30 χρόνια μετά……

στις

26 Σεπτεμβρίου 1989 : Η τρομοκρατική οργάνωση 17 Νοέμβρη δολοφονεί τον άνθρωπο που είχε ως βασικό πολιτικό στόχο την πολιτική συμφιλίωση. Ήταν ο Παύλος Μπακογιάννης.

26/9/1989 Δολοφονία του βουλευτή της ΝΔ, Παύλου Μπακογιάννη

Εκείνη την ημέρα θα αποφάσιζε η βουλή αν θα παραπέμψει τον Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο για το σκάνδαλο Κοσκωτά. Ο Παύλος Μπακογιάννης δέχεται δολοφονική επίθεση από μέλη της 17Ν, στο γραφείο του στο Κολωνάκι, αργότερα (δίκη 17Ν) αποκαλύπτονται οι δολοφόνοι αλλά ποτέ δεν μπορέσαμε να κατανοήσουμε το γιατί της δολοφονίας και βέβαια το ποιος έδωσε την εντολή για δολοφονία. Δεν πιστεύουμε ότι οι δολοφόνοι έδρασαν αυτοβούλως.

Ο βίος του Παύλου Μπακογιάννη

Ο Παύλος Μπακογιάννης γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 1935 στο χωριό Βελωτά της Ευρυτανίας. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος του παπα – Κώστα και της Ειρήνης Μπακογιάννη. Γυμνάσιο πήγε στο Θέρμο Τριχωνίδας, για ένα χρόνο στο Καρπενήσι (1950) και το τελείωσε στην Πάτρα στο Β’ Γυμνάσιο Πατρών. Σπούδασε Πολιτικές και Κοινωνικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Συνέχισε τις σπουδές του στη Γερμανία, παίρνοντας πτυχίο Πολιτικής Οικονομίας και Πολιτικών Επιστημών των Πανεπιστημίων Μονάχου, Τύμπιγκεν και Κωνσταντίας (Konstanz), στο Πανεπιστήμιο της οποίας ανακηρύχθηκε κατόπιν Διδάκτωρ των Κοινωνικών Επιστημών. Δίδαξε Πολιτικές Επιστήμες και Δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, ενώ από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60 και για 10 περίπου χρόνια διηύθυνε το ελληνόφωνο πρόγραμμα της ραδιοφωνίας της Βαυαρίας.

Ήταν διευθυντής του ελληνικού προγράμματος της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας, όταν έγινε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Από τη θέση αυτή αντιτάχθηκε στο δικτατορικό καθεστώς και έκανε εκπομπές με σχόλια και ειδήσεις που αναμεταδίδονταν και από την Deutsche Welle και πολύ γρήγορα έγιναν σημείο αναφοράς του αντιδικτατορικού αγώνα.

Στο Μόναχο γνώρισε τη Ντόρα Μητσοτάκη, κόρη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η οποία σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο της ίδιας πόλης και την οποία και παντρεύτηκε το 1974. Μαζί της απέκτησε δύο παιδιά, την Αλεξία και τον Κώστα. Με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, το 1974 επέστρεψε στην Ελλάδα. Εργάσθηκε στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» και το 1982 ανέλαβε εκδότης – διευθυντής του εβδομαδιαίου περιοδικού «ΕΝΑ» ως το Φεβρουάριο του 1985. Από το Νοέμβριο του 1985 μέχρι το Σεπτέμβριο του 1989 διετέλεσε πολιτικός σύμβουλος του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας Κώστα Μητσοτάκη.

Τον Ιούνιο του 1989 εκλέχθηκε βουλευτής της μονοεδρικής περιφέρειας Ευρυτανίας. Ακολούθησε η Κυβέρνηση Τζαννετάκη, στο σχηματισμό της οποίας έλαβε ενεργό ρόλο, ως διαπραγματευτής μεταξύ του κόμματός του και του Συνασπισμού. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την ανάπτυξη της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Ευρυτανίας. Το πρώτο του μάλιστα βιβλίο είχε τίτλο: «Η Ευρυτανία και οι οικονομικές της δυνατότητες» (Αθήνα, 1960). Σε αυτό το πόνημα κατάρτησε ολοκληρωμένο σχέδιο ανάπτυξης της περιοχής, το οποίο υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ως πολιτικός θεωρούνταν ήπιος και συναινετικός. Θεωρούσε επιβεβλημένη την υπέρβαση των διαχωριστικών γραμμών, την επούλωση των πληγών του Εμφυλίου και του Διχασμού και την Εθνική Συμφιλίωση. Στα πλαίσια αυτής του της πεποίθησης εργάστηκε για την επιτυχία του πρωτοποριακού, για την εποχή, εγχειρήματος συγκυβέρνησης Αριστεράς και Δεξιάς.

Για τους ίδιους λόγους ήταν εισηγητής, εκ μέρους της Ν.Δ., του νομοσχεδίου για την απάλειψη των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου που υπερψηφίστηκε και έγινε Νόμος το καλοκαίρι του 1989.

Η Δολοφονία

Η τρομοκρατική οργάνωση «17 Νοέμβρη» δολοφόνησε τον Παύλο Μπακογιάννη το πρωί της Τρίτης 26ης Σεπτεμβρίου 1989 στην είσοδο της πολυκατοικίας της οδού Ομήρου 35 στην Αθήνα, όπου στεγαζόταν το γραφείο του. Η δολοφονία του συγκλόνισε την πολιτική επικαιρότητα εκείνων των ημερών, η οποία μονοπωλούνταν από την έναρξη της διαδικασίας για την παραπομπή των πολιτικών του σκανδάλου Κοσκωτά.

Την ημέρα που δολοφονήθηκε συνέπεσε να εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση η χρηματοδότηση του προγράμματος για την Ευρυτανία, που ο ίδιος είχε καταρτίσει. Ο Μπακογιάννης πέθανε λίγα λεπτά μετά το χτύπημα και κηδεύτηκε στο Καρπενήσι στις 29 Σεπτεμβρίου 1989 παρουσία πολύ κόσμου, που φώναζαν συνθήματα κατά της τρομοκρατίας.

Στο Καρπενήσι οι αρχές της πόλης τον τίμησαν δημιουργώντας το ομώνυμο πάρκο, όπου έχει στηθεί ο ανδριάντας του και δίνοντας το όνομά του σε κεντρικό δρόμο της πόλης.

Ο αποχαιρετισμός από τον Χαρίλαο Φλωράκη

Η είδηση της εκτέλεσης του προκάλεσε σοκ, καθώς τόσο ως δημοσιογράφος όσο και ως βουλευτής της ΝΔ είχε ήδη καταγράψει στον δημόσιο βίο του μία πορεία που τον κατέτασσε στις πιο ήπιες και ενωτικές φωνές της πολιτικής ζωής. Είχε δώσει έντονο αντιδικτατορικό αγώνα και αμέσως μετά την πτώση της Χούντας αφιέρωσε την ζωή του στο να σβήσουν τα πάθη του Εμφυλίου Πολέμου και να υπάρξει η λεγόμενη «εθνική συμφιλίωση». Η φράση του, που αποτύπωνε τη φιλοσοφία της ζωής του είναι ότι «μπορούμε να διαφωνούμε, γιατί μπορούμε να συνυπάρχουμε». Η δολοφονική επίθεση εναντίον του Παύλου Μπακογιάννη προκάλεσε ερωτήματα ακόμη και τους υποστηρικτές της «17Ν», καθώς επρόκειτο για την πλέον μετριοπαθή φωνή της κεντροδεξιάς παράταξης που δεν είχε λάβει ποτέ κυβερνητική θέση. 

Τα λόγια ενός πολιτικού του αντιπάλου, του ιστορικού στελέχους της Αριστεράς, Χαρίλαου Φλωράκη, δείχνουν το τι είχε καταφέρει και για τι πάλευε ο Παύλος Μπακογιάννης. «Οι αυριανιστές ήσαν οι μόνοι που δεν αισθάνθηκαν για τον φόνο του Μπακογιάννη ντροπή. Κάποιοι βέβαια εμφανίστηκαν υποκριτικά συντετριμμένοι. Ενώ κάποιοι άλλοι – θρασείς, προκλητικοί, αγριάνθρωποι – δεν απέκρυπταν τον επόμενο στόχο τους: “Μετά τον Μπακογιάννη”, έλεγαν, “σειρά έχει ο Κύρκος”», είχε δηλώσει ο «Χαρίλαος Φλωράκης». Ακόμη και η «Αυγή» στο φύλλο της 27ης Σεπτεμβρίου 1989 έγραψε: «Η 17Ν ήξερε τι επιδίωκε: Να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη από τη διαδικασία της κάθαρσης. Να δημιουργήσει κλίμα έντασης και αναταραχής».

Αναπάντητα ερωτήματα από την προκήρυξη της «17Ν» 

Τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε στην προκήρυξη της η «17Ν» δεν έπεισαν σχεδόν κανέναν. «Αποφασίσαμε λοιπόν να εκτελέσουμε τον απατεώνα και ληστή του λαού Μπακογιάννη. Ο κύριος αυτός είναι υπεύθυνος όχι μόνο γιατί έκλεψε τα πρώτα 60 εκατομμύρια του ιδρυτικού κεφαλαίου της Γραμμής αλλά και για τα εκατοντάδες εκατομμύρια που είτε έκλεψε μαζί με τον συνεργάτη του Κοσκωτά για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου Γραμμής, αλλά και για την αγορά μέσω της Γραμμής της Τράπεζας Κρήτης», αναφέρεται σε απόσπασμα της 12σελιδης προκήρυξης που εστάλη στην «Ελευθεροτυπία».

Ο Βασίλης Τζωρτζάτος, κατά την προανάκριση από την Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία, είχε ομολογήσει ότι πήρε μέρος στη λήψη απόφασης της δολοφονίας. Βάσει της κατάθεσής του, με τη δολοφονία εμπλέκονται ακόμη οι Αλέκος Γιωτόπουλος, Δημήτρης Κουφοντίνας, Σάββας Ξηρός και Ηρακλής Κωστάρης: «… Σε συνάντηση που είχαμε στα μέσα Αυγούστου 1989 εγώ, ο «Λάμπρος» (σ.σ.: Γιωτόπουλος), ο «Λουκάς» (σ.σ.: Κουφοντίνας) και ο «Μιχάλης» (σ.σ.: Σ. Ξηρός) με πρόταση του «Λουκά» και του «Λάμπρου» αποφασίσαμε την εκτέλεση του βουλευτή Μπακογιάννη. […] Την εκτέλεση έκαναν ο «Λουκάς», ο «Μιχάλης» και ο «Χάρης» (σ.σ.: Κωστάρης), χωρίς να ξέρω ποιος πυροβόλησε. Μετά την εκτέλεση και οι τρεις ήρθαν πεζή στο αυτοκίνητο όπου ήμουν εγώ». Στη δική του κατάθεση ο Χριστόδουλος Ξηρός τονίζει: «Στη δολοφονία του Μπακογιάννη εγώ δεν συμμετείχα, πλην όμως, απ’ όσα άκουσα στην οργάνωση, την ομάδα αποτελούσαν ο «Σταμάτης», ο αδελφός μου ο Σάββας, ο «Λουκάς», ο «Χάρης» και ο «Λάμπρος»».

Τι γράφει στο βιβλίο του ο εκτελεστής Κουφοντίνας

Στο βιβλίο του «Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη», ο Δημήτρης Κουφοντίνας -ένας από τους δύο που πάτησαν τη σκανδάλη και πυροβόλησαν τον Παύλο Μπακογιάννη- γράφει για την ημέρα της εκτέλεσης: «Εκείνο το πρωινό στις 26 Σεπτεμβρίου 1989, από το αυτοκίνητο του Μπακογιάννη κατέβηκε πρώτα η κοπέλα, φορούσε ένα κόκκινο πουλόβερ. Πίσω της, μερικά βήματα, προχωρούσε ο Μπακογιάννης. Ο οδηγός αυτή τη φορά δεν περίμενε καθόλου. Έστριψε βιαστικός με το αυτοκίνητο αριστερά στην Ομήρου. Ο θυρωρός γνώριζε την κοπέλα. Δεν τη σταμάτησε όπως έκανε με όλους όσοι έμπαιναν.

Οι δύο της “17Ν”, ακολούθησαν ολόκληρο σχέδιο: Ντυμένοι με κουστούμια, κρατώντας ένα μεγάλο φάκελο, μπήκαν στην είσοδο της διπλανής πολυκατοικίας, την ώρα ακριβώς που σταματούσε το αυτοκίνητο του Μπακογιάννη στη γωνία. Την ώρα που έμπαινε βιαστικός ο Μπακογιάννης στην πολυκατοικία του γραφείου, οι δύο τον ακολούθησαν γρήγορα. Η κοπέλα είχε ανοίξει την πόρτα του ασανσέρ στον Μπακογιάννη, του χαμογελούσε. “Ο κ. Μπακογιάννης;”. Γύρισε, καταπρόσωπο, ενοχλημένος. Η κοπέλα έμεινε ακίνητη. Ύστερα άφησε την πόρτα του ασανσέρ να κλείσει».

Ο Ανδρέας και ο Μητσοτάκης

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.