Μετάβαση στο περιεχόμενο

Περιηγητές και Χαρτογράφοι στην Ικαρία

Γράφει η Λεωνόρα Νάβαρι (kaliterilamia)

Ταξιδιώτες για την Ικαρία; Η ιδέα είναι από μόνη της παράδοξη. Αυτό το νησί ίσως είναι το μοναδικό από τα κατοικημένα που σπάνια επισκέφθηκαν οι ταξιδιώτες. Παρ’ όλα αυτά σαν παρουσία μπορεί να συναγωνιστεί στις χαρτογραφικές απεικονίσεις και πιο σημαντικά νησιά όπως την Κω, τη Νάξο, τη Σαντορίνη και την Τήνο, που τα επισκέπτονταν συχνότερα οι ταξιδιώτες και τα περιέγραφαν.

Χάρτης της Ικαρίας, υδατογραφία από πρωτότυπο του 1420. Στον φλωρεντίνο Κρστόφορο Μπουεντελμόντι οφείλουμε την πρώτη περιγραφή της Ικαράις μετά την Αρχαιότητα. Είναι πιθανό να αποβιβάβστηκε στο νησί . Αναφέρει δύο οχυρωμένες πόλεις στην κορυφή του βουνού και τον φάρο στο φανάρι, στο ανατολικό ακρωτήριο και δύο ονομαστά προϊόντα, το μέλι και το άφθονο λευκό κρασί ( Φωτ:«ΤΟΠΟΣ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ» ΤΟΜΟΣ 1ΟΣ, ΕΚΔ. «ΟΛΚΟΣ»).

Έτσι η Ικαρία παρουσιάζει ένα ειδικό πρόβλημα στην ελληνική ιστορία της χαρτογραφίας και των ταξιδιών. Συνεχώς σχεδιαζόταν και παρουσιαζόταν σε χάρτες και ταξιδιωτικά βιβλία ήδη από τον 15ο αιώνα. Και όμως, παρ’ όλη την πληθώρα των απεικονίσεων, παρατηρείται μια έλλειψη αλλά και σύγχυση πληροφοριών. Το παράδοξο μπορεί να ξεδιαλύνει, αν επισημανθούν δυο παράγοντες. Η γεωγραφική μορφή του νησιού και το γεγονός ότι βρίσκεται στην άκρη του Ικαρίου Πελάγους μεταξύ Κυκλάδων και της Μικράς Ασίας. Το πέλαγος αυτό έπρεπε να το διαπεράσουν τα καράβια που κατευθύνονταν στη Χίο ή τη Σάμο από την πλευρά των Κυκλάδων και το νησί της Ικαρίας συνιστούσε ένα επικίνδυνο πέρασμα. Τα σύννεφα στα βουνά της ενέπνεαν φόβο στους ναυτικούς βλέποντας την ακόμα και από την Έφεσο σύμφωνα με τα λεγόμενα του Buondelmonti, τον 15ο αιώνα, και του Βενετσιάνου καπετάνιου Gasparo Tentivo στα τέλη του 17ου, όπου το νησί περιγράφεται σαν «αφερέγγυο στους ναυτικούς».

Ο προσανατολισμός της Ικαρίας είναι ασυνήθιστος, όπως εκτείνεται από τα νοτιοδυτικά προς τα βορειοανατολικά περίπου σε μήκος 37° και πλάτος 26°. Μέχρι πρόσφατα το νησί είχε αγκυροβόλια περισσότερο παρά λιμάνια και κανένα ασφαλές, γιατί είναι ανοιχτό στους ισχυρούς ανέμους. Το εύφορο μέρος του νησιού είναι το βορεινό, ενώ το νότιο είναι βραχώδες και απρόσιτο. Επειδή οι επικρατούντες άνεμοι στο Αιγαίο είναι βορειοδυτικοί τον χειμώνα και βορειοανατολικοί το καλοκαίρι, τα καράβια που πλέουν από τις Κυκλάδες προς τη Σάμο και την μικρασιατική ακτή, πλέουν πάντα κατά μήκος της νότιας πλευράς, που είναι γεμάτη από απόκρυμνα βουνά. Για τον λόγο αυτό πολύ πρώιμοι ταξιδιώτες νόμιζαν πως το νησί ήταν εντελώς άγονο. Το βεβαιώνει μια από τις λίγες αναφορές ενός αυτόπτη ταξιδιώτη, του Άγγλου Charles Perry.

Ο Perry στα τέλη της δεκαετίας του 1730 πλέοντος στο ανατολικό Αιγαίο αναγκάστηκε να αγκυροβολήσει στην άκρη του νησιού, στο ακρωτήριο Πάππα, ίσως κοντά στο Καρκινάγρι ή κάτω από τον Μαγκανίτη, όπου πέρασε τέσσερις ημέρες πάνω στο πλοίο του. Περιγράφει την περιοχή ως βραχώδη και ακαλλιέργητη και με καλό κυνήγι πέρδικας. Ο Perry αναφέρει ότι όταν το πλήρωμα ήλθε σε επαφή με τους κατοίκους, αυτοί του έφεραν στο πλοίο κρέας και σταφύλια. Ο Εγγλέζος όμως δεν μπορούσε να καταλάβει πού οι Ικαριώτες βρήκαν αυτά τα τρόφιμα, εφόσον του φαινόταν φυσικό να μην υπήρχαν αγροτικές καλλιέργειες στο νησί. Η πρώτη περιγραφή της Ικαρίας μετά την ύστερη αρχαιότητα ανέρχεται στον 15ο αιώνα. Οφείλεται στον Φλωρεντινό Cristoforo Buondelmonti, που πέρασε έξι χρόνια της ζωής του, πριν το 1420 ταξιδεύοντας στο Αιγαίο. Πιθανόν ο Buondelmonti, που ισχυριζόταν ότι επισκέφθηκε όλα τα νησιά που περιγράφει, να αποβιβάστηκε στο νησί. Η περιγραφή του είναι σύντομη. Αναφέρει δύο οχυρωμένες πόλεις στην κορυφή του βουνού στο εσωτερικό και κάνει μνεία του φάρου στο Φανάρι, στο ανατολικό ακρωτήριο του νησιού. Αναφέρει επίσης δυο ακόμη προϊόντα που παράγει το νησί. Το ονομαστό μέλι και το άφθονο λευκό κρασί. Η περιγραφή του Buondelmonti επαναλαμβάνεται ασταμάτητα από άλλους μεταγενέστερους περιηγητές και χαρτογράφους. Ο πρώτος στη σειρά είναι ο Bartolomeo Dalli Sonetti στο βιβλίο του για τα νησιά του 1485, και στο ειδικό σονέτο του για την Ικαρία παραθέτει τις περισσότερες πληροφορίες του Buondelmonti.

Είναι μακριά, στενή και απόκρυμνη

χωρίς λιμάνια και κίνδυνος να κατέβεις.

Ολόγυρα σχεδόν βράχια σπαρμένη

και στη βουνοκορφή δύο καστέλια είναι

με μέλι καλό και άφθονο κρασί.

Στη θάλασσα κοντά, προς την ανατολή,

υψώνεται ένας πύργος…

Χαρτογράφοι

Αν και ο dalli Sonetti πήρε την περιγραφή της Ικαρίας από τον Buondelmonti, η απεικόνιση του νησιού που παραθέτει, φαίνεται ότι του ανήκει. Ο dalli Sonetti ισχυρίζεται ότι πέρασε πολλά χρόνια ταξιδεύοντας στο Αιγαίο κατά διαταγήν των Βενετών και ότι σχεδίασε τους χάρτες των νησιών του ο ίδιος. Το σχεδιάγραμμα του νησιού επαναλαμβανόταν με λίγες παραλλαγές συνέχεια στους επόμενους αιώνες. Τον 16ο αιώνα σχεδιάστηκαν χάρτες της Ικαρίας από τον Bordone (1528) και τον Rosaccio (1598). Ο Χάρτης του Bordone ξεκάθαρα στηρίζεται στον dalli Sonetti ,ενώ του Rosaccio στου Bordone, αλλά πιο παραστατικά. Το κείμενο του Rosaccio αναφέρει ότι το νησί έχει αφθονία προβάτων και σταριού. Και αυτές οι πληροφορίες επαναλήφθηκαν από τους μεταγενέστερους, αλλά η πηγή τους είναι άγνωστη.

Ο Rosaccio και ο Bordone αποτελούν τα πρωτότυπα για όλες τις μεταγενέστερες παραστάσεις της Ικαρίας με πολύ λίγες εξαιρέσεις. Τον 17ο αιώνα ο Matal (1601) ο Beauvau (1619) και ο Peeters (1690) ακολουθούν τον Rosaccio, ενώ το σχέδιο του Bordone το ακολούθησαν ο Boschini (1658), ο Mallet (1683) και ο Coronelli (1688), ο οποίος επίσης δίνει μια καταγραφή των λεγομένων «βενετικών βαρονιών» της Ικαρίας.

Τον 18ο αιώνα ο Losor (1713) και ο Myllar (1729) εξακολουθούσαν να αναπαράγουν τον Rosaccio. Ο μέγας χαρτογράφος Ortelius επίσης παρήγαγε έναν μικρό ένθετο χάρτη της Ικαρίας βασισμένο στο πρωτότυπο σχέδιο του dalli Sonetti. Αυτός ο χάρτης αντιγράφτηκε από τον Janssonius το 1638 και δημοσιεύθηκε σε πολυάριθμους άτλαντες κατά τον 18ο αιώνα. Μόνο λίγοι χαρτογράφοι παρουσιάζουν διαφορετικά την Ικαρία. 0 πρώτος φαίνεται να είναι ο Laurenberg, που δημοσίευσε ένα χάρτη του νησιού το 1660 στο βιβλίο του του Graecia Antiqua, σε έκδοση του Samuel Pufendorf. Τοποθετεί ένα λιμάνι ονομαζόμενο Ιστι στο δυτικό ακρωτήριο του νησιού. Τον Laurenberg μιμήθηκε ο Francesco Piacenza, που υποστηρίζει ότι παρήγαγε τα χαρτογραφικά του σχέδια των νησιών του Αιγαίου στο βιβλίο του L’ Egeo Redivivo, 1688, και επίσης ότι επισκέφθηκε όλα τα νησιά που περιγράφει. Αν αυτό είναι αλήθεια σημαίνει ότι ο Piacenza υπήρξε ένας από τους λίγους ταξιδιώτες που επισκέφθηκε την Ικαρία.

Πάντως το σχέδιο του είναι πολύ αφρόντιστο. Ο Piacenza επαναλαμβάνει την αυτήκοη διήγηση του Thevenot σχετικά με τις γυναίκες της Ικαρίας, οι οποίες διαχειρίζονται τα οικονομικά της οικογένειας και βάζουν στην τσέπη τους τα χρήματα των συζύγων τους αμέσως μόλις αυτοί τα κερδίσουν. Η χειραφετημένη γυναίκα της Ικαρίας ήταν πολύ γνωστή σε όλο το Αιγαίο και η συμπεριφορά της αυτή αναφέρεται και από τον Εγγλέζο Sandys το 1610.

Σύγχυση

Εξαιτίας της απουσίας καλών αγκυροβολίων, πολύ λίγοι ταξιδιώτες πραγματικά αποβιβάστηκαν στο νησί. Οι περισσότεροι αναφέρουν εν παρόδω το νησί, μολονότι το περιγράφουν σαν να το είχαν επισκεφθεί. Και από εδώ αναδύεται ένα άλλο πρόβλημα. Η σύγχυση της Ικαρίας (Νικαριά) με τη Νίσυρο ή Καρύα (από το όνομα του λιμανιού της). Αυτό το λάθος συναντάται ήδη το 1536 σε μια περιγραφή του Denis Possot, ενός προσκυνητή που ταξίδεψε στους Αγίους Τόπους το 1532. Αναφέρεται σε ένα νησί ονομαζόμενο «Νίσαρε ή Καρύα» και δίνει την τυπική περιγραφή της Ικαρίας, μακριά και γεμάτη βουνά. Η διήγηση του για τα θερμά λουτρά αφήνει κάποιον να νομίσει ότι πράγματι μιλάει για την Ικαρία, εκτός απ’ ότι αναφέρει για το ηφαίστειο στο κέντρο του νησιού και τη γεύση θειαφιού στο πόσιμο νερό. Αυτή η σύγχυση των δύο νησιών επαναλαμβάνεται από αρκετούς μεταγενέστερους ταξιδιώτες. Στα 1575 ο Andre Thevet, που έγραψε την «Κοσμογραφία του Λεβάντε», συγχέει τη Νίσυρο με την Ικαρία, πιθανώς γιατί δεν κατάλαβε καλά τον Possot. Το ίδιο λάθος συναντάται και στον Thevenot, που δημοσίευσε τα ταξίδια του το 1665. Ενώ περιγράφει το νησί σωστά, λέγει ότι οι Ικαριώτες κατέβαλαν τη φορολογία στον Σουλτάνο σε σφουγγάρια και περιγράφει γαμήλια έθιμα που πρέπει να ανήκουν στην Κάλυμνο. Οι Thevet και Thevenot προφανώς δεν επισκέφθηκαν την Ικαρία, αλλά πήραν τις πληροφορίες τους από προγενέστερα έργα.

Έγκυρες περιγραφές

Το μόνο έργο για την Ικαρία των νεότερων χρόνων που βασίζεται καθαρά σε πληροφορίες από πρώτο χέρι είναι το βιβλίο του αρχιεπισκόπου Σάμου Ιωσήφ Γεωργειρίνη, που το δημοσίευσε στα αγγλικά στο Λονδίνο το 1678. Ο Γεωργειρίνης επισκέφθηκε την Ικαρία εξαιτίας των εκκλησιαστικών του υποχρεώσεων. Λέγει ότι οι Ικαριώτες είναι πολύ καλοί ναυπηγοί, ότι φορούν υποδήματα με λεπτό δέρμα (φύλλο χαλκού! στο κείμενο) και ότι κοιμούνται στο δάπεδο γιατί δεν έχουν κρεβάτια (Πράγματι οι Ικαριώτες προτιμούσαν το δάπεδο, ακόμα και όταν τους προσφερόταν κρεβάτι, λέγοντας ότι είναι πιο υγιεινό να κοιμούνται έτσι). Ο αρχιεπίσκοπος πάντως, απελπισμένα έψαχνε σ’ όλο το νησί ένα κρεβάτι για να περάσει τη νύχτα. Ο Γεωργειρίνης φέρνει στην επιφάνεια ένα άλλο παράδοξο. Λέγει για τους Ικαριώτες «έχουν λίγα, και δεν τους λείπει τίποτε. Είναι οι φτωχότεροι, αλλά και οι ευτυχέστεροι σ’ όλο το Αιγαίο. Η περιουσία τους είναι ελάχιστη, αλλά η ελευθερία και η ασφάλεια τους μεγάλη».

Φωτιγραφία 1

Οι πληροφορίες του Γεωργειρίνη χρησιμοποιήθηκαν από τον χαρτογράφο Petrus Schenk, ο οποίος σχεδίασε τον χάρτη της Σάμου και τον δημοσίευσε στα τέλη του 17ου αιώνα. Η πρώτη έγκυρη περιγραφή της Ικαρίας από ξένο ταξιδιώτη στο νησί συναντάται στο έργο του Josef Pitton de Tournefort, ο οποίος γνώριζε πολλά για το Αιγαίο, ώστε να καταλάβει ότι οι πληροφορίες του Thevenot ήταν λαθεμένες.

Στα 1701 ο Tournefort προσπάθησε δυο φορές να αποβιβασθεί στο νησί, αλλά οι σφοδροί άνεμοι τον έσπρωξαν πίσω στη Μύκονο. Εκεί συνάντησε έναν ιερέα, ο οποίος του έδωσε μερικές πληροφορίες για την Ικαρία και του ανέφερε μερικά χωριά, όπως την Αράθουσα, το Πλουμάρι και το Περδίκι. Κάνει λόγο για την καθαρότητα της ελληνικής γλώσσας στο στόμα των Ικαριωτών και ακόμη για τα ήθη και το πιο αξιοπρόσεκτο, τον τρόπο που κάνουν το ψωμί και το μοιράζουν στον κόσμο. Τριάντα χρόνια νωρίτερα, στα 1687, ο Bernard Randolf, που επίσης ταξίδεψε σε όλη την έκταση του Αρχιπελάγους, αναφέρει την καλή γεύση του ικαριώτικου ψωμιού, η οποία, πίστευε, οφειλόταν στον τρόπο του αλέσματος του σταριού, θεωρώ ότι ο Randolf πράγματι αποβιβάστηκε στο νησί.

Αναφέρει τα κόκκινα σταφύλια του νησιού, που τα θεωρεί ως τα καλύτερα χειμερινά σταφύλια του Αιγαίου ίσως να πρόκειται για τον σιδερίτη και ακόμη το χαρακτηρίζει σαν απρόσιτο. Ισχυρίζεται όμως ότι βρίσκεται βόρεια της Χίου. Η πρώτη περιγραφή του νησιού της σύγχρονης εποχής είναι αυτή που μας παρουσιάζει ο Γερμανός αρχαιολόγος Ludwig Ross, στον δεύτερο τόμο του βιβλίου του Insel Reisen. Ο Ross αποβιβάστηκε στον Αγιο Κήρυκο στις 26 Αυγούστου 1841. Κατά την αποβίβαση του στο λιμάνι, που το αποτελούσαν 20 σπίτια, βρήκε έναν οδηγό να τον μεταφέρει πάνω από τα βουνά στη βόρεια πλευρά. Ο Ross περιγράφει την ανάβαση του στο βουνό στα 2.500 πόδια με τους συμπαγείς γρανιτένιους όγκους, πριν από την κάθοδο του στους κήπους με τους άφθονους θάμνους και τα δένδρα, τις ελιές, τα πλατάνια, τα κυπαρίσσια, τις αχλαδιές και τις μυρτιές, που ομόρφαιναν το ικαριακό τοπίο.

Φωτογραφία 2

Δίνει επίσης στατιστικές πληροφορίες για τους Ικαριώτες και κάνει λόγο για τις αρχαίες τοποθεσίες. Αναφέρει ότι οι Καριώτες έπρεπε να πληρώνουν ετήσιο φόρο στον αγά της Ρόδου 19.000 πιάστρες και ξεκαθαρίζει γνώμες των παλαιοτέρων ταξιδιωτών. Ταυτίζει το Ιστι του Piacenza με τον Εύδηλο και όπως ο Tournefort, παρατηρεί ότι η Ικαριακή διάλεκτος είναι πιο κοντά στα αρχαία ελληνικά απ’ ό,τι στα άλλα νησιά του Αιγαίου.

Απομόνωση

Η καθημερινή ζωή στην Ικαρία θεωρητικά ίσως να παρέμεινε αμετάβλητη από την εποχή του πρώτου επισκέπτη του νησιού, του Cristoforo Buondelmonti, μέχρι την εποχή της επίσκεψης του Ross στα μέσα του 19ου αιώνα. Η Ικαρία όπως φαίνεται άγονη και χωρίς λιμάνια σπάνια δέχθηκε ξένους. Οι ξένοι ταξιδιώτες συνέλεξαν τις πληροφορίες τους από ανθρώπους που βρίσκονταν έξω από το νησί. Ήταν συνηθισμένο για άνδρες και γυναίκες να αναζητούν εργασία έξω από την Ικαρία, σπρωγμένοι από την ανέχεια και την έλλειψη του καθημερινού βιοπορισμού.

Στα 1899 η γιαγιά μου, η Αργυρώ Κουτσουφλάκη Πλάκα, άφησε το χωριό της, την Πλαγιά, έχοντας ένα δέμα με τα υπάρχοντα της στα χέρια πέρασε με καΐκι στη Σμύρνη για να βρει δουλειά σαν ψυχοκόρη. Ήταν εννιά χρονών. Το σκίτσο της Ικαριώτισσας, που σχεδίασε ο Count Alexander Sapieha, το 1806, το έκανε στη Χίο, όταν αυτός έμενε εκεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στο βόρειο Αιγαίο. Ο Thomas Graves, Άγγλος αξιωματικός του Ναυτικού και υδρογράφος, έκανε την πρώτη ειδική επόπτευση του νησιού. Πάντως σωστό χάρτη για ασφαλή αγκυροβόλια δεν κατόρθωσε να σχεδιάσει. Η απομόνωση της Ικαρίας συνεχίστηκε μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα. Οι άνθρωποι της, γυναίκες και άνδρες, επιζητούσαν εργασία έξω από το νησί. Τώρα όμως ταξιδεύουν, όχι πλέον στη Χίο και στη Σμύρνη, αλλά μακριά στην Αμερική και την Αυστραλία κάνοντας γνωστό το νησί τους και την αγάπη τους γι’ αυτό σ’ όλο τον κόσμο.

ΙΚΑΡΙΑ 7 ΗΜΕΡΕΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΑ 1998

Kατηγορίες

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ετικέτες

, ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: