29 Χρόνια μετά….

στις

Ήταν 3 Οκτωβρίου του 1990 όταν και επίσημα θα τελείωνε ο ψυχρός πόλεμος με την ένωση της Ανατολικής με τη Δυτική Γερμανία. Με αυτό τον τρόπο θα τελείωνε ο χωρισμός της Γερμανίας μετά από 50 χρόνια της ιδρύσεως των δύο Γερμανιών, δηλαδή της Δυτικής Γερμανίας ή Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Ανατολικής Γερμανίας ή  Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας.

germany.png
Αριστερά το εθνόσημο της Δυτικής Γερμανίας και δεξιά της ανατολικής

Η αρχή του ψυχρού πολέμου

Το 1945, το Τρίτο Ράιχ ηττήθηκε και η Γερμανία χωρίστηκε σε τέσσερις ζώνες κατοχής, υπό την Σοβιετική Ένωση, τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία. Σε τέσσερις ζώνες όμως χωρίστηκε και η πρωτεύουσα, το Βερολίνο. Τα επόμενα έτη και συγκεκριμένα μεταξύ 1947 και 1949, οι τρεις ζώνες των δυτικών συμμάχων συγχωνεύθηκαν, σχηματίζοντας την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Δυτικό Βερολίνο, ευθυγραμμισμένες με την καπιταλιστική Ευρώπη (η οποία αργότερα εξελίχθηκε στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα).

Η σοβιετική ζώνη μετεξελίχθηκε στην Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας με πρωτεύουσα το Ανατολικό Βερολίνο, και ενσωματώθηκε στο κομμουνιστικό σοβιετικό μπλοκ. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία ήταν μέλος της δυτικής στρατιωτικής συμμαχίας, του ΝΑΤΟ, ενώ η Λαοκρατική Δημοκρατία ήταν μέλος του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Οι Γερμανοί ζήσαν υπό αυτές τις επιβληθείσες διαιρέσεις καθ’όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου που ακολούθησε.

Τα δύο Γερμανικά κράτη στον χάρτη, μεταξύ των δύο κρατών φτιάχτηκε το τείχος που έπεσε το 1990 και επιτάχυνε τις διαδικασίες επανένωσης

Τα δύο κράτη είχαν δύο διαφορετικές φιλοσοφίες αλλά και τα δύο κράτη ήταν το αποτέλεσμα της ήττας του Ναζισμού στον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Η δυτική Γερμανία ήταν το κράτος που δημιούργησε την ιδέα της σημερινής ΕΕ ενώ η ανατολική Γερμανία υπήρξε η απόληξη της Σοβιετικής ζώνης. Ας δούμε τη συνέβη και είχαμε το λεγόμενο Γερμανικό θαύμα.

Δυτική Γερμανία

Ο πρώτος καγκελάριος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ο Κόνραντ Αντενάουερ, έθεσε ως προτεραιότητά του την ενσωμάτωση της χώρας στη Δυτική Ευρώπη. Χάρη στη βοήθεια από το Σχέδιο Μάρσαλ, η οικονομία ανέκαμψε γρήγορα. Έγινε ξανά γρήγορα, έστω και κουτσουρεμένη εδαφικά η Δυτική Γερμανία, μια μεγάλη οικονομική δύναμη κάτι που το αποκάλεσαν οι ιστορικοί ως Γερμανικό θαύμα. Μια χώρα διαλυμένη και βομβαρδισμένη σε περίπου μια 5ετία αποκτούσε μια τεράστια οικονομική αίγλη και σύντομα θα γινόταν ο βασικό μοχλός της εξάπλωσης της ΕΟΚ στην Ευρωπαϊκή ήπειρο. Στη δυτική Γερμανία όμως απαγορεύονταν τα κομμουνιστικά σύμβολα και κόμματα.

Οι αριστεροί της δυτικής Γερμανίας συσπειρώθηκαν γύρω από το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ενώ πολλοί έδρασαν στην παρανομία, όπως γινόταν σε όλο τον δυτικό κόσμο. Κάποιοι αριστεροί διάλεξαν και τον δρόμο της ακρότητας αλλά οι θύλακες των Ναζί υπήρχαν και υπάρχουν και στη σημερινή Γερμανία. Το 1968 η δυτικογερμανική κοινή γνώμη ήταν ανάστατη από την απόπειρα δολοφονίας του Ρούντι Ντούτσκε και από τις αντιδράσεις στην πρόθεση της κυβέρνησης του «μεγάλου συνασπισμού» σοσιαλδημοκρατών και χριστιανοδημοκρατών να ψηφίσει νομοθετικό πλαίσιο για την κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης, όταν το επιβάλλουν, κατά την κρίση της εκάστοτε κυβέρνησης, οι περιστάσεις. Αρκετοί διανοούμενοι και νέοι κυρίως, αλλά όχι μόνο, κατήγγειλαν τη νομοθεσία αυτή ως προοίμιο επιστροφής στο ναζιστικό καθεστώς.

Rudi.jpg
Ο Ρούντι Ντούτσκε

Οι ανησυχίες εντάθηκαν στις 28 Απριλίου του 1968, όταν το ναζιστικό Εθνικοδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας έφτασε στο ποσοστό του 9,8% στις εκλογές του κρατιδίου Βάδης-Βυρτεμβέργης, όπου οι σοσιαλδημοκράτες καταποντίστηκαν, λόγω της συνεργασίας τους σε ομοσπονδιακό επίπεδο με τους χριστιανοδημοκράτες, χάνοντας 8,3% των ψήφων τους από τις προηγούμενες εκλογές. Με την επιτυχία τους αυτή οι Δυτικογερμανοί νεοναζί είχαν ήδη εισέλθει στα κοινοβούλια επτά ομοσπονδιακών κρατιδίων. Έτσι η αντίσταση στα νομοσχέδια έκτακτης ανάγκης διευρύνθηκε.

Στη πρωτεύουσα της Δυτικής Γερμανίας την Βόννη δεκάδες χιλιάδες λαού συγκεντρώθηκαν για να διαδηλώσουν την αντίθεσή τους. Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η εμφάνιση στη συγκέντρωση αυτή πρώην κρατουμένων των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, οι οποίοι φόρεσαν στολές φυλακισμένων και κρατούσαν πλακάτ που ανέγραφαν τους παλιούς αριθμούς που είχαν ως κρατούμενοι, μαζί με ανάλογα συνθήματα: «Για την ελευθερία και τη Δημοκρατία», «Ποτέ πια Χίτλερ», «Εναντίον του Χίτλερ, εναντίον του πολέμου, υπέρ της ειρήνης». Η γερμανική κυβέρνηση, όμως, δεν υποχώρησε. Στις 30 Μαΐου, όταν πια η εξέγερση στη γειτονική Γαλλία (Μάης του ’68) έπνεε τα λοίσθια, τα επίμαχα νομοσχέδια ψηφίστηκαν πανηγυρικά από την ομοσπονδιακή Βουλή, με ψήφους 384 υπέρ και 100 κατά.

Ο Βίλλυ Μπραντ, που εκλέχτηκε για πρώτη φορά καγκελάριος το 1969, ακολούθησε μια πολιτική ανοίγματος προς την Ανατολή και αναγνώρισε την Ανατολική Γερμανία. Η αρχή της ενωτικής πρωτοβουλίας ήταν κοντά.

Ανατολική Γερμανία

Η πολιτική ζωή στη ΛΔΓ είχε διαμορφωθεί με βάση τη λογική του κόμμουνιστικού κόμματος ως ρυθμιστή της οικονομίας. Με βάση τις αρχές του σοσιαλισμού δεν εντάσσονταν στο Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας (Sozialistische Einheitspartei Deutschlands) οι πολιτικά ώριμοι πολίτες της χώρας, αλλά αντίθετα συμπεριλήφθηκαν όλοι οι πολίτες στις δομές του, γεγονός που προκαλούσε αντιφάσεις μέσα στο κόμμα και τις διαδικασίες του. Κυρίαρχο πολιτικό κόμμα στη ΛΔΓ ήταν το Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας (ΕΣΚΓ), το οποίο δημιουργήθηκε το 1946 από την ένωση του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας και του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος.

Οι εορτασμοί για τα 40 χρόνια της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

Άλλα πολιτικά κόμματα ήταν τα εξής: η (ανατολική) Χριστιανοδημοκρατική Ένωση, το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας, το Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας και το Δημοκρατικό Αγροτικό Κόμμα Γερμανίας. Όλα τα κόμματα μαζί με το ΕΣΚΓ και διάφορες άλλες μαζικές οργανώσεις (όπως η Ελεύθερη Γερμανική Νεολαία (ΕΓΝ)) αποτελούσαν το Εθνικό Μέτωπο της Δημοκρατικής Γερμανίας.

Οι εκλογές λάμβαναν χώρα στη Βουλή (Volkskammer) αλλά ελέγχονταν πλήρως από το ΕΣΚΓ. Οι συνθήκες διεξαγωγής ήταν κάτι λιγότερο από μυστικές με τους ψηφοφόρους να έχουν το δικαίωμα να εγκρίνουν ή να αποδοκιμάσουν τους «καταλόγους ενότητας» που πρότεινε το Εθνικό Μέτωπο. Όπως στις περισσότερες κομμουνιστικές χώρες και στη ΛΔΓ τα ποσοστά έγκρισης έφταναν γύρω στο 90%.

Στη Volkskammer περιλαμβάνονταν, επίσης, εκπρόσωποι από μαζικές οργανώσεις, όπως η Ελεύθερη Γερμανική Νεολαία (Freie Deutsche Jugend ή FDJ), ή η Ελεύθερη Γερμανική Ομοσπονδία Συνδικάτων. Σε μια προσπάθεια να συμπεριληφθούν γυναίκες στην πολιτική ζωή της Ανατολικής Γερμανίας, υπήρξε μια Δημοκρατική Ομοσπονδία Γυναικών της Γερμανίας, με έδρες στη Volkskammer.

Η Στάζι είχε διεισδύσει στις περισσότερες ιδιωτικές δραστηριότητες της ΛΔΓ. Όλες οι επίσημες οργανώσεις, εκτός από την εκκλησία, ελεγχόταν πλήρως από την ανατολικογερμανική κυβέρνηση. Η εκκλησία είχε περισσότερη ελευθερία εφ’ όσον όμως απείχε από την πολιτική δραστηριότητα.

Στη δεκαετία του 1980, η Σοβιετική Ένωση γνώρισε μια περίοδο οικονομικής και πολιτικής στασιμότητας και αντίστοιχα μειώθηκε η παρεμβατικότητά της στην πολιτική των μελών της Ανατολικής Συμμαχίας. Το 1987, ο Αμερικανός πρόεδρος Ρόναλντ Ρίγκαν μίλησε στην Πύλη του Βρανδεμβούργου, προκαλώντας τον σοβιετικό ηγέτη Μιχαήλ Γκορμπατσώφ να «σπάσει το τείχος» που χώριζε το Βερολίνο. Το Τείχος είχε καταστεί σύμβολο του πολιτικού και οικονομικού διαχωρισμού ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, έναν διαχωρισμό που ο Τσόρτσιλ είχε χαρακτηρίσει ως το «Σιδηρούν παραπέτασμα».

Στις αρχές του 1989, στο πλαίσιο της νέας εποχής των σοβιετικών πολιτικών της «γκλάσνοστ» (διαφάνειας) και της «περεστρόικα» (αναδιάρθρωσης) του Γκορμπατσώφ, το κίνημα «Aλληλεγγύη» ανέβηκε στην εξουσία στην Πολωνία. Εμπνευσμένο και από άλλες εικόνες γενναιότητας, ένα κύμα επαναστάσεων σάρωσε ολόκληρο το Ανατολικό Μπλοκ εκείνο το έτος.

Η ένωση

Η αρχή για την Γερμανία έγινε τον Μάιο του 1989, όταν η Ουγγαρία κατήργησε τους περιορισμούς στα σύνορά της με την Αυστρία. Χιλιάδες Ανατολικογερμανοί διέφυγαν έτσι στη Δύση, αν και ακόμη και τότε πολλοί μέσα και έξω από τη Γερμανία δεν πίστευαν ότι θα συνέβαινε ποτέ πραγματική επανένωση στο εγγύς μέλλον.

Τον Ιούλιο του 1989, πολλοί Ανατολικογερμανοί κατέφυγαν στις πρεσβείες της Δυτικής Γερμανίας στο Ανατολικό Βερολίνο, τη Βουδαπέστη στην Ουγγαρία και την Πράγα στην Τσεχοσλοβακία, ζητώντας άσυλο. Το παράδειγμά τους μιμήθηκαν στη συνέχεια χιλιάδες συμπατριώτες τους, που κατέφευγαν παράνομα στη Δυτική Γερμανία, αναζητώντας περισσότερη ελευθερία, δικαιώματα και μια καλύτερη ζωή.

Κι ενώ η μαζική εγκατάλειψη της Ανατολικής Γερμανίας συνεχιζόταν, ο επίσημος εορτασμός της 40ής επετείου της ίδρυσης της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας στις 7 Οκτωβρίου κατέληξε σε διαδηλώσεις εναντίον του κομμουνιστικού καθεστώτος, οι οποίες διαλύθηκαν βίαια από το στρατό και την αστυνομία. Η φλόγα όμως δεν έσβησε και δύο μέρες αργότερα, στις 9 Οκτωβρίου, έγινε νέα διαδήλωση 100.000 ατόμων στη Λειψία, ενώ μεγάλες διαδηλώσεις ακολούθησαν σε άλλες μεγάλες πόλεις της Ανατολικής Γερμανίας. Υπό το βάρος αυτής της «Ειρηνικής Επανάστασης», στις 18 Οκτωβρίου 1989 ο Γενικός Γραμματέας του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας Έριχ Χόνεκερ παύθηκε από τα καθήκοντά του και αντικαταστάθηκε από τον Έγκον Κρενζ.

Οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας εναντίον του καθεστώτος συνεχίζονταν με όλο και μεγαλύτερο ενθουσιασμό και στις 4 Νοεμβρίου έγινε στο Ανατολικό Βερολίνο η μεγαλύτερη συγκέντρωση διαμαρτυρίας στη χώρα. Σε αυτήν πήραν μέρος 1.000.000 άνθρωποι. Μπρος σε αυτή την εκρηκτική κατάσταση, η κυβέρνηση της Ανατολικής Γερμανίας παραιτήθηκε. Πέντε μέρες αργότερα, στις 9 Νοεμβρίου, το περίφημο Τείχος του Βερολίνου άνοιξε και επιτράπηκε, για πρώτη φορά, το πέρασμα Ανατολικογερμανών στην Δυτική Γερμανία.

Η πτώση του τείχους του Βερολίνου επιτάχυνε την διαδικασία της επανένωσης.

Οι εξελίξεις πλέον ήταν ραγδαίες. Στην Ανατολική Γερμανία καταργήθηκε το μονοπώλιο της εξουσίας του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος, ενώ λίγο αργότερα ανακοινώθηκε ότι επρόκειτο να γίνουν οι πρώτες ελεύθερες εκλογές, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν το Μάρτιο του 1990.

Παράλληλα η επανένωση της Γερμανίας ήταν θέμα κορυφής στις συνομιλίες του Αμερικανού προέδρου Τζωρτζ Μπους (του πρεσβύτερου) και του Σοβιετικού προέδρου Μιχαήλ Γκορμπατσώφ. Ένα ακόμα βήμα προς την ενοποίηση αποτελεί και η κατάργηση, στις 24 Δεκεμβρίου του 1989, της βίζας και άλλων διατυπώσεων που απαιτούνταν για τους επισκέπτες που εισέρχονταν στην Ανατολική Γερμανία από τη Δυτική.

Στις 28 Νοεμβρίου 1989, δύο εβδομάδες μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, ο καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας, Χέλμουτ Κολ, ανακοίνωσε ένα πρόγραμμα 10 σημείων που ζητούσε από τις δύο Γερμανίες να επεκτείνουν τη συνεργασία τους με στόχο την ενδεχόμενη επανένωση.

Από τις αρχές του 1990 όλα έδειχναν πως η ένωση δεν ήταν μακριά. Το Φεβρουάριο ο καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας Χέλμουτ Κολ πρότεινε στον Ανατολικογερμανό πρωθυπουργό Μοντρόου διαπραγματεύσεις για οικονομική και νομισματική ένωση, ενώ παράλληλα οι υπουργοί εξωτερικών των νικητριών δυνάμεων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και των δύο Γερμανικών κρατών συμφώνησαν να αρχίσουν επίσημες συνομιλίες για την ένωση των δύο Γερμανιών.

Στις 19 Απριλίου ο νέος πρωθυπουργός της Ανατολικής Γερμανίας Λόταρ ντε Μεζιέρ εκλεγμένος με δημοκρατικές διαδικασίες για πρώτη φορά διακήρυξε τη δέσμευσή του για την ένωση των δύο Γερμανιών. Στις 28 Απριλίου σε ειδική διάσκεψη στο Δουβλίνο εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Κοινότητας χαιρέτησαν την επιθυμία για ενοποίηση της Γερμανίας και για ένταξη της Ανατολικής Γερμανίας στην ΕΟΚ στα πλαίσια της ένωσης.

Σημαντικό σταθμό στην πορεία για την ένωση αποτελεί η συνάντηση των υπουργών εξωτερικών των δύο Γερμανιών, της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας, των Η.Π.Α. και της Σοβιετικής Ένωσης στη Βόννη, για ένα αρχικό κύκλο συνομιλιών πάνω στα εξωτερικά ζητήματα που θα αφορούσαν την ενωμένη Γερμανία.

Η 18η Μαΐου 1990 αποτελεί ορόσημο στην πορεία αυτή, αφού υπογράφτηκε στη Βόννη από τις κυβερνήσεις της Ανατολικής και της Δυτικής Γερμανίας, η συμφωνία για τη νομισματική, οικονομική και κοινωνική ένωση των δύο κρατών, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1990.

Το ένα μετά το άλλο τα γεγονότα οδηγούσαν τους Γερμανούς όλο και πιο κοντά στην πραγματοποίηση του ονείρου τους. Στις 6 Ιουλίου οι αρχηγοί του ΝΑΤΟ διακήρυξαν στο Λονδίνο ότι η ενοποιημένη Γερμανία είναι απαραίτητος παράγοντας για τη Συμμαχία. Λίγες μέρες αργότερα ο καγκελάριος Χέλμουτ Κολ, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στη Σοβιετική Ένωση συμφώνησε με το Σοβιετικό πρόεδρο Γκορμπατσώφ ότι η ενωμένη Γερμανία θα είναι ελεύθερη να αποφασίσει για τις μελλοντικές συμμαχίες της.

Ύστερα απ’αυτό η Σοβιετική Ένωση συμφώνησε να αποσύρει τα στρατεύματά της από την Ανατολική Γερμανία σε 3-4 χρόνια. Το τελικό βήμα όμως έγινε στις 31 Αυγούστου 1990, με την υπογραφή της συνθήκης ενοποίησης των δύο Γερμανιών, και τέθηκε σε ισχύ από τις 3 Οκτωβρίου 1990. Στις 2 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου διεξήχθησαν οι πρώτες εκλογές της ενωμένης Γερμανίας για το Κοινοβούλιο.

Η ενωμένη Γερμανία θεωρεί ότι είναι η διευρυμένη συνέχεια της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Δυτικής Γερμανίας) και όχι κράτος διάδοχος. Σύμφωνα με τον νόμο Βερολίνου/Βόννης, που υιοθετήθηκε το 1994, το Βερολίνο έγινε και πάλι η πρωτεύουσα της ενωμένης Γερμανίας, ενώ η Βόννη είχε το καθεστώς του Μπούντεσταντ (ομοσπονδιακή πόλη) και ήταν η έδρα μερικών ομοσπονδιακών υπουργείων.Η μετεγκατάσταση της κυβέρνησης ολοκληρώθηκε το 1999. Μετά από τις εκλογές του 1998, ο Γκέρχαρντ Σρέντερ έγινε ο πρώτος Καγκελάριος μίας συμμαχίας με την Συμμαχία ’90/Οι Πράσινοι.

Στα κύρια σχέδια των δύο κυβερνήσεων του Σρέντερ περιλαμβανόταν η Agenda 2010, για τον ανασχηματισμό της εργατικής αγοράς, ώστε να γίνει πιο ευέλικτη και να μειωθεί η ανεργία.

Οι διαφορές στην οικονομία των Δύο Γερμανιών

Η Δυτική Γερμανία ήταν από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου και είχε πολλά ορυκτά, όπως τον γαιάνθρακα (143.615.000 τόνοι τον χρόνο). Παρήγαγε αυτοκίνητα, τηλεοράσεις και είχε πάνω από 50.000 επιχειρήσεις, εργοδοτόντας πάνω από 8 εκατομμύρια Γερμανούς ή ανθρώπους από άλλες χώρες.

Ο σημαντικότερος κλάδος της οικονομίας της Ανατολικής Γερμανίας ήταν η βιομηχανία, με κατασκευή μηχανημάτων παραγωγής, τραίνων και αυτοκινήτων (Wartburg και Trabant). Μεγάλη ανάπτυξη επίσης είχαν και τα ναυπηγεία και οι χημικές βιομηχανίες, ενώ η κατασκευή καταναλωτικών ειδών ήταν ιδιαίτερα υποανάπτυκτη, γεγονός που την οδηγούσε σε σύναψη εμπορικών συμφωνιών με άλλα σοσιαλιστικά ή και καπιταλιστικά κράτη. Παράδειγμα αποτελούν οι συμφωνίες της με το ελληνικό κράτος για εισαγωγές αγροτικών προϊόντων με συνήθη τη προμήθευση της Ελλάδας με τεχνολογίες.

Όλες οι μεγάλες εταιρίες είχαν κρατικοποιηθεί και οι αγρότες ήταν ως επί το πλείστον οργανωμένοι σε συνεταιρισμούς. Όσοι επιχειρηματίες δεν είχαν χάσει την επιχείρηση τους από κατάσχεση ή δεν την είχαν πωλήσει σε κρατικό όμιλο συνήθως την μετέφεραν στη Δυτική Γερμανία, γεγονός που μετά το 1961 ήταν αδύνατο, αφού με το στήσιμο του τείχους του Βερολίνου τα δυο κράτη πλέον είχαν διακόψει σχεδόν όλες τις εμπορικές επαφές.

Ιδιωτικές επιχειρήσεις υπήρχαν αργότερα μόνο ως βιοτεχνίες, όπως κατασκευής παιχνιδιών ή σε ελεύθερα επαγγέλματα όπως η δικηγορία και η ιατρική. Σε σύγκριση με άλλες ανατολικές χώρες, η ΛΔΓ ήταν πιο ελεύθερη και εξελιγμένη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον πάντως παρουσιάζουν οι εμπορικές συναλλαγές με άλλα σοσιαλιστικά κράτη και με κομμουνιστικά κόμματα σε καπιταλιστικές χώρες. Ενδεικτικά, τα προμήθευε με εξελιγμένες τεχνολογίες, ενώ σημαντική ήταν η βοήθειά της στις εκδόσεις.

Το βιοτικό επίπεδο των ανατολικογερμανών ήταν από τα υψηλότερα του ανατολικού μπλοκ, πίσω μόνο από την Ουγγαρία του μεταρρυθμιστή Γιάνος Κάνταρ (János Kádár). Το κέντρο του Ανατολικού Βερολίνου, χωρίς να έχει τον πλούτο της Δύσης, δεν έδινε την εντύπωση της φτώχειας, όπως ήταν εμφανές π.χ. στο Βουκουρέστι. Οι κάτοικοι κινούνταν και τα καταστήματα δεν ήταν άδεια όπως στην Πολωνία. Μετά από μία αναμφίβολη ανάπτυξη, η αποτυχία του σοσιαλιστικού σχεδιασμού προκάλεσε την κρίση που οδήγησε στην κατάρρευση του συστήματος, υπάρχει βέβαια και μια άλλη άποψη.

Η Ανατολική Γερμανία ποτέ δεν κατέρρευσε από κάποια οικονομική κρίση, απόδειξη για αυτό αποτελεί το γεγονός ότι όλες οι συγκεντρώσεις οι οποίες έγιναν την περίοδο πριν από την κρίση δεν είχαν οικονομικά αιτήματα. Το βασικό αίτημα των διαδηλωτών ήταν οι δημοκρατικές ελευθερίες. Η σοσιαλιστική οικονομία φαίνεται να είχε διάφορες δυσκολίες επιδιώκοντας να εξασφαλίσει για τον λαό της όλα τα βασικά απαραίτητα υλικά αγαθά χωρίς να αφήνει κάποια μερίδα πολιτών χωρίς αυτά.

Η παραγωγική γήρανση, η γραφειοκρατία, τα απόβλητα, το αυξανόμενο τεχνολογικό χάσμα με τη Δύση θα φέρει τα ίδια προβλήματα όπως και σε άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης: τη χρόνια έλλειψη καταναλωτικών αγαθών, τις ουρές έξω από καταστήματα, τις απαρχαιωμένες υποδομές και μία συναλλαγματική ισοτιμία με τεχνητό τρόπο. Παρά τα χαμηλά ενοίκια, τη δωρεάν υγειονομική περίθαλψη και τις γενναιόδωρες άδειες μητρότητας και υποτροφιών, η καθημερινή ζωή στην πρώην Ανατολική Γερμανία ήταν μία σταθερή πηγή απογοήτευσης.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία ξεκινούν τη νομισματική μεταρρύθμιση στις 20 Ιουνίου 1948 στο δυτικό τομέα, δρομολογώντας την αντικατάσταση του ράιχσμαρκ από το γερμανικό μάρκο. Οι σοβιετικές αρχές αντέδρασαν δημιουργώντας το ανατολικογερμανικό μάρκο που θα ισχύει στη δική τους ζώνη κατοχής. Από το 1949 έως το 1990, το νόμισμα άλλαξε πολλές ονομασίες. Από το «Deutsche Mark» την περίοδο 1949 – 1964, στο «Mark der Deutschen Notenbank» το 1964 – 1967 και τελικά στο «Mark der DDR» («Ostmark») το 1967 – 1990.

Με την νομισματική ένωση την 1η Ιουλίου 1990, η ισοτιμία του δυτικού μάρκου ήταν 1 προς 1 και το ανατολικό μάρκο εγκαταλείφθηκε. Αυτή η απόφαση οδήγησε σε μεγάλη υπερτίμηση του ανατολικογερμανικού μάρκου. Η έκταση της Ανατολικής Γερμανίας αποτελεί σήμερα τα Ομόσπονδα κρατίδια Βρανδεμβούργο, Μεκλεμβούργο-Προπομερανία, Σαξωνία, Σαξωνία-Άνχαλτ, Θουριγγία. Μεγάλες πόλεις σε αυτή την περιοχή είναι μετά το Βερολίνο, η Λειψία, η Δρέσδη, το Μαγδεβούργο, το Πότσδαμ, η Ερφούρτη και το Κέμνιτς (πρώην Καρλ Μαρξ Σταντ).

Ο Αθλητισμός και πολιτισμός στην Ανατολική Γερμανία

Όπως οι περισσότερες χώρες του ανατολικού μπλοκ αλλά και οι ανεπτυγμένες της Δύσης, έτσι και η ΛΔΓ, χρησιμοποίησε τον αθλητισμό ως μέσο προπαγάνδας και εθνικής ταυτότητας. Το κράτος ανέπτυξε ένα εκτεταμένο σύστημα δομών για την ανίχνευση και την κατάρτιση των νέων ταλέντων σε όλους τους κλάδους και ιδιαίτερα σε ολυμπιακά αθλήματα (στίβος, κολύμβηση), αλλά δεν δίστασε κάποιες φορές να επικροτεί τη συστηματική χρήση αναβολικών για να κερδίσουν τα μετάλλια και τους τίτλους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της οργανωμένης επιτυχίας της στον αθλητισμό, ήταν η μόνιμη παρουσία της στη δεύτερη θέση του πίνακα των μεταλλίων όλων των Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων που διεξήχθησαν από το 1976 έως το 1988 (με εξαίρεση το 1984 όπου συμμετείχε στο μποϊκοτάζ των σοσιαλιστικών χωρών), ξεπερνώντας τις ΗΠΑ και μένοντας πίσω μόνο από τη Σοβιετική Ένωση. Τα ίδια αποτελέσματα παρουσίαζε και στους χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες. Ενώ το 1984, μάλιστα, κατάφερε να αναδειχθεί πρώτη.

Σημαντικές αθλήτριες της ΛΔΓ είναι η Μαρίτα Κοχ, της οποίας το παγκόσμιο ρεκόρ στα 400μ. (47.60) υπάρχει ως σήμερα αλλά και η Καταρίνα Βιτ με το χρυσό μετάλλιο στο καλλιτεχνικό πατινάζ στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του Σεράγεβο το 1984[14] και του Κάλγκαρυ το 1988. Επίσης ιστορική ήταν η νίκη της ΛΔΓ επί της «αντιπάλου» Ομοσπονδιακής Γερμανίας, στα πλαίσια του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1974. Στον αγώνα πρώτου γύρου στο Αμβούργο οι Ανατολικοί κέρδισαν του Δυτικούς με 1-0 (γκολ του Γιούργκεν Σπαρβάσερ).

Οφείλουμε, βέβαια, να σημειώσουμε ότι στην ΛΔΓ δόθηκε για πρώτη φορά η ουσιαστική πρόσβαση της νεολαίας, των εργατών και των αγροτών στον αθλητισμό. Οι δωρεάν εγκαταστάσεις καλής ποιότητας επέτρεπαν την επιλογή αθλήματος από ένα μεγάλο εύρος, ενώ η πρόσβαση στην σωματική άσκηση και ο διαθέσιμος χρόνος για την ενασχόληση των λαϊκών μαζών με τον αθλητισμό δημιούργησε τις προϋποθέσεις για καλύτερες συνθήκες ζωής και καλύτερη φυσική κατάσταση του λαού.

Η αξία των παροχών αυτών φαίνεται ακόμη περισσότερο, αν κανείς τις συγκρίνει με τις αντίστοιχες σε καπιταλιστικά κράτη, όπου η ενασχόληση με τον αθλητισμό αποτελεί πολυτέλεια, κυρίως λόγω του κόστους των διδάκτρων και του εξοπλισμού.

Η εκπαίδευση της Ανατολικής Γερμανίας ήταν στις προτεραιότητες της κομμουνιστικής κυβέρνησης. Το κράτος είχε το μονοπώλιο της εκπαίδευσης και η διδασκαλία, ήταν οργανωμένη σε κεντρικό επίπεδο, από το Κόμμα. Το σύστημα δημόσιας εκπαίδευσης εκτός από τη μετάδοση της γνώσης, είχε την υποχρέωση και της πολιτικο-ιδεολογικής εκπαίδευσης, στηριγμένο στην αρχή της σύνδεσης με την κοινωνία. Η αρχή αυτή είχε αναγνωριστεί και από τους αστούς θεωρητικούς και είχε εκφραστεί στη Γερμανία με θέσεις του Γερμανού μεταφραστή και φιλολόγου Σλάιερμαχερ (Schleiermacher).

Σύμφωνα με την αρχή αυτή, κάθε κοινωνικο-οικονομικό σύστημα χρησιμοποιεί το εκπαιδευτικό σύστημα ως μέσο διάπλασης του πολίτη. Έτσι, το φεουδαρχικό ή το καπιταλιστικό σύστημα διαπλάθει πολίτες, που θα ανέχονται την εκμετάλλευσή τους από τον φεουδάρχη ή τον καπιταλιστή αντίστοιχα, ενώ ο σοσιαλισμός-κομμουνισμός θέτει ως στόχο τον πολίτη, ενεργή μονάδα της κοινωνίας που μέσα από τα όργανα συσπείρωσής του (σωματεία, επιτροπές) διαμορφώνει τις συνθήκες εργασίας και ζωής του.

Το «κρατικό μονοπώλιο στην εκπαίδευση» αποτελούσε την ευκαιρία για ίσες ευκαιρίες σε όλα τα παιδιά χωρίς την παρέμβαση ιδιωτών που αντιμετωπίζουν το παιδί σαν μαθητή αλλά και σαν πελάτη αφού πρωταρχικός στόχος ενός ιδιωτικού σχολείου είναι το κέρδος. Το εκπαιδευτικό σύστημα βασίστηκε στην πρόταση για ενιαίο πολυτεχνικό σχολείο, όπου οι μαθητές αποκτούσαν γενικές γνώσεις, καλύπτωντας ένα μεγάλο φάσμα επιστημών, από λογοτεχνία και φυσική μέχρι μηχανική και κηπουρική.

Στόχος του εκπαιδευτικού συστήματος ήταν να πλάσει ολοκληρωμένες προσωπικότητες στα παιδιά, τα οποία αποφοιτώντας από τις σχολικές μονάδες μπορούσαν να επιλέξουν πιο συνειδητά την μετέπειτα επαγγελματική τους αποκατάσταση. Το εκπαιδευτικό σύστημα της Λαϊκής Δημοκρατία της Γερμανίας βασιζόταν και στην αντίστοιχη πείρα της ΕΣΣΔ, που είχε ήδη αποδείξει εκείνη την περίοδο την ανωτερότητά του. Ανωτερότητα που είχε αναγνωριστεί και από Αμερικανούς ειδικούς και είχε οδηγήσει στην έκδοση του βιβλίου «Τι μαθαίνει ο Ιβάν που δεν μαθαίνει ο Τζόνυ», το οποίο πραγματευόταν τις διαφορές στα προγράμματα σπουδών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από τη μία στην ΕΣΣΔ (Ιβάν) και από την άλλη στις ΗΠΑ (Τζόνυ).

Συγκεκριμένα, δινόταν και το παράδειγμα της διδασκαλίας της λογοτεχνίας στις δύο χώρες. Ενδεικτικά στην ΕΣΣΔ προωθείτο η ενασχόληση με πρωτότυπα κείμενα κλασικής λογοτεχνίας, ενώ στις ΗΠΑ οι μαθητές και οι φοιτητές ασχολούνταν κυρίως με περιλήψεις λογοτεχνικών έργων της εποχής, των οποίων η αξία δεν είχε κριθεί ακόμη.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.