Μετάβαση στο περιεχόμενο

8 Μαΐου το τέλος του β’παγκοσμίου πολέμου στην Ευρώπη

Στις 8 Μαΐου του 1945 (πριν 75 χρόνια) η Ναζιστική Γερμανία συνθηκολογεί άνευ όρων. Στη φωτογραφία που ακολουθεί, απεικονίζεται η υπογραφή της άνευ όρων συνθηκολόγησης (Στρατάρχη Κάιτελ, ναύαρχο Φρίντεμπουργκ και στρατηγό της αεροπορίας Στουμπφ) στο προάστιο Κάρλσχορστ του Βερολίνου.

Ο πρώτος όρος της συνθήκης ήταν ο εξής:

«Οι κάτωθι υπογεγραμμένοι, ενεργώντας εξ ονόματος της Γερμανικής Ανώτατης Διοίκησης, συμφωνούμε με την άνευ όρων παράδοση όλων των ενόπλων δυνάμεων μας κατά ξηρά, θάλασσα και αέρα, καθώς και όλων των δυνάμεων που βρίσκονται τώρα υπό την γερμανική διοίκηση, προς την Ανώτατη Διοίκηση του Κόκκινου Στρατού και ταυτόχρονα προς την Ανώτατη Διοίκηση των συμμαχικών εκστρατευτικών δυνάμεων».

Η συνθήκη έφερε τις υπογραφές του στρατάρχη Κάιτελ, του ναύαρχου Φρίντεμπουργκ και του στρατηγού της αεροπορίας Στουμπφ, όπου υπέγραφαν ενώπιον των αντιπροσώπων των ενόπλων δυνάμεων των χωρών της αντιχιτλερικής συμμαχίας. Από μέρους της ΕΣΣΔ ήταν ο στρατάρχης Ζούκοφ, της Βρετανίας ο στρατάρχης Α. Τέντερ, των ΗΠΑ ο στρατηγός Σπάατς και της Γαλλίας ο στρατηγός Ντε Λατρ ντε Τασινί.

Λίγο πριν την ήττα

Τον Απρίλιο του 1945 το δυτικό τμήμα της Γερμανίας έχει καταληφθεί από τις Συμμαχικές δυνάμεις και το ανατολικό από τον Ερυθρό Στρατό. Το Βερολίνο, το οποίο υφίσταται συνεχείς αεροπορικές επιδρομές από τα τέλη του 1944, πολιορκείται από τους Σοβιετικούς και διεξάγεται στην πόλη η Μάχη του Βερολίνου. Οι πρωτεργάτες του καθεστώτος έχουν καταφύγει στο Καταφύγιο του Χίτλερ (Führerbunker), ένα ειδικό κτίσμα στο υπόγειο της Καγκελαρίας, δημιουργημένο από τον Άλμπερτ Σπέερ και απρόσβλητο από τις βόμβες.

Στις 23 Απριλίου ο Γκέρινγκ στέλνει μήνυμα ζητώντας την ανάληψη της εξουσίας στη θέση του Φύρερ. Ο Χίτλερ γίνεται έξαλλος και διατάσσει την καθαίρεση του Γκέρινγκ, τη σύλληψη και την άμεση φυλάκισή του. Στις 28 Απριλίου αποκαλύπτεται ότι ο Χάινριχ Χίμλερ προσπαθεί να επιτύχει συνθηκολόγηση με τους Συμμάχους, με αντάλλαγμα να διαδεχθεί αυτός τον Φύρερ.

Ο Χίτλερ εξουσιοδοτεί τον Στρατάρχη Ρόμπερτ Ρίττερ φον Γκράιμ, τον οποίο όρισε αντικαταστάτη του Γκέρινγκ και έφθασε στο Καταφύγιο τραυματισμένος από την πτήση του προς το Βερολίνο με πιλότο την Χάνα Ράιτς, να φύγει αμέσως και να συλλάβει το ταχύτερο τον Χίμλερ, τον οποίο θεωρεί ένοχο συνωμοσίας και εσχάτης προδοσίας.

Εν τω μεταξύ, οι δύο “παλατίνοι” του Χίτλερ Βίλχελμ Κάιτελ (Wilhelm Keitel) και Άλφρεντ Γιοντλ (Alfred Jodl) αναπτύσσουν όση δραστηριότητα μπορούν, για να συντονίσουν τα σκόρπια γερμανικά στρατεύματα στην άμυνα του Ράιχ. Τα νέα που στέλνουν μέσω ασυρμάτου στο Καταφύγιο δεν είναι καθόλου ευχάριστα:

Τόσο οι Σοβιετικοί όσο και οι Δυτικοί Σύμμαχοι προελαύνουν στο εσωτερικό της χώρας και αρχίζει η Μάχη του Βερολίνου. Το Βερολίνο είναι πολιορκημένο από τους Σοβιετικούς, ενώ η Στρατιά Βενκ, που είχε συγκροτήσει ο ίδιος ο Χίτλερ, έχει εξαντλήσει όλες τις δυνάμεις της απέναντι στη συντριπτική υπεροχή των Σοβιετικών.

Τα ξημερώματα της 30ής Απριλίου ο στρατηγός Χέλμουτ Βάιντλινγκ, διοικητής των στρατιωτικών δυνάμεων του Βερολίνου, φθάνει στο Καταφύγιο, αναλύει την κατάσταση και προτείνει να επιχειρηθεί έξοδος από αυτό. Ο Χίτλερ αρνείται κατηγορηματικά.

Ο Χίτλερ καλεί στο καταφύγιο τον εκπρόσωπο της πολιτικής αρχής. Καταφθάνει ο Βάλτερ Βάγκνερ, φορώντας το περιβραχιόνιο της “Εθνοφυλακής” (Volkssturm). Με μάρτυρες τους Μάρτιν Μπόρμαν και Γιόζεφ Γκέμπελς ο Χίτλερ νυμφεύεται την Εύα Μπράουν, με την οποία διατηρεί μακρόχρονη σχέση. Στη συνέχεια συντάσσει μια πολιτική και μια προσωπική διαθήκη. Η ανώτατη ηγεσία του Ράιχ περιμένει την έκβαση της μάχης. Όταν ο στρατηγός Βάιντλινγκ τους ενημερώνει ότι δεν υπάρχει ελπίδα, τους προτείνει έξοδο από το Καταφύγιο.

Ο Χίτλερ αρνείται ξανά. Δίνει διαταγή να θανατώσουν την Μπλόντι, την αλσατική σκυλίτσα του και τις επόμενες ώρες αποχαιρετά το προσωπικό του καταφυγίου:

Τις γραμματείς του Τράουντλ Γιούνγκε, Γκέρντα Κρίστιαν και Έλζε Κρίγκερ καθώς και τη μαγείρισσά του (ειδική στη χορτοφαγία) Κονστάντσε Μαντζιάρλυ. Αποχαιρετά, επίσης, τους συνεργάτες του και αποσύρεται με τη σύζυγό του στο δωμάτιό τους. Ύστερα από λίγο ακούγεται ένας πυροβολισμός. Οι υπασπιστές του σπεύδουν στο δωμάτιο. Ο Χίτλερ έχει αυτοκτονήσει με μια σφαίρα στο στόμα και Εύα Μπράουν με μια κάψουλα υδροκυανίου.

Όπως έχει εκ των προτέρων διατάξει τον οδηγό του Έριχ Κέμπκα, τα σώματά τους μεταφέρονται στον κήπο της Καγκελαρίας και αποτεφρώνονται με τη βοήθεια 180 λίτρων βενζίνης. Ο Γκέμπελς έχει συντάξει και αυτός διαθήκη, παράρτημα στην πολιτική διαθήκη του Φύρερ του, στον οποίο παραμένει απόλυτα αφοσιωμένος.

Αναφέρει ότι πάντα τον υπάκουε αλλά αυτή τη φορά δεν θα πειθαρχήσει. Θα μείνει να πεθάνει μαζί του, όπως και ολόκληρη η οικογένεια του:

Η σύζυγός του Μάγδα και τα έξι παιδιά τους. Η Μάγδα, με τη βοήθεια του γιατρού του Καταφυγίου, που παρασκεύασε υπνωτικό, έχει ήδη θανατώσει με υδροκυάνιο τα έξι παιδιά τους. Ανεβαίνει μαζί με το σύζυγό της στην αυλή της Καγκελαρίας, όπου στρατιώτες τους εκτελούν με πιστόλι και τους αποτεφρώνουν. Η έλλειψη βενζίνης δεν επιτρέπει την πλήρη αποτέφρωσή τους. Τα σώματα θα ανευρεθούν μετά την πτώση του Βερολίνου και θα αναγνωρισθούν.

Η είδηση του θανάτου του Φύρερ έχει διαφορετικά αποτελέσματα στα μέλη του Κόμματος. Άλλοι αυτοκτονούν, άλλοι προσπαθούν να αλλάξουν ταυτότητα και να εξαφανισθούν στην ανωνυμία του πλήθους και άλλοι, όπως οι γκαουλάιτερ Χάνκε του Αμβούργου και Έριχ Κοχ της Πρωσίας διαφεύγουν, ο ένας με αεροσκάφος και ο άλλος με πλοίο, και χάνονται μέσα στο πλήθος των προσφύγων.

Οι περισσότεροι, ωστόσο, είτε συλλαμβάνονται από τους Ρώσους και τους Συμμάχους, είτε διαφεύγουν στη Νότια Αμερική, όπως οι Άντολφ Άιχμαν και Γιόζεφ Μένγκελε, με την βοήθεια της Οργάνωσης Γκέλεν.

Το καθεστώς επιζεί μέχρι την υπογραφή της τελικής συνθηκολόγησης. Πρόεδρος έχει οριστεί, από τον Χίτλερ, ο Ναύαρχος Καρλ Ντένιτς και Καγκελάριος ο Γιόζεφ Γκέμπελς. Στις 2 Μαΐου 1945 ο Στρατηγός Χέλμουτ Βάιντλινγκ (Helmuth Weidling), Διοικητής των στρατιωτικών δυνάμεων του Βερολίνου, υπογράφει την παράδοση της πόλης στον Σοβιετικό Στρατηγό Βασίλι Τσούικοφ (Vasily Chuikov). Στο μεταξύ συλλαμβάνονται όσοι εξακολουθούν να έχουν κάποιο κυβερνητικό πόστο και έχουν παραμείνει σε αυτό είτε εντοπίζονται προσπαθώντας να διαφύγουν.

Εν τω μεταξύ, ο Ντένιτς έχει αποστείλει ως διαπραγματευτή τον Άλφρεντ Γιοντλ στη Ρενς, όπου και το Στρατηγείο της SHAEF. Ο Γιοντλ προσπαθεί να παρελκύσει τα πράγματα, αλλά ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ του καθιστά σαφές ότι, αν δεν υπογράψει άμεσα, θα δώσει εντολή να πυροβολούνται όλοι οι Γερμανοί στρατιώτες, ακόμη και άοπλοι.

Παίρνοντας την συγκατάθεση του Ντένιτς, ο Γιοντλ υπογράφει την παράδοση όλων των ενόπλων δυνάμεων της Γερμανίας. Για τους Αμερικανούς υπογράφει ο Μπέντελ Σμιθ, για τους Γάλλους ο Στρατηγός Σεβέζ, για τους Βρετανούς ο Ναύαρχος Χάρολντ Μπάροου και για τους Σοβιετικούς ο Στρατηγός Ιβάν Σουσλαπάροφ.

Ο Αϊζενχάουερ καθιστά επίσης σαφές ότι οι όροι ισχύουν ακριβώς ως έχουν και απαρέγκλιτα και για τη Σοβιετική πλευρά και ότι από τούδε και στο εξής όλοι οι Γερμανοί στρατιώτες θεωρούνται αιχμάλωτοι πολέμου “ως έχουν και βρίσκονται”. Συμφωνείται μάλιστα να υπογραφεί και επίσημα έγγραφο παράδοσης (κατ’ απαίτηση του Στάλιν).

Στις 8 Μαΐου 1945 υπογράφεται και το έγγραφο που απαίτησε ο Στάλιν, στο προάστειο Καρλχορστ (Karlhorst) του Βερολίνου στο κτίριο μιας σχολής υπαξιωματικών. Εκ μέρους της Γερμανίας παρίστανται ο Στρατάρχης Βίλχελμ Κάιτελ, εκπρόσωπος του (διαδόχου του Χίτλερ) Ντένιτς, ο Ναύαρχος Φρίντενμπουργκ, εκπρόσωπος του Ναυτικού, και ο Πτέραρχος Στουμπφ, εκπρόσωπος της Λουφτβάφφε.

Όσοι από τους ηγέτες του καθεστώτος έχουν επιζήσει συλλαμβάνονται, ο Χίμλερ παραδίδεται σε ένα αγγλικό φυλάκιο, αλλά τη στιγμή της σωματικής έρευνας αυτοκτονεί με υδροκυάνιο. Το καθεστώς της Ναζιστικής Γερμανίας καταλύεται και μαζί του παύει να υφίσταται νομικά και η Γερμανία ως χώρα.

Στις 5 Ιουλίου 1945 συγκροτείται το Συμμαχικό Συμβούλιο Ελέγχου (Allied Control Council), το οποίο αναλαμβάνει την πλήρη κυριαρχία της ηττημένης Γερμανίας. Η σύσταση αυτού του Συμβουλίου επιτρέπει τη συνέχιση της ύπαρξης της Γερμανίας ως χώρας.

Με τη Διάσκεψη του Πότσδαμ τον Αύγουστο του 1945, στην οποία παρίστανται οι ηγέτες των νικητριών χωρών, αποφασίζεται η τύχη των ηττημένων. Η Γερμανία διαμελίζεται σε δύο τομείς κυριαρχίας:

Την Δυτική Γερμανία (πρωτεύουσα Βόννη), στη σφαίρα επιρροής των Δυτικών Συμμάχων, και την Ανατολική Γερμανία (πρωτεύουσα Βερολίνο), στη σφαίρα επιρροής της ΕΣΣΔ.

Η χώρα επανέρχεται στα προ του 1937 σύνορα, χάνοντας παράλληλα και εδάφη στο ανατολικό τμήμα της, τα οποία αποδίδονται στην Πολωνία.

Πως ανέβηκε ο Χίτλερ στην εξουσία

Η Γερμανία ηττημένη από τον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο (1914-1918) είχε εγκαταστήσει την λεγόμενη δημοκρατία της Βαϊμάρης. Η δημοκρατία αυτή κράτησε μέχρι την άνοδο του Ναζιστικού κόμματος στην εξουσία στις 30 Ιανουαρίου του 1933. Κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης το γερμανικό Ράιχ (εθνικό κράτος) απαρτίζονταν από 17 ομόσπονδα κρατίδια, το καθένα με δική του κυβέρνηση και κοινοβούλιο, τα οποία εκπροσωπούνταν στο κεντρικό συμβούλιο.

Η Δηµοκρατία της Βαϊµάρης | ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ
Το Ραίχσταγκ

Το σύνταγμα καθόριζε ένα πολιτικό σύστημα με στοιχεία της κοινοβουλευτικής και της προεδρευόμενης δημοκρατίας. Το κοινοβούλιο ήταν το λεγόμενο Ράιχσταγκ και πρωτεύουσα του κράτους το Βερολίνο. Το όνομα αυτής της δημοκρατίας δόθηκε από την πόλη που συνήλθε η Γερμανική Εθνοσυνέλευση για να δημιουργήσει ένα νέο Σύνταγμα μετά την κατάλυση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας (1878-1918) το 1918.

Η δημιουργία της δημοκρατικής αυτής κυβέρνησης ήταν άμεση συνέπεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η κυβέρνηση αυτή, που υπέγραψε τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, αποτελούμενη από σοσιαλιστές της αριστεράς, σοσιαλδημοκράτες και αντιπροσώπους του καθολικού Κέντρου, πολύ γρήγορα βρέθηκε αντιμέτωπη με την κομμουνιστική εξέγερση των Σπαρτακιστών του Βερολίνου, την οποία κατέστειλε με βιαιότητα και δολοφόνησε τους ηγέτες της Ρόζα Λούξεμπουργκ και Καρλ Λίμπκνεχτ (15 Ιανουαρίου 1919).

Στερνός αποχαιρετισμός στον Καρλ Λίμπκνεχτ. Ξυλογραφία της Κέτε Κόλβιτς
Στερνός αποχαιρετισμός στον Καρλ Λίμπκνεχτ. Ξυλογραφία της Κέτε Κόλβιτς (Ριζοσπάστης)

Η συνθήκη των Βερσαλιών όριζε την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών, γεγονός μείζονος σημασίας για τον Αμερικανό Πρόεδρο Γούντροου Ουίλσον. Η Κοινωνία των Εθνών επρόκειτο να διαιτητεύει τις διεθνείς διαφορές και έτσι να αποφεύγει μελλοντικούς πολέμους. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ έθεσε 14 σημεία για να αποφευχθούν μελλοντικοί πόλεμοι, το 14ο σημείο ήταν η ίδρυση της κοινωνίας των εθνών. Τελικά συμβιβάστηκε με τον πρωθυπουργό της Γαλλικής δημοκρατίας, τον Ζωρζ Κλεμανσώ, τον Βρετανό Υπουργό Εξωτερικών, Λόυντ Τζωρτζ και τον Ιταλό πρωθυπουργό, Βιτόριο Ορλάντο και παρακάπτοντας 11 όρους ιδρύθηκε η κοινωνία των εθνών, που όμως απέτυχε στον τελικό της σκοπό. Αφού τελικά πόλεμος έγινε, και μετά από αυτόν, το 1945 ιδρύθηκε στην θέση της κονωνίας των εθνών,ο ΟΗΕ.

Η Γαλλία ένοιωθε ηττημένη και ζητούσε εκδίκηση για τα γεγονότα του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, αφού το μεγαλύτερο μέρος του πολέμου διαδραματίστηκε στην επικράτειά της. Η συνθήκη των Βερσαλλιών, όπως αποδείχθηκε, ήταν υπέρμετρα αυστηρή για την Γερμανία, όπου έχασε μια σειρά εδαφών και αποικιών. Πέρα όμως από τα εδάφη αναγκάστηκε να πληρώσει υπέρμετρες πολεμικές αποζημιώσεις και να χάσει αρκετά από τα εμπορικά της προνόμια. Την δημοκρατία της Βαϊμάρης την εκπροσωπούσε ο Χέρμαν Μύλλερ, ο Υπουργός Εξωτερικών, και ο Υπουργός Μεταφορών, Γιοχάνες Μπελ.

Μετά την ήττα της Γερμανίας στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, στο εσωτερικό της χώρας υπήρχε ως αποτέλεσμα το ξέσπασμα βίαιων συγκρούσεων τα έτη 1919-1923, ενώ το 1923 η Γερμανί έχανε τα εδάφη της στη Ρηνανία γιατί δεν μπορούσε να πληρώσει τα υπέρογκα ποσά των αποζημιώσεων. Έτσι η Γαλλία, που ένοιωθε ηττημένη, κατέλαβε τα εδάφη αυτά στρατιωτικά. Κάτι που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο εκατό εργατών από το πυρ που άνοιξαν τα γαλλικά στρατεύματα. Ο στραγγαλισμός του εμπορίου και των διεθνών σχέσεων της Γερμανίας, λόγω της συνθήκης των Βερσασλιών, οδήγησε σε πληθωρισμό, ανεργία και οικονομική ανέχεια.

Η κατάσταση βέβαια άρχισε να βελτιώνεται κάπως, όταν οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι αντιλήφθηκαν ότι η Γερμανία τείνει να μετατραπεί σε καζάνι που βράζει. Υπό την ηγεσία λοιπόν του Γκούσταβ Στρέζεμαν (Gustav Stresemann), ενός έντονα εθνικόφρονα αλλά και ρεαλιστή πολιτικού, η Γερμανία ακολούθησε τη λεγόμενη «πολιτική της εκπλήρωσης» (Erfüllungspolitik) των υποχρεώσεών της. Της επετράπη, έτσι, η είσοδος στην Κοινωνία των Εθνών (Συνθήκες του Λοκάρνο), που οδήγησε σε άρση του εμπάργκο και βελτίωση των κρατικών οικονομικών, ειδικά με την αθρόα εισροή αμερικανικών δανείων, καθώς και την ελαφρά άνοδο του βιοτικού επιπέδου.

Ταυτόχρονα, η Γερμανία ανάπτυξε συνεργασία με τον έτερο διεθνή παρία, τη Σοβιετική Ένωση (Συνθήκη του Ραπάλλο). Κατά το διάστημα 1924-1929 η Δημοκρατία της Βαϊμάρης γνώρισε τη «χρυσή εποχή» της. Ωστόσο, λίγο πριν τον θάνατό του το 1929, ο Στρέζεμαν έκανε την εξής διαπίστωση:

Η οικονομική κατάσταση της Γερμανίας εμφανίζεται ανθηρή μόνο στην επιφάνεια. Η Γερμανία στην πραγματικότητα βαδίζει επάνω στον κρατήρα ενός ηφαιστείου. Αν κληθεί να εκπληρώσει άμεσα τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις της, ένα μεγάλο τμήμα της οικονομίας της θα καταρρεύσει

Μέσα σε αυτή την κατάσταση, εμφανίστηκε στη Βαυαρία του 1919 ένα μικρό πολιτικό κόμμα, το Κόμμα των Γερμανών Εργατών (Deutsche Arbeiterpartei, DAP). Το δημιούργησαν οι Άντον Ντρέξλερ (Anton Drexler), Ντίτριχ Έκαρτ (Dietrich Eckhart) και Γκόντφριντ Φέντερ (Gottfried Feder). Αρχηγός του ορίστηκε ο Άντον Ντρέξλερ. Η Βαυαρία εκείνη την περίοδο ήταν ένα από τα κύρια κέντρα της γερμανικής άκρας δεξιάς.

Με την ενεργό υποστήριξη της τοπικής Ράιχσβερ, πληθώρα παραστρατιωτικών ομάδων και πολιτικών σχηματισμών δημιουργήθηκαν από τις τάξεις των Φράικορπς, των οποίων ο πολιτικός προσανατολισμός ήταν έντονα αντικομμουνιστικός, παγγερμανικός και αντισημιτικός. Μέλος του κόμματος έγινε τότε και ένας δεκανέας, γεννημένος στο Μπραουνάου αμ Ιν (Braunau am Inn) της Αυστρίας, ο Αδόλφος Χίτλερ (Adolf Hitler).

Το κόμμα όμως αγωνιζόταν χωρίς ιδιαίτερα ικανό αρχηγό και υπό αυτές τις συνθήκες ο Χίτλερ σύντομα κατάφερε να ξεχωρίσει, χάρη στη δεινή ρητορική του. Σύντομα λοιπόν πήρε την αρχηγία του κόμματος (29 Ιουλίου 1921) και από DAP το κόμμα μετονομάζεται σε Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα, NSDAP (Nationalsozialistische Deutsche Arbeiter Partei). Συντομογραφικά ονομάστηκαν Ναζί. Κάπως έτσι ξεκίνησε η πολιτική πορεία του Χίτλερ, όπου με τους συνεργάτες του, καταρτίζουν ένα πρόγραμμα είκοσι πέντε σημείων, το οποίο και θα αποτελούσε το πολιτικό μανιφέστο του Κόμματος.

Η δημοτικότητα του Κόμματος με τον Χίτλερ αυξανόταν συνεχώς, καθώς πολλά από τα σημεία του μανιφέστου είχαν ευρεία λαϊκή απήχηση. Το γεγονός αυτό παρέσυρε τον Χίτλερ, ο οποίος με την πεποίθηση ότι ο λαός θα ακολουθήσει, προχώρησε με τους συνεργάτες του και την υποστήριξη του στρατηγού και ήρωα του πολέμου, Έριχ Λούντεντορφ σε πραξικόπημα στο Μόναχο στις 9 Νοεμβρίου 1923.

Εκείνο το πραξικόπημα απέτυχε και ο Χίτλερ μαζί με τους συνεργάτες του συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε πενταετή φυλάκιση, ενώ το Κόμμα, έχοντας απωλέσει πλέον τον ηγέτη του και, παράλληλα, απαγορευτεί από τις αρχές, περιπίπτει στην αφάνεια. Στη φυλακή όμως ο Χίτλερ έμεινε 9 μήνες και εκεί είχε την ευκαιρία να γράψει το περίφημο μανιφέστο του, τον Αγών μου. Πρόκειται για ένα βιβλίο που υπήρχε όλη η κοσμοθεωρεία του Ναζισμού και προφανώς συμπεριλάμβανε τις φυλετικές διακρίσεις, τον εθνικισμό, την στρατοκρατία, την αρία φυλή και βέβαια την προσωπολατρεία.

Η θεωρία του Χίτλερ ήταν βαθιά επηρεασμένη από την αντίστοιχη θεωρία του Ιταλικού φασισμού που είχε ήδη καταλάβει την εξουσία το 1922 με προεξάρχοντα τον Μπενίτο Μουσολίνι. Όταν ο Χίτλερ αποφυλακίζεται μετά από εννέα μήνες μετά, ξεκινά την αναδιοργάνωση του κόμματός του. Ο Χίτλερ εκμεταλλευόμενος όλες τις συγκυρίες στις εκλογές του 1932 έφερνε το κόμμα του πρώτο σε ψήφους, χωρίς όμως να καταφέρει να πάρει απόλυτη πλειοψηφία.

Ο Πρόεδρος αρνείται να αναθέσει την Καγκελαρία στον Χίτλερ, καθώς δεν τον συμπαθεί καθόλου, και την αναθέτει στον Κουρτ φον Σλάιχερ, του οποίου όμως οι προσπάθειες σχηματισμού βιώσιμης κυβέρνησης αποτυγχάνουν. Ο Χίντενμπουργκ μετά από αυτά τα γεγονότα αναγκάζεται να ονομάσει Καγκελάριο τον Χίτλερ στις 30 Ιανουαρίου 1933 με την υποστήριξη του αρχηγού του Καθολικού Κεντρώου Κόμματος Φραντς φον Πάπεν.

Με την ανάληψη της εξουσίας το Ναζιστικό Κόμμα δείχνει τις προθέσεις του και αρχίζει τις διώξεις εναντίον Εβραίων «για να καθαρίσει η γερμανική κουλτούρα από άλλες επιδράσεις», με κυριότερη αυτή της Νύχτας των Κρυστάλλων. Παράλληλα τα μέλη του αναλαμβάνουν σημαντικές εξουσίες, εγκαθιδρύουν ένα καθεστώς απολυταρχικό και τρομοκρατικό, στο οποίο κανείς αντιφρονών δεν θα είχε θέση. Οι διώξεις αρχικά ήταν έναντι των Εβραίων, όμως στη συνέχεια ακολουθούν οι διώξεις των κομμουνιστών, των σοσιαλιστών και των φιλελεύθερων. Στις φυλακές δημιουργείται το αδιαχώρητο και το καθεστώς για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, εγκαθιδρύει το πρώτο από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στο Μπούχενβαλντ (Buchenwald).

Αρχικά στα στρατόπεδα αυτά δεν στέλνονται Εβραίοι: Αυτούς το καθεστώς προσπαθεί να τους «πείσει» να εγκαταλείψουν το γερμανικό έδαφος (εγκαταλείποντας, φυσικά, όλη τους την περιουσία) και για αυτό τον σκοπό χρησιμοποιεί κυρίως την τρομοκρατία και την ψυχολογική πίεση, και όχι, ακόμη, τη φυσική τους εξόντωση.

Κατά τον πρώτο χρόνο της ναζιστικής διακυβέρνησης δεν έχουν αρχίσει να διώκονται μαζικά, να εγκλείονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και να εκτελούνται εν ψυχρώ οι Εβραίου. Στα στρατόπεδα εγκλείονται, προς το παρόν, όλοι οι αντιτιθέμενοι στο ναζιστικό καθεστώς, καθώς και οι ομοφυλόφιλοι.

Το ναζιστικό καθεστώς γίνεται πλέον μια στυγνή αντισημιτική, αντιφιλελεύθερη, αντικομμουνιστική δικτατορία. Έχοντας το πρόσχημα του κοινοβουλευτισμού με εξασφαλισμένη πλειοψηφία στο Ράιχσταγκ, είναι σε θέση να ψηφίζει ολοσχερώς αντιδημοκρατικούς νόμους. Σύμφωνα με τον Ουίλιαμ Σίρερ, μέσα στον πρώτο χρόνο διακυβέρνησής του, το ναζιστικό κόμμα, και ο Χίτλερ προσωπικά, έχει να επιδείξει «επιτεύγματα» χωρίς ιστορικό προηγούμενο:

Κατάφερε να καταργήσει τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, να εγκαθιδρύσει στυγνή δικτατορία, στα πλαίσια της οποίας καταργούνται οι ατομικές ελευθερίες, η ελευθερία του Τύπου, η ύπαρξη άλλων πολιτικών κομμάτων πλην του Εθνικοσοσιαλιστικού, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, οι τοπικές κυβερνήσεις των ως τότε ομοσπονδιακών κρατιδίων, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και τα δικαιώματα των εβραϊκής καταγωγής πολιτών τόσο στη δημόσια όσο και στην ιδιωτική ζωή τους, ενώ γίνονται δραστικές παρεμβάσεις στην εκπαίδευση, την πολιτική, πολιτιστική και οικονομική ζωή του Γερμανού πολίτη.

Στις 27 Φεβρουαρίου του 1933 ξεσπά πυρκαγιά στο Ράιχσταγκ. Ο νεαρός Ολλανδός κομμουνιστής Μαρίνους φαν ντερ Λούμπε (Marinus van der Lubbe) συλλαμβάνεται στο εσωτερικό του πυρπολημένου κτηρίου. Οι Ναζί έχουν το πρόσχημα που τους χρειάζεται, αφού αποδίδουν τον εμπρησμό στους κομμουνιστές και την ίδια νύκτα συλλαμβάνονται περίπου 4.000 μέλη και υποστηρικτές τους, οι οποίοι μεταφέρονται στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου.

Εξαιρέσεις σε αυτή την περίπτωση δεν γίνονται, αφού ούτε σε γυναίκες ούτε έφηβοι εξαιρούνται από τις διώξεις. Ο Χίτλερ πέτυχε να εξουδετερώσει με ένα κτύπημα έναν από τους πιο μαχητικούς (και μισητούς του) αντιπάλους, αλλά δεν περιορίστηκε σε αυτό. Έχοντας πλέον απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, καταφέρνει να ψηφίσει αρχικά το διάταγμα με το οποίο καταργεί, μεταξύ άλλων, και το θεμελιωδέστερο των ανθρώπινων δικαιωμάτων, το Habeas Corpus. Αυτό το διάταγμα έγινε γνωστό ως «Διάταγμα του εμπρησμού του Κοινοβουλίου».

Ακολουθεί ένα δεύτερο, με το οποίο ο Χίτλερ δίνει στον εαυτό του την απόλυτη εξουσία πάνω σε όλα τα κρατικά θέματα. Αυτό ψηφίζεται στο Κοινοβούλιο με 444 ψήφους υπέρ και μόνο 94 κατά, αυτές των σοσιαλδημοκρατών που έχουν απομείνει (Μάρτιος 1933). Ο στενός φίλος του Χίτλερ Ερνστ Ρεμ (Ernst Röhm), από την εποχή ήδη του αποτυχημένου πραξικοπήματος του Μονάχου, είχε δημιουργήσει μια παραστρατιωτική οργάνωση, την Sturmabteilung (SA) (κατά λέξη θυελλώδεις μαχητές, γνωστή και ως «Τάγματα Εφόδου«).

Η SA φάνηκε εξαιρετικά χρήσιμη στον Χίτλερ, αφού είχε αναλάβει τη φυσική εξόντωση πολλών πολιτικών του αντιπάλων πριν οι Ναζί πάρουν την εξουσία. Ωστόσο, η οργάνωση (και ο ηγέτης της) αρχίζει να φαίνεται επικίνδυνη και στον ίδιο τον Χίτλερ, ο οποίος έχει αντιληφθεί ότι, αν δεν την εξουδετερώσει, δεν θα μπορέσει να κυριαρχήσει και στο τελευταίο, και ιδιαίτερα σημαντικό προπύργιο αντίστασης στα σχέδιά του, τον Γερμανικό στρατό (Βέρμαχτ).

Στις 30 Ιουνίου 1934 ο Ρεμ και οι ανώτεροι αξιωματούχοι της SA καλούνται σε σύσκεψη σε ένα ξενοδοχείο στα περίχωρα του Μονάχου. Εκεί συλλαμβάνονται τα μέλη της SA, και οι αφοσιωμένοι στον Χίτλερ, Χέρμαν Γκέρινγκ και Χάινριχ Χίμλερ κατηγορούν τον Ρεμ ως ομοφυλόφιλο. Ο Χίμλερ, ειδικά, φθονεί τον Ρεμ επειδή η οργάνωση την οποία δημιούργησε και διευθύνει, η SS (τότε σωματοφυλακή του Χίτλερ), δεν έχει τη ισχύ και την επιρροή της SA.

Ο Ρεμ υφίσταται ψυχολογικές πιέσεις για να ομολογήσει την ομοφυλοφιλία του και όταν δεν το πράττει, κατ’ εντολή του Χίτλερ, του προσφέρεται ένα πιστόλι για να αυτοκτονήσει και όταν αρνείται να πράξει την αυτοκτονία, δολοφονείται από χαμηλόβαθμα στελέχη των SA με ριπές αυτόματων όπλων. ο θάνατος του Ρεμ θα σημάνει και το τέλος της παντοδυναμίας της οργάνωσης SA, η οποία δεν διαλύεται μεν, αλλά παραμένει στο παρασκήνιο, «παροπλισμένη». Η νύκτα αυτή έχει επονομαστεί «Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών». Εκείνη την νύχτα ο Χίτλερ καταφέρνει να πείσει και τους ευγενούς καταγωγής στρατιωτικούς για τις προθέσεις του σχετικά με την αποκατάσταση της Γερμανίας στο διεθνές πολιτικό σκηνικό. Αποσπά, έτσι, από τους αξιωματικούς μια δήλωση αφοσίωσης στο πρόσωπό του.

Παρά βέβαια το γεγονός ότι οι αξιωματικοί του έδωσαν την δήλωση αφοσίωσης, ο Χίτλερ ποτέ δεν τους συμπάθησε, διότι ήταν όλοι, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, πιστοί της Πρωσικής στρατιωτικής παράδοσης και ευγενούς καταγωγής και φυσικά, κανείς τους δεν ήταν μέλος του Κόμματος.

Ως συνέπεια της συνεχώς αυξανόμενης αντιπάθειάς του απέναντί τους, περίπου πενήντα ηγετικές φυσιογνωμίες των Στρατιωτικών δυνάμεων (Βέρμαχτ) θα εκτελεστούν, θα αυτοκτονήσουν «εν διατεταγμένη υπηρεσία» ή θα σφαγιαστούν με φρικτό τρόπο κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στις 2 Αυγούστου του 1934 πεθαίνει ο Πρόεδρος Χίντενμπουργκ και η κυβέρνηση του Χίτλερ ενεργοποιεί νόμο, με το οποίο συγχωνεύονται Καγκελαρία και Προεδρία. Ο τίτλος και το αξίωμα του Προέδρου καταργούνται και ο Χίτλερ αναλαμβάνει τα καθήκοντα και των δύο, παίρνοντας τον τίτλο «Führer und Reichskanzler» (Ηγέτης και Καγκελάριος του Ράιχ).

Στις 15 Σεπτεμβρίου του 1935 με απόφαση του συνεδρίου του ναζιστικού κόμματος, που είχε ξεκινήσει νωρίτερα στη Νυρεμβέργη, περνάει επίσημα ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός στη πολιτική θεωρία του κόμματος. Το συνέδριο μάλιστα υιοθετεί τους λεγόμενους νόμους της Νυρεμβέργης, όπου περιέχεται η λεγόμενη «συντήρηση της καθαρότητος του γερμανικού αίματος», όπου αποτελεί πλέον βασικό τμήμα της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας. Με νόμο μάλιστα απαγορεύονται οι γάμοι και οι σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ Εβραίων και μη Εβραίων, όπου τιμωρούνται με φυλάκιση και μάλιστα μόνο του ανδρός μιας, αφού κατά τη γνώμη του Χίτλερ, η γυναίκα σεξουαλικά εξαρτάται από τον άνδρα.

Επίσης δεν επιτρέπεται σε Εβραίο να προσλαμβάνει γυναίκα γερμανικού ή συγγενούς αίματος κάτω των 45 ετών ως οικιακή βοηθό, επειδή βάσει της ναζιστικής ιδεολογίας εννοείται ότι «ο Εβραίος διαφορετικά θα την βιάσει». Η Γερμανία επίσης αποκτά νέα σημαία, όπου τα χρώματα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (μαύρο, κόκκινο και χρυσό, που είναι και τα σημερινά χρώματα) αντικαθίστανται με τα παλιά χρώματα της αυτοκρατορίας (μαύρο, λευκό, κόκκινο) ενώ συγχρόνως σημαία γίνεται η σβάστικα, όπου απαγορεύεται να τη σηκώσει Εβραίος. Το μόνο που επιτρέπει ο Χίτλερ είναι τη χρήση από τους Εβραίους των δικών τους συμβόλων.

Το πιο τρελό που έγινε νόμος εκείνη την περίοδο, ήταν ότι την Γερμανική υπηκοότητα τη δικαιούνταν μόνο τα άτομα με γερμανικό ή συγγενές αίμα, κάτι βέβαια που εξυπηρτεί τον Χίτλερ στον ορισμό των εχθρών του. Ο νόμος ορίζει μάλιστα ποιος υπολογίζεται Εβραίος, ποιος είναι μισός Εβραίος και ποιος κατά το ένα τέταρτο.

Η απαρχή του πολέμου

Ο Χίτλερ στο εσωτερικό της χώρας του, αφού είχε ουσιαστικά καθιερωθεί ως ο απόλυτος ηγέτης, με την υποστήριξη της οικονομικά άρχουσας τάξης, που δεν είχε φέρει κανένα εμπόδια από την αρχή στο Χίτλερ, κατάφερε να μειώσει την ανεργία και να αυξήσει κατά πολύ το ΑΕΠ της χώρας (59,1 δισ. μάρκα το 1933 στα 129 δισ. μάρκα το 1939). Μεγιστάνες των γερμανικών βιομηχανικών κολλοσσών, όπως ο Γκούσταβ Κρουπ φον Μπόλεν ουντ Χάλμπαχ του βιομηχανικού κολοσσού Κρουπ (Krupp), είχαν στηρίξει επίσημα και οικονομικά το κόμμα. Οι Γιούνκγερς (οικονομικά άρχουσα τάξη) ήθελαν να επαναφέρουν τις επιχειρήσεις τους στην κερδοφορία μετά από αρκετά χρόνια οικονομικής ύφεσης.

Επίσης οι ιδιοκτήτες τραπεζών λόγω της αντίθεσής τους στην αυστηρή νομοθεσία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στήριξαν και αυτοί τον Χίτλερ. Οι Ναζί για να μπορέσουν να φέρουν την ανάκαμψη στην οικονομία παρέκαμψαν πλήρως όλους τους όρους της συνθήκης των Βερσαλλιών, ενώ το 1935 καταφέρνουν να υπογράψουν το λεγόμενο γερμανοβρετανικό σύμφωνο, με το οποίο δίδεται άδεια στη Γερμανία να κατασκευάσει τόσα πολεμικά πλοία, όσα της είναι απαραίτητα για την άμυνά της.

Εκείνη την χρονιά παρακάπτοντας την συνθήκη, οργανώνει δημοψήφισμα στο Σααρ, που ήταν Γαλλικό προτεκτοράτο και κατορθώνει να το ενώσει με τη Γερμανία. Η Ρηνανία, από την οποία έχουν αποχωρήσει όλα τα Γαλλοβρετανικά στρατεύματα, είναι αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη. Οι Ναζί αγνοούν όμως τη Συνθήκη των Βερσαλιών και στέλνουν στρατεύματα στην περιοχή.

Από το 1936 η Γερμανία ασκεί όλο και μεγαλύτερο παρεμβατισμό στα ευρωπαϊκά και διεθνή ζητήματα. Ο Χίτλερ, που θαύμαζε την ιδεολογία του Φασιστικού Κόμματος του Μπενίτο Μουσολίνι, συσφίγγει όσο μπορεί τις γερμανοϊταλικές σχέσεις. Έτσι, υπογράφεται με την Ιταλία το λεγόμενο «Χαλύβδινο Σύμφωνο» και δημιουργείται ο Άξονας Βερολίνου-Ρώμης (αργότερα θα διευρυνθεί, περιλαμβάνοντας και το Τόκιο). Η Γερμανία μάλιστα χαλαρώνει την πίεσή της στο Τιρόλο και την υποστήριξη του εκεί γερμανόφωνου πληθυσμού, ενώ η Ιταλία, σε αντάλλαγμα, υιοθετεί τον αντισημιτισμό των Ναζί.

Εμφανίζοντας σαφείς πλέον ιδεολογικές ομοιότητες με αυτές του Στρατηγού Φρανθίσκο Φράνκο, το Ναζιστικό Κόμμα υποστηρίζει στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο τα στρατεύματα του Φράνκο. Ερχόμενο σε έμμεση σύγκρουση με τον ιδεολογικό άσπονδο εχθρό του, τον Κομμουνισμό, καθώς το Σταλινικό καθεστώς υποστηρίζει τους αντιπάλους του Φράνκο.

Η γερμανική αεροπορία (Luftwaffe) μάλιστα εκτελεί πολυάριθμους βομβαρδισμούς με τον γνωστότερο και πλέον επονείδιστο όλων να είναι, αυτός της πόλης Γκουερνίκα (1937), που αποτύπωσε και ο Πάμπλο Πικάσο στον ομώνυμο πίνακά του.

Στην εξωτερική πολιτική ο Χίτλερ κατά τη διάρκεια του Ισπανικου΄εμφυλίου εκφωνεί στο Ράιχσταγκ ένα λόγο που εξηγεί την έως τότε πολιτική που ακολούθησε και τους λόγους που την υπαγόρευσαν, ενώ αντικρούει κάποιες δηλώσεις του Βρετανού Υπουργού Εξωτερικών Άντονι Ήντεν (Anthony Eden). Μάλιστα επιτίθεται κατά του Μπολσεβικισμού θεωρώντας τον ένα από τους σημαντικότερους κινδύνους για το Γερμανικό Έθνος και προδιαγράφει την ανάκτηση όλων των περιοχών, στις οποίες ζουν γερμανικής καταγωγής πληθυσμοί.

Το 1938 ο Χίτλερ, με την υποστήριξη του Αυστριακού Ναζιστικού Κόμματος, προσαρτά την Αυστρία στο Γερμανικό κράτος. Έχοντας αρχίσει μάλιστα συνομιλίες με τον Αυστριακό Καγκελάριο Κουρτ Σούσνιγκ (Kurt Schuschnigg) από το Φεβρουάριο, όπου τον πείθει να περιλάβει δύο Ναζιστές στην Κυβέρνησή του. Ο Σούσνιγκ θέλει να προκηρύξει δημοψήφισμα, αλλά το Αυστριακό Ναζιστικό Κόμμα τον ανατρέπει και τον φυλακίζει μέχρι το 1945 που τον παρέλαβαν τα αμερικάνικα στρατεύματα.

Η Αυστρία προσαρτάται στο Ράιχ και στις 12 Μαρτίου 1938, ο Γερμανικός στρατός γίνεται δεκτός με τα ναζιστικά σύμβολα και λουλούδια από τον Στρατό της Αυστρίας. Ο Χίτλερ επισκέπτεται την χώρα μπαίνοντας σε αυτήν από το Μπράουναου (Braunau), τη γενέτειρά του. Επισκέπτεται, επίσης, το Λιντς και καταλήγει στις 2 Απριλίου στη Βιέννη όπου δηλώνει, μεταξύ άλλων: «Δεν ήρθαμε ως τύραννοι αλλά ως απελευθερωτές». Η Αυστρία γίνεται το προτεκτοράτο του Όστμαρκ (Ostmark) και ο Άρτουρ Ζάις-Ίνκβαρτ (Arthur Seyss-Inquart) διορίζεται Κυβερνήτης του.

Στο δημοψήφισμα που προκηρύσσεται, καλούνται οι πολίτες να αποφασίσουν για το μέλλον της χώρας. Θα αναμενόταν, λογικά, οι Αυστριακοί να ψηφίσουν υπέρ της διατήρησης της αυτονομίας τους. Όμως, η προπαγάνδα των Ναζί, που έχει πολύ προσεκτικά προετοιμαστεί και δράσει, θριαμβεύει, και όταν το δημοψήφισμα διεξάγεται, το τελικό του ποσοστό παίρνει διαστάσεις θριάμβου, αφού το 99,73% των Αυστριακών ψηφίζουν υπέρ.

Η βασικά αντιτιθέμενη στην προσάρτηση χώρα θα μπορούσε να είναι η Ιταλία, η οποία, όμως, ύστερα από το «Χαλύβδινο Σύμφωνο» δεν έφερε κανένα πρόσκομμα.

Η Βρετανία και η Γαλλία εκείνη την περίοδο εμφανίζονται αναποφάσιστες και αδύναμες. Η Συνθήκη των Βερσαλλιών έχει ουσιαστικά περιπέσει σε αχρηστία. Η προσάρτηση της Αυστρίας που έμεινε στην Ιστορία ως Anschluss ακολουθεί και την προσπάθεια της ανάκτησης και άλλων εδαφών που ζει Γερμανικής καταγωγής πληθυσμός.

Θέλοντας μάλιστα να ανακτήσει τη Σουδητία, τμήμα της Τσεχοσλοβακίας με γερμανικής καταγωγής πληθυσμό, συγκαλεί στο Μόναχο το 1938 μια διάσκεψη, στην οποία συμμετέχουν, εκτός από τον ίδιο, οι Νέβιλ Τσάμπερλεν, Πρωθυπουργός της Βρετανίας, Εντουάρ Νταλαντιέ, Πρωθυπουργός της Γαλλίας και ο Μπενίτο Μουσολίνι, ηγέτης της Ιταλίας μαζί με τους Υπουργούς Εξωτερικών τους. Η διάσκεψη αυτή, γνωστή ως Διάσκεψη του Μονάχου, κατέληξε στην υπογραφή μιας Συμφωνίας, με την οποία η Σουδητία αποδιδόταν στη Γερμανία (30 Σεπτεμβρίου 1938).

Η Συμφωνία, αν και ανακοινώθηκε από τον Μουσολίνι και έφερε το όνομα «Ιταλικό σχέδιο», είχε, στην πραγματικότητα είχε καταρτιστεί από το Γερμανικό Υπουργείο Εσωτερικών. H Κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας, φυσικά, απέρριψε εξ αρχής την απόδοση της Σουδητίας στην Γερμανία, αναγκάστηκε όμως τελικά να υποκύψει, ύστερα από πιέσεις των άλλων Κυβερνήσεων, οι οποίες, έχοντας υπερεκτιμήσει τον Χίτλερ και νιώθοντας ανέτοιμες να αντιμετωπίσουν μια ένοπλη σύρραξη, άσκησαν όλες τους τις πιέσεις για να διασφαλίσουν, όπως πίστευαν, την ειρήνη («Πολιτική Κατευνασμού»).

Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ εκείνη την περίοδο ασκούσε δριμύτατη κριτική στον Τσάμπερλεν για την υπογραφή της Συμφωνίας και υποστήριξε ότι ο Χίτλερ δε θα περιοριζόταν στη Σουδητία και σε λιγότερο από ένα χρόνο δικαιώθηκε. Η Βέρμαχτ, έχοντας καταστρώσει σχέδια από το 1937 (Πράσινο Σχέδιο, Fall Grün), εισέβαλε στις 15 Μαρτίου 1939 στην Τσεχοσλοβακία, όπου κατέλαβε την Πράγα και τις περιοχές της Βοημίας και της Μοραβίας ονομάζοντάς τις προτεκτοράτο του Ράιχ (Böhmen und Maren Reichsprotektorat). Το υπόλοιπο της χώρας και η περιοχή της Σλοβακίας παρέμεινε προσχηματικά ανεξάρτητο κράτος, αλλά ως δορυφόροι του Ράιχ.

Έχοντας πάρει θάρρος από τις επιτυχίες του, ο Χίτλερ μάλιστα στρέφεται προς την Πολωνία. Έτσι ολόκληρη η Ευρώπη παρακολουθεί την εκδήλωση του χιτλερικού ιμπεριαλισμού. H Βρετανία και η Γαλλία αμυνόμενοι έχουν διακηρύξει ότι θα τηρήσουν τη συμφωνία αμοιβαίας υποστήριξης που έχουν συνάψει με την Πολωνία. Έχουν στείλει, μάλιστα, αντιπροσώπους στο καθεστώς του Στάλιν διαπραγματευόμενες στρατιωτική συνεργασία.

Πιστεύουν ότι με αυτό τον τρόπο θα εξασφαλίσουν διπλό μέτωπο αντίστασης στον επεκτατισμό της Ναζιστικής Γερμανίας. Πλανώνται, αφού στις 22 Αυγούστου του 1939 ο Υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Γιοάχιμ φον Ρίμπεντροπ (Joachim von Ribbentrop) υπογράφει με τον ομόλογό του Υπουργό Εξωτερικών της ΕΣΣΔ Βιατσεσλάβ Μολότωφ (Viacheslav Molotov)) Σύμφωνο μη επιθέσεως, το λεγόμενο «Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ». Ένα σύμφωνο που εξασφάλιζε την οργάνωση της άμυνας από πλευράς των Σοβιετικών και την δυνατότητα επίθεσης στη Γαλλία και στη συνέχεια στη βρετανία από τον Χίτλερ. Η Γαλλοβρετανική αποστολή στη Μόσχα αναγκάζεται να αποχωρήσει μετά τη συνθήκη.

Η Ναζιστική Γερμανία είχε εξασφαλίσει τα ανατολικά της σύνορα ενώ με το Γερμανοσοβιετικό σύμφωνο διανέμεται η Πολωνία, οι Βαλτικές χώρες και η Ρουμανία μεταξύ των δύο χωρών. Έτσι η Ναζιστική Γερμανία καταλαμβάνει το τμήμα της Πολωνίας που είχε συμφωνήσει με την ΕΣΣΔ, έχοντας παράλληλα διασφαλίσει μια πρώτη ύλη ιδιαίτερα σημαντική για τις επόμενες κινήσεις της, τα ρουμανικά πετρέλαια.

Η έναρξη του πολέμου στην Ευρώπη τοποθετείται στην 1η Σεπτεμβρίου 1939, την ημέρα δηλαδή όπου η Ναζιστική Γερμανία εισβάλλει στην Πολωνία, της οποίας προκαλεί τη στρατιωτική κατάρρευση σε ένα δεκαήμερο. Η Πολωνία παραδόθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου στους Γερμανούς και στους Σοβιετικούς που είχαν εισβάλλει παράλληλα. Το μεγαλύτερο μέρος της πήγε στη Γερμανία.

Έτσι η Αγγλία και η Γαλλία αναγκάστηκαν να κηρύξουν τον πόλεμο στη Γερμανία αλλά χωρίς ακόμα να κινητοποιήσουν όλες τους τις δυνάμεις για πλήρη εμπλοκή. Ακολούθησε μια περίοδος που έμεινε γνωστή ως ο «Γελοίος Πόλεμος» (Drôle de Guerre) γιατί, παρά την κήρυξη πολέμου, μια μερίδα των εμπολέμων δεν έπαιρνε ακόμα μέρος σε γενικό πόλεμο εναντίον της Γερμανίας.

Από τις 3 Σεπτεμβρίου 1939 (Κήρυξη του πολέμου από την Μεγάλη Βρετανία στη Γερμανία) έως και τις 10 Μαΐου 1940 (Έναρξη της Γερμανικής επίθεσης στο Δυτικό Μέτωπο), διεξάγονταν πολύ περιορισμένες χερσαίες ή εναέριες εχθροπραξίες, ενώ έντονη κινητικότητα υπήρχε στις ναυτικές επιχειρήσεις, όπου ο Γερμανικός Στρατός αναδιοργανώνεται στο Δυτικό Μέτωπο και συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος του δυναμικού του σε αυτό.

Στις 30 Νοεμβρίου η ΕΣΣΔ κήρυξε τον πόλεμο στη Φινλανδία, μετά την άρνησή της να δεχτεί στο έδαφός της σοβιετικά στρατεύματα όπως αυτά που είχαν εγκατασταθεί στη Λιθουανία, τη Λετονία και την Εσθονία. Οι Φινλανδοί πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση, και προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στους Σοβιετικούς. Ο πόλεμος τερματίστηκε επίσήμως με τη Συνθήκη της Μόσχας στις 13 Μαρτίου 1940, με την ΕΣΣΔ να λαμβάνει σημαντικά εδαφικά ανταλλάγματα.

Στις 9 Απριλίου του 1940 οι Γερμανοί, για να εκμεταλλευθούν τα λιμάνια τους και για να εξασφαλίσουν τη ροή του Σουηδικού σιδηρομεταλλεύματος, εισβάλουν στη Νορβηγία και την καταλαμβάνουν χωρίς σημαντική αντίσταση, αφού οι Βρετανικές και Γαλλικές δυνάμεις που έκαναν επίσης απόβαση, αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν μετά την κατάρρευση του μετώπου στη Γαλλία.

Οι Νορβηγοί υπέγραψαν ανακωχή στις 9 Ιουνίου αλλά παρά την επιτυχία της, η εισβολή στη Νορβηγία στοίχισε ακριβά στον ήδη πενιχρό, σε σκάφη επιφανείας, Γερμανικό στόλο (Kriegsmarine), ο οποίος έχασε περισσότερα από 10 πολεμικά σκάφη, στην πλειονότητα του αντιτορπιλικά. Η Δανία είχε συνθηκολογήσει, μετά από συμβολική αντίσταση, ήδη από τις 9 Απριλίου μετά από απειλή για βομβαρδισμό της Κοπεγχάγης.

Μετά την εξασφάλιση της Νορβηγίας οι Γερμανοί στράφηκαν προς τη Γαλλία και για να υπερκεράσουν τη Γραμμή Μαζινό, σχεδίασαν έναν ελιγμό μέσω του Βελγίου, και επίθεση μέσω Λουξεμβούργου και του δάσους των Αρδεννών (ελιγμός του Σεντάν). Στις 10 Μαΐου ξεκίνησε η εισβολή στο Βέλγιο και την Ολλανδία. Στις 14 Μαΐου η Ολλανδία παραδόθηκε, και την ίδια στιγμή ξεκινούσε επίθεση μέσω των Αρδεννών προς τα μετόπισθεν των Βρετανικών και Γαλλικών γραμμών.

Ως τις 26 Μαΐου οι Βρετανικές δυνάμεις είχαν εγκλωβιστεί στη Δουνκέρκη, από όπου κατορθώθηκε με επιτυχία να γίνει εκκένωση και να περάσουν στη Βρετανία 338.226 στρατιώτες, εγκαταλείποντας τεράστιες ποσότητες υλικού στα χέρια της Βέρμαχτ.

Στις 27 Μαΐου συνθηκολόγησε το Βέλγιο, στις 5 Ιουνίου ξεκίνησε νέα επίθεση των Γερμανών κατά της Γαλλίας, και στις 10 Ιουνίου η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Βρετανίας και της Γαλλίας. Η Γαλλία ζήτησε ανακωχή, η οποία υπογράφηκε στις 25 Ιουνίου.

Η Βόρεια Γαλλία κατελήφθη από τη Γερμανία και στη Νότια δημιουργήθηκε το κράτος του Βισύ, που ακολούθησε ως το τέλος του φιλοχιτλερική στάση. Η Μεγάλη Βρετανία είχε πλέον μείνει η μοναδική δύναμη που συνέχιζε τον πόλεμο κατά της Γερμανίας. Οι ΗΠΑ όμως μετά την πτώση της Γαλλίας κλονίστηκαν, αλλά παρ’ όλη τη συμπάθεια προς τη Βρετανία διατήρησαν την ουδετερότητά τους, ξεκινώντας όμως στρατολογία (για πρώτη φορά σε καιρό ειρήνης) και αυξάνοντας τον στρατιωτικό προϋπολογισμό.

Η Βρετανία εφοδιαζόταν από τις ΗΠΑ, και για να διακοπεί αυτός ο εφοδιασμός οι Γερμανοί ξεκίνησαν τη Μάχη του Ατλαντικού, χρησιμοποιώντας τον στόλο υποβρυχίων που είχαν κατασκευάσει, βυθίζοντας πολλά εμπορικά πλοία. Οι ΗΠΑ επέκτειναν τη γραμμή επέμβασής τους μέχρι τη μέση του Ατλαντικού, οπότε μοιραία συνάντησαν και γερμανικά υποβρύχια που επιτέθηκαν στις νηοπομπές.

Αμερικανικά πλοία ενεπλάκησαν σε πολεμικές επιχειρήσεις συχνά με τα γερμανικά υποβρύχια, αρκετά πριν κηρυχθεί πόλεμος μεταξύ των δύο χωρών, με θύματα και από τις δύο πλευρές. Ο Χίτλερ γνώριζε ότι ο μόνος τρόπος για να υποτάξει τη Βρετανία ήταν να εισβάλει στο έδαφός της (είχε, έστω και καθυστερημένα, καταρτιστεί μάλιστα το ανάλογο σχέδιο με το προσωνύμιο «Θαλάσσιος Λέων» (Seelöwe)), αλλά δεν τολμούσε απόβαση όσο δεν εξουδετέρωνε τη Βρετανική Αεροπορία (RAF).

Έτσι, ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1940 τη λεγόμενη Μάχη της Αγγλίας, με αεροπορικές επιδρομές κατά των αεροδρομίων και λιμανιών της Αγγλίας, που συνεχίστηκαν τον Σεπτέμβριο με επιδρομές κατά πόλεων στο εσωτερικό της χώρας. Η αποτελεσματικότητα όμως του ραντάρ, δηλαδή της αντιαεροπορικής άμυνας των Βρετανών καθώς και η αποτελεσματικότητα λόγω του μικρού βάρους των των βρετανικών μαχητικών, προκλήθηκαν υψηλές απώλειες στη Γερμανική αεροπορία, που εξαναγκάσθηκε έτσι να πραγματοποιεί μόνον νυκτερινούς βομβαρδισμούς.

Στις 17 Σεπτεμβρίου 1940 ο Χίτλερ ανέβαλε την εισβολή για να προετοιμάσει την εκστρατεία κατά της Σοβιετικής Ένωσης, για την οποία οι στρατηγοί του τελικά τον έπεισαν να ξεκινήσει την άνοιξη αντί του φθινόπωρου, όπως αρχικά σχεδίαζε, ώστε να αποφύγουν τον επερχόμενο χειμώνα. Ο Χίτλερ πίστευε ότι, καταβάλλοντας την ΕΣΣΔ, θα έκαμπτε και τη βρετανική αντίσταση. Ωστόσο, στις 11 Μαρτίου του 1941, οι ΗΠΑ, τηρώντας πάντα την αυστηρή ουδετερότητά τους, ψηφίζουν στο Κογκρέσσο ένα πολύ σημαντικό νόμο (HR 1776), τον Νόμο Εκμισθώσεως και Δανεισμού (Lend Lease Act), με τον οποίο ο Πρόεδρος (Ρούζβελτ) μπορεί να παραχωρεί σε όποια χώρα κρίνει σκόπιμο και με όποιο αντάλλαγμα κρίνει εύλογο οποιουδήποτε είδους υλικά.

Ο Νόμος αυτός ανατρέπει ολοσχερώς τα σχέδια του Χίτλερ, ενώ εντωμεταξύ η Ιταλία πραγματοποίησε τον Σεπτέμβριο του 1940 αποτυχημένη επίθεση κατά των βρετανικών δυνάμεων στην Αίγυπτο. Συνέχισε μάλιστα τις πολεμικές της δραστηριότητες με επίθεση κατά της Ελλάδας την 28η Οκτωβρίου του 1940. Κατά τη διάρκεια του ελληνικού έπους του 40, η Βρετανία πρόσφερε βοήθεια στην Ελλάδα, πράγμα που έφερε την αεροπορία της κοντά στις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας.

Τον Νοέμβριο, η Ρουμανία και η Ουγγαρία συμμάχησαν με τον Άξονα και το ίδιο έκανε η Βουλγαρία τον Μάρτιο του 1941. Η αποτυχία της Ιταλικής επίθεσης στην Ελλάδα ανάγκασε την Γερμανία να αλλάξει τα σχέδιά της σε ότι αφορά την επίθεση στην ΕΣΣΔ και να επιτεθεί στα Βαλκάνια, φοβούμενη την δημιουργία αντιχιτλερικού συνασπισμού. Ο Γερμανικό στρατός λοιπόν επιτέθηκε πρώτα στη Γιουγκοσλαβία και έπειτα στην Ελλάδα. Και στις δύο χώρες βρήκε σφοδρή αντίσταση ενώ με τη μάχη της Κρήτης ο Χίτλερ έχασε το καλύτερο μέρος του στρατεύματός του, τους αλεξιπτωτιστές.

Η επίθεση στην Ελλάδα ξεκίνησε στις 6 Απριλίου του 1941 από τη Βουλγαρία. Ταυτόχρονα μάλιστα έγινε επίθεση κατά της Γιουγκοσλαβίας (όπου η φιλογερμανική κυβέρνηση είχε ανατραπεί). Η Γιουγκοσλαβία παραδόθηκε στις 14 Απριλίου και, στο μεταξύ, μέσω του εδάφους της, υπερφαλαγγίστηκε η γραμμή Μεταξά, η οποία με οχυρά, όπως αυτό του Ρούπελ, κράτησε τις αμυντικές θέσεις της χωρίς να διασπασθεί. Οι Βρετανοί εντωμεταξύ απώθησαν την ιταλική επίθεση στην Αίγυπτο και ανάγκασαν έτσι τις ιταλικές δυνάμεις να υποχωρήσουν στη Λιβύη.

Για να βοηθήσει του συμμάχους του, ο Χίτλερ, έστειλε στην Αφρική στρατεύματα με διοικητή τον στρατηγό Έρβιν Ρόμελ. Ο Ρόμελ με τις επιθέσεις του, τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο, καθώς και τον Ιούνιο του 1942, προέλασε ως το Ελ Αλαμέιν, ενώ οι Βρετανοί έχοντας πλέον αποκρυπτογραφήσει μεγάλο ποσοστό των μηνυμάτων που απέστελναν διαμέσω της μηχανής του Τούρινγκ, κατάφεραν να αντιμετωπίσουν με μεγαλύτερη επιτυχία τις δυνάμεις του Άξονα στη Β. Αφρική.

Τον Οκτώβριο του 1942, ο Μοντγκόμερυ, κατάφερε να απωθήσει τα γερμανοϊταλικά στρατεύματα από την Αίγυπτο και τη Λιβύη, αναγκάζοντας τα να οπισθοχωρήσουν κατά 2.400 χιλιόμετρα. Στις 4 Νοεμβρίου βρίσκονταν πλέον πίσω στην Τυνησία.

Εισβολή στη Σοβιετική Ένωση

Ο Χίτλερ, έχοντας εξασφαλίσει το δυτικό μέτωπο και τα Βαλκάνια, στις 22 Ιουνίου 1941, εισέβαλε στη Σοβιετική Ένωση, η οποία αιφνιδιάστηκε αρχικά, πιστεύοντας ότι ο κεραυνοβόλος πόλεμος, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην περίπτωσή της. Οι Σοβιετικοί αν και διέθεταν υπεροπλία σε άρματα μάχης και αεροπλάνα, είχαν παλαιάς τεχνολογίας όπλα με ανεπαρκή θωράκιση και οπλισμό, ανίκανα να αντιμετωπίσουν τα αντίστοιχα γερμανικά.

Οι Σοβιετικοί προσπάθησαν να εξαπολύσουν αντεπίθεση, ωστόσο, κυρίως λόγω της έλλειψης ικανών στρατιωτικών ηγετών, η αντεπίθεση συνετρίβη και ο Σοβιετικός Στρατός εξαναγκάσθηκε σε οπισθοχώρηση.

Η εισβολή του Χίτλερ σχεδιάστηκε σε τρεις άξονες, δηλαδή προς Λένινγκραντ στον βορρά, προς Μόσχα ανατολικά και προς Κίεβο στο νότο, έτσι ώστε να καθηλωθεί ο Σοβιετικός στρατός αλλά και να καταληφθούν οι σημαντικοί πόροι της Ουκρανίας και τα πετρέλαια του Καυκάσου.

Το σημαντικό για τους Γερμανούς στρατηγούς ήταν να επιτύχουν νίκη μέσα σε δέκα εβδομάδες, πριν από την έναρξη του ρωσικού χειμώνα, καθώς είχαν ήδη καθυστέρηση τριών εβδομάδων λόγω της εκστρατείας στα Βαλκάνια. Μετά την εισβολή, η Βρετανία πρόσφερε την συμμαχία της και οι ΗΠΑ οικονομική βοήθεια στην ΕΣΣΔ.

Από την αρχή της εισβολής όμως οι Ρώσοι, υπερασπίστηκαν τη Μόσχα, χάνοντας σημαντικές δυνάμεις. Ο Χίτλερ μάλιστα διέταξε τις δυνάμεις του κεντρικού μετώπου να στραφούν προς Βορρά και Νότο για να βοηθήσουν τα άλλα δύο. Στον Βορρά σε συνεργασία με Φινλανδικές δυνάμεις πολιορκήθηκε το Λένινγκραντ, και στον Νότο με μια επιτυχής κυκλωτική κίνηση στο Κίεβο αιχμαλωτίστηκαν 665.000 σοβιετικοί στρατιώτες.

Το αρχικό σχέδιο ωστόσο των Ναζί απέτυχε και ο πόλεμος κράτησε πολύ παραπάνω. Ο Γερμανικός στρατός όμως δεν ήταν προετοιμασμένος για χειμερινό αγώνα και έτσι καθηλώθηκε 22 χλμ. πριν φθάσει στη Μόσχα και δέχτηκε την αντεπίθεση των Ρώσων. Οι στρατηγοί του Χίτλερ βλέποντα την επερχόμενη ήττα, πρότειναν στον Χίτλερ την υποχώρηση στην Πολωνία. Ο Χίτλερ όμως διέταξε να κρατήσουν τις θέσεις τους και να αμυνθούν επί τόπου (Haltbefehl). Η απόφαση αυτή του Χίτλερ, σε αυτή τη φάση του πολέμου, είχε θετικά αποτελέσματα αφού, παρά την ισχυρή αντεπίθεση των Ρώσων, τα εδάφη που χάθηκαν ήταν λιγοστά σε σχέση με αυτά που θα χάνονταν σε περίπτωση σύμπτυξης πίσω στην Πολωνία.

Ωστόσο ένα χρόνο αργότερα, η ίδια διαταγή, θα είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή και την αιχμαλωσία της 6ης Γερμανικής Στρατιάς (200.000 στρατιώτες) του Φρίντριχ Πάουλους στο νότιο μέτωπο (Στάλινγκραντ), κάτι που ουσιαστικά σήμαινε την αντίστροφη μέτρηση για την ήττα του Χίτλερ στο έδαφος της Σοβιετικής Ένωσης.

Η είσοδος των Αμερικανών στον Πόλεμο

Στις 7 Δεκεμβρίου του 1941 οι Αμερικάνοι μπήκαν και επίσημα στον πόλεμο, αφού δέχτηκαν επίθεση στον αμερικανικό στόλο που βρισκόταν στο Περλ Χάρμπορ της Χαβάης από την Ιαπωνική αεροπορία. Την επόμενη μέρα της επίθεσης οι ΗΠΑ κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον της Ιαπωνίας και στις 11 Δεκεμβρίου εναντίον της Γερμανίας και της Ιταλίας. Αμέσως μετά την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, οι Ιάπωνες κατέλαβαν τη νήσο Γουαίηκ, τη νήσο Γκουάμ, και το Χονγκ Κονγκ. Ακολούθησε εισβολή στη Μαλαισία και τη Βιρμανία, που καταλήφθηκε μέχρι τα τέλη Μαΐου 1942.

Η Σιγκαπούρη, την οποία κατείχαν οι Βρετανοί, κατακτήθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 1942 και το ίδιο έγινε τον Μάρτιο με τις Ανατολικές Ολλανδικές Ινδίες (Ινδονησία) και τη Νέα Γουινέα. Στην Ευρώπη οι Αμερικάνοι μπήκαν μαζί με του Βρετανούς στις 9 Νοεμβρίου του 1942, όπου αποβιβάστηκαν στις Γαλλικές κτήσεις της Βόρειας Αφρικής.

Συγκεκριμένα οι Αμερικανοί, ερχόμενοι απευθείας από τις ΗΠΑ, αποβιβάστηκαν στο Μαρόκο και οι Βρετανοί στο Οράν της Αλγερίας. Η επιχείρηση αυτή των Συμμάχων είχε το κωδικό όνομα «Επιχείρηση Πυρσός» (Operation Torch). Οι διαφωνίες, βέβαια, ανάμεσα στους Συμμάχους δεν έλειπαν. Οι Αμερικανοί που βρίσκονταν στο Μαρόκο φοβούνταν μια συμμαχία της Ισπανίας του Φράνκο με τις δυνάμεις του Άξονα.

Επέμεναν όμως να παραμείνουν στη Δυτική πλευρά της Β. Αφρικής για να αποφύγουν μια πιθανή κατάληψη του Στενού του Γιβραλτάρ από τους Ισπανούς. Από την άλλη, οι Άγγλοι επέμεναν να οργανώσουν τις δυνάμεις τους όσο πιο ανατολικά ήταν δυνατό. Φοβόντουσαν την αναδιοργάνωση των γερμανοϊταλικών δυνάμεων που βρίσκονταν στην Τυνησία. Όντως, η αντεπίθεση των δυνάμεων του Άξονα δεν άργησε να έρθει.

Στις 12 Νοεμβρίου 1942, έχοντας ανεφοδιαστεί μέσω Σικελίας, επιτέθηκαν στους Συμμάχους. Η επίθεση αρχικά και η αντίσταση, στη συνέχεια, των Γερμανών και των Ιταλών κράτησε για έξι μήνες. Ο ανεφοδιασμός τους κατά το διάστημα αυτό γινόταν ολοένα και δυσχερέστερος, καθώς εμποδιζόταν από τα Συμμαχικά πολεμικά πλοία και αεροπλάνα. Αν και ο Χίτλερ είχε διατάξει πόλεμο μέχρις εσχάτων, στις 4 Μαΐου 1943, κυρίως εξαιτίας της έλλειψης καυσίμων, οι γερμανοϊταλικές δυνάμεις παραδόθηκαν: Έχοντας πρώτα καταστρέψει τον οπλισμό τους, 150.000 Γερμανοί και 90.000 Ιταλοί παραδόθηκαν σε Βρετανούς και Αμερικανούς.

Έτσι, το καλοκαίρι του 1943, ο πόλεμος στη Β. Αφρική έλαβε τέλος, με τους Συμμάχους να εκκαθαρίζουν τα νότια παράλια της Μεσογείου. Η επιτυχία ήταν μεγάλη, καθώς κατάφεραν να αποσπάσουν μεγάλο αριθμό ικανών Γερμανών στρατιωτών και ηγετών από το ρωσικό μέτωπο. Παράλληλα, το αποτέλεσμα του πολέμου στη Β. Αφρική ήταν ικανοποιητικό και για τους Γερμανούς:

Είχε σχεδόν αποκλειστεί πια η πιθανότητα επίθεσης εντός του 1943 στη Γαλλία. Η εξάμηνη αντίσταση των δυνάμεων του Χίτλερ είχε, επίσης, καταδείξει τις ικανότητες και το υψηλό ηθικό του στρατού του. Συγκριτικά πάντως, οι Σύμμαχοι, μακροπρόθεσμα, κατάφεραν να βρεθούν σε πλεονεκτικότερη θέση, αφού με την κατάληψη των παραλίων της Β. Αφρικής και την εξουδετέρωση των δυνάμεων του Άξονα μπορούσαν πλέον να προετοιμαστούν για την επικείμενη απόβαση στη Σικελία.

Μετά από την εκκαθάριση των ακτών της Β. Αφρικής από τις δυνάμεις του Άξονα, οι Σύμμαχοι έστρεψαν την προσοχή τους στη δυτική, κατεχόμενη Ευρώπη. Κύριο μέλημά τους ήταν η δημιουργία ενός δεύτερου μετώπου, έτσι ώστε να ελαττωθεί η πίεση του Άξονα προς τη Σοβιετική Ένωση, που βρισκόταν σε φάση ανάκαμψης και προετοιμασίας για αντεπίθεση.

Έτσι, και αφού προώθησαν παραπλανητικές πληροφορίες για δήθεν επικείμενη απόβαση στην Ελλάδα (Επιχείρηση Κιμάς), προκειμένου να παραπλανηθεί ο εχθρός, εισέβαλαν στη Σικελία τον Ιούλιο του 1943, όπου και κατέλαβαν, μετά από πολύνεκρες, και από τις δυο πλευρές, μάχες, το Παλέρμο.

Μέχρι το τέλος Αυγούστου και ύστερα από σκληρή αντίσταση από επίλεκτες γερμανικές δυνάμεις, που στάλθηκαν από τον Χίτλερ για να ανακόψουν την επέλαση των Συμμάχων, κατέλαβαν τη Ρώμη και η Ιταλία παραδόθηκε και πέρασε στην πλευρά των Συμμάχων, χωρίς, εν τούτοις, να σταματήσουν οι μάχες στο έδαφός της, που συνεχίστηκαν πάνω από τη γραμμή Γουσταύου.

Ταυτόχρονα, στο Ανατολικό Μέτωπο, όπου οι Σοβιετικοί αντεπιτίθενται, όπου διεξάγεται στο Κουρσκ η μεγαλύτερη μάχη τεθωρακισμένων που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του Πολέμου. Η υπεροπλία των Σοβιετικών σε υλικό προκάλεσε ανεπανόρθωτες ζημιές στις δυνάμεις του Άξονα, με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να ανακάμψουν και να ανακτήσουν τις πρωτοβουλίες στις εξελίξεις στο Ανατολικό Μέτωπο μέχρι να τελειώσει ο Πόλεμος. Η πλάστιγγα είχε πλέον γυρίσει οριστικά υπέρ των Συμμαχικών δυνάμεων.

Όμως, οι Σύμμαχοι δε σταμάτησαν εδώ. Σε μια προσπάθεια να επισπεύσουν τον τερματισμό του πολέμου, στις 6 Ιουνίου 1944 πραγματοποίησαν απόβαση στη Νορμανδία της Γαλλίας με το κωδικό όνομα «Operation Overlord», ανατρέποντας τις προβλέψεις των Γερμανών για απόβαση κοντά στο στενό της Μάγχης. Η D-Day, όπως ονομάστηκε η 6η Ιουνίου 1944, αποτέλεσε τη μεγαλύτερη απόβαση όλων των εποχών.

Παρόλο που οι απώλειες ήταν σημαντικές για τους Συμμάχους, το αποτέλεσμα τους δικαίωσε, αφού σε λιγότερο από ένα χρόνο, σε συνδυασμό με την επέλαση των Σοβιετικών στο ανατολικό μέτωπο, έσφιξε ο κλοιός γύρω από την Ναζιστική Γερμανία. Στις 30 Απριλίου του 1945 και ενώ οι Σοβιετικοί έχουν φτάσει σε απόσταση αναπνοής από την Καγκελαρία, ως αποτέλεσμα της Μάχης του Βερολίνου, ο Χίτλερ αυτοκτονεί και οι επιζώντες διάδοχοί του υπογράφουν την άνευ όρων συνθηκολόγηση, η οποία εκμηδενίζει τη νομική υπόσταση της Γερμανίας ως χώρας. Ο πόλεμος στην Ευρώπη σταμάτησε

Αργότερα ακολούθησαν τα γεγονότα στο Ναγασάκι και την Χιροσίμα (πυρηνικοί βομβαρδισμοί των ΗΠΑ). Εκεί 240.000 Ιάπωνες σκοτώνονται αλλά αυτό είχε ως αποτέλεσμα την άνευ όρων παράδοση της Ιαπωνίας πάνω στο θωρηκτό Μιζούρι στις 2 Σεπτεμβρίου του 1945, όπου εκεί τερματίζεται ο πόλεμος και επίσημα.

Κλείνοντας αυτή την ιστορική αναδρομη΄θα πρέπει να θυμήσουμε ποιά ήταν τα ποσοστά του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος μέχρι να φτάσουν στην εξουσία. Ξεκίνησαν από πολύ χαμηλά και βρέθηκαν στο 43,9%.

Ποσοστά εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος στις εκλογές

ΗμερομηνίαΨήφοι (σε εκατομμύρια)Ποσοστό
20 Μαΐου 1928 0.81 2,6%
14 Σεπτεμβρίου 1930 6,4118,3%
31 Ιουλίου 193213,7537,3%
6 Νοεμβρίου 193211,7433,1%
5 Μαρτίου 193317,2843,9%

Kατηγορίες

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ετικέτες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: