Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τι ισχύει με τις ρήτρες περί απαγόρευσης ανταγωνιστικών πράξεων των εργαζομένων;

Όσοι δικηγόροι ασχολούνται με το εργατικό και το εταιρικό δίκαιο είναι συνηθισμένοι στο να διατυπώνουν ή να αναγνωρίζουν όρους (ρήτρες) σε συμβάσεις εργασίας που να περιορίζουν την επαγγελματική ελευθερία του εργαζομένου. Μια από τις πιο συνηθισμένες ρήτρες στην εργασιακή πρακτική είναι αυτή που απαγορεύει στον εργαζόμενο να προβεί σε ανταγωνιστικές πράξεις για ορισμένο χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της εργασιακής συμβάσεως.

Οι δικηγόροι αντιδρούν στην εξαίρεσή τους από τα 800 ευρώ

Αναμφίβολα, είναι λογικό οι εργαζόμενοι να υποχρεούνται να μη πράττουν ανταγωνιστικά για όσο διάστημα διαρκεί η εργασιακή τους σχέση, όπως προβλέπεται και από την αρχή της καλής πίστης του άρθρου 288 ΑΚ. Μετά όμως από τη λήξη της συμβάσεως εργασίας, ο εργαζόμενος δύναται να δράσει επαγγελματικά ως βούλεται. Τότε έρχονται σε εφαρμογή οι λεγόμενες ρήτρες απαγόρευσης ανταγωνιστικών δραστηριοτήτων. Το νομικό έρεισμα τους βρίσκεται στο άρθρο 361 ΑΚ στο οποίο ορίζεται η θεμελιώδης αρχή της συμβατικής ελευθερίας σύμφωνα με την οποία ο εργαζόμενος και ο εργοδότης είναι ελεύθεροι να συμφωνήσουν πως η υποχρέωση μη ανταγωνισμού θα συνεχίζεται για κάποιο χρονικό διάστημα και μετά τη λύση της εργασιακής σύμβασης υπογράφοντας από κοινού τη ρήτρα περί απαγόρευσης ανταγωνισμού. Θα πρέπει να επισημανθεί όμως πως μια τέτοια ρήτρα είναι δεκτική ελέγχου καθώς μπορεί να είναι καταχρηστική και να περιορίζει υπερβολικά το εργασιακό μέλλον του εργαζόμενου.

Οι ρήτρες περί απαγόρευσης ανταγωνισμού για το διάστημα μετά της λύση της εργασιακής συμβάσεως ελέγχονται από την ελληνική δικαιοσύνη σύμφωνα με τα άρθρα 178, 179 και 281 του Αστικού Κώδικα. Σύμφωνα με τα συγκεκριμένα άρθρα ελέγχεται από τα δικαστήρια αν η ρήτρα που συμφωνήθηκε μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη έχει τεθεί για τη διαφύλαξη των επαγγελματικών συμφερόντων του εργοδότη ή μήπως σκοπός της είναι ο υπερβολικός περιορισμός της επαγγελματικής ελευθερίας του εργαζομένου;

To αν λοιπόν η ρήτρα είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου παράνομη κρίνεται με βάση ορισμένους δείκτες όπως είναι το χρονικό διάστημα της απαγορεύσεως, η τοπική έκταση του περιορισμού, αν ο εργοδότης έχει κάποια ιδιαίτερα επαγγελματικά συμφέροντα, η μεταξύ των μερών σχέση καθώς και η δυνατότητα εναλλακτικής επιλογής του εργαζομένου ως προς τους περιορισμούς.

Στο ζήτημα των ρητρών περί απαγόρευσης ανταγωνισμού ενυπάρχει διάσταση απόψεων μεταξύ ενός μεγάλου μέρους της νομικής θεωρίας και της νομολογίας. Σημαντικό μέρος της νομικής θεωρίας κρίνει πως θα έπρεπε ο εργοδότης να καταβάλει εύλογη αποζημίωση στο εργαζόμενο που δεσμεύεται από ρήτρα υποχρέωσης μη ανταγωνισμού αλλιώς η ρήτρα δεν είναι έγκυρη. Η νομολογία από τη μεριά της θεωρεί πως ακόμα και αν δεν έχει δοθεί κάποιο οικονομικό αντάλλαγμα από τον εργοδότη η ρήτρα είναι έγκυρη αν βέβαια πληρούνται τα κριτήρια περί μη καταχρηστικότητας αυτής.

Συνοψίζοντας, η ρήτρα περί απαγόρευσης ανταγωνιστικών επαγγελματικών πράξεων από το εργαζόμενο είναι μια συνήθης πρακτική στις εργασιακές σχέσεις της χώρας μας που θα πρέπει όμως να εφαρμόζεται σύμφωνα με το νόμο, τα χρηστά ήθη και να μην είναι καταχρηστική.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: