ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Κώστας Βουτσάς και η λυπημένη ελπίδα

Γράφει ο Δημήτρης Σεβαστάκης για την Αυγή

Ο κόσμος, ο λαός, ανακαλεί τα ιδανικά χρόνια μέσα από τους θανάτους αγαπημένων ηθοποιών. Τα χρόνια μιας ανέφελης και διαρκούς ημέρας, γεμάτης χορό και πλάκες. Ναι, ο κόσμος θεωρεί υπέροχα τα χρόνια της δεκαετίας του ’60.

Ο Κώστας Βουτσάς ενεργοποιεί αυτή τη χαρούμενη μνήμη και κατά κάποιο τρόπο ο θάνατός του είναι σαν γιορτή αυτής της μνήμης. Μέσα από τον Σακελλάριο, τον Δαλιανίδη, τον Δημόπουλο, μέσα απ’ τις αξιαγάπητες χαριτωμενιές και τα σκέρτσα του καλού ηθοποιού ο κόσμος ανακαλεί, ξαναγράφει όχι ό,τι έζησε, αλλά ό,τι νομίζει πως έζησε. Επινοεί ο κόσμος την τότε πραγματικότητα, τη διασκευάζει, ξανασκηνοθετεί εντέλει την ταινία που βλέπει, ξαναγράφει τον ρόλο και αναθέτει στον Βουτσά την επανερμηνεία.

Ο κόσμος χρησιμοποιεί την ταινία ως κλειδαρότρυπα ενός παρελθόντος που διαρκεί, ενός μέλλοντος παρελθόντος. Αν ξεκολλήσει από την καταλυτική λειτουργία του ηθοποιού και της ταινίας, ο κόσμος ξαναθυμάται τα βάσανα. Οι δεκαετίες που άνθισε ο λαμπρός ελληνικός εμπορικός κινηματογράφος είχαν πολύ μεγάλη φτώχεια, σκληρό αντικομμουνιστικό, αυταρχικό κράτος, απίστευτες πολιτικές συγκρούσεις, εξαιρετικά καταπιεστικό μοντέλο εκπαίδευσης, πουριτανική κοινωνία. Οι αριστεροί ήταν πλήρως αποκλεισμένοι, τα καθεστωτικά λαμόγια τρώγαν από τις κρατικές αναθέσεις και από ένα σημείο και μετά η Χούντα αποτελούσε το σκοτεινό υπόστρωμα.

Η έγχρωμη κούκλα Μάρθα Καραγιάννη και ο καταπληκτικός σύζυγος Βουτσάς που τηλεφωνεί στη μαμά του γιατί η Μάρθα τον είπε χαλβά αποτελούν αυτό που είχε ανάγκη ο λαός, όχι αυτό που ζούσε. Αποτελούν την παραγγελία του λαού για μια διαφορετική πραγματικότητα. Με αυτή την έννοια ο Βουτσάς και οι κινηματογραφικοί συν-ήρωες ηθοποιοί αποτελούν μέρος της πραγματικότητας ως φαντασιακή αναγωγή της.

Πολλοί θρηνούν για τον θάνατο του Κώστα Βουτσά, σαν να αποκλείονται από αυτή την «άλλη» ζωή, όχι τη σκοτεινή τής κάτω πραγματικότητας, αλλά τη φωτεινή της φαντασίας. Εντούτοις, ο Βουτσάς έχει παίξει ρόλους τής «κάτω» πραγματικότητας. Όπως τον καταπληκτικό υδραυλικό στον «Διαχειριστή» του Περικλή Χούρσογλου ή τον άνεργο υπάλληλο στον «Έρωτα του Οδυσσέα» του Βασίλη Βαφέα (μια αντεστραμμένη απάντηση στο «Ρεπό» του ίδιου του σκηνοθέτη).

Υπάρχει βέβαια η ιδιοτέλεια του κοινού -όλων μας- που ψάχνουμε τεχνάσματα επιστροφής στην απολεσθείσα νεότητα. Η ιδιοτελής στόχευση να βρεθεί ένα άλλο σημάδι στο βέλος του χρόνου, ένα σημάδι που θα αλλάξει τη φορά του Πάρθιου βέλους. Ο Κώστας Βουτσάς, ο Γκιωνάκης, ο Αυλωνίτης, η Βασιλειάδου, η Βλαχοπούλου, η Νοταρά, ο Ηλιόπουλος, ο Κωνσταντάρας, ο Βέγγος, ο Σταυρίδης, ο Χατζηχρήστος, αλλά και ο Κωνσταντίνου, ο Βογιατζής, που ευτυχώς συνεχίζουν, οι μεγάλοι βιωματικοί κωμικοί, είναι η πιο προσοδοφόρος πλευρά μιας αστείρευτης εφηβείας. Μιας πνευματικής κριτικής και συγχρόνως ψευδαισθητικής νεότητας, αυτής που έχουμε ανάγκη, αυτής που δεν θέλουμε να εγκαταλείψουμε.

Κλείνει σιγά – σιγά ο κύκλος της σχεδόν αυτοδίδακτης, πηγαίας, βιωματικής κινηματογραφίας; Φοιτητές, πιτσιρίκια, ξέρουν τον Ζήκο, τον Κιοπέογλου, ξέρουν τα λόγια, τις ατάκες, ξέρουν πότε αλλάζει η σκηνή, πότε βάζει τα χορευτικά ο Δαλιανίδης, σε πόση ώρα τελειώνει η ταινία. Παιδιά γεννημένα το 2000+ τρελαίνονται με τη Νοταρά όταν της ανεμίζει τα μαλλιά ο Κώστας. Ναι, τα παιδιά (μας) μέσα από την κινηματογραφική απόλαυση μάς «διαρκούν» κι εμάς. Ξανακερδίζουμε την αντοχή και παραβγαίνουμε στη λύπη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: