Στις 14 Μαΐου 1948 ανακοινώθηκε η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, με πρόεδρο τον Χαΐμ Βάισμαν και πρωθυπουργό τον Δαβίδ Μπεν Γκουριόν

14 Μαΐου 1948 : Η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ | in.gr
Ο Δαβίδ Μπεν Γκουριόν διαβάζει την ιδρυτική διακήρυξη του κράτους του

Η προϊστορία

Ενόσω μαινόταν ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, το Νοέμβριο του 1917, το κίνημα του σιωνισμού, που αποσκοπούσε στην ίδρυση ενός εβραϊκού εθνικού κράτους στην περιοχή της Παλαιστίνης, έλαβε το πρώτο θετικό σημάδι για την εκπλήρωση των στόχων του από τη διεθνή κοινότητα.

Το αίτημα των Εβραίων ανά την υφήλιο είχε ιστορική βάση μιας που οι Εβραίοι ζούσαν χιλιάδες χρόνια στην περιοχή του σύγχρονου Ισραήλ και στην αρχαιότητα ήταν πλειονότητα μέχρις ότου εκδιώχθηκαν από τους Ρωμαίους και κατοίκησαν σε διάφορα μέρη του κόσμου. Οι Ρωμαίοι μετονόμασαν τη χώρα από Ιουδαία σε Παλαιστίνη κατά την «Παλαιστίνη Συρία» του Ηροδότου.

Η περιοχή βέβαια κατακτήθηκε μεταγενέστερα από Βυζαντινούς (330-640 μ.Χ.), κατόπιν Άραβες (7ο αιώνα μ.Χ.), Σελτζούκους Τούρκους (1071 μ.Χ.), Σταυροφόρους Ευρωπαίους (1099 – 1187 μ.Χ.), Μαμελούκους Αιγύπτιους (περί το 1250 – 1516 μ.Χ.), Οθωμανούς (1516-1831), Αιγύπτιους (1831-1841) και πάλι Οθωμανούς/Τούρκους (1841 – 1917) ενώ διετέλεσε βρετανικό προτεκτοράτο μεταξύ 1920-1948. Δηλαδή η περιοχή της Παλαιστίνης παρέμεινε ως επί το πλείστον μουσουλμανική κατά πλειονότητα των κατοίκων της από το 1270 μ.Χ. έως και τον 20ο αιώνα. Ο πρώτος μαζικός επαναπατρισμός Εβραίων συνέβη κατά τον 14ο αιώνα κυρίως από την Ισπανία προς την Ιερουσαλήμ.

Το Νοέμβριο του 1917 ο βρετανός υπουργός Εξωτερικών, Άρθουρ Τζέιμς Μπάλφουρ, εξέφρασε την υποστήριξη της βρετανικής κυβέρνησης στην προοπτική δημιουργίας μιας «εθνικής εστίας» για τους Εβραίους στην Παλαιστίνη σε επιστολή του στον  ηγέτη της εβραϊκής κοινότητας στη Μεγάλη Βρετανία, λόρδο Ρότσιλντ. Η αντίστροφη μέτρηση για τη δημιουργία του εβραϊκού κράτους είχε αρχίσει.

Με τη λεγόμενη Διακήρυξη Μπάλφουρ, όπως επικράτησε να λέγεται η επιστολή του υπυοργού, το Λονδίνο κατάφερε να αποσπάσει την πολύτιμη βοήθεια του εβραϊκού στοιχείου με τα πανίσχυρα ερείσματα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Η Παλαιστίνη εκείνη την περίοδο αποτελούσε τμήμα τής υπό κατάρρευσης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η Παλαιστίνη περιήλθε στη σφαίρα της βρετανικής κυριαρχίας. Κάτι βέβαια που δεν ικανοποιούσε ασφαλώς ούτε το σιωνιστικό κίνημα αλλά ούτε και τον αραβικό κόσμο. Όμως με αυτή την αποικία οι Βρετανοί κατάφεραν να φτιάξουν την κατάλληλη γέφυρα για να μετακινηθεί εβραϊκός πληθυσμός στν περιοχή, σε όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Το 1939 το αραβικό στοιχείο αποτελούσε το 30% του πληθυσμού της Παλαιστίνης.

Ακολούθησε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και η τραγωδία του ολοκαυτώματος των εβραίων σε χώρες της Ευρώπης, όπου έφτασαν οι Γερμανοί, μεταξύ αυτών και στην Ελλάδα όπου το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού των Εβραίων ιδίως στη Θεσσαλονίκη στάλθηκε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Πολύ λίγοι εβραίοι του Ελληνικού κράτους επέζησαν.

Το ζήτημα λοιπόν της δημιουργίας ενός εβραϊκού κράτους επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο με το τέλςο του πολέμου. Ήταν το λεγόμενο εβραϊκό ζήτημα, που έπρεπε να επιλυθεί, και μάλιστα σε μια εποχή κατά την οποία ο εβραϊκός πληθυσμός στην περιοχή της Παλαιστίνης άγγιζε πλέον τις 550.000-600.000.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι Βρετανοί που έχαν αρχίσει να αποδυναμώνονται, αφού πρώτα αποχώρησαν από την Ιορδανία και την Ινδία, οδηγήθηκαν στην απόφαση να εγκαταλείψουν την Παλαιστίνη. Το Φεβρουάριο του 1947 η Βρετανία ζήτησε από τον νεοσύστατο Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών να αποφανθεί για την τύχη της Παλαιστίνης, που συνιστούσε την τελευταία Δυτική «εντολή» στη Μέση Ανατολή.

Η ειδική επιτροπή που συγκρότησε προς τούτο ο ΟΗΕ μελέτησε τη διαμορφωθείσα κατάσταση και υπέβαλε εντέλει δύο σχέδια για το μέλλον της Παλαιστίνης: το πρώτο σχέδιο προέβλεπε τη διαίρεση της Παλαιστίνης με τη δημιουργία ενός εβραϊκού και ενός αραβικού κράτους, ενώ το δεύτερο, το σχέδιο της μειοψηφίας, προέκρινε την ομοσπονδιακή ένωση των δύο κρατών και την άσκηση μιας κοινής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής.

Η εβραϊκή πλευρά αποδέχτηκε την πρόταση της πλειοψηφίας, ενώ οι Άραβες απέρριψαν και τα δύο προταθέντα σχέδια. Έτσι, στις 29 Νοεμβρίου 1947 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αποφάσισε κατά πλειοψηφία τη σύσταση δύο κρατών, ενός αραβικού και ενός εβραϊκού. Η Ιερουσαλήμ, ιερή πόλη και για τους δύο λαούς, θα ετίθετο υπό διεθνή έλεγχο.

Η Ελλάδα εκείνη την εποχή υπήρξε η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που ψήφισε κατά της ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ (η de facto αναγνώριση του ισραηλινού κράτους έλαβε χώρα το 1949, ενώ η de jure αναγνώριση πολλές δεκαετίες αργότερα, το 1990).

Η ανακοίνωση το νέου κράτους και τα γεγονότα που ακολούθησαν

Στις 14 Μαΐου 1948 ανακοινώθηκε η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, με πρόεδρο τον Χαΐμ Βάισμαν και πρωθυπουργό τον Δαβίδ Μπεν Γκουριόν. Στις 15 Μαΐου, μία μόλις ημέρα μετά την ανακήρυξη της ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ, ο αραβικός κόσμος, που δεν ήταν διατεθειμένος να δεχτεί τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ σε μια περιοχή που πίστευε ότι του ανήκε, εξαπέλυσε επίθεση εναντίον του Ισραήλ.

Στρατιωτικές δυνάμεις της Αιγύπτου, της Ιορδανίας, του Λιβάνου, του Ιράκ και της Συρίας επιτέθηκαν εναντίον του ισραηλινού κράτους. Ο πρώτος αραβοϊσραηλινός πόλεμος είχε ξεκινήσει. Η Αίγυπτος προσάρτησε τότε το Σινά και τη Γάζα ενώ η Ιορδανία τη Δυτική Όχθη. Μετά από ένα χρόνο εχθροπραξιών υπεγράφη ανακωχή.

Έκτοτε ακολούθησαν πολλές ακόμα συγκρούσεις που συνεχίζονται μέχρι και τις μέρες μας, όπως ο πόλεμος των Έξι Ημερών του 1967, όταν το Ισραήλ επιτιθέμενο στις δυνάμεις της Αιγύπτου, της Ιορδανίας και της Συρίας που ήταν έτοιμες να του επιτεθούν, προέλασε στο έδαφος τους καταλαμβάνοντας τη χερσόνησο του Σινά, την Λωρίδα της Γάζας, την Δυτική Όχθη και τα Υψώματα του Γκολάν, ο πόλεμος του Γιομ Κιππούρ του 1973, όταν οι Αιγυπτιο-Συριακές δυνάμεις επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά την ημέρα της ιερότερης θρησκευτικής γιορτής των Εβραίων, αυτή τη φορά με επιτυχία (το Ισραήλ σώθηκε με αμερικανική παρέμβαση) και άλλες μάχες.

Πέρα όμως των πολέμων από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 έως τις μέρες μας αναπτύχθηκε ένας μυστικός τρομοκρατικός πόλεμος με εκατέρωθεν δολοφονίες τόσο στο Ισραήλ και τη Δυτική Όχθη όσο και σε τρίτες χώρες. Ο πόλεμος αυτός εξελίσσεται ανάμεσα σε διάφορες αραβικές οργανώσεις και την ισραηλινή μυστική υπηρεσία «Μοσάντ». Για παράδειγμα η δολοφονία ένδεκα Ισραηλινών αθλητών στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972 και, πρόσφατα, η δολοφονία παλαιστινίου προμηθευτού όπλων της Χαμάς στο Ντουμπάι είναι μέρη αυτού του κρυφού πολέμου.

Έχουν γίνει πολλές προσπάθειες το ζήτημα των εδαφών του Ισραήλ και της Παλαιστίνης να λυθεί. Επιμέρους προβλήματα των δύο κοινοτήτων έχουν επιλυθεί, το κύριο πρόβλημα όμως που είναι η αναγνώριση του κράτους της Παλαιστίνης και η εδρίωση των εδαφών του, δεν έχει επιλυθεί.

Οι πρώτες ειρηνικές διαπραγματεύσεις και η Ιντιφάντα

Στις 19 Νοεμβρίου του 1977, ο πρωθυπουργός της Αιγύπτου Ανουάρ αλ-Σαντάτ, ξεκινά ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις μαζί με το Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ, με αποτέλεσμα στις 26 Μαρτίου του 1979, να υπογραφεί στο Καμπ Ντέιβιντ συμφωνία, σύμφωνα με την οποία η Αίγυπτος αναγνώρισε το κράτος του Ισραήλ, ενώ το Ισραήλ αποσύρθηκε από το Σινά.

Η Ισραηλινή πλευρά υποσχέθηκε επιπλέον να αρχίσει συνομιλίες με τους Παλαιστίνιους. Αντί του τελευταίου όμως ο τότε ισραηλινός πρωθυπουργός Μεναχέμ Μπέγκιν, άρχισε να επιχορηγεί τους, παράνομους σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, Εβραϊκούς εποικισμούς στη Δυτική Όχθη, προκαλώντας την οργή των Παλαιστινίων, πολιτική που συνεχίζεται έως τις μέρες μας.

Το 1982 μια παλαιστινιακή οργάνωση με έδρα το Λίβανο επιχείρησε τη δολοφονία του ισραηλινού πρεσβευτή στο Λονδίνο. Με αφορμή αυτή την απόπειρα ξεκίνησε ο πόλεμος του Λιβάνου, όπου ο ισραηλινός στρατός εισέβαλε στον Λίβανο με τη συνδρομή Λιβανέζων Χριστιανών. Μετά από μάχες με ένοπλους Λιβανέζους και Παλαιστίνιους, οι Ισραηλινοί κατέλαβαν μεγάλο μέρος της χώρας και τελικά περικύκλωσαν και στο τέλος εξεδίωξαν τους Παλαιστίνιους μαχητές από τη Δυτική Βηρυτό.

Με την ανοχή του Ισραηλινού στρατού, Χριστιανοί Λιβανέζοι ένοπλοι έπραξαν τη φοβερή σφαγή Παλαιστινίων μουσουλμάνων στα στρατόπεδο προσφύγων Σάμπρα και Σατίλα. Στη συνέχεια, ο ισραηλινός στρατός αυτοπεριορίστηκε στην κατοχή του Νοτίου Λιβάνου μέχρι το 2000, οπότε και αποχώρησαν και οι τελευταίες δυνάμεις.

Η Ιντιφάντα, δηλαδή η συνεχιζόμενη ένοπλη εξέγερση των Παλαιστινίων στα κατεχόμενα από το Ισραήλ εδάφη της Δυτικής Όχθης, ξεκίνησε το 1987 και συνεχίζεται σε μικρότερη κλίμακα έως τις μέρες μας. Μετά την Αίγυπτο, το 1994, η Ιορδανία έγινε η δεύτερη αραβική χώρα που αναγνώρισε το Ισραήλ. Οι διαφορές Αράβων και Ισραηλινών φάνηκαν να διευθετούνται προσωρινά με τις Συνθήκες του Όσλο του 1994, που προέβλεπαν τη δημιουργία της Παλαιστινιακής Αρχής και ξεχωριστού κράτους των Παλαιστινίων, χωρίς ωστόσο οι συγκρούσεις να σταματήσουν, ενώ για αυτή την πράξη  ο πρωθυπουργός Ισαάκ Ραμπίν (Γιτζάκ Ράμπιν), έλαβε από κοινού με τον Γιάσερ Αραφάτ το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Λίγο αργότερα ο Ραμπίν δολοφονήθηκε από τον ακροδεξιό Ισραηλινό εξτρεμιστή Γιγκάλ Αμίρ.

Ο Γιτζάκ Ράμπιν (εβραϊκά: Γιτσχάκ Ραμπίν) (ισραηλινός πρωθυπουργός 1992-1995), ο Μπιλ Κλίντον και ο Γιάσερ Αραφάτ στη Συμφωνία του Όσλο στις 13 Σεπτεμβρίου 1993

Το Ισραήλ μάλιστα αποχώρησε μονομερώς από τη Γάζα τον Αύγουστο του 2005, υπό πρωθυπουργίας του Αριέλ Σαρόν, μετά από βίαιη απομάκρυνση Εβραίων εποίκων από τον Ισραηλινό στρατό. Με αυτή του την κίνηση ήλπιζε ότι θα γίνει άλλη μια πράξη προς την ειρήνη. Αντί αυτού όμως επήλθε μια νέα πολεμική σύγκρουση το 2006, όπου μαχητές της Σιϊτικής οργάνωσης του Λιβάνου, Χεζμπολάχ πρώτα σκότωσαν πέντε και απήγαγαν δύο Ισραηλινούς στρατιώτες στα ισραηλινο-λιβανέζικα σύνορα και στη συνέχεια εξαπέλυσαν καταιγισμό οβίδων, αλλά και πυραύλων Ιρανικής προέλευσης, που έπληξαν μεγάλες Ισραηλινές πόλεις στο βορρά, όπως η Χάιφα, σκοτώνοντας 43 Ισραηλινούς πολίτες, προξενώντας υλικές ζημιές και μεγάλο πανικό στον άμαχο πληθυσμό.  Περίπου 200.000-500.000 Ισραηλινοί χρειάστηκε να εγκαταλείψουν προσωρινά τα σπίτια τους.

14 Αυγούστου 2006: πύραυλος «κατιούσα» της Χεζμπολάχ εκτοξευμένος από τον Λίβανο χτυπά την ισραηλινή πόλη Χάιφα την τελευταία μέρα του πολέμου

Το Ισραήλ απάντησε με ένα σκληρότατο βομβαρδισμό εκτεταμένων στρατιωτικών, αλλά και πολιτικών στόχων στο Λίβανο από ξηρά, αέρα και θάλασσα, που προξένησε πολύ μεγάλες απώλειες αμάχων και τεράστιες υλικές ζημιές. Το Ισραήλ τότε κατηγορήθηκε από πολλές χώρες για χρήση βίας εκτός μέτρου, αλλά οι ΗΠΑ απέτρεψαν την καταδίκη του από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, ασκώντας δικαίωμα ‘βέτο.’ Τον ίδιο μήνα, Ιούνιο του 2006, ένας άλλος Ισραηλινός στρατιώτης, ο Γκιλάντ Σαλίτ, απήχθη στα σύνορα με τη Γάζα, ο οποίος τελικά επέστρεψε στην οικογένειά του τον Οκτώβριο του 2011.

Στις 31 Μαΐου του 2010, στα πλαίσια του συνεχιζόμενου ναυτικού αποκλεισμού της Γάζας, το ισραηλινό κράτος κατέλαβε με στρατιωτική επίθεση, πλοία του διεθνούς στολίσκου που μετέφερε ανθρωπιστική βοήθεια στη Γάζα. Καταλήφθηκαν μάλιστα τα ελληνικά πλοία, «Ελεύθερη Μεσόγειος» και «Σφενδόνη», όπως και τα πλοία με σημαία ΗΠΑ και Ιρλανδίας. Υφίσταται ισχυρισμός ότι στην αρχή της επιχείρησης μερικοί επιβάτες ενός από τα πλοία, του τουρκικής σημαίας Μαβί Μαρμαρά (Mavi Marmara), ξυλοκόπησαν ισραηλινούς κομάντος, όταν αυτοί κατέβηκαν στο κατάστρωμα από ελικόπτερο και στη συνέχεια, υπό άγνωστες ακόμα συνθήκες, Ισραηλινοί σκότωσαν πλήθος επιβατών. Οι ειδήσεις των διεθνών μέσων ενημέρωσης. έκαναν λόγο για 10 νεκρούς και 60 περίπου τραυματίες.

Η επίθεση αυτή ξεσήκωσε σειρά επίσημων αντιδράσεων, ιδιαίτερα του τουρκικού κράτους που ανακάλεσε τον πρεσβευτή του στο Ισραήλ (για δεύτερη φορά σε μισό χρόνο) και έφερε το θέμα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ενώ ο Τούρκος πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν επέσπευσε την επιστροφή του από επίσημη επίσκεψη στην Χιλή.

Η ελληνική κυβέρνηση έθεσε σε λειτουργία τον μηχανισμό διαχείρισης κρίσεων και ανακοίνωσε τη ματαίωση κοινής άσκησης της ελληνικής και ισραηλινής πολεμικής αεροπορίας. Ανεπίσημες αντιδράσεις με διαμαρτυρίες πραγματοποιήθηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Μαυριτανία, που είναι μία από τις τρεις αραβικές χώρες που αναγνώρισαν το Ισραήλ, «πάγωσε» τις διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ και εκδίωξε τον  πρεσβευτή και το προσωπικό της πρεσβείας τον Μάρτιο του 2009 και τελικά διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις στις 21 Μαρτίου 2010.

Το επίσημο κράτος του Ισραήλ έως τώρα θεωρεί την επίθεση πλήρως δικαιολογημένη. Ο ΟΗΕ στην προσπάθεια να επέμβει, διόρισε ειδική επιτροπή για να μελετήσει τη νομιμότητα του ισραηλινού ναυτικού αποκλεισμού της Γάζας, αλλά και της κατάληψης των σκαφών. Η επιτροπή αποφάνθηκε ότι το Ισραήλ έδρασε «νόμιμα, αλλά υπερβολικά»

Στις 17 Νοεμβρίου του 2012 η Γάζα εκτόξευσε ρουκέτες στο Ισραήλ και στο Τελ Αβίβ. Το Ισραήλ αμύνθηκε μπροστά στις 737 ρουκέτες που εκτοξεύθηκαν από τη Γάζα προς το Ισραήλ. Όπως ανακοίνωσαν 492 εξ’αυτών χτύπησαν το στόχο τους ενώ 245 απετράπησαν από το αμυντικό σύστημα “IRON DOME”.

Η αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του κράτους από τις ΗΠΑ 

Μέχρι το 2017 η πρωτεύουσα της Χώρας ήταν το Τελ-Αβίβ διότι η Ιερουσαλήμ ήταν και είναι ουσιαστικά χωρισμένη στα δύο, μισή στο Ισραήλ και μισή στην Παλαιστίνη, που πρωτεύουσα του είναι η Ραμάλα. Τυπικά η σύγχρονη παλαιστίνη δημιουργήθηκε το 1994 και έχει δύο βασικά κομμάτια, τη συτική όχθη και τη Γάζα.

ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΟΜΑΔΑ: Άρθρο της Le Monde diplomatique για την απειλή της ...
Ο χάρτης των χωρών σήμερα

Το 2017 ο Ντόναλντ Τραμπ αναγνώρισε ως πρωτεύουσα του Ισραήλ την Ιερουσαλήμ, μεταφέροντας εκεί την πρεσβεία των ΗΠΑ, που δεν έχουν αναγνωρίσει επίηματο Παλαιστινιακό κράτος. Παρόλα αυτά σήμερα 138 ανεξάρτητες χώρες μέλη του ΟΗΕ και 2 μη μέλη (Δυτική Σαχάρα και Βατικανό) αναγνωρίζουν την ανεξαρτησία του Κράτους της Παλαιστίνης με πρωτεύουσα τη Ραμάλα. Πέρα από τις ΗΠΑ πάντως λίγες χώρες αναγνωρίζουν την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Εβραϊκού κράτους και για αυτό σχεδόν όλες οι πρεσβείες ακόμα και σήμερα βρίσκονται στο Τελ-αβιβ.

Ο Ντόναλντ Τραμπ πέρα της μεταφοράς της πρωτεύουσας πριν από λιγους μήνες πρότεινε το δικό του ειρηνευτικό σχέδιο για τη μέση ανατολή που συναντά βέβαια αντιδράσεις από τη διεθνή κοινότητα. Είναι η λύση των δύο κρατών.

Η λύση των δύο κρατών του Τραμπ και οι αντιδράσεις

Σύμφωνα με αυτή τη λύση οι Παλαιστίνιοι θα έχουν το δικαίωμα σε ένα κράτος, αλλά υπό προϋποθέσεις. Θα πρέπει να αναγνωρίσουν το Ισραήλ ως «Εβραϊκό κράτος», «να απορρίψουν την τρομοκρατία σε όλες τις μορφές της» και να ενισχύσουν τα θεσμικά τους όργανα. Εάν συμφωνήσουν να διαπραγματευτούν και τελικά να αποκτήσουν ένα τέτοιο κράτος, την ίδρυση του οποίου αποδέχθηκε ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου, αυτό το παλαιστινιακό κράτος θα είναι «αποστρατιωτικοποιημένο».

Το Ισραήλ θα παραμείνει υπεύθυνο για την ασφάλεια και τον έλεγχο του εναέριου χώρου στα δυτικά της κοιλάδας του Ιορδάνη, ενώ η Χαμάς, η οποία ελέγχει τη Λωρίδα της Γάζας, θα πρέπει να «αφοπλιστεί». Οι εποικισμοί των Εβραίων θα αναγνωριστούν και θα περάσουν στον έλεγχο του Ισραήλ άρα περίπου το 30% της Δυτικής Όχθης θα καταλήξει επισήμως στο εβραϊκό κράτος. Τα σύνορα με την Ιορδανία θα ελέγχονται από το Ισραήλ και έτσι με αυτή τη λύση  το μελλοντικό παλαιστινιακό κράτος θα είναι πολύ μικρότερο από αυτό που επιθυμούν οι Παλαιστίνιοι.

Ο Τραμπ μάλιστα υποστηρίζει ότι οι Παλαιστίνιοι θα δουν την επικράτειά τους «διπλάσια» σε σύγκριση με σήμερα ενώ το Ισραήλ, από την πλευρά του, θα δεσμευτεί να παγώσει την ανάπτυξη οποιουδήποτε νέου οικισμού για τέσσερα χρόνια. Για τον Τραμπ πρωτεύουσα του ισραηλινού κράτους θα παραμείνει η Ιερουσαλήμ ενώ ένα μελλοντικό παλαιστινιακό κράτος θα μπορούσε να έχει την πρωτεύουσα του στην αλ Κουντς, την «Ανατολική Ιερουσαλήμ».

Ένα κράτος «εδαφικά συνεχές»

Οι Ηνωμένες Πολιτείες προτείνουν ένα παλαιστινιακό κράτος «εδαφικά συνεχές» όπου θα γίνονται οι μεταφορές με ασφάλεια όπως προτείνει. Στο μεγάλο πρόβλημα των προσφύγων της Παλαιστίνης πάντως δεν δίνεται λύση

Το σχέδιο Τραμπ για τη Μέση Ανατολή: Παλαιστινιακό κράτος ...
Ο Χάρτη του σχεδίου των δύο κρατών του Τραμπ. Η δυτική όχθη με τη Γάζα θα ενώνονται με έναν δρόμο που θα περνάει από τα Ισραηλινά εδάφη

Το σχέδιο του Τραμπ βέβαια δεν έχει γίνει ακόμα πράξη αλλά ο Μαχμούντ Αμπάς (πρόεδρος της Παλαιστινιακής αρχής) έχει ταχθεί κατά του σχεδίου και έχει απειλήσει ακόμα και με πόλεμο. Το τι θα γίνει θα το μάθουμε τα επόμενα χρόνια. Πάντως το θέμα είναι ακόμα δισεπίλυτο.