι πλησιάζει η κατάληψη της πόλης, έδειξαν μεταμέλεια για τη μεταχείριση των ομήρων και άρχισαν να περνούν έξω από τη φυλακή, να τους χαιρετούν και να τους επισκέπτονται. Ζήταγαν απ’ τους φυλακισμένους να μή δείξουν μνησικακία γιατί ό,τι συνέβη ήταν «ταξιράτι» (πεπρωμένο) και ζήταγαν να πουν καλά λόγια γι’ αυτούς.

Οι επίσημες διαπραγματεύσεις

Οι διαπραγματεύσεις γίνονταν με επιστολές, αλλά αυτές ήταν απειλητικές περισσότερο παρά συμβιβαστικές. Οι Τούρκοι καλούσαν τους Έλληνες να καταθέσουν τα όπλα και να επικαλεστούν το έλεος του Σουλτάνου, διαφορετικά θα πωλούνταν όπως άλλοτε πουλήθηκαν οι Σέρβοι προς τρία γρόσια ο άνθρωπος. Ρωτούσαν τέλος τί ζητούσαν. Οι Έλληνες απάντησαν ότι διασφαλίζουν τη ζωή και την τιμή των Τούρκων και ότι τους επιτρέπουν να μεταβούν αλλού. Οι Τούρκοι ζήτησαν συνάντηση πληρεξουσίων, οι πολιορκητές συμφώνησαν και έγινε ανακωχή.

Αμέσως ξεχύθηκε πλήθος πεινασμένων γυναικών και παιδιών από την πόλη. Οι Αλβανοί που στέκονταν στις πύλες τους απογύμνωναν από ό,τι είχαν. Οι Έλληνες δέχτηκαν τους πρώτους που βγήκαν, αλλά τουφέκιζαν και απωθούσαν το δεύτερο κύμα εξερχομένων. Ταυτόχρονα όμως τους απωθούσαν και οι Τούρκοι πυροβολώντας από τα τείχη. Τελικά αφέθηκαν όσοι είχαν βγει από τα τείχη να μένουν στα μετόπισθεν του στρατοπέδου, στον δρόμο προς Καλάβρυτα και να διατρέφονται όπως μπορούσαν.

Στις 15 Σεπτεμβρίου στήθηκε σκηνή στην πεδιάδα έξω από την πόλη, κατά τον Άγιο Αθανάσιο, όπου προσήλθαν οι πληρεξούσιοι των τριών φατριών για διαπραγματεύσεις με τους Έλληνες. Η ελληνική πλευρά επανέλαβε τις προηγούμενες απαιτήσεις της και οι Τούρκοι επέστρεψαν στην πόλη για συνεννοήσεις. Έγινε και δεύτερη συνάντηση, κατά την οποία οι Τούρκοι ζήτησαν να τους δοθούν 1800 ζώα για να μεταφερθούν ένοπλοι στους Μύλους του Ναυπλίου και 40 ευρωπαϊκά πλοία για να τους περάσουν σε ασφαλή τόπο. Οι Έλληνες δέχτηκαν την μεταφορά των Τούρκων με τα πλοία, αλλά αόπλων.

Δήλωσαν ότι τους άφηναν την (κινητή) περιουσία τους, αλλά ζητούσαν πενήντα εκατομμύρια γρόσια για την καταστροφή της Πελοποννήσου ως πολεμική αποζημίωση. Σε τρίτη συνάντηση δεν επήλθε συμφωνία και οι εχθροπραξίες άρχισαν ξανά. Ήταν η ώρα της άλωσης.

Από τα χαράματα της 23ης Σεπτέμβρη όλη η Τριπολιτσά ήταν σε μεγάλη αναστάτωση: οι Αλβανοί ετοιμάζονταν να βγουν ενώ οι Πελοποννήσιοι Τούρκοι συζητούσαν για νέες διαπραγματεύσεις με τους Έλληνες. Συνέπεια αυτής της αναστάτωσης ήταν να μείνει αφρούρητο το κανονοστάσιο της πύλης της Ναυπλίας. Σύμφωνα με τον Τρικούπη, τις εννέα η ώρα το πρωί πενήντα άντρες, με δική τους πρωτοβουλία, ανέβηκαν στο τείχος πατώντας ο ένας στους ώμους του άλλου, άνοιξαν την πύλη και ύψωσαν την ελληνική σημαία. Οι Τούρκοι σήμαναν συναγερμό, οι Έλληνες άνοιξαν κι άλλες πύλες, κι όρμησαν όλοι μέσα στην πόλη. Από αυτούς που «εισεπήδησαν το τείχος» ο Τρικούπης αναφέρει μόνο το όνομα του αγωνιστή Παναγιώτη Κεφάλα.

Η άλωση της Τριπολιτσάς - Η μεγάλη επανάσταση
Το σύνθημα της άλωσης από τον γέρο του Μοριά

Κατά τον Φιλήμονα πρωτεργάτης της άλωσης ήταν ο Εμμανουήλ Δούνιας και κατά τον Φωτάκο οι Εμμανουήλ Δούνιας και ο Σπετσιώτης Αυραντίνης. Αυτοί είχαν συνδεθεί με φιλία με ένα Τούρκο πυροβολητή που τους ανεβοκατέβαζε συχνά στο τείχος με σχοινιά. Επωφελούμενος της αναστάτωσης της ημέρας ο Δούνιας ανέβηκε πάλι με σχοινί που του έρριξε ο Τούρκος φίλος του, τον συνέλαβε και κάλεσε με χειρονομίες τους Έλληνες που βρίσκονταν κοντά, οι οποίοι ανέβηκαν στο τείχος όπως περιγράφει και ο Τρικούπης. Ύστερα έστρεψε τα πυροβόλα κατά της πόλης και άρχισε να κτυπά το σαράι.

Παραπλήσια, ή με συνδυασμό των δύο εκδοχών, ή κάπως διαφορετικά, αφηγούνται τα γεγονότα οι άλλοι συγγραφείς. Κατά τον Τούρκο ιστορικό Αχμέτ Δζεβδέτ πασά, οι πολιορκητές μπήκαν στην πόλη όταν άνοιξαν οι πύλες για να βγουν οι Αλβανοί. Όταν οι Έλληνες κατάφεραν να πλημμυρίσουν την πόλη, οι Αλβανοί συγκεντρώθηκαν όλοι στο σαράι, αμέτοχοι των συγκρούσεων, επικαλούμενοι τη συνθήκη που είχαν κάνει. Παρά το ότι η συνθήκη αυτή μπορούσε να θεωρηθεί άκυρη μετά την άλωση, ο Κολοκοτρώνης φρόντισε για την ασφαλή αποχώρησή τους υπό τον Πλαπούτα που τούς είχε δοθεί ως όμηρος, παραδίδοντάς τους και την αποσκευή τους που ήταν στην φύλαξή του.

Η σφαγή που ακολούθησε την κατάληψη της πόλης από τον στρατό του Κολοκοτρώνη ήταν τρομακτική: επί τρεις ημέρες οι Έλληνες σφαγίαζαν τους αμάχους Τούρκους και Εβραίους, τις γυναίκες, τα παιδιά και τα βρέφη, αφού προηγουμένως τους βασάνισαν, τους εκπαραθύρωσαν, τους έκαψαν και τους λεηλάτησαν. Υπολογίζεται ότι θανατώθηκαν 2.000 Εβραίοι και 30.000 Τούρκοι.

Οι Τούρκοι προσπάθησαν βέβαια ν’ αντισταθούν αλλά μάταια. Μερικοί κλείστηκαν στην Μεγάλη Τάπια, την ακρόπολη δηλαδή, άλλοι στο τουρκικό σχολείο και πολλοί οχυρώθηκαν στα σπίτια τους. Ελάχιστοι παραδόθηκαν. Οι περισσότεροι σκοτώθηκαν ή «εκάησαν μέσα εις αυτά με της φαμίλιαις των παρά να παραδοθούν εις τους δούλους των». Ο Δελήμπασης (αρχηγός του ιππικού) του Χουρσίτ έβαλε φωτιά στο σαράι για να κάψει τα χαρέμια αλλά οι Έλληνες πρόλαβαν να σβήσουν την φωτιά και οι γυναίκες των πασάδων παραδόθηκαν στην φύλαξη του Πετρόμπεη. Όλοι οι Τούρκοι αρχηγοί αιχμαλωτίστηκαν, αλλά το πλήθος των Τούρκων έμελλε να σφαγεί ανηλέητα.

Ήτον ημέρα καταστροφής, πυρκαϊάς, λεηλασίας και αίματος. Άνδρες, γυναίκες, παιδία, όλοι απέθνησκαν……η δε δίψα της εκδικήσεως κατεσίγαζε την φωνήν της φύσεως. Εν ταις οδοίς, εν ταις πλατείαις, παντού δεν ηκούοντο ειμή μαχαιροκτυπήματα, πυροβολισμοί, πάταγοι κατεδαφιζομένων οικιών εν μέσω φλογών, φρυάγματα οργής και γόοι θανάτου εστρώθη το έδαφος πτωμάτων……εφαίνοντο δε οι Έλληνες ως θέλοντες να εκδικηθώσιν εν μια ημέρα αδικήματα τεσσάρων αιώνων. Οι δε εν Τριπολιτσά Εβραίοι……όλοι κατεστράφησαν.

Η αφήγηση της σφαγής κατά τον Τρικούπη

Γυναίκες…νεανίδες…βρέφη…νέοι, γέροντες, άντρες, ανάμικτοι κατέκειντο θέαμα βαρυπενθές, και οιονεί διεμαρτύροντο κατά της διαιρούσης την ανθρωπότητα πολιτικής τυραννίας και θρησκευτικής ετεροδοξίας. Ιδίως δε η εκ της πύλης των Καλαβρύτων μέχρι του σατραπείου λεωφόρος από λιθοστρώτου μετεσχηματίσθη, ιν’ είπωμεν, εις πτωματόστρωτον, και ουθ’ ο πεζός, ουθ’ ο ίππος επάτει επί της γης, αλλά επί πτωμάτων.

Η αφήγηση του Φιλήμων

Και οι αυτόπτες μάρτυρες

Κολοκοτρώνης : «Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη…Το ασκέρι όπου ήτον μέσα, το ελληνικό, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, τριάνταδύο χιλιάδες… Ένας Υδραίος έσφαξε ενενήντα… Όταν εμβήκα εις την Τριπολιτσά με έδειξαν εις το παζάρι τον πλάτανο οπού εκρέμαγαν τους Έλληνας, αναστέναξα και είπα: «Άϊντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάστηκαν εκεί». Και εδιέταξα και τον έκοψαν· επαρηγορήθηκα και δια τον σκοτομόν των Τούρκων.»

Φωτάκος : «Ακόμα και τώρα έρχεται στο νού μου το λιάνισμα και το τρίξιμο των κοκκάλων και ανατριχιάζω. Τους επαρακάλεσα να παύσουν την σφαγή αλλά δεν εκατόρθωσα τίποτα, μάλιστα εφοβήθηκα μη μου δώσουν και εμένα καμία πληγήν. Τόσην ήτο η μέθη των δια να σκοτώνουν Τούρκους…»

Raybaud (ο μόνος αυτόπτης από τους ξένους συγγραφείς): «σ’ ένα μόνο νόμο υπάκουαν, σ’ αυτόν της καταστροφής· σ’ ένα σύνθημα, της σφαγής».

Πλην του Φωτάκου «πολλοί καπεταναίοι και άλλοι Έλληνες από φιλανθρωπίαν ήθελαν να σώσουν κανένα Τούρκον». Κατά τον Raybaud οι Κολοκοτρώνης και Γιατράκος προσπάθησαν να σταματήσουν την σφαγή και οι Ρόδιος, Πάτροκλος και κάποιοι Πελοποννήσιοι χωρικοί έσωσαν Τούρκους. Μάταιες όμως ήταν οι προσπάθειες των αρχηγών. Τρεις μέρες κράτησε η σφαγή και η λεηλασία. Στις 26 Σεπτεμβρίου, για να σταματήσει το κακό, ο Κολοκοτρώνης διόρισε αστυνόμο τον Ανδρέα Παπαδιαμαντόπουλο και του έδωσε 200 άνδρες ώστε «να περιέρχεται έσωθεν της πολιτείας εις τους δρόμους και εις τα οσπήτια και εις ταις πόρταις δια να μη ακολουθούν αταξίαι, αρπαγαί, και φερσίματα αλλόκοτα από τους ατάκτους, τους οποίους να παιδεύη αυστηρώς».

Την τρίτη μέρα θανατώθηκαν όσοι Τούρκοι είχαν καταφύγει πεινασμένοι στο στρατόπεδο των Ελλήνων πριν από την άλωση. Η δε λεηλασία ήταν τόσο δεινή «ώστε αι πλείσται των οικιών εγυμνώθησαν και αυτής της ξυλώσεώς των».

Ο αριθμός των ελληνικών απωλειών κατά την άλωση ποικίλλει κατά τους συγγραφείς : από 100 έως 700. Εξ ίσου μεγάλη αμφισβήτηση υπάρχει για τον αριθμό των Τούρκων και Εβραίων που εξοντώθηκαν. Οι αριθμοί του Κολοκοτρώνη και του Παπατσώνη (32.000 και 30.000) θεωρούνται υπερβολικοί. Ο Τρικούπης και ο Φιλήμων υπολογίζουν τα θύματα σε 10.000, αριθμό που ο Σιμόπουλος θεωρεί πλησιέστερο προς την αλήθεια.

Οι θεατές της σφαγής

Περίπου εκατό Ευρωπαίοι αξιωματικοί παρακολούθησαν τις σφαγές στην Τριπολιτσά. Ο William St. Clair, ο οποίος αναφέρει στο βιβλίο του πολλούς αξιωματικούς αυτόπτες μάρτυρες αναφέρει: «Πολύ πάνω από δέκα χιλιάδες Τούρκοι πέθαναν. Αιχμάλωτοι τους οποίους υποπτευόταν οι Έλληνες ότι έκρυβαν τα χρήματά τους βασανίστηκαν βίαια. Τους ξερίζωσαν χέρια και πόδια και τους σούβλισαν αργά πάνω σε φωτιές. Άνοιγαν τις κοιλιές των εγκύων γυναικών, τους έκοβαν τα κεφάλια και έβαζαν κεφάλια σκυλιών ανάμεσα στα πόδια τους. Από την Παρασκευή ως την Κυριακή ο αέρας ήταν γεμάτος από κραυγές. Ένας Έλληνας καυχάτο ότι έσφαξε ενενήντα αμάχους.

Οι Eβραίοι της πόλης υπέστησαν συστηματικούς βασανισμούς …

Επί εβδομάδες μετά λιμοκτονούντα παιδιά Τούρκων που έτρεχαν αβοήθητα μέσα στα χαλάσματα σφαγιάσθηκαν και πυροβολήθηκαν από ενθουσιώδεις Έλληνες…

Όλα τα πηγάδια μολύνθηκαν από τα πτώματα που είχαν πέσει μέσα».

Η περιγραφή αυτή είναι απόσπασμα αναφοράς που έδωσε ο Γκόρντον στον Βρετανό υγειονομικό υπάλληλο Jos. Thomas στη Ζάκυνθο το Νοέμβριο του 1821.

Στην ίδια αναφορά προσθέτει ως υστερόγραφο: «Ξέχασα να αναφέρω ότι όλοι οι Εβραίοι κάτοικοι της Τριπολιτσάς, περίπου χίλιοι, … βασανίστηκαν και μετά κάηκαν ζωντανοί χωρίς καμία εξαίρεση».

Ο ιστοριοδίφης Κ. Σιμόπουλος χαρακτηρίζει την αναφορά του Γκόρντον ως «συρροή ανακριβειών». Οι ωμότητες που περιγράφει – με τα κεφάλια σκύλων κτλ – ήταν αποκλειστικά τουρκικές πολεμικές συνήθειες. Εξ άλλου είναι εξακριβωμένο ότι οι περισσότεροι Τούρκοι φονεύθηκαν με πυροβολισμούς διότι λόγω της θανατηφόρας επιδημίας που είχε ενσκήψει στην πόλη, οι Έλληνες φοβούνταν να τους πλησιάσουν.

Ο εκ των θεμελιωτών του φιλελληνικού κλίματος στην Δυτική Ευρώπη, περιηγητής και ιστορικός Φρανσουά Πουκεβίλ δε διστάζει να γράψει ότι «μονάχα αν βάλει κανείς στον νου τους τις χειρότερες βιβλικές καταστροφές όπου σφάζανε ακόμη και τα κατοικίδια ζώα, θα έχει μια πιο πιστή εικόνα της σφαγής της Τριπολιτσάς».

Κατά την άλωση, μεταξύ άλλων σφαγιάστηκε ο προεστός της Τριπολιτσάς Σωτηράκης ή Σωτήρος Κουγιάς που βρισκόταν με την οικογένειά του στην πόλη. Ο Κουγιάς (που σκοτώθηκε από τον οπλαρχηγό Γ. Δαγρέ) θεωρήθηκε ένοχος για προδοσία, όπως αναφέρει ο Φωτάκος, ενώ ο Ν. Σπηλιάδης διαψεύδει αυτή την κατηγορία. Η σύζυγος του Κουγιά επέζησε.

Κατά τον Π. Πατρών Γερμανό, που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για παράδοση της πόλης, κατά την άλωση σκοτώθηκαν και 200 Αλβανοί, ενώ πλήθος γυναικόπαιδα μουσουλμάνων διασκορπίστηκαν στην Πελοπόννησο ως αιχμάλωτοι. Επίσης αναφέρει τη διάσωση των προκρίτων Τούρκων και των χαρεμιών τους. Ο ίδιος δεν αναφέρεται σε γενική σφαγή.

Η είδηση στις ευρωπαϊκές εφημερίδες

Η είδηση της άλωσης της Τριπολιτσάς απασχόλησε τις ευρωπαϊκές εφημερίδες από το τέλος Νοεμβρίου 1821 έως και τον Ιανουάριο του 1822. Διάφορες εφημερίδες έδιναν διαφορετικές εκτιμήσεις και κρίσεις των γεγονότων ανάλογα με τις πολιτικές τους τοποθετήσεις. Γενικά οι βρετανικές εφημερίδες είχαν την τάση να υπερβάλουν τον αριθμό των Τούρκων θυμάτων και να ασκούν πολεμική εναντίον της Επανάστασης. Για παράδειγμα, η Courier μιλάει για «οπαδούς των Ελλήνων» (στη Βρετανία) οι οποίοι είναι «ακούραστοι συνήγοροι της καταστροφής» και «αρχιερείς της αναρχίας». Αναφέρει ότι σκοπός τους είναι να υπονομεύσουν τη μοναρχία και να δημιουργούν δυσαρέσκεια στο λαό εναντίον των κυβερνώντων. Η γαλλική εφημερίδα Le Constitutionnel αντικρούει τις φήμες που διασπείρονται από τους Άγγλους με άρθρο της που αναδημοσιεύεται στην αυστριακή Allgemeine Zeitung. Αναφέρει ότι οι Τούρκοι είχαν εξοντώσει τον χριστιανικό πληθυσμό της πόλης πριν την Άλωση και γι’ αυτό, φοβούμενοι την εκδίκηση, προέβαλαν πεισματική αντίσταση και δεν παραδόθηκαν. Προσθέτει ότι οι περισσότερες Τουρκάλες επέλεξαν να πεθάνουν στο πλευρό των ανδρών τους μέσα στα καιγόμενα σπίτια διότι σύμφωνα με τον μουσουλμανικό νόμο δεν θα μπορούσαν να ζήσουν και πάλι με μουσουλμάνο, αν γίνονταν αιχμάλωτες. Αναφέρει ότι οι γυναίκες των χαρεμιών είχαν καλή μεταχείριση αφού τέθηκαν υπό την προστασία του Κολοκοτρώνη. Αυτή η είδηση της Constitutionnel είναι σύμφωνη με μια πρώιμη ελληνική πηγή που γράφηκε πριν αρχίσει η συζήτηση περί την άλωση.

Στις γερμανόφωνες εφημερίδες συναντώνται διάφορες ασυνήθιστες εκδοχές των γεγονότων, όπως ότι την αρχηγεία στην έφοδο είχε ο Π. Πατρών Γερμανός, ότι πριν την επίθεση όλος ο ελληνικός στρατός έλαβε μέρος σε μια εορταστική λειτουργία και γεύμα παρόμοιο με αυτά που περιγράφονται στην Ιλιάδα, ακόμα και ότι ο Γερμανός πέρασε τα τείχη με θαυματουργό τρόπο. Αυτά περιλαμβάνονται σε μια λεγόμενη «Έκθεση των Ελληνικών Αρχών», η οποία ανατυπώθηκε και από άλλους (π.χ. J. Curtius) και σήμερα πιστεύεται ότι είναι πλαστή.

Παρουσίαση των γεγονότων έγινε από την Oesterreichischer Beobachter («Αυστρ. Παρατηρητής», Βιέννη) της οποίας εμπνευστής ήταν ο Metternich. Η εφημερίδα γενικά χαίρεται για τις νίκες των Τούρκων και εύχεται ήττα των Ελλήνων. Ανάμικτη είναι η κάλυψη από την Allgemeine Zeitung που δημοσιεύει ειδήσεις με διαφορετικές οπτικές. Γενικά, η κάλυψη των γεγονότων δείχνει ότι οι ευρωπαϊκές εφημερίδες της εποχής είχαν μεγάλο ενδιαφέρον για την Ελληνική Επανάσταση.

Αποτελέσματα

Σύμφωνα με τον Φιλήμονα «τα αποτελέσματα της αλώσεως της Τριπόλεως επήλθον μέγιστα ως προς τους Έλληνας». Η Επανάσταση εφοδιάστηκε με 11.000 όπλα, εμψυχώθηκε και απέκτησε όνομα στο εξωτερικό. Οι ισχυρότεροι πολεμιστές της Πελοποννήσου νικήθηκαν και όλη η χερσόνησος, πλην λίγων φρουρίων, περιήλθε στους Έλληνες.

Ο Gordon μιλά για τον «ενθουσιασμό που η κατάληψη της Τριπολιτσάς ενέπνευσε στους Έλληνες».[

Κατά τον Απόστολο Βακαλόπουλο «Η άλωση της Τριπολιτσάς τονώνει πολύ το ηθικό των Πελοποννησίων…από τη στιγμή εκείνη η επανάσταση όχι μόνο εξυψώνεται στη συνείδηση όλων των Ελλήνων, αλλά και προχωρεί ουσιαστικά και παίρνει πια καθολικότερο χαρακτήρα».

Σταθμό «για την εδραίωση και την πορεία του Αγώνα» θεωρεί την πτώση της Τριπολιτσάς ο Βασίλης Σφυρόερας.

Κατά τον Περικλή Θεοχάρη «η πτώσις της Τριπολιτσάς, μετά από έξάμηνον πολιορκίαν, υπήρξε αποφασιστική για την εδραίωσιν και την εξέλιξιν του Αγώνος…δημιουργούσε αυτοπεποίθησιν στους αγωνιστές, που τώρα μπορούσαν ευκολώτερα να κτυπήσουν τα άλλα φρούρια, όσα βρίσκονταν ακόμη στα χέρια των Τούρκων, και ανέβαζε το ηθικό τους, καθώς είχε πια εξουδετερωθή η κυριότερα εστία της τουρκικής αντιστάσεως. Με τα λάφυρα εξ άλλου, στα οποία περιλαμβάνονταν 11.000 όπλα, μπόρεσαν να οπλισθούν πολλοί αγωνισταί» ώστε η επανάσταση να πάρει πλέον διαστάσεις.

Η άποψη του Κωστή Παπαγιώργη απηχεί αυτές του Σπηλιάδη και Σιμόπουλου ως προς τις συνέπειες -και την αναγκαιότητα- της σφαγής : «Εντούτοις αυτό που θεωρήθηκε εθνική ντροπή ήταν στην πραγματικότητα μια εθνική ανάσταση -έστω και ανόσια. Μόνο με την άλωση της Τριπολιτσάς οι ραγιάδες μυήθηκαν στο βαθύτερο νόημα του πολέμου που είχαν κηρύξει. Δεν υπήρχε πλέον κανένα περιθώριο συμβιβασμού ανάμεσα στους δύο λαούς. Ο πόλεμος θα έφτανε μέχρις εσχάτων. Μέσα στην πρωτάκουστη αιματοχυσία και στο λύθρο οι επαναστάτες έπαιρναν ουσιαστικά το αληθινό πολεμικό βάπτισμα. Και βέβαια δεν χρειάζεται να δικαιολογούμε τις μαύρες σκηνές που εκτυλίχθησαν στους δρόμους και στα σπίτια της πρωτεύουσας με το μένος αιώνων κατά του τυράννου. Οι Μοραΐτες μετρούσαν μόλις έναν αιώνα σκλαβιάς. Είχαν όμως ανάγκη μια κατάσταση απόλυτου ασυδοσίας για να ανακτήσουν την φυλετική τους αυτοπεποίθεση. Και την ανέκτησαν με μια αθεμιτουργία που δεν βρήκε ποτέ τον υμνητή της. Το νεοσύστατο κράτος είχε ανάγκη την προβολή ηρωϊκών θυσιών γι’αυτό το Μεσολόγγι απέβη εθνικό σύμβολο ενω η Τρίπολη αποσιωπήθηκε».

Ως προς τα υλικά οφέλη της Επανάστασης, ο Φωτάκος ομολογεί ότι υπήρξαν μηδαμινά (πλην του οπλισμού που πέρασε όμως στα χέρια των ατάκτων, όχι του Δημοσίου δηλαδή) -και το δικαιολογεί. Κατά τον Παπαρρηγόπουλο «πάσα η λεία διηρπάγη μηδαμώς χρησιμεύσασα εις τας κοινάς του έθνους ανάγκας». Ο Υψηλάντης, όταν επέστρεψε στην Τριπολιτσά, ζήτησε να καταθέσουν όλοι «μέρος των λαφύρων διά τον σχηματισμόν δημοσίου ταμείου» μάταια βέβαια. Ήδη «οι μαργαρίται επωλήθησαν διά της οκάδος ως άλλοι φάσηλοι [φασόλια]».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: