115 χρόνια μετά….

στις

Ήταν μια μέρα σαν την σημερινή-13 Οκτωβρίου του 1904- όταν θα έφευγε από τη ζωή μαχόμενος ο μακεδονομάχος Παύλος Μελάς. 115 χρόνια μετά τιμούμε την μνήμη του και τους αγώνες για την Μακεδονία.

Η γέννηση ενός ήρωα

Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στη Μασσαλία το 1870, ενώ η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1874. Ήταν ένα από τα επτά παιδιά του ηπειρώτη έμπορου Μιχαήλ Μελά και της Ελένης Βουτσινά, κόρης εύπορου κεφαλλονίτη εμπόρου από την Οδησσό. Η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από τον Παρακάλαμο Πωγωνίου της Ηπείρου, όπου ακόμη σώζονται τα ερείπια του οικογενειακού πύργου.

Η οικογένεια του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1874 και κατοίκησε σε ένα κτήριο της οδού Πανεπιστημίου, που σήμερα αποτελεί το μέγαρο της Αθηναϊκής Λέσχης. Την εποχή εκείνη το κύριο εθνικό και πολιτικό ιδεολογικό ρεύμα στην Ελλάδα ήταν η Μεγάλη Ιδέα, δηλαδή η διεύρυνση των συνόρων του ελληνικού κράτους για να συμπεριλάβουν τις ελληνικές χώρες που βρισκόνταν υπό ξένη κυριαρχία. Ήταν η Ελλάδα των τριών θαλασσών και των δύο ηπείρων ή καλύτερα η ανασύσταση των περιοχών που κατείχε η βυζαντινή αυτοκρατορία.

Ο πατέρας του Μελά οραματιζόμενος τη μεγάλη ιδέα δαπάνησε σημαντικό μέρος της προσωπικής του περιουσίας για την πραγμάτωσή της και έτσι το 1878 έγινε ταμίας της Εθνικής Άμυνας, μιας οργάνωσης που υποστήριζε αλυτρωτικές κινήσεις στην Ηπειροθεσσαλία και την Κρήτη. Ασχολήθηκε με την πολιτική και το 1890 εκλέχτηκε βουλευτής Αττικής και τον επόμενο χρόνο δήμαρχος Αθηνών. Σε ένα τέτοιο ιδεολογικό κλίμα ανατράφηκε ο νεαρός Μελάς.

Το 1885 ο Μελάς τελείωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και το Σεπτέμβριο του 1886 ξεκίνησε την πενταετή του εκπαίδευση στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων στον Πειραιά, απ’ όπου αποφοίτησε ως ανθυπολοχαγός του πυροβολικού τον Αύγουστο του 1891. Παράλληλα γνώρισε τη Ναταλία Δραγούμη, κόρη του πολιτικού και μέλλοντα πρωθυπουργού Στέφανου Δραγούμη και αδελφή του Ίωνα Δραγούμη. Ο Στέφανος Δραγούμης ήταν επίσης φλογερός πατριώτης και είχε εμφυσήσει στα παιδιά του αντίστοιχα ιδανικά.

Ο Μελάς και η Δραγούμη παντρεύτηκαν τον Οκτώβριο του 1892 και απέκτησαν δύο παιδιά: τον Μιχαήλ Μελά (χαϊδευτικά Μίκης) το 1895 και τη Ζωή (χαϊδευτικά Ζέζα) το 1897.

Ο Μελάς με τη σύζυγό του, Ναταλία, και τα παιδιά τους.

Εθνική Εταιρεία και ο πόλεμος του 1897

Τον Αύγουστο του 1894 ο Μελάς συμμετείχε μαζί με άλλους 85 αξιωματικούς στην καταστροφή των γραφείων της εφημερίδας Ακρόπολις, που μετά τον αναίτιο ξυλοδαρμό ενός πολίτη από τρεις αξιωματικούς είχε δημοσιεύσει ένα πρωτοσέλιδο άρθρο που κατήγγειλε τον αυταρχισμό τους και αμφισβητούσε τη χρησιμότητα του σώματος των αξιωματικών. Οι στρατιωτικοί παραπέμφθηκαν στο στρατοδικείο, αλλά τα εντάλματα της προφυλάκισής τους έμειναν ανεκτέλεστα και στο στρατοδικείο αθωώθηκαν.

Το Νοέμβριο του 1894 δεκατέσσερεις από αυτούς, υλοποιώντας μια ιδέα του ανθυπολοχαγού Νικόστρατου Καλομενόπουλου, ίδρυσαν την Εθνική Εταιρεία, όπου ανάμεσα στα μέλη της ήταν και ο Μελάς. Εκείνη την περίοδο ο Μελάς υπηρετούσε στην Χαρτογραφική στους Μύλους του Άργους και ήταν ένας από τους πιο ενεργά μέλη της Εθνικής Εταιρείας.Στις 12 Φεβρουαρίου του 1897 o Μελάς υπηρετούσε ως αρχιφύλακας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όταν τον κάλεσαν να επιστρέψει με τους άνδρες του στο στρατώνα του πυροβολικού.

Υπό την πίεση της Εθνικής Εταιρείας και ενάντια στη θέληση των Μεγάλων Δυνάμεων, η ελληνική κυβέρνηση είχε αποφασίσει να στείλει εκστρατευτικό σώμα στην Κρήτη για την στήριξη της εκεί επανάστασης.Ο Μελάς απογοητευμένος έμαθε πως η μονάδα του δεν περιλαμβανόταν στο εκστρατευτικό σώμα. Την επόμενη ημέρα όμως ανακοινώθηκε πως η πεδινή πυροβολαρχία του, υπό τη διοίκηση του πρίγκηπα Νικολάου, θα μετέβαινε στη Λάρισα. Στις 16 Φεβρουαρίου η μονάδα αναχώρησε με πλοίο από τον Πειραιά και μέσω Χαλκίδας και με το σιδηρόδρομο από το Βόλο έφτασε στη Λάρισα.

Με την κάλυψη των ανωτέρων του, ο Μελάς ήταν υπεύθυνος για τη μετακίνηση με μια αμαξοστοιχία 55 βαγονιών από το Βόλο στα ελληνοοθωμανικά σύνορα ατάκτων της Εθνικής Εταιρείας που σκόπευαν να εισβάλλουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία για να προκαλέσουν πόλεμο. Η αποτυχημένη εισβολή Ελλήνων άτακτων στη Μακεδονία στις 9 Απριλίου έδωσε στην οθωμανική κυβέρνηση την αφορμή που αναζητούσε για την κήρυξη πολέμου. Στις 18 Απριλίου του 1897 έγινε η διακοπή των διπλωματικών σχέσεων των δύο χωρών και η κήρυξη του πολέμου.Ο Μελάς στα ημερολόγια του εμφανίζεται ενθουσιασμένος από την έναρξη των εχθροπραξιών.

Η μονάδα του βρισκόταν στα σύνορα ενώ ο ίδιος παρέμενε στη Λάρισα, όπου, αδειούχος, πληροφορήθηκε την κατάρρευση του μετώπου την ώρα που παρακολουθούσε την ακολουθία του Επιταφίου. Η γρήγορη αρνητική τροπή των πραγμάτων, η άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού και η εκκένωση της Λάρισας απογοήτευσαν το Μελά. . Δύο μέρες αργότερα, στις 18 Μαΐου, με την είδηση της ανακωχής από τηλεγράφημα του πατέρα του, αρρώστησε με υψηλό πυρετό και ο γιατρός τον έστειλε στη Λαμία και στη συνέχεια στο πλωτό νοσοκομείο Θεσσαλία, όπου υπηρετούσε ως εθελόντρια νοσοκόμα η σύζυγός του Ναταλία.

Ο Μελάς με τους αδερφούς του κατά τον πόλεμο του 1897.

Μαζί επέστρεψαν στο οικογενειακό του σπίτι στην Αθήνα, όπου ανάρρωσε για μία εβδομάδα και στη συνέχεια ζήτησε την επιστροφή του στη Λαμία. Θα επέστρεφε σύντομα ξανά στην Αθήνα, λόγω της ασθένειας του πατέρα του, ο οποίος πέθανε στις 17 Ιουνίου. Τον Ιανουάριο του 1899 ο Μελάς έγινε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Εταιρείας, η οποία αυτοδιαλύθηκε το Δεκέμβριο του 1900 μετά από γενική κατακραυγή για την ήττα του ’97 και διαμάχη με την κυβέρνηση για τη διαχείριση των οικονομικών κεφαλαίων της.

Ωστόσο, μετά από πρόταση του Μελά και του Νικόλαου Πολίτη, αποφασίστηκε το ΔΣ της Εταιρείας να συνεχίσει να συσκέπτεται για εθνικά ζητήματα «εισηγούμενον αναλόγους λύσεις εις την εκάστοτε Κυβέρνησιν».

Η μάχη για τη Μακεδονία

Φέροντας τύψεις για την έκβαση του πολέμου του 1897, ο Μελάς αναμίχθηκε έντονα στις μακεδονικές υποθέσεις. Γύρω από την οικογένεια Δραγούμη και με πρωτοβουλία του κουνιάδου του Μελά, Ίωνα, δημιουργήθηκε μια οργάνωση με σκοπό την υπεράσπιση του ελληνισμού στη Μακεδονία. Η ιδέα βρήκε μεγάλη απήχηση σε νέους αξιωματικούς και σε αξιωματικούς που είχαν υπάρξει μέλη της Εθνικής Εταιρείας, όπως ο Μελάς.

Αξιωματικοί που υπηρετούσαν στη Χαρτογραφική Υπηρεσία Στρατού μετέφεραν στα σύνορα όπλα που κατέληγαν στην Μακεδονία στα χέρια ανθρώπων όπως ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης. Το Νοέμβριο του 1902 ο Ίων Δραγούμης διορίστηκε υποπρόξενος στο Μοναστήρι. Από εκεί ο Δραγούμης διατηρούσε αλληλογραφία με το Μελά, τον οποίο ενημέρωνε επιστολικά, του ζητούσε την αποστολή όπλων, χρημάτων και συνιστούσε την εξαγορά ευρωπαϊκών εφημερίδων.

Με επιστολή του από εκεί τον Ιανουάριο του 1903 ο Δραγούμης ενημέρωσε το Μελά για την επικείμενη ίδρυση και τους σκοπούς του Μακεδονικού Κομιτάτου από «λίγους ανθρώπους, πλουσίους και καλούς». Το Μακεδονικό Κομιτάτο απέρριπτε ως «αρρώστεια» το συνταγματικό κοινοβουλευτισμό, αλλά αποδεχόταν να διαχειρίζεται το κοινοβούλιο μόνο «επαρχιακά» και όχι «εθνικά ζητήματα», προκειμένου να μη «θυμώση ο λαός αν του αφαιρέσουν τον ψήφο». Αν και ο ίδιος ο Μελάς, όπως και ο Στέφανος Δραγούμης, δεν έγιναν μέλη του Κομιτάτου, συνεργάστηκαν ωστόσο, με τα μέλη του χρησιμοποιώντας το δικό τους δίκτυο.

Από τη νέα θέση του, τις Σέρρες, ο Δραγούμης έγραψε στο Μελά τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου να είναι σε ετοιμότητα για να κινηθεί στρατιωτικά, είτε εναντίον των Βουλγάρων στη Μακεδονία είτε για την κατάληψη της εξουσίας στην Ελλάδα. Στις αρχές του 1904, η ελληνική κυβέρνηση, υπό την πίεση κοινής γνώμης έστρεψε το ενδιαφέρον της στη Μακεδονία και όρισε τον Αλέξανδρο Κοντούλη επικεφαλής μιας τετραμελούς ομάδας αξιωματικών που στάλθηκαν να ελέγξουν την κατάσταση στη δυτική Μακεδονία.

Ο Κοντούλης επέλεξε ως συνοδεία του τον Αναστάσιο Παπούλα, το Γεώργιο Κολοκοτρώνη και το Μελά, που ήταν φίλος του. Αφού επέλεξαν τέσσερεις συνοδούς, οι αξιωματικοί ακολούθησαν χωριστές πορείες και, μαζί με τον Κώτα και τον Πύρζα, συναντήθηκαν στο τέλος Φεβρουαρίου στα ελληνοτουρκικά σύνορα, στο Βελεμίστι, με τον Κύρου. Η αποστολή όμως καθυστέρησε εξαιτίας των άσχημων καιρικών συνθηκών και διέσχισαν τον Αλιάκμονα μόλις στις 9 Μαρτίου και ακολούθως κατευθύνθηκαν μέσω Σιατίστης προς το μοναστήρι του αγίου Νικολάου στο Τσιρίλοβο. Με οδηγό έναν απεσταλμένο του μητροπολίτη Καστοριάς Καραβαγγέλη έφτασαν στο χωριό Γκαμπρές στις 15 Μαρτίου.

Την επομένη ο Μελάς και ο Κολοκοτρώνης συνέδραμαν χρηματικά το δάσκαλο και το απόγευμα ο Κώτας, ο Κοντούλης και ο Μελάς μίλησαν στους ντόπιους υπέρ της σύνταξης με την ελληνική πλευρά. Έπειτα, προχώρησαν στη Ρούλια, το χωριό του Κώτα, την Όστιμα και το Ζέλοβο της Φλώρινας, όπου ο Παπούλας και ο Κολοκοτρώνης διαφώνησαν με το Μελά και τον Κοντούλη αναφορικά με το αν τα ελληνικά συμφέροντα θα εξυπηρετούνταν με την αποστολή ένοπλων σωμάτων από την Ελλάδα, όπως υποστήριζαν οι πρώτοι, ή με την οργάνωση ντόπιων ομάδων. Μετά το Ζέλοβο, βρέθηκαν στο Ορόβνικ, όπου έλαβαν ένα μήνυμα από το Δραγούμη ότι ο Μελάς έπρεπε να επιστρέψει αμέσως στην Ελλάδα, επειδή οι τουρκικές αρχές είχαν πληροφορηθεί την παρουσία του.

Ο Μελάς επισκέφθηκε στο Μοναστήρι το Δραγούμη, που τον έπεισε να υπακούσει. Απογοητευμένος, ο Μελάς πήρε το τραίνο για τη Θεσσαλονίκη φορώντας ένα φέσι, σύμβολο κύρους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, και στις 29 Μαρτίου έφτασε στην Αθήνα. Πέντε βδομάδες αργότερα επέστρεψαν και οι άλλοι τρεις αξιωματικοί, μετά από διαταγή του ελληνικού ΥπΕξ.

Πίσω στην Αθήνα, μία λογομαχία στις 13 Μαΐου ανάμεσα στο Μελά και τον Κολοκοτρώνη για το ζήτημα της αποστολής ή όχι ενόπλων στη Μακεδονία κατέληξε στην οργάνωση μίας μονομαχίας ανάμεσά τους στις 28 του ίδιου μηνός, που είχε ως αποτέλεσμα τον ελαφρύ τραυματισμό του Κολοκοτρώνη από πυροβολισμό. Μετά τη μονομαχία ο Μελάς ανέλαβε καθήκοντα στη Σχολή Ευελπίδων, αλλά μετά από ειδικό αίτημα δύο Κοζανιτών που επισκέφθηκαν το Στέφανο Δραγούμη το τέλος Ιουνίου, πήρε άδεια είκοσι ημερών για να επανέλθει στη Μακεδονία.

Μαζί με τον Πύρζα, έφτασε στην Κοζάνη, πόλη σχεδόν ολοκληρωτικά ελληνική, στις 19 Ιουλίου ως ζωέμπορος με το όνομα «Ζέζας». Ενώ ο Πύρζας επισκέφθηκε το Βογατσικό, το Μπλάτσι και την Καστοριά, ο Μελάς διαπίστωσε ότι η κατάσταση ήταν χειρότερη από αυτή που ανέμενε, αλλά συναντήθηκε στο επισκοπικό μέγαρο της πόλης με μία εξαμελή επιτροπή, με την οποία συνομολόγησε την ανάγκη δημιουργίας επτά σωμάτων των δεκαπέντε ανδρών το καθένα, που θα δρούσαν στην περιοχή Καστοριάς και Βοδενών, υπό τους κλέφτες Καραλίβανο και Βισβίκη και το ύψος του μηνιαίου μισθού που θα δινόταν στους άνδρες.

Ακολούθως, έστειλε μια αναφορά στο Στέφανο Δραγούμη ζητώντας την αποστολή χρημάτων στην Κοζάνη και επισκέφθηκε τη Σιάτιστα, όπου ενθουσιάστηκε από την τοπική επιτροπή που συνάντησε. Αν και σχεδίαζε να επισκεφθεί τη Βέροια, τη Νάουσα και τα Βοδενά, καθώς εξέλιπαν οι μέρες της άδειάς του, επέστρεψε στην Αθήνα. Όσο όμως ήταν στην Κοζάνη, ο Μελάς συνειδητοποίησε την ανάγκη αποστολής ενόπλων στη Μακεδονία και αποφάσισε να αναλάβει ο ίδιος την αντάρτικη δράση, ακολουθώντας το παράδειγμα δύο συμμαθητών του από τη Σχολή Ευελπίδων, των ανθυπολοχαγών Τσόντου και Κατεχάκη.

Λίγο μετά την επιστροφή του από την Κοζάνη και μετά από παρέμβαση του πρωθυπουργού Γεώργιου Θεοτόκη, στις 14 Αυγούστου ο Μελάς διορίστηκε από το Μακεδονικό Κομιτάτο αρχηγός όλων των σωμάτων που δρούσαν στην περιοχή του Μοναστηρίου και της Καστοριάς. Έτσι αναχώρησε για την τρίτη περιοδεία του στη Μακεδονία τέσσερεις μέρες αργότερα συνοδευόμενος από τον Πύρζα και τρεις Κρητικούς, ενώ στη Λάρισα προστέθηκαν στη συνοδεία του τέσσερεις Μακεδόνες και ο Δεσκατιώτης κλέφτης Κατσαμάκας με έξι άνδρες. Στη Λάρισα ο Μελάς φιλοξενήθηκε από τον ανθυπολοχαγό Χαράλαμπο Λούφα που, σύμφωνα με επιστολή που έστειλε ο Μελάς στη σύζυγό του, του ζήτησε να τον φωτογραφίσει. Ο Μελάς συμφώνησε και φωτογραφήθηκε στις 21 Αυγούστου από το Λαρισαίο φωτογράφο Γεράσιμο Δαφνόπουλο ένοπλος -κρατώντας ένα Μάουζερ.

Πορτραίτο του Μελά από το Γεώργιο Ιακωβίδη φιλοτεχνημένο πάνω στη φωτογραφία του Μελά της 21ης Αυγούστου.

Ο Μελάς έστειλε το πρώτο αντίτυπο της φωτογραφίας στη σύζυγό του, «υπό τον όρον να μην ιδή το φως της ημέρας», αλλά να μείνει ως ανάμνηση για την ίδια και τα παιδιά του αν έχανε τη ζωή του στην αποστολή του, βρίσκοντας ότι θα ήταν «κωμικό» και «μαρτύριο», εάν επέστρεφε άπρακτος, να βλέπει «την φάτσαν του έτσι μασκαρεμένην». Τη νύχτα της 27ης με 28ης Αυγούστου ο Παύλος Μελάς με το επιχειρησιακό όνομα Καπετάν Μίκης Ζέζας, με ένοπλο σώμα 35 ανδρών, που το αποτελούσαν Μακεδόνες, Μανιάτες και Κρητικοί, διέβη τα ελληνοοθωμανικά σύνορα και εισέβαλε στα εδάφη της Μακεδονίας, κοντά στο Όστροβο (σημερινή Άρνισσα).

Στο σώμα του Μελά βρίσκονταν ντόπιοι κλέφτες και Κρητικοί παρόμοιων ενασχολήσεων, οι οποίοι κινούνταν και δρούσαν όπως οι κλέφτικες ομάδες. Διαβαίνοντας τα σύνορα, ο Μελάς προσπάθησε να υιοθετήσει την κλέφτικη στάση, απεκδύθηκε τη στολή του αξιωματικού και επέλεξε ως μόνιμη ενδυμασία του το ντουλαμά, με αποτέλεσμα να κερδίσει το σεβασμό των αντρών του σώματός του.

Στις 30 Αυγούστου ο ληστής Θανάσης Βάγιας, τον οποίο ο Μελάς είχε προσλάβει ως οδηγό, λιποτάκτησε και στη συνέχεια κατέδωσε το σώμα του Μελά στους Οθωμανούς. Τις επόμενες ημέρες το ένοπλο σώμα του Μελά περιπλανήθηκε στην περιοχή της Σαμαρίνας, με τον ασυνήθιστο σε κακουχίες Μελά να καταπονείται ιδιαίτερα. Στις 5 Σεπτεμβρίου, ύστερα από πορεία πολλών ημερών, κατά την οποία αντιμετώπισαν την καχυποψία του τοπικού πληθυσμού ο Μελάς και οι σύντροφοι του έφθασαν στο χωριό Ζάνσκο, όπου τους βοήθησε και εφοδίασε πρόσωπο της εμπιστοσύνης τους.

Για το Μελά, όπως και άλλους Έλληνες αξιωματικούς που κατευθύνθηκαν από το ελεύθερο ελληνικό βασίλειο στη Μακεδονία, η σιωπηρή άρνηση σλαβόφωνων χωρικών να αναγνωρίσουν ως θρησκευτικό τους ηγέτη το Βούλγαρο Έξαρχο αντί του Οικουμενικού Πατριάρχη ήταν απόδειξη του ελληνικού τους «φρονήματος». Ο Μελάς θεωρούσε τους σλαβόφωνους χωρικούς εξίσου Έλληνες με τους ελληνόφωνους Κρητικούς που τον συνόδευαν και πίστευε ότι είχαν αλλοφωνήσει ως αποτέλεσμα της ξένης κυριαρχίας, μεταναστεύσεων και έλλειψης ελληνικής εκπαίδευσης.

Τους αποκαλούσε «Μακεδόνες», εννοώντας ότι είναι κάτοικοι της Μακεδονίας, και τη γλώσσα τους «μακεδονική» και τους θεωρούσε όμοιους με το υπόλοιπο αλλόφωνο ποίμνιο του Πατριάρχη. Συνειδητοποιώντας τη δυσκολία ταύτισης των χωρικών με έννοιες εθνικές, ο Μελάς εξήγησε στους άνδρες του ότι βάση του αγώνα που θα διεξήγαγαν ήταν η θρησκεία, η οποία προσβαλλόταν από τη δράση των Βουλγάρων. Ο ίδιος επέλεξε ως σφραγίδα του το σταυρό και την επιγραφή «Εν τούτω νίκα», σύμβολα κατανοητά από τους χωρικούς που αποσκοπούσε να προσεταιριστεί.

Στις 15 Σεπτεμβρίου λοιπόνο ο Μελάς πραγματοποίησε την πρώτη του επιχείρηση. Συνέλαβε έξω από το Στρέμπενο έναν ηλικιωμένο και δύο παιδιά 8 και 15 ετών και στην συνέχεια τον καταζητούμενο πατέρα του 15χρονου. Νωρίς το βράδυ το σώμα εισέβαλε στο χωριό και συνέλαβε ακόμη έναν καταζητούμενο εξαρχικό. Αποφάσισε τελικά να μην σκοτώσει τους δύο καταζητούμενους, υπό τον όρο πως θα πήγαιναν στην ελληνική Μητρόπολη και θα δήλωναν υποταγή στον εκεί Μητροπολίτη, όπως τους έβαλε να ορκιστούν σε μία βίβλο ότι θα πράξουν.

Η επιεικής αυτή στάση προκάλεσε τη μήνιν των πατριαρχικών του χωριού, που προσέβλεπαν σε πράξεις αντεκδίκησης για τις πράξεις βίας που είχαν διαπράξει τα προηγούμενα χρόνια εις βάρος τους τα ένοπλα βουλγαρικά σώματα. Στις 17 Σεπτεμβρίου προσπάθησε να οργανώσει επίθεση στο χωριό Άιτος, καθώς ήταν κέντρο εξαρχικών αυτονομιστών, όμως η απροθυμία συνεργασίας του ντόπιου συνεργάτη του του άλλαξε τα σχέδια και αποφάσισε να επιτεθεί στο γειτονικό χωριό Πρεκοπάνα (σημερινή Περικοπή).

Εκεί περικύκλωσε τον τοπικό πληθυσμό, που εκείνη την ώρα παρακολουθούσε μια κηδεία. Απαίτησε να δηλώσουν πίστη στον Έλληνα Μητροπολίτη και να ζητήσουν την αποστολή ιερέα και δασκάλου. Για να γίνει πιστευτή η απειλή του, πήρε μαζί του τον εξαρχικό δάσκαλο και  ιερέα  και οι συνεργάτες του τους εκτέλεσαν λίγο έξω από το χωριό. Εκείνη η δολοφονία φαίνεται να συγκλόνισε τον Μελά.

Στη συνέχεια κατευθύνθηκε στο χωριό Μπελκαμένη, όπου τους υποδέχτηκαν μυστικά Έλληνες του χωριού. Το απόγευμα της επόμενης ημέρας το σώμα μπήκε στο χωριό και υποχρέωσε τον ρουμανοδάσκαλο σε φυγή. Νωρίς το βράδυ το σώμα κατευθύνθηκε για να χτυπήσει το σλαβόφωνο χωριό Νερέτ (σημερινός Πολυπόταμος). Την επόμενη ημέρα όμως τα σχέδια τους ανατράπηκαν, όταν συνειδητοποίησαν πως στο χωριό βρισκόταν σημαντική δύναμη του οθωμανικού στρατού.

Κατά τη διάρκεια της άτακτης φυγής τραυματίστηκε θανάσιμα ο συνεργάτης του Μελά Φίλιππος Καπετανόπουλος απο την Κατράνιτσα (σημ. Πύργοι Βερμίου). Ο Μελάς τον σκέπασε με την κάπα του, στην οποία είχε αφήσει από αμέλεια ένα γράμμα του ίδιου του Καπετανόπουλου προς τον Δημήτριο Καλλέργη, τον Έλληνα πρόξενο στο Μοναστήρι. Η εύρεση της επιστολής οδήγησε αργότερα σε διάβημα της Υψηλής Πύλης προς την ελληνική κυβέρνηση και την ανάκληση του Έλληνα Προξένου (Καλλέργη). Ύστερα από το επεισόδιο αυτό, το σώμα του Μελά κράτησε χαμηλό το υπόβαθρο της μάχης κατανοώντας ότι τελικά η δράση του σώματος όπως έγραφε ο ίδιος ο Μελάς, ήταν «η τιμωρία των δολοφόνων Βουλγάρων και η προστασία των αδελφών μας από τας ορδάς αυτών».

Το σώμα του Μελά λοιπόν κατευθύνθηκε στο πατριαρχικό Λέχοβο και έπειτα στη Νεγκοβάνη (σημερινό Φλάμπουρο), χωριό επίσης κατά πλειοψηφία πατριαρχικό, όπου έμεινε για αρκετές μέρες λόγω της αδιάκοπης βροχόπτωσης. Κατά την παραμονή του στη Νεγκόβανη ο Μελάς οργάνωσε την άμυνα της ευρύτερης περιοχής. Εκεί τους συνάντησαν στις 30 Σεπτεμβρίου πρόκριτοι του βλάχικου χωριού Νεβέσκα (σημερ. Νυμφαίο Φλώρινας), που τους εφοδίασαν με τρόφιμα και ενδύματα, και ο Καραλίβανος με περίπου σαράντα άνδρες με αποτέλεσμα το σώμα του Μελά να ξεπεράσει τους 70 το πλήθος και να αναγκάσει πολλούς κομιτατζήδες να εγκαταλείψουν τα χωριά όπου βρίσκονταν.

Την ίδια περίοδο ενεργούσε στην περιοχή των Κορεστείων η ανταρτοομάδα του Κύρου. Την 1η Οκτωβρίου η ομάδα αυτή, στην οποία βρισκόταν και ο Ευθύμιος Καούδης, επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στην Όστιμα (σημερ. Τρίγωνο Φλώρινας) στο Μήτρο Βλάχο, που μετά από πολύωρη μάχη κατάφερε να διαφύγει, χάνοντας ωστόσο περίπου είκοσι άνδρες.

Έχοντας οργανώσει την άμυνα των χωριών της Καστοριάς, ο Μελάς σκόπευε να αφήσει περίπου πενήντα άνδρες να ελέγχουν την περιοχή και ο ίδιος να περάσει μέσα από το Ζέλοβο και το Πισοδέρι στην περιοχή του Μεγάροβου και του Μοναστηρίου, για να εκδιώξει από εκεί τις ανταρτοομάδες των κομιτατζήδων και να οργανώσει την άμυνά τους για το χειμώνα. Στις 9 Οκτωβρίου του 1904, λίγες μέρες πριν τον θάνατό του, περιέγραψε τη θέλησή του να παραμείνει στην περιοχή σε ένα γράμμα -το τελευταίο του-, που έστειλε στην κουνιάδα του Έφη Καλλέργη, κόρη του Στέφανου Δραγούμη και σύζυγο του αξιωματικού του ιππικού Γιάννη Καλλέργη, με την οποία ο Μελάς είχε ερωτικό δεσμό τους τελευταίους μήνες της ζωής του.

Εκείνη την  μέρα έλαβε ενισχύσεις από την Ελλάδα και δύο μέρες αργότερα με δύναμη 60 ανδρών επιτέθηκε εναντίον προγραμμένων μελών των κομιτάτων στο Νερέτ (σημ. Πολυπόταμο), όπου τους ειδοποίησε ότι κρύβονταν τρεις συμμορίες κομιτατζήδων ενώ ο γιος του δολοφονημένου ιερέα του χωριού είχε στοχοποιηθεί και ο ίδιος από την ΕΜΕΟ. Η ΕΜΕΟ ήταν μια βουλγαρική μυστική, αυτονομιστική οργάνωση που συστάθηκε στα Βαλκάνια το 1893, κατά ορισμένους στην πόλη Ρέσεν, της περιοχής Πόλογκ της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας, και κατ΄ άλλους στη Θεσσαλονίκη, και δραστηριοποιήθηκε με ένοπλο αγώνα από τα τέλη του 19ου αιώνα έως τις αρχές του 20ου στην περιοχή των Βαλκανίων και κυρίως στη Μακεδονία.

Η επιχείρηση όμως απέβη άκαρπη και κατά την υποχώρηση του το ελληνικό σώμα δέχτηκε επίθεση κομιτατζήδων με αποτέλεσμα να τραπεί σε φυγή. Μετά την αποτυχημένη επιδρομή στο Νερέτ, ο Μελάς έμεινε με τους μισούς άνδρες του και διανυκτέρευσε υπό βροχήν στο Βίτσι, όπου έστειλε μήνυμα στον Κύρου και τον Καούδη να συναντηθούν στις 14 Οκτωβρίου κοντά στη Στάτιστα (σημερινός Μελάς), χωριό τότε σλαβόφωνο με μικτούς πληθυσμούς πατριαρχικών και εξαρχικών, που διέθετε οργανωμένο βουλγαρικό πυρήνα.

Παρά την αντίρρηση του Πύρζα ότι θα ήταν ασφαλέστερο να μην μπουν στη Στάτιστα, καθώς ήταν πέρασμα των τουρκικών δυνάμεων που μετακινούνταν τακτικά από το Ζέλοβο στο Κονοπλάτι, ο Μελάς επέμενε να εισέλθουν στο χωριό. Εκεί δέχτηκαν τη φιλοξενία προκρίτων του χωριού και του Ντίνα ή Ντίνε Στεργίου, ενός εικοσιτετράχρονου πρώην κομιτατζή και μέλους της ομάδας του Μήτρου Βλάχου, που είχε φύγει από αυτή για λόγους αντιζηλίας και, συστημένος από το μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη, είχε ενταχθεί από τον Αύγουστο στο σώμα των Καούδη και Κύρου, δίχως να έχει βέβαια κερδίσει την εμπιστοσύνη τους για το οριστικό της μεταστροφής του στην ελληνική πλευρά.

Ο Ντίνε θα οδηγούσε το σώμα του Μελά στον τόπο συνάντησης με τον Καούδη και τον Κύρου στις 14 Οκτωβρίου και μάλιστα θα βοήθησε το Μελά να μοιράσει τους άνδρες της ομάδας του σε πέντε σπίτια. Το απόγευμα όμως της 13ης Οκτωβρίου, όταν πληροφορήθηκαν ότι ένα οθωμανικό απόσπασμα είχε αναχωρήσει από το Κονοπλάτι, ο Μελάς δεν ανησύχησε, γνωρίζοντας ότι δεν ήταν τουρκική πολιτική να επιτίθενται σκόπιμα στις ελληνικές ομάδες, που τους απάλλασσαν από το καθήκον καταδίωξης των κομιτατζήδων.

Ωστόσο, το απόσπασμα είχε κινητοποιηθεί μετά την παραλαβή ενός παραπλανητικού γράμματος γραμμένου στα ελληνικά που είχε συντάξει και στείλει με έναν χωρικό ο επικηρυγμένος Μήτρος Βλάχος, ο κομιτατζής, και έγραφε ότι στη Στάτιστα βρισκόταν ο ίδιος, υπολογίζοντας ότι ο τούρκος λοχαγός θα επετίθετο στη Στάτιστα για να λάβει το ποσό με το οποίο είχε επικηρυχθεί ο Μήτρος Βλάχος, προξενώντας, ωστόσο, το θάνατο του Μελά.

Στις 13 Οκτωβρίου το χωριό περικυκλώθηκε από οθωμανικό απόσπασμα 150 ανδρών και ξεκίνησαν αψιμαχίες. Το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας θα έβρισκε τον Μελά νεκρό υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες.

Εκδοχές θανάτου

Για τις ακριβείς συνθήκες του θανάτου του Μελά υπάρχει πλήθος εκδοχών. Μια αποο αυτές λέει ότι το οθωμανικό απόσπασμα εντόπισε ένα από τα κρησφύγετα των Ελλήνων και ξέσπασαν πυροβολισμοί ενώ περικυκλώθηκε το σπίτι όπου έμεναν ο Μελάς, ο Πύρζας, ο Ντίνας και ένας Κρητικός ονόματι Στρατινάκης, το οποίο καταδεικνυόταν σαφώς στο γράμμα του Μήτρου Βλάχου. Οι περισσότερες αφηγήσεις των συντρόφων του Μελά αμφισβητούν το ότι υπήρξε σημαντική μάχη και είναι αμφίβολο αν ο Μελάς και όσοι ήταν μαζί του συμμετείχαν.

Ο Μελάς (καθιστός στην πρώτη σειρά) με την ομάδα του (26.8.1904).

Όλες οι εκδοχές συγκλίνουν πως κάποια στιγμή τη νύχτα ο Μελάς προσπάθησε να διαφύγει, όμως τραυματίστηκε θανάσιμα. Οι μαρτυρίες ποικίλουν για το αν ο Μελάς τραυματίστηκε από βόλι του τουρκικού αποσπάσματος ή των ανδρών του σώματός του, συγκεκριμένα από εκπυρσοκρότηση του όπλου του Πύρζα, όπως και το αν, ύστερα από τον τραυματισμό του, ο Μελάς απεβίωσε, αυτοκτόνησε, ζήτησε από τον Ντίνα να τον αποτελειώσει ή ο τελευταίος τον σκότωσε αυτόβουλα. Φαίνεται να ήταν ο μοναδικός νεκρός της ελληνικής πλευράς.

Σύμφωνα με μια αφήγηση των συμβάντων που διαδόθηκε από τις εφημερίδες της εποχής πέθανε στα χέρια του φίλου του, Γεώργιου Στρατινάκη και η τελευταία του φράση πριν ξεψυχήσει ήταν «Βούλγαρος να μη μείνει». Η εκδοχή αυτή δεν επιβεβαιώνεται βέβαια από καμία μαρτυρία αλλά πολλοί ακόμη και σήμερα την χρησιμοποιούν ως φράση που ειπώθηκε από τον ίδιο.

Επακόλουθα

Γύρω από το σώμα του νεκρού Παύλου Μελά εκτυλίχθηκε μια διπλωματική επιχείρηση για την παραλαβή και τον ενταφιασμό του. Οι Έλληνες δεν ήθελαν να γίνει γνωστή στους Οθωμανούς η ταυτότητα και το στρατιωτικό αξίωμα του νεκρού, διότι αυτό θα δημιουργούσε διπλωματική κρίση.

Αρχικά ο νεκρός θάφτηκε από τους χωρικούς έξω από τη Στάτιστα, ενώ οι Οθωμανοί δεν γνώριζαν την ταυτότητά του. Αργότερα ο Ντίνας απεσταλμένος της ελληνικής πλευράς (πιθανώς του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη ή του οπλαρχηγού Κύρου) επιχείρησε να ξεθάψει και να μεταφέρει αλλού τον νεκρό. Στο μεταξύ όμως ο θάνατος του Μελά είχε μαθευτεί στην Αθήνα και η εκεί Οθωμανική πρεσβεία ειδοποίησε τις αρχές της Θεσσαλονίκης να βρουν το πτώμα ώστε να το χρησιμοποιήσουν σαν απόδειξη της Ελληνικής επέμβασης σε οθωμανική επικράτεια.

Έτσι, την ώρα που ο Ντίνας έκανε την εκταφή εμφανίστηκε οθωμανικός στρατός και έκοψε βιαστικά το κεφάλι του νεκρού προκειμένου να μην αναγνωριστεί από τον εχθρό. Το κεφάλι τάφηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη του Ναού της Αγίας Παρασκευής στο χωριό Πισοδέρι ενώ οι Οθωμανοί πήραν το ακέφαλο σώμα και το πήγαν στην Καστοριά για αναγνώριση.

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης, που γνώριζε τα πάντα, κινητοποίησε τη νεολαία της Καστοριάς που περικύκλωσε το Διοικητήριο και απαιτούσε να τους δοθεί το σώμα «κάποιου Ζέζα» που ήταν Έλληνας. Ο μητροπολίτης, προειδοποιώντας ότι μπορεί να συμβούν ταραχές που θα έβλαπταν την ειρηνική συμβίωση Τούρκων και Ελλήνων κατάφερε να του δοθεί το σώμα, το οποίο και τάφηκε στο παρεκκλήσιο των Ταξιαρχών κοντά στο Μητροπολιτικό Μέγαρο Καστοριάς.

Το 1907 ο Στέφανος Δραγούμης ζήτησε από τον Καραβαγγέλη να παρευρεθεί η Ναταλία στην μετά τριετία εκταφή του σώματος του συζύγου της καθώς και να του δοθεί το κεφάλι του Μελά. Ο Καραβαγγέλης φρόντισε να έρθει το κεφάλι του Μελά από το Πισοδέρι στην Καστοριά και η Ναταλία επιβεβαίωσε, χάρη σε τρία χρυσά δόντια που η αδερφή του δεσπότη, Κλεονίκη, εντόπισε στο στόμα του, ότι επρόκειτο για το κεφάλι του Μελά, το οποίο ο Καραβαγγέλης έθαψε στην Καστορια μαζί με το υπόλοιπο σώμα, κάτω από την Αγία Τράπεζα του μητροπολιτικού ναού της πόλης.

Ένα τηλεγράφημα της 17ης Οκτωβρίου από το προξενείο του Μοναστηρίου προς το ελληνικό ΥπΕξ έφθασε στην Αθήνα στις 18, οπότε και ενημερώθηκαν οι Δραγούμηδες, ενώ την επομένη το νέο δημοσιεύθηκε στον τύπο. Στις εκκλησίες της Ελλάδας τελέστηκαν μνημόσυνα για το Μελά, ενώ στα σχολεία εκφωνήθηκε μια ομιλία συνταγμένη από την «Επίκουρο των Μακεδόνων Επιτροπή» που τον εξυμνούσε ως γενναίο «Βουλγαροκτόνο», απόστολο της Μεγάλης Ιδέας και φιλόπατρι θυσιασθέντα υπέρ της ελευθερίας, αντάξιο των μεγάλων ανδρών της αρχαίας Ελλάδας.

Σύμφωνα με την αφήγηση που κυριάρχησε, ο Μελάς βρήκε εκούσιο θάνατο αψηφώντας χάρη στη φιλοπατρία του τους κινδύνους που διέτρεχε, καθώς ο αθηναϊκός τύπος έγραψε ότι ο Μελάς πυροβολήθηκε αφότου είχε διασπάσει μαζί με το σώμα του τις γραμμές των τούρκων στρατιωτών. Η διασπορά πολλών διαφορετικών φημών σχετικά με το γεγονός και η προσπάθεια απόκρυψης ενοχλητικών λεπτομερειών, όπως του ότι οι μακεδονομάχοι ανέμεναν να μη δεχτούν επίθεση των τουρκικών αρχών και του ότι αυτές τους επιτέθηκαν επειδή νόμιζαν ότι είναι βουλγαρική ομάδα, «ευλόγως», κατά τον Έλληνα πρόξενο στο Μοναστήρι, αποκρύφθηκαν από την ελληνική κοινή γνώμη και κάλυψαν κάτω από ένα πέπλο μυστηρίου τις συνθήκες θανάτου του Μελά.Το 1905, φοβούμενος για τη ζωή του, επειδή είχε θανατώσει το Μελά, ο Ντίνε μετανάστευσε στις ΗΠΑ.

Τρία χρόνια αργότερα, ένας Έλληνας πράκτορας έγραψε στον πεθερό του Μελά, Στέφανο Δραγούμη, ότι συνέχιζε να αναζητεί τον Ντίνε αποφασισμένος να του δώσει «οικτρόν θάνατον» ως προδότη και υπεύθυνο για το θάνατο του Μελά.

Η συνέχεια του αγώνα δόθηκε μέχρι το 1908

Ο Μελάς είχε σπείρει το πνεύμα αντίστασης έναντι στους εχθρούς, ο αγώνας που ονομάζεται μακεδονικός, κράτησε άλλα 4 έτη, μέχρι το 1908. Σε αυτά τα 4 έτη επικράτησαν τα ελληνικά αντάρτικα σώματα, ανοίγοντας τον δρόμο για την κατάκτηση των εδαφών μετά τους βαλκανικούς πολέμους 1912-1913.

Αποτέλεσμα εικόνας για μακεδονια συνθηκη βουκουρεστιου
Η Μακεδονία όπως μοιράστηκε στη συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913

Σήμερα η Ελλάδα κατέχει το 51 % της έκτασης της περιοχής που ονομάζεται Μακεδονία, ενώ στην Βόρεια Μακεδονία ανήκει σχεδόν το 40% της έκτασης και στη Βουλγαρία περίπου το 10%, στην περιοχή του Μπλαγκόεβγκραντ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.