28 η Οκτωβρίου του 1940: Το ηρωικό ΟΧΙ των Ελλήνων

Λίγο μετά τις 3 τα ξημερώματα της 28 Οκτωβρίου του 1940 η τότε Ιταλική Κυβέρνηση απέστειλε στην Ελλάδα τελεσίγραφο, δια του Ιταλού Πρέσβη στην Αθήνα Εμανουέλε Γκράτσι, ο οποίος και το επέδωσε ιδιόχειρα στον Ιωάννη Μεταξά, στην οικία του δεύτερου, στην Κηφισιά, με το οποίο και απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία του Βασιλείου της Ελλάδος, (λιμένες, αεροδρόμια κλπ.), για ανάγκες ανεφοδιασμού και άλλων διευκολύνσεών του, στη μετέπειτα προώθησή του στην Αφρική.

Μετά την ανάγνωση του κειμένου ο Μεταξάς έστρεψε το βλέμμα του στον Ιταλό Πρέσβη και του απάντησε στα γαλλικά (επίσημη διπλωματική γλώσσα) την ιστορική φράση: «Alors, c’est la guerre», (προφέρεται από τα γαλλικά, αλόρ, σε λα γκερ, δηλαδή, Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο), εκδηλώνοντας έτσι την αρνητική θέση επί των ιταμών ιταλικών αιτημάτων.

O ίδιος ο Γκράτσι στα απομνημονεύματά του, που εξέδωσε το 1945, περιγράφει τη σκηνή:

«Έχω εντολή κ. πρωθυπουργέ να σας κάνω μία ανακοίνωση και του έδωσα το έγγραφο. Παρακολούθησα την συγκίνηση εις τα χέρια και εις τα μάτια του. Με σταθερή φωνή και βλέποντάς με κατάματα ο Μεταξάς μου είπε: «Αυτό σημαίνει πόλεμο». Του απήντησα ότι αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί. Μου απήντησε ΟΧΙ. Του πρόσθεσα ότι αν ο στρατηγός Παπάγος…, ο Μεταξάς με διέκοψε και μου είπε: ΟΧΙ! Έφυγα υποκλινόμενος με τον βαθύτερο σεβασμό, προ του γέροντος αυτού, που προτίμησε την θυσία αντί της υποδουλώσεως»

Ο Μεταξάς εκείνη τη στιγμή είχε εκφράσει το ελληνικό λαϊκό συναίσθημα, την άρνηση της υποταγής, και αυτή η άρνηση πέρασε στον τότε ελληνικό δημοσιογραφικό τύπο με την λέξη «ΟΧΙ». Σημειώνεται πως αυτούσια η λέξη «ΟΧΙ» παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά ως τίτλος στο κύριο άρθρο της εφημερίδας «Ελληνικό Μέλλον» του Ν. Π. Ευστρατίου στις 30 Οκτωβρίου του 1940.

Στις 5 και μισή τα ξημερώματα, ξεκίνησε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος με την αιφνιδιαστική εισβολή (το τελεσίγραφο όριζε ότι η επίθεση θα ξεκινούσε στις 6 π.μ.) των ιταλικών στρατευμάτων στην Ήπειρο, οπότε η Ελλάδα αμυνόμενη εισήλθε στον πόλεμο.

Ο πόλεμος αυτός διήρκεσε από την 28η Οκτωβρίου του 1940 μέχρι την 31η Μαΐου του 1941. Έπειτα ακολούθησε η τριπλή κατοχή (Γερμανοί, Ιταλοί, Βούλγαροι),η αντίσταση, η ήττα του άξονα και η αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα στις 12 Οκτωβρίου του 1944.

Ο ελληνοιταλικός πόλεμος ήταν προϊόν της επεκτατικής πολιτικής του φασιστικού καθεστώτος του Μπενίτο Μουσολίνι που είχε εγκαθιδρύσει στην Ιταλία και που άρχισε να εκδηλώνεται με την έναρξη του Β’ Π.Π. και ειδικότερα μετά τη συνομολόγηση του Χαλύβδινου Συμφώνου. Στα μέσα του 1940, ο Μπενίτο Μουσολίνι, έχοντας ως πρότυπο τις κατακτήσεις του Αδόλφου Χίτλερ, θέλησε να αποδείξει στους Γερμανούς συμμάχους του Άξονα ότι μπορεί και ο ίδιος να οδηγήσει την Ιταλία σε ανάλογες στρατιωτικές επιτυχίες. Η Ιταλία είχε ήδη κατακτήσει την Αλβανία από την άνοιξη του 1939, καθώς και πολλές βρετανικές βάσεις στην Αφρική, όπως τη Σομαλιλάνδη, το καλοκαίρι του 1940, αλλά αυτές δεν ήταν επιτυχίες ανάλογες αυτών της ναζιστικής Γερμανίας. Ταυτόχρονα ο Μουσολίνι επιθυμούσε να ισχυροποιήσει τα συμφέροντα της Ιταλίας στα Βαλκάνια, που ένιωθε ότι απειλούνταν από τη γερμανική πολιτική από την στιγμή που η Ρουμανία είχε δεχθεί την γερμανική προστασία για τα πετρελαϊκά της κοιτάσματα.

Μετά την άρνηση του δικτάτορα ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις άρχισαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εισβολής στην Ελλάδα μέσω των Ελληνο-αλβανικών συνόρων. Ο Ελληνικός Στρατός αντεπιτέθηκε και ανάγκασε τον ιταλικό σε υποχώρηση. Μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου οι Ελληνικές δυνάμεις είχαν προωθηθεί στο ένα τέταρτο σχεδόν του εδάφους της Αλβανίας, καταλαμβάνοντας κατά σειρά τις πόλεις: Κορυτσά, Πόγραδετς, Άγιοι Σαράντα, Αργυρόκαστρο και Χειμάρρα. Η αντεπίθεση των Ιταλών, το Μάρτιο του 1941, απέτυχε, με κέρδος μόνο μικρές εδαφικές εκτάσεις στην περιοχή βόρεια της Χειμάρρας.

Τις πρώτες μέρες του Απριλίου, με την έναρξη της γερμανικής επίθεσης, οι Ιταλοί ξεκίνησαν και αυτοί νέα αντεπίθεση. Από τις 12 Απριλίου, ο Ελληνικός Στρατός άρχισε να υποχωρεί από την Αλβανία, για να μην περικυκλωθεί από τους προελαύνοντες Γερμανούς. Ακολούθησε η συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς, στις 20 Απριλίου και με τους Ιταλούς, τρεις μέρες αργότερα, οι οποίες περαίωσαν τυπικά τον ελληνοϊταλικόγερμανικό πόλεμο.

Η απόκρουση όμως της ιταλικής εισβολής αποτέλεσε την πρώτη νίκη των Συμμάχων κατά των δυνάμεων του Άξονα στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και ανύψωσε το ηθικό των λαών στη σκλαβωμένη Ευρώπη. Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η νίκη των Ελλήνων επηρέασε την έκβαση ολόκληρου του πολέμου, καθώς υποχρέωσε τους Γερμανούς να αναβάλουν την επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης, προκειμένου να βοηθήσουν τους συμμάχους τους Ιταλούς που έχαναν τον πόλεμο με την Ελλάδα. Η καθυστερημένη επίθεση τον Ιούνιο του 1941, ενέπλεξε τις γερμανικές δυνάμεις στις σκληρές συνθήκες του ρωσικού χειμώνα, με αποτέλεσμα την ήττα τους στη διάρκεια της Μάχης της Μόσχας.

Το σχέδιο επίθεσης των Ιταλών

Το ιταλικό σχέδιο πολέμου, το επονομαζόμενο Emergenza G («Επείγουσα Ελλάς»), προέβλεπε την κατάληψη της χώρας σε τρεις φάσεις. Η πρώτη ήταν η κατάληψη της Ηπείρου και των Ιονίων Νήσων. Στη δεύτερη φάση θα καταλαμβάνονταν η Δυτική Μακεδονία. Με την ενίσχυση νέων δυνάμεων που θα αποβιβάζονταν στην Ήπειρο και στα νησιά, θα ακολουθούσε η προέλαση προς την Θεσσαλονίκη και την Αθήνα με σκοπό την κατάκτηση της χώρας. Το σχέδιο είχε συνταχθεί με την ελπίδα της ουδετερότητας της Γιουγκοσλαβίας.

Το μέτωπο στην Νότια Αλβανία είχε μήκος περίπου 150 χιλιομέτρων και βρισκόταν σε μια εξ ολοκλήρου ορεινή περιοχή, η οποία επιπροσθέτως ήταν εξαιρετικά δύσβατη, λόγω του φτωχού οδικού δικτύου της. Η οροσειρά της Πίνδου χώριζε το θέατρο επιχειρήσεων στα δύο: αυτό της Ηπείρου και εκείνο της Δυτικής Μακεδονίας.

Την παραμονή της επίθεσης στην Ελλάδα στην Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση Αλβανίας, υπό τον στρατηγό Βισκόντι Πράσκα, υπάγονταν οι εξής ιταλικές δυνάμεις:

  • Στην Ήπειρο, το XXV Σώμα Στρατού «Τσαμουριά» (Ciamuria) υπό τον στρατηγό Κάρλο Ρόσσι (Carlo Rossi) που διέθετε,
    – την 23η Μεραρχία Πεζικού «Φερράρα» (Ferrara) υπό τον στρατηγό Τζαννίνι (Zannini), ανεπτυγμένη στις περιοχές Μέρτζανη-Πρεμέτη και Γεωργουτσάδες- Αργυρόκαστρο και με δύναμη 21.000 ανδρών.
    – την 51η Μεραρχία Πεζικού «Σιένα» (Siena) υπό τον στρατηγό Γκαμπούτι (Gabutti), ανεπτυγμένη στις περιοχές Κονίσπολη-Δέλβινο-Άγιοι Σαράντα και με δύναμη 12.500 ανδρών
    – την 131 Τεθωρακισμένη Μεραρχία «Κένταυρος» (Centauro), μειωμένης δύναμης, υπό τον στρατηγό Μάλλι (Magli) ανεπτυγμένη στις περιοχές Τεπελένι- Αργυρόκαστρο με δύναμη 2.200 ανδρών και 40 αρμάτων.
    – την Μεραρχία Ιππικού, ενισχυμένη με μονάδες πυροβολικού και πεζικού, υπό τον στρατηγό Ριβόλτα (Rivolta) ανεπτυγμένη στην περιοχή Κονισπόλεως.
    Η συνολική δύναμη του XXV Σώματος έφτανε τους 42.000 άνδρες και περιλάμβανε 22 τάγματα πεζικού, 61 πυροβολαρχίες (18 βαριές), 90 άρματα,3 συντάγματα και μία επιλαρχία ιππικού και 2 τάγματα όλμων.
  • Στην Βορειοδυτική Μακεδονία και τη γιουγκοσλαβική μεθόριο, το XXVI Σώμα Στρατού «Κορυτσά» (Corizza) υπό τον στρατηγό Γαβριήλ Νάσσι (Gabrielle Nasci) που διέθετε
    – την 29η Μεραρχία Πεζικού «Πιεμόντε» (Piemonte) υπό τον στρατηγό Γκραττορόλα (Grattorola) ανεπτυγμένη ανατολικά της Κορυτσάς και δύναμης 12.500 ανδρών.
    – την 49η Μεραρχία Πεζικού «Πάρμα» (Parma) υπό τον στρατηγό Νάλντι (Naldi) ανεπτυγμένη δυτικά της Κορυτσάς και με δύναμη 9.300 ανδρών
    – την 19η Μεραρχία Πεζικού «Βενέτσια» (Venezia) υπό τον στρατηγό Μπονίνι (Bonini) ανεπτυγμένη από την λίμνη Πρέσπα εως το Ελβασάν και είχε δύναμη 10.000 ανδρών.
    – την 53η Μεραρχία Πεζικού «Αρέτζο» (Arezzo) υπο τον στρατηγό Φερόνε (Ferone) ανεπτυγμένη στην περιοχή της Σκόδρας, με δύναμη 12.000 ανδρών.
    – ως εφεδρεία του Σώματος υπήρχε ένα Τάγμα Βερσαλλιέρων της 131ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας με 50 άρματα στην περιοχή της Ερσέκας.
    Συνολικά το XXVI Σώμα διέθετε 44.000 άνδρες και περιλάμβανε 32 τάγματα, 47 πυροβολαρχίες (οι 5 βαριές), 60 άρματα, ένα σύνταγμα ιππικού,
    μία ίλη και 4 τάγματα όλμων.
  • Ανάμεσα στα δύο Σώματα Στρατού, στην περιοχή Ερσέκα- Λεσκοβίκι, την 3η Μεραρχία Αλπινιστών «Γιούλια» (Julia) υπό τον στρατηγό Τζιρότι (Girotti), η οποία είχε δύναμη 10.800 ανδρών και σύνθεση 5 τάγματα, 6 ορειβατικές πυροβολαρχίες και μια ίλη ιππικού.

Τις παραπάνω δυνάμεις συνέδραμε η Ιταλική Βασιλική Πολεμική Αεροπορία (Regia Aeronautica), η οποία διέθεσε στο μέτωπο της Αλβανίας 179 καταδιωκτικά, 225 βομβαρδιστικά και 59 αναγνωριστικά, συνολικά δηλαδή 463 αεροσκάφη.

Η επιτυχής εφαρμογή του σχεδίου στηρίζονταν στην αιφνιδιαστική εισβολή με ταχυκίνητα μέσα, με σκοπό να προλάβει την επιστράτευση και συγκέντρωση του Ελληνικού Στρατού. Ο Υφυπουργός των Στρατιωτικών Στρατηγός Σοντού, διαβεβαίωσε τον Μουσολίνι ότι σε μια βδομάδα ο Ιταλικός Στρατός θα ήταν στα Ιωάννινα και σε 15 με 20 μέρες θα ήταν στην Πρέβεζα.

Σύμφωνα λοιπόν με το σχέδιο των Ιταλών από τις 9 Μεραρχίες που διέθεταν στην Αλβανία 2 διατέθηκαν για προκάλυψη προς την Γιουγκοσλαβία, 2 στην περιοχή της Κορυτσάς για ενεργητική άμυνα, 3 για την κύρια ενέργεια κατά της Ηπείρου και 2 για την κάλυψη της κύριας ενέργειας. Οι δυνάμεις της κύριας ενέργειας ήταν ισχυρότερες έναντι των ελληνικών, σε πυροβολικό, πεζικό και τεθωρακισμένα, όμως το ορεινό έδαφος της Ηπείρου, οι αντιαρματικές οχυρώσεις και οι στενοί δρόμοι μείωναν την ιταλική υπεροχή. Ενώ λοιπόν οι κατευθύνσεις ενέργειας του ιταλικού στρατού, και ιδιαίτερα προς το τομέα Ηπείρου, ήταν ορθές, οι δυνάμεις που διατέθηκαν για αυτό τον σκοπό ήταν ανεπαρκείς. Πιθανόν, δύο παράγοντες συνέβαλαν σε αυτό, η υποτίμηση του αντιπάλου από απόψεως υλικής ισχύς και ηθικού και η υπερτίμηση της ικανότητας της αεροπορίας και των αρμάτων μάχης.

Οι ελληνικές δυνάμεις και το σχέδιο άμυνας

Μετά την κατάληψη της Αλβανίας από τους Ιταλούς, το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο κατάρτισε το σχέδιο «ΙΒ» («Ιταλία-Βουλγαρία», για την αντιμετώπιση μιας ταυτόχρονης συνδυασμένης επίθεσης από Ιταλία και Βουλγαρία. Το σχέδιο προέβλεπε επιβραδυντικές αμυντικές ενέργειες στην περιοχή της Ηπείρου, με βαθμιαία υποχώρηση στη φυσικά οχυρή γραμμή Άραχθος – Μέτσοβο – Αλιάκμονας – Βέρμιο, διατηρώντας την πιθανότητα μιας περιορισμένης επίθεσης στη Δυτική Μακεδονία. Το σχέδιο αναθεωρήθηκε δύο φορές στη συνέχεια, το «ΙΒα», προέβλεπε την άμυνα στη γραμμή των συνόρων και το «ΙΒβ», το οποίο προέβλεπε άμυνα κάπου ενδιάμεσα, μεταξύ συνόρων και γραμμής υποχώρησης.

Στον υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο, διοικητή της VIII Μεραρχίας, παραχωρήθηκε ελευθερία κινήσεων και αποφάσεων ανάλογα με την κατάσταση που θα διαμορφωνόταν στο πεδίο της μάχης.

Ο διοικητής της VIII Μεραρχίας αποφάσισε ότι δεν θα παραχωρούσε αμαχητί εθνικό έδαφος και οργάνωσε την κύρια αμυντική τοποθεσία βόρεια των Ιωαννίνων στην περιοχή Ελαίας – Καλπακίου και κατά μήκος του ποταμού Καλαμά, παρά τις διαταγές του Γενικού Επιτελείου, που υπογράμμιζαν ότι κύρια αποστολή των δυνάμεων του ήταν η κάλυψη της Δυτικής Μακεδονίας και η φρούρηση της διάβασης του Μετσόβου και των οδών προς Αιτωλοακαρνανία.

Οι κύριες ελληνικές δυνάμεις στην περιοχή όπου εκδηλώθηκε η ιταλική επίθεση, αριθμούσαν συνολικά περίπου 35.000 άνδρες και ήταν:

  • Στην Ήπειρο η VIIIη Μεραρχία Πεζικού, υπό τον υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο, είχε προεπιστρατευθεί και ενισχυθεί με το στρατηγείο της III Ταξιαρχίας, υπό τον Συνταγματάρχη Δημήτριο Γιατζή και με μερικές ακόμη μονάδες πεζικού και πυροβολικού. Συνολικά διέθετε 4 διοικήσεις συνταγμάτων Πεζικού, 15 τάγματα Πεζικου, 16 πυροβολαρχίες, 5 ουλαμούς Πυροβολικού Συνοδείας, 2 τάγματα Πολυβόλων Κινήσεως, 1 πολυβολαρχία Βαρέων Πολυβόλων και 1 μεραρχιακή μονάδα Αναγνωρίσεως. Επιπλέον το 39ο Σύνταγμα Ευζώνων της III Μεραρχίας είχε επιστρατευθεί και στις 27 Οκτωβρίου κινούταν προς την Ήπειρο.
    Στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ), υπό τον αντιστράτηγο Ιωάννη Πιτσίκα, που σε αυτό υπάγονταν
  • Το Β΄ Σώμα Στρατού, υπό τον αντιστράτηγο Δημήτριο Παπαδόπουλο, που αποτελούνταν από τις I (υποστράτηγος Δημήτριος Βραχνός) και IX (υποστράτηγος Χρήστος Ζυγούρης) Μεραρχίες Πεζικού, την V Ταξιαρχία Πεζικού και το ΙΧα Συνοριακό Τομέα.
  • Το Γ΄ Σώμα Στρατού, υπό τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου, που αποτελούνταν από τις X (υποστράτηγος Χρήστος Κίτσος) και XI (συνταγματάρχης ΠΒ Γεώργιος Κώτσαλος) Μεραρχίες Πεζικού, την IV Ταξιαρχία Πεζικού και τους IX, X και XI Συνοριακοί Τομείς.
  • Το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων τις X Μεραρχίας ήταν στην Βέροια, στην Έδεσσα και τα Γιαννιτσά, ενώ της XI Μεραρχίας στην περιοχή της Θεσσαλονίκης. Την παραμονή της ιταλικής επίθεσης το ΤΣΔΜ ανέπτυξε στα αλβανικά σύνορα 22 τάγματα πεζικού και 22 και 1/2 πυροβολαρχίες.
  • Στην περιοχή της Πίνδου, ανάμεσα στο ΤΣΔΜ και την VIII Μεραρχία, το «Απόσπασμα Πίνδου», υπό τον συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Δαβάκη, που διέθετε το 51ο Σύνταγμα Πεζικού (2 τάγματα),μια ορειβατική πυροβολαρχία των 75 χιλ., έναν ουλαμό Πυροβολικού Συνοδείας των 65 χιλ. και έναν ουλαμό ιππικού.

Οι Έλληνες είχαν μικρό πλεονέκτημα στο ότι οι μεγάλες μονάδες τους (μεραρχίες) περιελάμβαναν 30% περισσότερο πεζικό (τρεις σχηματισμούς συνταγμάτων έναντι δύο ιταλικών) και ελαφρώς περισσότερο πυροβολικό και τουφέκια έναντι των ιταλικών, αλλά δεν είχαν καθόλου άρματα μάχης, ενώ οι Ιταλοί μπορούσαν να βασιστούν και στην απόλυτη υπεροπλία τους στον αέρα έναντι της μικρής τότε Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας. Επιπλέον, το μεγαλύτερο μέρος του οπλισμού του Ελληνικού Στρατού αναγόταν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ή προερχόταν από χώρες όπως η Γερμανία (σύμμαχος της Ιταλίας) αλλά και το Βέλγιο, η Αυστρία ή η Γαλλία, οι οποίες βρίσκονταν υπό κατοχή, πράγμα το οποίο είχε αρνητικές επιπτώσεις στην προμήθεια ανταλλακτικών και πολεμοφοδίων.

Παρά ταύτα, πολλοί Έλληνες αξιωματικοί ήταν βετεράνοι μιας δεκαετίας συνεχών, σχεδόν, πολεμικών συγκρούσεων (Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-13, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-22) και ο Ελληνικός Στρατός, παρά τα περιορισμένα μέσα του, είχε αναδιοργανωθεί σε μεγάλο βαθμό κατά τη δεκαετία του 1930. Τέλος, το ηθικό των Ελληνικού Στρατού, αντίθετα με τις προσδοκίες των Ιταλών, ήταν υψηλότατο, με τους άνδρες έτοιμους να αποκρούσουν την ιταλική επίθεση και να «πάρουν εκδίκηση για την Τήνο».

Μετά τον Πόλεμο, πολλοί Ιταλοί αξιωματικοί παρομοίαζαν την ελληνική αντίσταση στην Ήπειρο με αυτή των Τούρκων στα Δαρδανέλια στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και κάποιοι μάλιστα έφτασαν στο σημείο να την αποδώσουν και στη συμμετοχή προσφύγων (περίπου 25%) από την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923.

Η επίθεση των Ιταλών και η άμυνα των Ελλήνων

Οι Ιταλοί επιτέθηκαν το πρωί της 28ης Οκτωβρίου και τα τμήματα προκάλυψης στη γραμμή των συνόρων συμπτύχθηκαν και κατέλαβαν νέες θέσεις άμυνας στα μετόπισθεν στα πλαίσια του επιβραδυντικού αγώνα. Οι μεραρχίες «Φερράρα» και «Κένταυρος» κινήθηκαν προς την περιοχή του Καλπακίου (στη θέση Ελαία), το «Παραλιακό Συγκρότημα» προωθήθηκε κατά μήκος της ακτής και η Μεραρχία «Σιένα» κινήθηκε στα νοτιοανατολικά του Καλπακίου προκειμένου να διαβεί τον ποταμό Καλαμά. Οι Ιταλοί συνάντησαν σημαντικές δυσκολίες στην προώθηση τους λόγω των καταστροφών στο οδικό δίκτυο και στις γέφυρες και των συνεχών βροχοπτώσεων που είχαν μετατρέψει τις ημιονικές οδούς σε βούρκο και τα ρυάκια σε ορμητικούς χειμάρρους.

Η σύμπτυξη των τμημάτων προκάλυψης ολοκληρώθηκε τη νύκτα της 29ης προς 30η Οκτωβρίου και στις 31 Οκτωβρίου όταν το ιταλικό Γενικό Επιτελείο ανακοίνωνε ότι: «οι μονάδες μας συνεχίζουν να προελαύνουν στην Ήπειρο και έφτασαν στον ποταμό Καλαμά, σε πολλά σημεία. Αντίξοες καιρικές συνθήκες και ενέργειες των υποχωρούντων εχθρών δεν επιβραδύνουν την προέλαση των δυνάμεών μας», οι δυνάμεις των Μεραρχιών «Φερράρα» και «Κένταυρος» άρχισαν να συγκεντρώνονται στην περιοχή της κύριας αμυντικής τοποθεσίας στο Καλπάκι. Οι αντίξοες καιρικές συνθήκες στη θάλασσα δεν επέτρεψαν την προσχεδιασμένη απόβαση στην Κέρκυρα.

Την 1η Νοεμβρίου, το ιταλικό Γενικό Επιτελείο έδινε προτεραιότητα στο μέτωπο της Αλβανίας έναντι αυτού της Αφρικής αλλά στο χρονικό διάστημα από 2 μέχρι 9 Νοεμβρίου στις επανειλημμένες προσπάθειες να διασπαστεί η κύρια αμυντική τοποθεσία συνετρίβησαν από τις δυνάμεις της 8ης Μεραρχίας, οπότε στις 9 Νοεμβρίου οι επιθέσεις διακόπηκαν και οι ιταλικές δυνάμεις στην Ήπειρο υποχώρησαν και έλαβαν θέσεις άμυνας, απειλούμενες από την αντεπίθεση των ελληνικών δυνάμεων από την περιοχή της Πίνδου.

Η μεγαλύτερη απειλή για τις ελληνικές θέσεις διαγράφηκε από την διείσδυση των 11.000 ανδρών της Μεραρχίας Αλπινιστών «Τζούλια» στην Πίνδο με κατεύθυνση το Μέτσοβο και τη διάβαση της Κατάρας, η οποία απειλούσε να διαχωρίσει τις ελληνικές δυνάμεις της Ηπείρου από εκείνες της Δυτικής Μακεδονίας. Η «Τζούλια» αρχικά σημείωσε επιτυχίες, καθώς κατάφερε να απωθήσει τις λιγοστές δυνάμεις του Αποσπάσματος Πίνδου του συνταγματάρχη Δαβάκη, που είχε την ευθύνη για την άμυνα της περιοχής. Οι ολιγομελείς φρουρές στα φυλάκια κατά μήκος των συνόρων γρήγορα ανατράπηκαν από τους αλπινιστές και το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου, το σύνολο των δυνάμεων του Δαβάκη αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν υπό το βάρος της ιταλικής επίθεσης. Οι αλπινιστές συνέχισαν τις επιθέσεις τους την επόμενη μέρα και η κατάσταση για τις ελληνικές δυνάμεις έγινε απελπιστική. Το σύνολο των ανδρών του Αποσπάσματος Πίνδου είχαν προωθηθεί στην πρώτη γραμμή και ο Δαβάκης αναγκάστηκε να ζητήσει την βοήθεια των κατοίκων της περιοχής για τον ανεφοδιασμό τους. Μέσα από δύσβατα, ολισθηρά και ανεμοδαρμένα μονοπάτια, γέροντες, γυναίκες και παιδιά, μέσα στη νύχτα, στο τσουχτερό κρύο, στο χιόνι και στη λάσπη μετέφεραν στους μαχητές που κρατούσαν τις κορυφές των υψωμάτων πυρομαχικά, εφόδια και τρόφιμα και βοηθούσαν στη μεταφορά των τραυματιών στα μετόπισθεν. Ήταν η συμμετοχή του άμαχου πληθυσμού της περιοχής στο «Έπος της Πίνδου».

Το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο διέγνωσε έγκαιρα την απειλή και κατηύθηνε αμέσως όλες τις μονάδες που επιστρατεύονταν στην απειλούμενη περιοχή. Στις 31 Οκτωβρίου εκδηλώθηκε η πρώτη αντεπίθεση των Ελλήνων, η οποία σημείωσε μικρή επιτυχία. Οι Ιταλοί κατόρθωσαν στις 3 Νοεμβρίου να καταλάβουν τη Βοβούσα, ένα χωριό 20 χιλιόμετρα βόρεια του Μετσόβου, αλλά οι δυνάμεις τους δεν ήταν αρκετές για να διαφυλάξουν το αριστερό άκρο της προώθησης τους, στο οποίο αντεπιτέθηκαν οι ελληνικές δυνάμεις που είχαν σπεύσει στην περιοχή.

Ο συνταγματάρχης Δαβάκης δεν είχε την τύχη να συμμετέχει στην ελληνική αντεπίθεση, μια και στις 2 Νοεμβρίου, εκτελώντας προσωπικά αναγνώριση στην περιοχή του υψώματος του Προφήτη Ηλία Φούρκας τραυματίστηκε σοβαρά από εχθρικά πυρά και διακομίστηκε στο νοσοκομείο Κοζάνης και στην συνέχεια στην Αθήνα. Οι ελληνικές δυνάμεις περικύκλωσαν αυτές της «Τζούλια» που εγκατέλειψαν τη Βοβούσα, στις 4 Νοεμβρίου. Μέχρι την 7η Νοεμβρίου διεξήχθησαν ανηλεείς μάχες στην περιοχή μέσα σε αντίξοες καιρικές συνθήκες και οι αλπινιστές της «Τζούλια», που είχαν αποκοπεί από τα μετόπισθεν τους, πολέμησαν σκληρά για την επιβίωσή τους. Στις 8 Νοεμβρίου ο διοικητής της «Τζούλια», στρατηγός Μάριο Τζιρότι, διέταξε να υποχωρήσουν νότια του όρους Σμόλικα κατά μήκος της βόρειας όχθης του Αώου προς την Κόνιτσα, όπου είχε προωθηθεί η 47η Μεραρχία «Μπάρι», η οποία αρχικά προοριζόταν για την απόβαση στην Κέρκυρα.

Μέχρι τις 13 Νοεμβρίου οι ελληνικές δυνάμεις είχαν ανακαταλάβει τις συνοριακές διαβάσεις της Πίνδου, με εξαίρεση την περιοχή της Κόνιτσας, που κατείχε η μεραρχία «Μπάρι» μέχρι την 16η Νοεμβρίου. Αυτό ήταν και το τέλος της «Μάχης της Πίνδου».

Στη Δυτική Μακεδονία, ενόψει της έλλειψης δραστηριότητας από ιταλικής πλευράς και προκειμένου να ανακουφιστεί το μέτωπο της Πίνδου, το ελληνικό Γενικό Επιτελείο στις 31 Οκτωβρίου προώθησε στην περιοχή το Γ’ Σώμα Στρατού (10η και 11η Μεραρχία Πεζικού και Ταξιαρχία Ιππικού) υπό τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου με την εντολή να επιτεθεί στην Αλβανία, επίθεση η οποία λόγω προβλημάτων ανεφοδιασμού αναβλήθηκε για τις 14 Νοεμβρίου.

Η απροσδόκητη ελληνική αντίσταση κατέλαβε εξ απήνης το ιταλικό Γενικό Επιτελείο, το οποίο περίμενε ένα «στρατιωτικό πικ-νικ». Αρκετές μονάδες στάλθηκαν εσπευσμένα στην Αλβανία, ενώ τα αρχικά σχέδια για επικουρικές επιθέσεις σε ελληνικά νησιά ματαιώθηκαν. Εξοργισμένος από την αποτελμάτωση της επιχείρησης, ο Μουσολίνι στις 9 Νοεμβρίου ανασχημάτισε τη Διοίκηση Αλβανίας, αντικαθιστώντας τον Πράσκα με τον Ουμπάλντο Σόντου (Ubaldo Soddu), τέως υφυπουργό Πολέμου. Ο νέος διοικητής, αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, διέταξε τις δυνάμεις του να διακόψουν κάθε επιθετική ενέργεια και να λάβουν θέσεις άμυνας. Ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι η ιταλική εισβολή είχε αποτύχει.

Ελληνική αντεπίθεση και ακινητοποίηση (14 Νοεμβρίου 1940 – 8 Μαρτίου 1941)

Οι ελληνικές εφεδρείες άρχισαν να φτάνουν στο μέτωπο στις αρχές Νοεμβρίου, ενώ η αδράνεια της Βουλγαρίας επέτρεψε στο ελληνικό Γενικό Επιτελείο να μεταφέρει την πλειονότητα των μονάδων από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και να τις αναπτύξει στο αλβανικό μέτωπο. Έτσι, ο Αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος κατόρθωσε να πετύχει αριθμητική υπεροχή έναντι των Ιταλών ως τα μέσα Νοεμβρίου, πριν εξαπολύσει αντεπίθεση. Έντεκα μεραρχίες πεζικού, δύο Ταξιαρχίες Πεζικού και η Μεραρχία Ιππικού υπό τον Υποστράτηγο Γεώργιο Στανωτά αντιμετώπιζαν δεκαπέντε ιταλικές μεραρχίες πεζικού και μια τεθωρακισμένη μεραρχία.

Το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας και το Γ’ Σώμα Στρατού, ενισχυμένα με μονάδες από ολόκληρη τη Βόρειο Ελλάδα, εξαπέλυσαν επίθεση στις 14 Νοεμβρίου, με κατεύθυνση την Κορυτσά. Μετά από σκληρή μάχη στην οχυρωμένη μεθόριο, οι Έλληνες τη διέσπασαν στις 17 Νοεμβρίου και μπήκαν στην Κορυτσά στις 22. Λόγω της αναποφασιστικότητας του ελληνικού Γενικού Επιτελείου, οι Ιταλοί βρήκαν χρόνο να αναδιοργανωθούν και να μην καταρρεύσουν τελείως παρόλο που στο στράτευμά τους είχε ήδη ξεσπάσει κρίση με παραιτήσεις υψηλόβαθμων στρατιωτικών.

Η επίθεση από τη Δυτική Μακεδονία συνδυάστηκε με γενική επίθεση σε ολόκληρο το μήκος του Μετώπου. Το Α’ και Β’ Σώμα Στρατού προέλασαν στην Ήπειρο, και μετά από σκληρή μάχη κατόρθωσαν να καταλάβουν τους Αγίους Σαράντα, το Πόγραδετς και το Αργυρόκαστρο ως τις αρχές Δεκεμβρίου και τη Χειμάρρα την παραμονή των Χριστουγέννων. Είχε πλέον καταληφθεί ουσιαστικά ολόκληρη η Βόρεια Ήπειρος. Στις 10 Ιανουαρίου 1941, πριν την έλευση της βαρυχειμωνιάς, καταλήφθηκε και το στρατηγικής σημασίας οχυρωμένο πέρασμα της Κλεισούρας. Αλλά οι Έλληνες δεν κατόρθωσαν να προωθηθούν προς το Βεράτιο, ενώ απέτυχε και η επίθεσή τους προς την Αυλώνα. Στη μάχη για την Αυλώνα, οι Ιταλικές μεραρχίες «Λύκοι της Τοσκάνης», «Τζούλια», «Πινερόλο» και «Πουστέρια» υπέστησαν μεγάλες απώλειες, αλλά στα τέλη Ιανουαρίου η ελληνική προέλαση σταμάτησε. Οι Έλληνες σταμάτησαν λόγω αριθμητικής υπεροχής, πλέον, των Ιταλών, και λόγω της απομάκρυνσής τους από τα κέντρα ανεφοδιασμού.

Στο μεταξύ, ο στρατηγός Σοντού αντικαταστάθηκε στα μέσα Δεκεμβρίου από τον Ούγκο Καβαλλέρο (Ugo Cavallero). Στις 4 Μαρτίου, με την απειλή της γερμανικής επέμβασης έκδηλη, οι Βρετανοί έστειλαν τις πρώτες τους ενισχύσεις και πολεμοφόδια στους Έλληνες. Συγκεκριμένα, έστειλαν τέσσερις μεραρχίες, εκ των οποίων δύο τεθωρακισμένες, που αριθμούσαν 60.000 στρατιώτες υπό τις διαταγές του στρατηγού Χένρι Ουίλσον (Henry Wilson).

Εαρινή ιταλική επίθεση (9 Μαρτίου 1941 – 23 Απριλίου 1941)

Η στασιμότητα συνεχίστηκε, παρά τις επιμέρους εχθροπραξίες, καθώς και οι δυο αντίπαλοι ήταν πολύ αδύναμοι για να ξεκινήσουν νέα μεγάλη έφοδο. Οι Έλληνες ήταν σε ακόμη μειονεκτικότερη θέση καθώς, έχοντας απογυμνώσει τα βόρεια σύνορά τους από όπλα και άνδρες για να κρατήσουν το αλβανικό μέτωπο, ήταν υπερβολικά ευάλωτοι σε μια πιθανή γερμανική επίθεση μέσω Βουλγαρίας.

Οι Ιταλοί, από την άλλη πλευρά, θέλοντας να πετύχουν μια νίκη στο αλβανικό μέτωπο πριν την επιβεβλημένη, πλέον, γερμανική εμπλοκή, συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους για μια νέα επίθεση με την κωδική ονομασία «Primavera» (Άνοιξη). Συγκέντρωσαν δεκαεπτά μεραρχίες έναντι των δεκατριών ελληνικών και υπό την επίβλεψη του Μουσολίνι προσωπικά, επιτέθηκαν ενάντια στο στενό της Κλεισούρας. Η επίθεση διήρκεσε από τις 9 ως τις 20 Μαρτίου, αλλά απέτυχε να απωθήσει τους Έλληνες, κερδίζοντας περιορισμένες μόνο περιοχές, όπως βόρεια της Χειμάρρας και μικρές εκτάσεις περί το Μπεράτι. Έκτοτε και μέχρι τη γερμανική επίθεση στις 6 Απριλίου, οι επιχειρήσεις αποκλιμακώθηκαν. Η σημαντικότερη μάχη της «εαρινής επίθεσης» ήταν η μάχη του υψώματος 731.

Η Γερμανική επίθεση

Προβλέποντας τη γερμανική επίθεση, οι Βρετανοί και μερικοί Έλληνες ζητούσαν την υποχώρηση από την Ήπειρο, ώστε να εξοικονομηθούν δυνάμεις που θα μπορούσαν να αποκρούσουν του Γερμανούς. Παρά ταύτα, το εθνικό συναίσθημα δεν επέτρεπε να εγκαταλειφθούν ευαίσθητες εθνικά περιοχές που κατακτήθηκαν με τόσο κόπο. Έτσι, παρά τη στρατιωτική λογική, απορρίφθηκε η ιδέα οπισθοχώρησης έναντι των «ηττημένων» Ιταλών και ο μεγαλύτερος όγκος των ελληνικών δυνάμεων παρέμενε βαθιά στην Αλβανία, ενώ οι Γερμανοί πλησίαζαν. Ο στρατηγός Ουίλσον χλεύασε αυτό το «φετιχιστικό δόγμα του να μη δοθεί ούτε μια σπιθαμή γης στους Ιταλούς» και που οδήγησε στο να μείνουν μόνο έξι από τις εικοσιμία ελληνικές μεραρχίες να αντιμετωπίσουν τη γερμανική επίθεση.

Από τις 6 Απριλίου, οι Ιταλοί ξεκίνησαν εκ νέου την επίθεσή τους στην Αλβανία, μαζί με την επιχείρηση «Μαρίτα» των Γερμανών. Οι αρχικές επιθέσεις είχαν μικρό αποτέλεσμα, αλλά στις 12 Απριλίου το ελληνικό Γενικό Επιτελείο, θορυβημένο από την ταχύτατη προέλαση των Γερμανών, διέταξε την οπισθοχώρηση από την Αλβανία. Οι Ιταλοί κατέλαβαν την Κορυτσά στις 14 Απριλίου και έφτασαν στις λίμνες Πρέσπες στις 19. Στις 22 Απριλίου έφτασαν στα ελληνο-αλβανικά σύνορα στο χωριό Περάτη και πέρασαν σε ελληνικό έδαφος την επόμενη μέρα.

Στο μεταξύ, στις 18 Απριλίου το μηχανοκίνητο γερμανικό σύνταγμα Σωματοφυλακή SS «Αδόλφος Χίτλερ» (Leibstandarte «Adolf Hitler») κάμπτοντας την τοπική αντίσταση, κατέλαβε το πέρασμα του Μετσόβου, αποκόπτοντας έτσι τον Ελληνικό Στρατό Ηπείρου από τα μετόπισθεν. Την επόμενη μέρα οι Γερμανοί κατέλαβαν τα Ιωάννινα, ολοκληρώνοντας την απομόνωση του ελληνικού στρατού που υποχωρούσε από την Αλβανία. Έχοντας επίγνωση της κρίσιμης κατάστασης, ο αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου, σε συμφωνία με άλλους στρατηγούς, αλλά χωρίς την εξουσιοδότηση του Στρατάρχη Παπάγου, αντικατέστησε τον Αντιστράτηγο Πιτσίκα και προσέφερε συνθηκολόγηση στον Ζεπ Ντίτριχ (Sepp Dietrich) στις 20 Απριλίου, κυρίως για να αποφύγει ατιμωτική παράδοση στους Ιταλούς.

Οι όροι της παράδοσης θεωρήθηκαν τιμητικοί, καθώς ο ελληνικός στρατός δε θα αιχμαλωτιζόταν, ενώ οι αξιωματικοί θα επιτρεπόταν να διατηρήσουν το ξίφος τους. Ο Μουσολίνι εξοργίστηκε από τη μονομερή αυτή παράδοση και έτσι μετά από πολλές διαμαρτυρίες στον Χίτλερ, η τελετή συνθηκολόγησης επαναλήφθηκε στις 23 Απριλίου, για να παρευρεθούν και εκπρόσωποι της ιταλικής πλευράς.

Στις 24 Απριλίου τα ιταλικά στρατεύματα επιτέθηκαν μαζί με τα γερμανικά στην Αττική, κοντά στην Αθήνα, ενώ οι ηττημένοι Βρετανοί ξεκίνησαν την αποχώρησή τους. Παράλληλα, η Βουλγαρία εισέβαλε στην Θράκη και κατέλαβε μια περιοχή γύρω από την Ξάνθη. Στις 3 Μαΐου, μετά την κατάληψη και της Κρήτης, έγινε μια θεαματική ιταλο-γερμανική παρέλαση στην Αθήνα για να εορταστεί η νίκη του Άξονα. Μετά τη νίκη επί της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας, ο Μουσολίνι ξεκίνησε να κομπάζει για τη νέα ιταλική Mare Nostrum («η θάλασσά μας», αναφερόμενος στη Μεσόγειο).

Με την πτώση της Κρήτης το Μάιο του 1941, ολόκληρη η Ελλάδα βρέθηκε υπό τον απόλυτο έλεγχο των δυνάμεων του Άξονα. Για τα επόμενα τρία χρόνια υπέστη τη σκληρή Κατοχή από τις δυνάμεις της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής υπήρξε εκτεταμένη Αντίσταση, η οποία απελευθέρωσε τις περισσότερες ορεινές περιοχές ως το 1944. Συγχρόνως, ελληνικές χερσαίες δυνάμεις και πλοία συνέχιζαν τον πόλεμο μαζί με τους Βρετανούς στη Βόρειο Αφρική, ακόμη και στην ίδια την Ιταλία. Με τη γερμανική αποχώρηση από τα Βαλκάνια, τον Οκτώβριο-Νοέμβριο του 1944, η χώρα απελευθερώθηκε, αλλά πολύ σύντομα έπεσε στη δίνη ενός πολύνεκρου εμφύλιου πολέμου.

Επέτειος του Ελληνοϊταλικού πολέμου

Το λεγόμενο «Έπος του Σαράντα» και οι μεγάλες νίκες που ο ελληνικός στρατός κατήγαγε σε βάρος των Ιταλών, καθιερώθηκε να γιορτάζονται κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου, την ημέρα της επίδοσης του ιταλικού τελεσιγράφου και της άρνησης του Πρωθυπουργού Ιωάννη Μεταξά να συναινέσει.

Κάθε χρόνο αυτή τη μέρα γίνεται στη Θεσσαλονίκη, συνήθως παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας και άλλων επισήμων, μεγάλη στρατιωτική παρέλαση, η οποία συμπίπτει με τον εορτασμό της απελευθέρωσης της πόλης κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο και τη μνήμη του πολιούχου της Αγίου Δημητρίου. Στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις γίνονται επίσης στρατιωτικές αλλά και μαθητικές παρελάσεις, ενώ δημόσια και ιδιωτικά κτίρια υψώνουν την ελληνική σημαία. Παρελάσεις, στρατιωτικές και μαθητικές για τον εορτασμό της επετείου, γίνονται επίσης και στην Κύπρο.

Κοντά στην επέτειο του όχι, τηλεόραση και ραδιόφωνο προβάλλουν επετειακές εκπομπές μνήμης και κάνουν ιδιαίτερη μνεία στην «τραγουδίστρια της νίκης» Σοφία Βέμπο, η οποία με τα πατριωτικά της τραγούδια εμψύχωνε τους στρατιώτες και μετέδιδε τον ενθουσιασμό της προέλασης των ελληνικών δυνάμεων στη Βόρεια Ήπειρο.

Οι απόψεις περί του άκαιρου εορτασμού της 28ης Οκτωβρίου του 1940

Τα τελευταία χρόνια επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση το θέμα του εορτασμού της 28ης Οκτωβρίου 1940, δηλαδή της αρχής του πολέμου και της εισόδου μας σε αυτόν. Επισημαίνεται συνήθως ότι οι υπόλοιποι λαοί της Ευρώπης εορτάζουν το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου τον Μάιο του 1945. Κατ’ επέκταση προτείνεται ότι θα ήταν ίσως καλύτερο να εορτάζουμε μαζί με τους άλλους τον Μάιο. Το όλο θέμα διανθίζεται και με τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου που επίσης συνιστά την αρχή και όχι την ολοκλήρωση της ελληνικής Επαναστάσεως. Προφανώς, παραβλέπεται ότι και άλλοι λαοί εορτάζουν το ξεκίνημα μιας επαναστάσεως, όπως οι Γάλλοι την κατάληψη της Βαστίλλης την 14η Ιούλιου.

Πίσω από τις απόψεις περί του μάλλον άκαιρου εορτασμού της 28ης Οκτωβρίου, βρίσκεται η προσπάθεια να αποδομηθούν αυτά που θεωρούνται «καταστατικοί μύθοι» του ελληνικού έθνους. Η ιστορία είναι παλιά: μύθος το Ζάλογγο, υπό αμφισβήτηση η εθνική συνείδηση των Σουλιωτών επειδή πολλοί από αυτούς μιλούσαν αρβανίτικα, μύθος και η 25η Μαρτίου ως ορισμένη από τη Φιλική Εταιρεία ημέρα ενάρξεως της Επαναστάσεως στην κυρίως Ελλάδα. Η χρονική απόσταση διευκολύνει τέτοιους ισχυρισμούς. Κάτι που καθιερώθηκε ως εθνική εορτή το 1838, ενόσω ζούσαν όλοι οι αγωνιστές του 1821, αμφισβητείται με άνεση σχεδόν δύο αιώνες μετά.

Υπ’ αυτό το πρίσμα, η 28η Οκτωβρίου ενοχλεί διότι τα έχει όλα:

• Τονίζει μία κορυφαία ιστορική στιγμή του ελληνικού λαού στην οποία συμμετείχαν όλοι. Την απόφαση του δικτάτορα Μεταξά αποδέχθηκαν οι πάντες περιλαμβανομένου και του εγκλείστου στις φυλακές αρχηγού του ΚΚΕ Ζαχαριάδη.

• Σηματοδοτεί την πρώτη θριαμβική νίκη εις βάρος του άξονα.

• Αναδεικνύει τη βαθιά αγάπη για την πατρίδα ως τον βασικό παράγοντα που ενέπνευσε τους πολεμιστές και τους οδήγησε στη νίκη.

• Δημιουργεί ένα ηρωικό πάνθεον που αγγίζει κάθε σπίτι διότι το συγκροτούν οι παππούδες μας, οι Ελληνες της διπλανής πόρτας.

• Φωτίζει τη συλλογική πορεία του ελληνικού λαού, την επιβίωση και συνέχειά του.

Η 28η Οκτωβρίου κυρίως ενοχλεί διότι δεν μπορεί να προσπεραστεί ως μία κατασκευασμένη επέτειος, ένας εκ των υστέρων επινοημένος μύθος. Ο χρόνος δεν έχει αμβλύνει τη μνήμη. Ο εορτασμός της δεν ήταν απόφαση άνωθεν. Η 28η Οκτωβρίου κατέκτησε τη θέση της δίπλα στην 25η Μαρτίου εν μέσω της μαύρης Κατοχής. Ήδη, από την πρώτη επέτειο του ΟΧΙ, χιλιάδες λαού σκέπασαν το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη με λουλούδια. Τα επόμενα δύο χρόνια, το 1942 και 1943, οι Ελληνες τίμησαν την επέτειο με αίμα συγκρουόμενοι με τους κατακτητές όταν έβγαιναν με τις σημαίες στους δρόμους και κατέθεταν στεφάνια στη μνήμη των νεκρών αδελφών. Ο λαός επέβαλε τον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου. Το κράτος ακολούθησε.

Παλαιότερα, το συγκεκαλυμμένο επιχείρημα κατά της 28ης Οκτωβρίου ήταν να μην εορτάζουμε κάτι που ήταν στενά συνδεδεμένο με το ΟΧΙ που είχε πει ένας δικτάτορας. Σταδιακά το επιχείρημα ατόνησε. Η 28η Οκτωβρίου όμως συνέχισε να ενοχλεί. Δεν προτάσσει το άτομο έναντι του συνόλου, ούτε εγκωμιάζει ατελεύτητα κοινωνικά δικαιώματα. Αντιθέτως, συγκροτεί συλλογική μνήμη μέσα από τον πατριωτισμό και την εθνική συνείδηση.

Το νέο εφεύρημα για την αμφισβήτηση της 28ης Οκτωβρίου είναι η ανάγκη του εορτασμού του τέλους του πολέμου μαζί με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους. Η απάντηση είναι απλή. Άλλες ημερομηνίες είναι αφορμές για αργίες και διακοπές. Δεν είναι ενοποιητικός σταθμός της κοινωνίας και του λαού μας. Η 28η Οκτωβρίου είναι η πρώτη νίκη των συμμάχων κατά του Αξονα. Και είναι η δική μας νίκη.

Για πρώτη φορά η επέτειος γιορτάστηκε επίσημα στις 28 Οκτωβρίου 1944 με παρέλαση ενώπιον του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου.

Η Εκκλησία της Ελλάδος αποφάσισε, το 1952, η γιορτή της Αγίας Σκέπης από την 1η Οκτωβρίου να μεταφερθεί στις 28 Οκτωβρίου, με το αιτιολογικό ότι η Παναγία βοήθησε τον Ελληνικό Στρατό στον πόλεμο της Αλβανίας.

Η στάση του ΚΚΕ εκείνη την εποχή

Το ΚΚΕ ήταν παράνομο κόμμα ήδη από τις 4 Αυγούστου του 1936 που είχε επιβληθεί η δικτατορία του Μεταξά.  Ο υπουργός Ασφαλείας Κωνσταντίνος Μανιαδάκης εξάρθρωσε σχετικά εύκολα όλον το μηχανισμό του κόμματος. Ο Ζαχαριάδης συνελήφθη στις 13 Σεπτεμβρίου 1936 και κρατήθηκε σε αυστηρή απομόνωση στις φυλακές της Κέρκυρας, στην Ακτίνα Θ΄. Επίσης, φυλακίστηκε ή εκτοπίστηκε σε ξερονήσια σχεδόν όλη η ηγετική ομάδα και πολλά μέλη του κόμματος.

Το μεταξικό καθεστώς στράφηκε ενάντια και σε άλλα πολιτικά κόμματα, όμως ιδιαίτερα κατά του ΚΚΕ, το οποίο κατηγόρησε ότι οδηγούσε τη χώρα στην αναρχία. Το ΚΚΕ πέρασε πλέον στην παρανομία, μια παρανομία που έμελλε να κρατήσει μέχρι το 1974. Συνολικά γύρω στα 2000 μέλη του συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν αυτήν την περίοδο και οι περισσότερες οργανώσεις του εξαρθρώθηκαν. Η μεγαλύτερη ομάδα κρατούμενων κομμουνιστών (600 άτομα περίπου) φυλακίστηκε στην Ακροναυπλία, ενώ άλλες ομάδες εκτοπίστηκαν στα νησιά Αϊ Στράτης, Ανάφη, Κίμωλος, Φολέγανδρος, Γαύδος κλπ.

Ο Μανιαδάκης χρησιμοποίησε τη βενιζελικής έμπνευσης “δήλωση μετανοίας και αποκήρυξης των κομμουνιστικών ιδεών”, για την υπογραφή της οποίας οι συλληφθέντες υπέστησαν βασανιστήρια (ρετσινόλαδο, καυτερή πιπεριά, ξυλοδαρμούς, φάλαγγα, πετάλωμα ακόμη και ευνουχισμό). Όσοι υπέκυψαν και υπέγραψαν στιγματίστηκαν ως “δηλωσίες” και βίωσαν την περιφρόνηση των πρώην συντρόφων τους. Στην υπηρεσία δίωξης κομμουνισμού διοικητής ήταν ο ανώτατος αξιωματικός της ασφάλειας, Σπύρος Παξινός, ο οποίος είχε εκπαιδευτεί για τη δίωξη του Κομμουνισμού στη Γερμανία από τη Γκεστάπο. Η δικτατορία διέπραξε ακόμα και δολοφονίες στελεχών του ΚΚΕ. Δολοφονήθηκαν από την δικτατορία της 4ης Αυγούστου οι κομμουνιστές Χρήστος Μαλτέζος, Νίκος Βαλιανάτος, Μήτσος Μαρουκάκης, Λύσανδρος Μηλιαρέσης, Στέφανος Λασκαρίδης, Παύλος Σταυρίδης και άλλοι. Ο Μήτσος Μαρουκάκης, συντάκτης του Ριζοσπάστη, πετάχτηκε από την ταράτσα της Γενικής Ασφάλειας Πειραιά στις 13 Οκτώβρη 1936, ενώ ο γηραιός (70 ετών) συνδικαλιστής Νίκος Βαλιανάτος εκπαραθυρώθηκε από την Ειδική Ασφάλεια Αθηνών στις 9 Αυγούστου 1938 και οι δολοφονίες τους αποδόθηκαν από την Ασφάλεια σε αυτοκτονία.

Το ΚΚΕ επεδίωξε τη συνεργασία με τα αστικά κόμματα για την ανατροπή της δικτατορίας χωρίς να θέσει καθεστωτικό ζήτημα για να διευκολυνθεί η συμμετοχή των βασιλοφρόνων στον κοινό αντιμεταξικό αγώνα: τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά και το μόνο που έγινε ήταν η συγκρότηση του Αντιδικτατορικού Μετώπου Νέων από εκπροσώπους της ΟΚΝΕ της Φιλελεύθερης Νεολαίας, της Σοσιαλιστικής, του Προοδευτικού Κόμματος του Καφαντάρη και του Εργατοαγροτικού. Στην κομματική ρητορική −όπως αυτή αποτυπώνεται στα κομματικά κείμενα της περιόδου− το μεταξικό καθεστώς χαρακτηρίστηκε ως φασιστικό.

Η Ασφάλεια εκμεταλλευόμενη το κενό που δημιουργήθηκε από τις μαζικές συλλήψεις συγκρότησε  στα τέλη του 1939 τη δική της καθοδήγηση με πρώην στελέχη του κόμματος που είχαν προσχωρήσει στις αρχές ασφαλείας, όπως οι πρώην βουλευτές του ΚΚΕ Μιχάλης Τυρίμος και Μανώλης Μανωλέας. Η συγκροτημένη από την ασφάλεια νέα καθοδήγηση ονομάστηκε Προσωρινή Διοίκηση (ΠΔ) και άρχισε να εκδίδει τον δικό της Ριζοσπάστη εντείνοντας έτσι τη σύγχυση στις γραμμές των κομμουνιστών.

Η ΠΔ ήρθε σε έντονη αντιπαράθεση με τη λεγόμενη Παλιά Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ (ΠΚΕ), την καθοδήγηση της οποίας είχε ο Νίκος Πλουμπίδης, κατηγορώντας η μια την άλλη για χαφιεδισμό. Μέσα σ’ αυτό το πρωτοφανές κλίμα σύγχυσης κι αυτός ακόμα ο Ζαχαριάδης συντάχθηκε με την Προσωρινή Διοίκηση κατηγορώντας την καθαρή Παλιά Κεντρική Επιτροπή. Τα πράγματα ξεκαθάρισαν βέβαια το καλοκαίρι του 1941 όταν συγκροτήθηκε η λεγόμενη Νέα Κεντρική Επιτροπή από στελέχη του ΚΚΕ που απέδρασαν από τους τόπους κράτησής τους.

Η κήρυξη του πολέμου το 1940 βρήκε το ΚΚΕ σε πλήρη διάλυση, με την ηγεσία του αλλά και απλά μέλη σε φυλακές και ξερονήσια. Όλοι όμως οι κομμουνιστές που ήταν κρατούμενοι στην Κέρκυρα, στην Ακροναυπλία και σε διάφορα νησιά, ζήτησαν να πολεμήσουν στο Αλβανικό μέτωπο, αλλά η κυβέρνηση Μεταξά το αρνήθηκε και αργότερα, τον Απρίλιο του 1941, τους παρέδωσε στους κατακτητές. Επίσης λίγες μέρες μετά την κήρυξη πολέμου από την Ιταλία, ο γενικός γραμματέας Νίκος Ζαχαριάδης, ο οποίος βρισκόταν στη φυλακή, κάλεσε τους Έλληνες σε αντιφασιστικό αγώνα μαζί με την κυβέρνηση Μεταξά για να αντιμετωπίσουν τον κατακτητή.

Τον Νοέμβριο του 1940, μετά την προώθηση του ελληνικού στρατού στο εσωτερικό της Αλβανίας, ο Ζαχαριάδης αλλάζει γραμμή και χαρακτηρίζει τον αγώνα στην Αλβανία ιμπεριαλιστικό που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των μοναρχοφασιστών και καλεί τους μαχόμενους Έλληνες να στραφούν κατά του Μεταξά επιδιώκοντας «έντιμη» ειρήνη με τους Ιταλούς με τη διαμεσολάβηση της ΕΣΣΔ. Η αλλαγή πλεύσης του Ζαχαριάδη ίσως να οφείλεται σε επίκριση της Σοβιετικής Ένωσης, καθώς ίσχυε ακόμα το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ – Μολότωφ μεταξύ Στάλιν και Χίτλερ.

Το ΚΚΕ όταν αρχίζει η Κατοχή είναι ένα κόμμα πλήρως εξαρθρωμένο, «κάθε άλλο παρά έτοιμο να αναλάβει και να προωθήσει μεγάλες πρωτοβουλίες». Μέσα στη σύγχυση που ακολούθησε τη γερμανική εισβολή το 1941 κάποια στελέχη του ΚΚΕ κατόρθωσαν να δραπετεύσουν. Έξι, ανάμεσά τους ο Πέτρος Ρούσος, η Χρύσα Χατζηβασιλείου, ο Ανδρέας Τζήμας, ο Παντελής Σίμος-Καραγκίτσης, ο Κώστας Λαζαρίδης και ο Ανδρέας Τσίπας, ξεκίνησαν να εργάζονται για την ανασυγκρότηση του ΚΚΕ και συγκρότησαν τη Νέα Κεντρική Επιτροπή, με Γραμματέα τον Α. Τσίπα και μέλη τους υπόλοιπους.

Στην ολομέλεια της 1ης Ιουλίου 1941 απηύθυναν κάλεσμα σε όλα τα πολιτικά κόμματα για συνεργασία «σε ένα εθνικό μέτωπο απελευθέρωσης», αντικατοχική και αντιφασιστική δράση, για την υπεράσπιση της ΕΣΣΔ και το σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης για την αποκατάσταση των δημοκρατικών ελευθεριών. Η έκκληση αυτή δε βρήκε απήχηση στους πολιτικούς των μεγάλων αστικών κομμάτων του μεσοπολέμου, του Λαϊκού Κόμματος και των Φιλελευθέρων, ενώ οι δεύτεροι αντιπρότειναν τη δημιουργία αντιμοναρχικής οργάνωσης με το βλέμμα στραμμένο στο μεταπελευθερωτικό σκηνικό.

Τον Σεπτέμβριο του 1941 το ΚΚΕ, μετά από διαπραγματεύσεις με τρία μικρά σοσιαλιστικά κόμματα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΚΕ), την Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας (ΕΛΔ) και το Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας (ΑΚΕ), προχώρησε στη δημιουργία του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ). Τον ίδιο μήνα δραπέτευσε και ο Γιώργης Σιάντος, που μετά τη διάλυση της καχυποψίας των συντρόφων του χάρη στις διαβεβαιώσεις του ακροναυπλιώτη Γιάννη Ιωαννίδη, ανέλαβε την ηγεσία του ΚΚΕ στα τέλη του 1941.Έκτοτε το ΚΚΕ μέσα από τις τάξεις του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ αντιστάθηκε με μοναδικό τρόπο στην τριπλή κατοχή.

Ο ΕΛΑΣ υπό την ηγεσία των Βελουχιώτη, Σαράφη και Τζήμα έδωσε πολλές μάχες κατά δυνάμεων των κατοχικών στρατευμάτων και κατάφερε να απελευθερώσει μεγάλο μέρος της ελληνικής υπαίθρου. Στις ελεύθερες περιοχές το ΕΑΜ οργάνωσε τη διοίκηση θέτοντας τις βάσεις της λαϊκής αυτοδιοίκησης. Σημαντικότερη αντιστασιακή ενέργεια γενικώς θεωρείται η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου, που έγινε σε συνεργασία του ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ με βρετανούς πράκτορες. Ενώ η απελευθέρωση της χώρας πλησίαζε, ο ΕΛΑΣ συγκρούστηκε με τις υπόλοιπες αντιστασιακές οργανώσεις της χώρας, αλλά, και με τα δοσιλογικά Τάγματα Ασφαλείας.

Ακολούθησε ο αιματηρός εμφύλιος, όπου ο Δημοκρατικός Στρατός έχασε την μάχη στο Γράμμο και το Βίτσι. Οι μάχες στα βουνά  κράτησαν από τις 16 Ιουνίου μέχρι και τις 21 Αυγούστου 1948 και ήταν σφοδρότατες και πολύνεκρες. Ο κυβερνητικός στρατός κατέλαβε το Γράμμο αλλά απέτυχε να εγκλωβίσει τις δυνάμεις του ΔΣΕ εκεί, που με έναν ελιγμό εγκαταστάθηκαν στο Βίτσι. Τον Δεκέμβριο του 1948 ο ΔΣΕ κατέλαβε για δύο μέρες την Καρδίτσα, στις αρχές Ιανουαρίου του 1949 τη Νάουσα για τρεις μέρες και στις 21 του ίδιου μήνα το Καρπενήσι για 18 μέρες.

Το καλοκαίρι όμως του 1949 ο κυβερνητικός στρατός έχοντας εξουδετερώσει τις διάσπαρτες δυνάμεις του ΔΣΕ στην Πελοπόννησο, τη Ρούμελη και τη Θεσσαλία, στράφηκε πλέον απερίσπαστος κατά των κύριων δυνάμεων του ΔΣΕ στο Γράμμο και στο Βίτσι. Στα τέλη Αυγούστου του 1949 ο κυβερνητικός στρατός, με την άφθονη αμερικανική υλική βοήθεια, με 100.000 στρατιώτες, με τεθωρακισμένα, πυροβολικό και αεροπορία κατέβαλε τον ΔΣΕ στο μέτωπο Γράμμου-Βιτσίου. Οι δυνάμεις του ΔΣΕ, αδυνατώντας να αντιμετωπίσουν τη σφοδρή κυβερνητική επίθεση πέρασαν τα σύνορα και εγκαταστάθηκαν προσωρινά στην Αλβανία. Μετά την ήττα του ΔΣΕ οι μαχητές του από την Αλβανία μεταφέρθηκαν και εγκαταστάθηκαν σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Οι περισσότεροι επέστρεψαν στην Ελλάδα μετά το 1974.

Αυτό όμως που είναι σημαντικό να ειπωθεί, επειδή πολλή προπαγάνδα έχει πέσει πάνω σε αυτό το θέμα, είναι ότι το ΚΚΕ από την πρώτη μέρα του πολέμου στράφηκε εναντίον των φασιστικών καθεστώτων και καλούσε σε αντίσταση τον Ελληνικό λαό. Το αναφέρει άλλωστε ο ίδιος ο Ζαχαριάδης στην επιστολή του που  δημοσιεύτηκε στον Τύπο στις 2 Νοεμβρίου 1940  και έχει ως εξής:

Προς το λαό της Ελλάδας

Ο φασισμός του Μουσολίνι χτύπησε την Ελλάδα πισώπλατα, δολοφονικά και ξετσίπωτα με σκοπό να την υποδουλώσει και να την εξανδραποδίσει. Σήμερα όλοι οι Έλληνες παλαίουμε για τη λευτεριά, την τιμή, την εθνική μας ανεξαρτησία. Η πάλη θα είναι πολύ δύσκολη και πολύ σκληρή. Μα ένα έθνος που θέλει να ζήσει πρέπει να παλεύει, αψηφώντας τους κινδύνους και τις θυσίες. Ο λαός της Ελλάδας διεξάγει σήμερα έναν πόλεμο εθνικοαπελευθερωτικό, ενάντια στο φασισμό του Μουσολίνι. Δίπλα στο κύριο μέτωπο και Ο ΚΑΘΕ ΒΡΑΧΟΣ, Η ΚΑΘΕ ΡΕΜΑΤΙΑ, ΤΟ ΚΑΘΕ ΧΩΡΙΟ, ΚΑΛΥΒΑ ΜΕ ΚΑΛΥΒΑ, Η ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ, ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΣΠΙΤΙ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ.

Κάθε πράκτορας του φασισμού πρέπει να εξοντωθεί αλύπητα. Στον πόλεμο αυτό που τον διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις, δίχως επιφύλαξη. Έπαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα, πρέπει να είναι και θα είναι, μια καινούργια Ελλάδα της δουλειάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση, μ’ ένα πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό.

Όλοι στον αγώνα, ο καθένας στη θέση του και η νίκη θα ναι νίκη της Ελλάδας και του λαού της. Οι εργαζόμενοι όλου του κόσμου στέκουν στο πλευρό μας.

Αθήνα 31 του Οκτώβρη 1940

Νίκος Ζαχαριάδης

Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ

 

Advertisements

Τα Ικαριώτικα νέα δημοσιεύουν κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s